Εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 169 του ν.4099/2012 (ΦΕΚ Α’ 250), όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 67 του ν.4170/2013 (ΦΕΚ Α’ 163) για ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν.3220/2004

Αθήνα, 10 Οκτωβρίου 2013

ΕΛΛΗΝΙKH ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
-ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΛΕΓΧΩΝ
ΤΜΗΜΑΤΑ Α’ ΚΑΙ Γ’
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
ΤΜΗΜΑ Α’
-ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ
ΤΜΗΜΑ Β’

Ταχ. Δ/νση :Κ. Σερβίας 10
Ταχ. Κωδ. :101 84 ΑΘΗΝΑ
Τηλ. :210 3375089, 3375204
FAX :210 3375354

ΠΟΛ 1231/2013



ΘΕΜΑ: «Εφαρμογή των διατάξεων της
παραγράφου 1 του άρθρου 169 του ν.4099/2012 (ΦΕΚ Α’ 250), όπως
τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 67 του
ν.4170/2013 (ΦΕΚ Α’ 163) για ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν με
τις διατάξεις των άρθρων 2 & 3 του ν.3220/2004».

Ι) Γενικά

Σας αποστέλλουμε, σε άτυπη κωδικοποίηση, τις διατάξεις της παραγράφου 1 του
άρθρου 169 του ν.4099/2012 (ΦΕΚ Α’ 250) «Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε
κινητές αξίες και ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, Οδηγία
2009/65/ΕΚ. Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις των Οδηγιών
2010/78/ΕΕ, 2010/73/ΕΕ, 2011/96/ΕΕ, 2009/133/ΕΚ, 2004/113/ΕΚ. Ευρωπαϊκή
Συνεταιριστική Εταιρεία. Μέτρα εφαρμογής των Κανονισμών (ΕΚ) 1338/2001 και (EE)
1210/2010 περί προστασίας του ευρώ και άλλες διατάξεις.», όπως ισχύουν, και
σας παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή
τους:

1. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε, με το άρθρο 1, παρ.1 της απόφασης
2008/723/ΕΚ της 18ης Ιουλίου 2007 (EE 2008 L 244, 11), ότι η σύσταση
αφορολόγητων ειδικών αποθεματικών βάσει των άρθρων 2 & 3 του ν.3220/2004
(ΦΕΚ 15 Α’ ) συνιστά καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που δεν συμβιβάζεται με
την εσωτερική αγορά και ότι τα αντίστοιχα ποσά φόρου που ωφελήθηκαν οι
επιχειρήσεις από το σχηματισμό των αποθεματικών αυτών θα πρέπει να
ανακτηθούν ως παράνομες ενισχύσεις, εξαιρουμένων αυτών που ήταν συμβατές με
τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς όπως ίσχυαν κατά το χρόνο χορήγησης τους.
Η Επιτροπή θεωρώντας ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν συμμορφώθηκε πλήρως,
εντός της ταχθείσας προθεσμίας, με την παραπάνω απόφαση προσέφυγε στο
Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την από 1ης Μαρτίου 2012
καταδικαστική απόφασή του στην υπόθεση C-354/10 έκρινε ότι η Ελληνική
Δημοκρατία παρέλειψε να λάβει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλα τα
αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση των παρανόμων ενισχύσεων, σύμφωνα με το
άρθρο 1, παρ. 1, της ως άνω απόφασης 2008/723/ΕΚ της Επιτροπής, εξαιρουμένων
εκείνων στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 1, παρ. 2 καθώς και τα άρθρα 2 και
3 της ίδιας απόφασης.

Για την ανάκτηση των εν λόγω κρατικών ενισχύσεων, κατά το μέρος που δεν
είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά, σε εκτέλεση της απόφασης του
Δικαστηρίου της EE θεσπίστηκαν οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 169
ν.4099/2012, όπως ισχύει.

Επισημαίνεται ότι για όσο χρονικό διάστημα δεν έχει αποδειχθεί πλήρης
συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου, θα συνεχίζουν να καταλογίζονται
προσθετικά στο αρχικό ποσό τόκοι ανάκτησης σε βάρος των εμπλεκομένων
επιχειρήσεων.

Επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω οι κρατικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν σε
επιχειρήσεις με τη σύσταση ειδικών αφορολόγητων αποθεματικών βάσει των
διατάξεων των άρθρων 2 & 3 του ν 3220/2004, πρέπει να ανακτηθούν κατά το
μέρος που δεν εμπίπτουν σε μέτρα ενισχύσεων συμβατά με την εσωτερική αγορά
τα οποία περιοριστικά αναφέρονται στις περιπτώσεις γ & δ της παραγράφου 1
του άρθρου 169 ν. 4099/2012, όπως ισχύουν.

2. Το ύψος της κρατικής ενίσχυσης ανέρχεται στο ισόποσο του φόρου
εισοδήματος από τον οποίο απαλλάχθηκαν οι επιχειρήσεις με τον σχηματισμό
ειδικών αφορολόγητων αποθεματικών επενδύσεων, βάσει των διατάξεων των άρθρων
2 και 3 του ν. 3220/2004, από τα αδιανέμητα κέρδη τους των οικονομικών ετών
2004 και 2005.

3. Ως ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης για όλες τις προς έλεγχο
επιχειρήσεις, θεωρείται η τελευταία προθεσμία υποβολής δήλωσης φορολογίας
εισοδήματος των νομικών προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 101
ν.2238/1994.

• Για διαχειριστικές περιόδους που έληγαν στις 31/12/2003 ημερομηνία
χορήγησης ενίσχυσης θεωρείται η 24/5/2004,
• Για διαχειριστικές περιόδους που έληγαν στις 31/12/2004 ημερομηνία
χορήγησης ενίσχυσης θεωρείται η 26/5/2005,
• Για διαχειριστικές περιόδους που έληγαν σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ως
ημερομηνία χορήγησης θεωρείται η 24η ημέρα του πέμπτου μήνα από την
ημερομηνία λήξης της διαχειριστικής περιόδου, από τα κέρδη της οποίας
σχηματίστηκαν τα εν λόγω αποθεματικά.

4. Οι ως άνω κρατικές ενισχύσεις κατά το μέρος που δεν είναι συμβατές με την
εσωτερική αγορά, ανακτώνται εντόκως με την έκδοση σχετικών φύλλων ελέγχου
από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. μετά την διενέργεια ελέγχου.

Για τον υπολογισμό των τόκων της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου
169 ν.4099/2012, ως ημερομηνία ανάκτησης των ενισχύσεων θεωρείται η
ημερομηνία καταβολής αυτών σε περίπτωση αποδοχής και ταυτόχρονης καταβολής
του συνολικού ποσού ή η ημερομηνία λήξης της προθεσμίας καταβολής αυτών για
το συνολικό ποσό ανάκτησης (ενίσχυση συν τόκοι). Σε περίπτωση μη καταβολής
των συνολικών ποσών μέχρι την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας καταβολής τους
, για το υπόλοιπο θα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 6 ΝΔ 356/1974
(ΦΕΚ Α90/1974, Κ.Ε.Δ.Ε.) μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης που είναι η
ημερομηνία πραγματικής ανάκτησης της ενίσχυσης.

5. Αρμόδια Δ.Ο.Υ. για την διενέργεια του ελέγχου και την έκδοση των σχετικών
φύλλων ελέγχου της ανάκτησης των εν λόγω ενισχύσεων, είναι η Δ.Ο.Υ. που
είναι αρμόδια για τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου στις εν λόγω
επιχειρήσεις σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και όχι τα Ελεγκτικά Κέντρα,
ακόμη και αν οι επιχειρήσεις έχουν ελεγχθεί με οριστικό/τακτικό φορολογικό
έλεγχο για τα οικονομικά έτη 2004 και 2005 και ανεξάρτητα από το ποια
υπηρεσία διενήργησε τον τακτικό έλεγχο. Αν όμως συμπίπτει να διενεργείται σε
κάποια από τις εν λόγω επιχειρήσεις έλεγχος από Ελεγκτικό Κέντρο για τις
ίδιες ελεγχόμενες διαχειριστικές περιόδους, τότε το Ελεγκτικό Κέντρο
υποχρεούται να διενεργήσει ταυτόχρονα και τον έλεγχο αυτό.

Επισημαίνουμε ότι ο έλεγχος που θα διενεργηθεί με βάσει τις διατάξεις της
παραγράφου 1 του άρθρου 169 ν 4099/2012, όπως ισχύει, δεν έχει τα
εννοιολογικά χαρακτηριστικά των συμπληρωματικών στοιχείων της παραγράφου 2
του άρθρου 68 του Κ.Φ.Ε. (ν.2238/1994), αλλά είναι έλεγχος για ανάκτηση
παράνομων κρατικών ενισχύσεων.

Αντίγραφα των σχετικών εκθέσεων ελέγχου με συνημμένα τα τυχόν φύλλα ελέγχου
που θα εκδοθούν και τα διπλότυπα καταβολής των ποσών της ανάκτησης θα
αποσταλούν άμεσα, από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου,
στη Διεύθυνση Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, προκειμένου να
συγκεντρωθούν τα στοιχεία για τους ελέγχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς
απόδειξη της εκτέλεσης της ως άνω απόφασης του Δικαστηρίου της EE.

6. Με τα φύλλα ελέγχου που θα εκδοθούν από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. θα
καταλογίζονται σε βάρος των επιχειρήσεων που σχημάτισαν ειδικά αφορολόγητα
αποθεματικά άρθρων 2 & 3 του ν.3220/2004 από τα αδιανέμητα κέρδη των
οικονομικών ετών 2004 και 2005, το ποσό της ενίσχυσης που πρέπει να
ανακτηθεί καθώς και το ποσό των τόκων που οφείλονται με βάση τη μέθοδο
ανατοκισμού, σύμφωνα με τους ισχύοντες Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την ημερομηνία χορήγησης της
ενίσχυσης μέχρι την ημερομηνία ανάκτησης του συνόλου αυτής, όπως ορίζεται
στην παράγραφο 4 ανωτέρω.

Ο ανατοκισμός θα γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο κεφάλαιο V του
κανονισμού 794/2004/ΕΚ της Επιτροπής (EE L 140, 30.4.2004), όπως έχει
τροποποιηθεί από τον κανονισμό 271/2008/ΕΚ της Επιτροπής (EE L 82,
25.3.2008).

Τα εφαρμοζόμενα επιτόκια και ο τρόπος υπολογισμού αναφέρονται αναλυτικά στο
κεφάλαιο Γ’ της παρούσας εγκυκλίου.

7. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης
στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 169 ν.4099/2012 όπως ισχύει, για την
ανάκτηση της εν λόγω ενίσχυσης δεν θα επιβληθούν οι κυρώσεις (προσαυξήσεις)
που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν.2523/1997.

II) ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

Οι επιχειρήσεις στις οποίες πρέπει να διενεργηθεί έλεγχος ανάκτησης των εν
λόγω Κρατικών ενισχύσεων, έχουν ήδη καταγραφεί από την Διεύθυνση Ελέγχων σε
συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και τη Μονάδα
Ανταγωνισμού και Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης &
Ανταγωνιστικότητας. Σε όλες τις Δ.Ο.Υ., οι οποίες έχουν αρμοδιότητα
διενέργειας ελέγχων, θα αποσταλούν καταστάσεις που θα αναφέρουν τις
επιχειρήσεις που υπάγονται στην ελεγκτική τους αρμοδιότητα και στις οποίες
πρέπει να διενεργηθεί έλεγχος. Στις Δ.Ο.Υ. που είναι ενταγμένες στο Ο.Π.Σ.
ELENXIS η ανάθεση των υποθέσεων για έλεγχο θα γίνει μέσω του συστήματος
αυτού.

Οι αναφερόμενες παραπάνω επιχειρήσεις έχουν χωριστεί σε δύο βασικές
κατηγορίες:

1. Αυτές για τις οποίες έχει γίνει ήδη ολική ανάκτηση του συνόλου των εν
λόγω κρατικών ενισχύσεων, βάσει των διατάξεων του άρθρου 47 ν.3614/2007 και
κατέβαλαν τα ποσά της ανάκτησης σε δόσεις. Στις επιχειρήσεις αυτές δεν θα
γίνει κανένας περαιτέρω έλεγχος. Θα γίνει απλώς επανυπολογισμός των
οφειλόμενων τόκων βάσει του σχετικού φακέλου που υπάρχει στις Δ.Ο.Υ. και
καταλογισμός των διαφορών που θα προκύψουν σε βάρος των επιχειρήσεων σύμφωνα
με τα αναφερόμενα παρακάτω.

2. Αυτές για τις οποίες δεν έχει γίνει καμία ανάκτηση ή αυτές που έχει γίνει
μερική ανάκτηση των ενισχύσεων βάσει των διατάξεων του άρθρου 47
ν.3614/2007. Για τις επιχειρήσεις αυτές θα διενεργείται έλεγχος σύμφωνα με
τα βήματα που αναφέρονται παρακάτω. Διευκρινίζεται ότι μερική ανάκτηση
έχουμε και στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση έχει λάβει ενίσχυση
και στα δύο οικονομικά έτη (2004 και 2005) και έχει γίνει ανάκτηση της
συνολικής ενίσχυσης του ενός έτους, ενώ για το άλλο έτος δεν έχει γίνει
ανάκτηση για το σύνολο της ενίσχυσης του έτους αυτού. Στην περίπτωση αυτή
για το έτος που έγινε ολική ανάκτηση θα ακολουθείται η διαδικασία της
περίπτωσης 1, ενώ για το άλλο έτος θα γίνει έλεγχος για καταλογισμό του
ποσού της ενίσχυσης που πρέπει να ανακτηθεί και των τόκων που οφείλονται με
βάση τη μέθοδο του ανατοκισμού.

Στη συνέχεια περιγράφεται η διαδικασία που θα ακολουθείται για τον έλεγχο
των επιχειρήσεων οι οποίες έλαβαν κρατικές ενισχύσεις με τη σύσταση
(σχηματισμό) ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού άρθρων 2 και 3 ν.3220/2004
και τον προσδιορισμό των προς ανάκτηση ποσών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α:



Α1. Έλεγχος τήρησης των διατάξεων των
άρθρων 2 και 3 ν.3220/2004.

Αρχικά στις επιχειρήσεις που σχημάτισαν ειδικά αφορολόγητα αποθεματικά από
τα αδιανέμητα καθαρά κέρδη τους των οικονομικών ετών 2004 και 2005, είτε και
των δύο οικονομικών ετών είτε του ενός μόνο από αυτά, βάσει των διατάξεων
των άρθρων 2 και 3 του ν.3220/2004, θα διενεργείται έλεγχος ορθής τήρησης
των διατάξεων αυτών.

Συγκεκριμένα θα ελέγχεται:

1. Αν οι επιχειρήσεις είχαν δικαίωμα σχηματισμού των εν λόγω ειδικών
αφορολόγητων αποθεματικών. Σημειώνεται ότι δικαίωμα για τη σύσταση ειδικού
αφορολόγητου αποθεματικού άρθρων 2 & 3 ν.3220/2004 είχαν οι επιχειρήσεις που
αναφέρονται στο άρθρο 3 του ν.2601/1998.

2. Αν υπολογίστηκε ορθά το ύψος των αποθεματικών που σχηματίστηκαν.

Αν μέσα στην επόμενη τριετία από το χρόνο σχηματισμού του ειδικού
αφορολόγητου αποθεματικού πραγματοποίησαν επενδυτικές και λοιπές δαπάνες
ισόποσης τουλάχιστον αξίας, από τις προβλεπόμενες στις ίδιες ως άνω
διατάξεις, καθώς και αν στο πρώτο έτος της τριετίας δαπανήθηκε για την
πραγματοποίηση των δαπανών αυτών, ποσό αξίας τουλάχιστον ίσης με το 1/3 του
σχηματισθέντος αποθεματικού. Ως επενδύσεις για την κάλυψη του εν λόγω
αποθεματικού νοούνται οι επενδυτικές και λοιπές δαπάνες που αναφέρονται για
κάθε κατηγορία δραστηριότητας στην παραγ. 1 του άρθρου 3 του ν.2601/1998.
Ειδικά για τις εμπορικές επιχειρήσεις ως επενδύσεις ορίζονται οι
αναφερόμενες στις περιπτώσεις α και β της παραγ. 2 του άρθρου 2 του
ν.3220/2004.

Ειδικά για το αφορολόγητο αποθεματικό που σχηματίστηκε από τα αδιανέμητα
καθαρά κέρδη του οικονομικού έτους 2005, θα ελέγχεται μόνο αν εντός του
έτους 2005 πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις αξίας τουλάχιστον ίσης με το 1/3 του
σχηματισθέντος αποθεματικού. Εξετάζεται δε μόνο αυτή η προϋπόθεση διότι οι
επιχειρήσεις, ενώ είχαν προθεσμία να ολοκληρώσουν τις επενδυτικές και λοιπές
δαπάνες τους μέχρι 31/12/2007, με την ψήφιση των διατάξεων του άρθρου 47
ν.3614/2007, έπαψαν να έχουν το δικαίωμα συνέχισης των ως άνω δαπανών για
κάλυψη του αποθεματικού μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του εν λόγω νόμου,
ήτοι μετά την 3/12/2007.

Αν από τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις των
διατάξεων των άρθρων 2 και 3 του ν.3220/2004 για το σύνολο του
σχηματισθέντος από τις επιχειρήσεις ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού ή
μέρους αυτού, για το τμήμα του αποθεματικού που δεν τηρήθηκαν οι
προϋποθέσεις, θα καταλογίζεται ο αναλονούν φόρος και οι προβλεπόμενες
προσαυξήσεις, με τις γενικές διατάζεις, σε βάρος των επιχειρήσεων. Η
ανάκτηση δηλαδή του συνόλου ή του τμήματος της κρατικής ενίσχυσης που δόθηκε
με το σχηματισμό του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού στις περιπτώσεις που
δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που όριζαν οι διατάξεις των άρθρων 2 & 3 του
ν.3220/2004 για το σχηματισμό του θα γίνει με τις γενικές διατάξεις.

Αν η ορθή εφαρμογή, των ως άνω διατάξεων έχει ήδη ελεγχθεί από προηγούμενο
φορολογικό έλεγχο δεν θα γίνεται νέος έλεγχος, αλλά θα γίνεται σχετική
αναφορά στην Έκθεση Ελέγχου που θα συντάσσεται ότι η τήρηση των προϋποθέσεων
έχει ήδη ελεγχθεί και θα αναγράφεται η υπηρεσία που διενήργησε τον έλεγχο, η
ημερομηνία ολοκλήρωσης του ελέγχου και το πόρισμα αυτού.

Έλεγχος ανάκτησης σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγ. 1 του άρθρου 169
ν.4099/2012 όπως ισχύει, θα γίνεται μόνο για το ποσό της κρατικής ενίσχυσης
που αντιστοιχεί στο τμήμα του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού για το οποίο
έχουν τηρηθεί οι διατάξεις των άρθρων 2 & 3 του ν.3220/2004, Για το τμήμα
αυτό των ενισχύσεων θα γίνεται επιπλέον ο έλεγχος συμβατότητάς τους με την
εσωτερική αγορά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο Κεφάλαιο Β’ της παρούσας.

Τέλος, δεν θα γίνεται έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων της παραγ. 9 του
άρθρου 2 του ν.3220/2004 σε περίπτωση πώλησης των επενδυτικών αγαθών ή των
αναφερόμενων στις περιπτώσεις α’ και β’ της παραγ. 2 του άρθρου 2 του
ν.3220/2004 πάγιων στοιχείων μέσα στα τρία επόμενα ημερολογιακά έτη από τη
λήξη της τριετίας που προβλέπεται από την παράγ. 2, του ίδιου ως άνω άρθρου,
στις περιπτώσεις των δαπανών που εξετάζονται βάσει του πλαισίου των
επενδυτικών νόμων 2601/1998 και 3299/2004, δεδομένου ότι αυτός ο έλεγχος
καλύπτεται από τον έλεγχο συμβατότητας της ενίσχυσης σύμφωνα με το κεφάλαιο
Β, παραγ. 5 της παρούσας. Στις λοιπές περιπτώσεις, θα γίνεται έλεγχος υπό
την προϋπόθεση ότι οι δαπάνες δεν έχουν αποκλεισθεί ως μη επιλέξιμες κατά
τον έλεγχο που θα διενεργείται σύμφωνα με το κεφάλαιο Β της παρούσας. Οι
διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν έχουν εφαρμογή αν η επιχείρηση
αντικαταστήσει τα πάγια που πουλήθηκαν, μέσα σε έξι (6) μήνες από την πώλησή
τους, με καινούργια πάγια ίσης τουλάχιστον αξίας, τα οποία αποτελούν
επενδυτική δαπάνη, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2
του ν.3220/2004.


Α2. Έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων του
άρθρου 47 ν.3614/2007.

Δεν θα ελέγχεται, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, η εφαρμογή των
διατάξεων του άρθρου 47 ν.3614/2007. Σύμφωνα όμως με τις διατάξεις της
περιπτ. στ’ της παραγ. 1 του άρθρου 169 ν.4099/2012 όπως ισχύει, τα ποσά που
καταβλήθηκαν ή καταλογίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47
ν.3614/2007 θα αφαιρούνται από το ποσό της ενίσχυσης που θα προκύψει για
ανάκτηση σε εφαρμογή των διατάξεων της περιπτ. ε’ της παραγ. 1 του άρθρου
169 ν.4099/2012 όπως ισχύει, τυχόν δε πιστωτικό υπόλοιπο που θα προκύπτει θα
επιστρέφεται.

Σε περίπτωση που έχει γίνει ανάκτηση του συνόλου ή μέρους της κρατικής
ενίσχυσης που δόθηκε με την σύσταση του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού
άρθρων 2 και 3 του ν.3220/2004, με τις διατάξεις του άρθρου 47 του
ν.3614/2007 και το ποσό της ενίσχυσης που ανακτήθηκε καταβλήθηκε σε δόσεις
θα γίνεται επανυπολογισμός των τόκων που οφείλονται σύμφωνα με τις διατάξεις
της περιπτ. ζ’ της παραγ. 1 του άρθρου 169 του ν.4099/2012, μέχρι την
ημερομηνία ανάκτησης και η διαφορά τόκων που θα προκύπτει θα καταλογίζεται
σε βάρος της επιχείρησης. Ο επανυπολογισμός των τόκων στις περιπτώσεις αυτές
γίνεται κυρίως διότι οι τόκοι, βάσει των διατάξεων του ν.3614/2007, δεν
είχαν υπολογιστεί σύμφωνα με τους κανόνες της ΕΕ.

Παράδειγμα
επανυπολογισμού τόκων αναφέρεται στο κεφάλαιο Δ’ της παρούσας.

Σε όσες επιχειρήσεις έχει γίνει ολική ανάκτηση, βάσει των διατάξεων του
άρθρου 47 ν.3614/2007, του συνόλου της κρατικής ενίσχυσης που χορηγήθηκε με
τη δημιουργία του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού άρθρων 2 & 3
ν.3220/2004, δεν θα γίνει κανένας περαιτέρω έλεγχος σύμφωνα με τις διατάξεις
της παρούσας στο οικονομικό έτος στο οποίο έγινε η ολική ανάκτηση, παρά μόνο
επανυπολογισμός των οφειλόμενων τόκων και καταλογισμός της προκύπτουσας
διαφοράς.

A3. Έλεγχος συμβατότητας ενίσχυσης με την
εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της περιπτ. γ’ της παραγ.1 του
άρθρου 169 του ν.4099/2012 – Ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (de mιnimis).

Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά και
εξαιρούνται της ανάκτησης οι ενισχύσεις ήσσονος σημασίας βάσει του
Κανονισμού 70/2001/ΕΚ της Επιτροπής (EE L 10, 13.1.2001), λαμβανομένων υπόψη
των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 5 του Κανονισμού 1998/2006/ΕΚ της
επιτροπής (EE L 379, 28.12.2006).

Ο εντοπισμός και ο έλεγχος των επιχειρήσεων στις οποίες χορηγήθηκαν
ενισχύσεις ήσσονος σημασίας και για τις οποίες δεν υπάρχει υποχρέωση
ανάκτησης, έχει ήδη διενεργηθεί από τη Διεύθυνση Ελέγχων σε συνεργασία με τη
Μονάδα Ανταγωνισμού & Κρατικών Ενισχύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης &
Ανταγωνιστικότητας.

Στις καταστάσεις των προς έλεγχο επιχειρήσεων που θα αποσταλούν στις Δ.Ο.Υ.
συμπεριλαμβάνονται και επιχειρήσεις στις οποίες η ενίσχυση που έλαβαν μέσω
του σχηματισμού του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού είναι μικρότερη των
100.000,00 ευρώ ή των 200.000,00 ευρώ για επιχειρήσεις μεταποίησης και
εμπορίας γεωργικών προϊόντων ή 3.000,00 ευρώ για επιχειρήσεις του πρωτογενή
τομέα. Οι ενισχύσεις αυτές, παρόλο που αρχικά εμφανίζονται να είναι
μικρότερες του ορίου των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, δεν πληρούν όλες τις
προϋποθέσεις των σχετικών κανονισμών της Επιτροπής, ώστε να γίνουν αποδεκτές
ως ενισχύσεις της κατηγορίας αυτής και να εξαιρεθούν της ανάκτησης. Επομένως
και σε αυτές θα γίνει έλεγχος σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο επόμενο κεφάλαιο
της παρούσας.

Οι κρατικές ενισχύσεις αυτές δεν εντάσσονται στους προαναφερόμενους
κανονισμούς ενισχύσεων ήσσονος σημασίας διότι:

α. Είτε οι επιχειρήσεις έχουν λάβει και άλλες ενισχύσεις ήσσονος σημασίας
από άλλους φορείς και συνολικά οι ενισχύσεις που έλαβαν σε περίοδο τριών
ετών υπερβαίνουν το ποσό των 3.000,00 ή 100.000,00 ή 200.000,00 ευρώ
σωρευτικά αναλόγως του τομέα δραστηριότητας.

β. Είτε οι εν λόγω επιχειρήσεις λόγω αντικειμένου εργασιών δεν μπορούν να
ενταχθούν στο καθεστώς των ήσσονος σημασίας ενισχύσεων (π.χ. τομέας
αλιείας). Αν για οποιαδήποτε από τις επιχειρήσεις της κατηγορίας αυτής
απαιτηθεί οποιαδήποτε διευκρίνιση αυτή θα ζητηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
μέσω της Διεύθυνσης Ελέγχων από τη Μονάδα Ανταγωνισμού & Κρατικών Ενισχύσεων
του Υπουργείου Ανάπτυξης & Ανταγωνιστικότητας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β :



Έλεγχος συμβατότητας της ενίσχυσης με την
εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή της παραγ. 1 του άρθρου 169 του ν.4099/2012 (περιπτ.
δ), όπως ισχύει

Λόγω του σημαντικού αριθμού εννοιών και όρων του θεσμικού πλαισίου κρατικών
ενισχύσεων που χρησιμοποιούνται στο Κεφάλαιο αυτό, επισυνάπτεται Παράρτημα
Β.2 Ορολογία Κεφαλαίου Β, με ορισμούς και διευκρινήσεις αυτών, στο οποίο
γίνεται παραπομπή με τους αριθμημένους δείκτες επί του κειμένου που
ακολουθεί

Β.1 Εισαγωγικά

Β.1.1 Όπως ήδη αναφέρεται στο κεφάλαιο «Γενικά» της παρούσας, το ειδικό
αφορολόγητο αποθεματικό το οποίο έχει σχηματισθεί από τις επιχειρήσεις βάσει
των άρθρων 2 & 3 ν.3220/2004, αποτελεί κρατική ενίσχυση, (1) η οποία οφείλει
να είναι συμβατή με τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς όπως ίσχυαν κατά το
χρόνο χορήγησης της (15) άλλως το ποσό της κρατικής ενίσχυσης θα πρέπει να
ανακτηθεί από το Δημόσιο έντοκα.

Το Κεφάλαιο Β της παρούσας, αφορά στον έλεγχο της συμβατότητας της ενίσχυσης
με μία ή περισσότερες περιπτώσεις της παραγ. 1δ’ του άρθρου 169 του ν.
4099/2012 όπως ισχύει, καθεμία εκ των οποίων αποτελεί διαφορετικό Πλαίσιο
χορήγησης συμβατών με την εσωτερική αγορά κρατικών ενισχύσεων.

Συγκεκριμένα τα Πλαίσια(1) με τα οποία μπορεί να κριθεί συμβατή η ενίσχυση
του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού, λαμβάνοντας υπόψη τις προϋποθέσεις
σχηματισμού του βάσει του ν. 3220/2004, είναι τα εξής:

– Επενδυτικός νόμος: ν.2601/1998 όσον αφορά τις διατάξεις αυτού που έχουν
εγκριθεί από την Επιτροπή ως καθεστώς Περιφερειακών Ενισχύσεων(2) – ΝΝ
59/Α/98 (ενισχύσεις σε αρχικές επενδύσεις και λειτουργικές δαπάνες) και
ν.3299/2004 επίσης όσον αφορά τις διατάξεις αυτού που έχουν εγκριθεί από την
Επιτροπή ως καθεστώς Περιφερειακών Ενισχύσεων – Ν573/2004 (ενισχύσεις σε
αρχικές επενδύσεις).

Ως έναρξη ισχύος του ν. 3299/2004, ο οποίος αντικατέστησε τον προηγούμενο,
ορίζεται η ημερομηνία δημοσίευσής του, ήτοι η 23-12-2004.

– Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 70/2001 (3) της Επιτροπής που αφορά στις κρατικές
ενισχύσεις σε Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ενισχύσεις σε επενδύσεις και
ενισχύσεις για υπηρεσίες από εξωτερικούς συμβούλους).

– Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 68/2001 (4) της Επιτροπής που αφορά στις κρατικές
ενισχύσεις για επαγγελματική εκπαίδευση (ενισχύσεις για ειδική επαγγελματική
εκπαίδευση).

– Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2004  (5) της Επιτροπής που αφορά κρατικές
ενισχύσεις προς Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις στον τομέα της γεωργίας(5)
(ενισχύσεις για επενδύσεις σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις, ενισχύσεις για
επενδύσεις στον τομέα μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων,
ενισχύσεις για την ενθάρρυνση της παραγωγής και εμπορίας γεωργικών προϊόντων
ποιότητας).

– Κατευθυντήριες Γραμμές της Επιτροπής για τις κρατικές ενισχύσεις στον
τομέα της γεωργίας(5) μόνον εφόσον αφορούν τη μεταφορά εγκαταστάσεων
γεωργικών εκμεταλλεύσεων για λόγους δημοσίου συμφέροντος)

– Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1595/2004 (6) της Επιτροπής που αφορά κρατικές
ενισχύσεις προς Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις στον τομέα της αλιείας (ενισχύσεις
για επενδύσεις στον τομέα μεταποίησης και εμπορίας και ενισχύσεις για
επενδύσεις στον κλάδο υδατοκαλλιέργειας )

– Εγκεκριμένο από την Επιτροπή Καθεστώς Ν 621/2000(6) – Επιχειρησιακό
Πρόγραμμα Αλιείας 2000 – 2006 (υδατοκαλλιέργεια, μεταποίηση και εμπορία)

Β.1.2 Οι δαπάνες με τις οποίες η επιχείρηση κάλυψε το ειδικό αφορολόγητο
αποθεματικό (στο εξής Δαπάνες του Αφορολόγητου Αποθεματικού)(10), οι οποίες
από τον προηγηθέντα έλεγχο έχουν κριθεί ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του
ν.3220/2004, μπορεί να αποτελούν το σύνολο ή τμήμα ενός ή περισσότερων
διακριτών επενδυτικών σχεδίων ή άλλων δράσεων (στο εξής Σχέδια)( * που αυτή
πραγματοποίησε. Το συμβιβάσιμο της ενίσχυσης με τα ανωτέρω Πλαίσια
διαπιστώνεται σε επίπεδο ενισχυόμενου Σχεδίου.

Για το σκοπό αυτό στο Παράρτημα Β.1 της παρούσας παρατίθενται Υποδείγματα
ΕΝΤΥΠΩΝ τα οποία θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν κατά περίπτωση σύμφωνα με τις
Οδηγίες που ακολουθούν.

Β.1.3 Πριν από την έναρξη των ελεγκτικών επαληθεύσεων του παρόντος κεφαλαίου
θα πρέπει να ζητείται από την κάθε ελεγχόμενη επιχείρηση να υποβάλει:

– Κατάσταση των διακριτών σχεδίων στα οποία εντάσσονται οι δαπάνες που
πραγματοποιήθηκαν για την κάλυψη του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού’10)
σύμφωνα με τις οδηγίες της παραγράφου Β.2 κατωτέρω, με ανάλυση των εν λόγω
δαπανών ανά Σχέδιο και κατηγορία (Υπόδειγμα Α1).

– Υπεύθυνη Δήλωση για την μη ενίσχυση των ίδιων Δαπανών (Δαπάνες
Αφορολόγητου Αποθεματικού) καθώς και για τυχόν ενισχύσεις για άλλες δαπάνες
των προαναφερθέντων Σχεδίων από άλλα καθεστώτα (Υπόδειγμα Α2)

– Δήλωση σχετικά με το χαρακτηρισμό της επιχείρησης ως Μικρομεσαίας(17)
σύμφωνα με τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Υπόδειγμα A3). Η δήλωση αυτή
απαιτείται μόνο στις περιπτώσεις που γίνεται χρήση των ευνοϊκών ρυθμίσεων
που προβλέπονται για τις Μικρομεσαίες επιχειρήσεις -στα παραπάνω Πλαίσια.

Β.2 Επιλογή Πλαισίου/Πλαισίων Ενισχύσεων
(Παράρτημα Β ΕΝΤΥΠΑ 1, 2 και 3.α)

Β.2.1 Προκειμένου να προσδιοριστούν τα διακριτά Σχέδια και να επιλεγεί το
Πλαίσιο (1) βάσει του οποίου θα εξετασθεί η συμβατότητα της ενίσχυσης του
Ειδικού Αφορολόγητου Αποθεματικού , πρέπει κατ’ αρχήν οι Δαπάνες του
Αφορολόγητου Αποθεματικού (10) να κατηγοριοποιηθούν ως εξής:

I. Ορισμένες από τις Δαπάνες Αφορολόγητου Αποθεματικού, παρότι κρίθηκε ότι
πληρούν τις διατάξεις του ν. 3220/2004, μπορεί εξ’ αρχής να μην είναι
επιλέξιμες σε κανένα Πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων της παραγράφου Β. 1.1 και
ως εκ τούτου θα πρέπει εξαρχής να αποκλεισθούν (βλ. ΕΝΤΥΠΟ 1 του
Παραρτήματος Β.1 σχετικά με τις πιθανές κατηγορίες μη επιλέξιμων δαπανών).
Επισημαίνεται ότι στις ενισχυόμενες δαπάνες του ν.2601/1998 και κατ’
επέκταση του ν.3220/2004 (άρθρο 2, παρ. 2 ν.3220/2004) δεν περιλαμβάνονται
δαπάνες που αφορούν στον χρηματοπιστωτικό τομέα, δαπάνες που συνδέονται με
δραστηριότητες του εξαγωγικού κλάδου (δαπάνες που συνδέονται με τις
εξαγόμενες ποσότητες, με τη συγκρότηση και λειτουργία δικτύου διανομής κλπ),
καθώς και δαπάνες για σχέδια που ευνοούν τα εγχώρια προϊόντα έναντι των
εισαγομένων. Ως εκ τούτου, τυχόν σχετικές δαπάνες αποκλείονται εκ των
προτέρων από τον έλεγχο βάσει του ν. 3220/2004

II. Οι υπόλοιπες δαπάνες, οι οποίες δεν έχουν αποκλεισθεί κατά τα ανωτέρω,
πρέπει να ομαδοποιηθούν (βάσει και της υποβληθείσας από κάθε επιχείρηση
κατάστασης) στις παρακάτω Κατηγορίες α έως η, καθεμία από τις οποίες
εμπίπτει σε διαφορετικό Πλαίσιο χορήγησης ενισχύσεων.

Κατηγορίες Δαπανών για δραστηριότητες εκτός του τομέα της γεωργίας(5) και
αλιείας/υδατοκαλλιέργειας (6)
α) Επενδυτικές δαπάνες, ήτοι δαπάνες οι οποίες αφορούν υλικά και άυλα
στοιχεία του ενεργητικού, β) Δαπάνες λειτουργίας που αφορούν σε
μετεγκατάσταση εξοπλισμού σε Βιομηχανικές Περιοχές για περιβαλλοντικούς
λόγους γ) Δαπάνες παροχής υπηρεσιών από εξωτερικούς συμβούλους.

Κατηγορίες Δαπανών για δραστηριότητες του τομέα της γεωργίας
δ) Δαπάνες για μεταφορά εγκαταστάσεων γεωργικών εκμεταλλεύσεων (5) για
λόγους δημοσίου συμφέροντος, ε) Λοιπές δαπάνες για δραστηριότητες στον
πρωτογενή γεωργικό τομέα (5) στ) Δαπάνες για δραστηριότητες στον τομέα
μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων (5 )

Κατηγορίες Δαπανών για δραστηριότητες στον τομέα της αλιείας και
υδατοκαλλιέργειας
ζ) Δαπάνες για δραστηριότητες στον τομέα της αλιείας και υδατοκαλλιέργειας

Δαπάνες ανεξαρτήτως τομέα
η) Δαπάνες για επαγγελματική εκπαίδευση

Β.2.2 Στη συνέχεια οι Δαπάνες κάθε Κατηγορίας θα πρέπει να ομαδοποιηθούν με
βάση τα συγκεκριμένα διακριτά Σχέδια στα οποία ανήκουν (αποτελούν το σύνολο
ή τμήμα του κόστους αυτών) και τα οποία αποτελούν τα Ενισχυόμενα Σχέδια(7)
(ένα ή περισσότερα για κάθε Κατηγορία Δαπανών)

Κατά την διενέργεια του ελέγχου τα Ενισχυόμενα Σχέδια(7) και το σύνολο των
αντιστοίχων Δαπανών του Αφορολόγητου Αποθεματικού (10) συμπληρώνονται στο
ΕΝΤΥΠΟ 2 του Παραρτήματος Β.1

Β.2.3 Τέλος προσδιορίζεται το Πλαίσιο(1) με το οποίο θα μπορούσε να είναι
συμβατή η Ενίσχυση(1) των Δαπανών κάθε Σχεδίου εφόσον πληρούνται οι ειδικοί
όροι και προϋποθέσεις αυτού.

Ειδικότερα:

Στον παρακάτω Πίνακα φαίνεται το κατάλληλο Πλαίσιο/Πλαίσια για κάθε Σχέδιο
με βάση την Κατηγορία Δαπανών αυτού.

 

 

Σχέδια ανά
Κατηγορία Δαπανών

Πλαίσιο
Χορήγησης Κρατικών Ενισχύσεων

α.

Σχέδια με επενδυτικές δαπάνες για δραστηριότητες
εκτός του τομέα της γεωργίας και αλιείας/υδατοκαλλιέργειας

Κανονισμός ΕΚ 70/2001 (Άρθρο 4:Ενισχύσεις σε
Επενδύσεις)

Π

– Επενδυτικός Νόμος 2601/1998 (Περιφερειακές
Ενισχύσεις σε αρχικές επενδύσεις))

Π

 

 

 

– Επενδυτικός Νόμος 3299/2004 (Περιφερειακές
Ενισχύσεις σε αρχικές επενδύσεις)

β.

Σχέδια με δαπάνες μετεγκατάστασης εξοπλισμού για
δραστηριότητες εκτός του τομέα της γεωργίας και
αλιείας/υδατοκαλλιέργειας

– Επενδυτικός Νόμος 2601/1998 (Περιφερειακές
Ενισχύσεις για δαπάνες λειτουργίας)

γ.

Σχέδια με δαπάνες για υπηρεσίες από εξωτερικούς
συμβούλους για δραστηριότητες εκτός του τομέα της γεωργίας(5)
και αλιείας/υδατοκαλλιέργειας

– Κανονισμός ΕΚ 70/2001 (‘Άρθρο 5: Ενισχύσεις
για Παροχή Συμβουλών και άλλες υπηρεσίες και δραστηριότητες)

δ.

Σχέδια μετεγκατάστασης γεωργικών εκμεταλλεύσεων
προς το δημόσιο συμφέρον

– Κατευθυντήριες Γραμμές τομέα γεωργίας (Σημείο
4.1.2.3 μεταφορά κτιρίων γεωργικών εκμεταλλεύσεων για λόγους
δημοσίου συμφέροντος.)

ε.

Σχέδια με δαπάνες για δραστηριότητες στον
πρωτογενή τομέα της γεωργίας

-Κανονισμός ΕΚ 1/2004 (Άρθρο 4 Επενδύσεις σε
γεωργικές εκμεταλλεύσεις)

στ.

Σχέδια με δαπάνες για δραστηριότητες στον τομέα
μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων

-Κανονισμός ΕΚ 1/2004 ( Άρθρο 7 Επενδύσεις για
μεταποίηση και εμπορίας και Άρθρο 13 ενισχύσεις για την
ενθάρρυνση της παραγωγής και εμπορίας γεωργικών προϊόντων
ποιότητας) -Κανονισμός ΕΚ 1/2004

 

 

Εγκεκριμένο καθεστώς Ν.621/2000
(Υδατοκαλλιέργεια, μεταποίηση)

ζ.

Σχέδια με δαπάνες για δραστηριότητες στον τομέα
της αλιείας /υδατοκαλλιέργειας

Π

Κανονισμός ΕΚ 1595/2004 (Άρθρο 8 Ενίσχυση για
επενδύσεις στη μεταποίηση και εμπορία και άρθρο 11 Ενίσχυση για
επενδύσεις στους κλάδους υδατοκαλλιέργειας και αλιείας σε
εσωτερικά ύδατα)

Π·

Σχέδια με δαπάνες για επαγγελματική εκπαίδευση

– Κανονισμός ΕΚ 68/2001

Για την περίπτωση α του πίνακα (Σχέδια με επενδυτικές δαπάνες για
δραστηριότητες εκτός του τομέα της γεωργίας και αλιείας/υδατοκαλλιέργειας)
υπάρχουν τρία πλαίσια βάσει των οποίων μπορεί να εξετασθεί η συμβατότητα της
ενίσχυσης του Ειδικού Αφορολόγητου Αποθεματικού.

Για την επιλογή του κατάλληλου πλαισίου λαμβάνονται υπόψη τα εξής: –
προκειμένου η ενίσχυση να κριθεί κατ’ αρχήν συμβατή με τον Απαλλακτικό
Κανονισμό (ΕΚ) 70/2001 (3) θα πρέπει η επιχείρηση, κατά το χρόνο χορήγησης
της ενίσχυσης(15) να χαρακτηρίζεται ως Μικρομεσαία(6 ) , σύμφωνα με τον
ορισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

– Εάν δεν πληρείται η παραπάνω προϋπόθεση , ή η επιχείρηση δηλώσει ότι δεν
επιθυμεί την ένταξη της ενίσχυσης στον Απαλλακτικό Κανονισμό (ΕΚ)70/2001, η
ενίσχυση εξετάζεται βάσει του καθεστώτος Περιφερειακών Ενισχύσεων του
επενδυτικού νόμου. Ειδικότερα η συμβατότητα της ενίσχυσης μπορεί να κριθεί:

→ είτε βάσει του ν. 2601/1998 εφόσον ο χρόνος χορήγησης της ενίσχυσης(15)
είναι προγενέστερος της 23-12-2004
→ είτε βάσει του ν. 3299/2004 εφόσον ο χρόνος χορήγησης της ενίσχυσης(15)
είναι από την έναρξη ισχύος αυτού ήτοι από 23-12-2004 και μετέπειτα

Για την περίπτωση ζ’ του πίνακα (Σχέδια με δαπάνες για δραστηριότητες στον
τομέα της αλιείας /υδατοκαλλιέργειας) υπάρχουν δύο πλαίσια βάσει των οποίων
μπορεί να εξετασθεί η συμβατότητα της ενίσχυσης του Ειδικού Αφορολόγητου
Αποθεματικού.

Η συμβατότητα της ενίσχυσης στην περίπτωση αυτή θα εξετάζεται με το
εγκεκριμένο καθεστώς Ν.621/2000 Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αλιείας
2000-2006(6), εκτός αν η επιχείρηση δηλώσει ότι επιθυμεί την ένταξη της
ενίσχυσης στον Απαλλακτικό Κανονισμό (ΕΚ)1595/2004(6) και με την προϋπόθεση
ότι πληρούνται οι όροι του κανονισμού αυτού.

Κατά τη διενέργεια του ελέγχου, ο καθορισμός του Πλαισίου/Πλαισίων Βάσει του
οποίου θα εξετασθεί η συμβατότητα της ενίσχυσης σε επίπεδο Σχεδίου, γίνεται
στο ΕΝΤΥΠΟ 2 καθώς και στο ΕΝΤΥΠΟ 3α (για επενδυτικές δαπάνες εκτός του
τομέα γεωργίας και αλιείας υδατοκαλλιέργειας) και στο ΕΝΤΥΠΟ 9α (για
επενδυτικές δαπάνες για τις δραστηριότητες στον τομέα αλιείας /
υδατοκαλλιέργειας) του Παραρτήματος Β.1


Β.3 Έλεγχος Συμβατότητας

Σύμφωνα με τα παραπάνω για κάθε Σχέδιο(7) προσδιορίζεται ένα Πλαίσιο(1) με
το οποίο θα μπορούσε να είναι συμβατή η αναλογούσα σε αυτό κρατική ενίσχυση
του Ειδικού Αφορολόγητου Αποθεματικού.

Ο περαιτέρω έλεγχος της συμβατότητας της ενίσχυσης με τους ειδικούς όρους
και προϋποθέσεις του συγκεκριμένου Πλαισίου συνίσταται στα εξής:

α) Έλεγχος συμβατότητας με το πεδίο εφαρμογής του Πλαισίου και ειδικότερα:

α.1) Έλεγχος της επιλεξιμότητας του φορέα (μέγεθος επιχείρησης)
α.2) Έλεγχος της επιλέξιμότητας του Σχεδίου (τομέας δραστηριότητας και άλλα
χαρακτηριστικά).
β) Έλεγχος της επιλεξιμότητας καθεμίας από τις Δαπάνες του Σχεδίου.
γ) Προσδιορισμός της επιτρεπόμενης ανώτατης έντασης ενίσχυσης(1ζ) .
δ) Έλεγχος τήρησης τυχόν Κανόνων Σώρευσης(15) του Πλαισίου (σε περίπτωση που
διαπιστώνεται κατά τον έλεγχο ότι τίθεται θέμα υπέρβασης των ορίων που
προβλέπονται στους κανόνες σώρευσης, οι ελεγκτές θα απευθύνονται στην Δ/νση
Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών για οδηγίες σχετικά με τον υπολογισμό και
την ανάκτηση του υπερβάλλοντος ποσού).

Ο εν λόγω έλεγχος για κάθε Πλαίσιο αναλύεται στις Παραγράφους Β.4 έως Β. 13
κατωτέρω και αποτυπώνεται σε δομημένη μορφή στα ΕΝΤΥΠΑ που παρατίθενται στο
Παράρτημα Β.1

Σε περίπτωση που σε ένα σχέδιο περιλαμβάνονται δαπάνες οι οποίες συνδέονται
με Εδικό Αφορολόγητο Αποθεματικό που σχηματίσθηκε στο οικονομικό έτος 2004
καθώς και δαπάνες οι οποίες συνδέονται με το Ειδικό Αφορολόγητο Αποθεματικό
που σχηματίσθηκε στο οικονομικό έτος 2005, το κατάλληλο πλαίσιο εξέτασης της
συμβατότητας επιλέγεται για κάθε οικονομικό έτος διακριτά με βάση τα
ισχύοντα κατά την ημερομηνία χορήγησης της σχετικής ενίσχυσης όπως ορίζεται
παραπάνω (Κεφάλαιο I. ΓΕΝΙΚΑ παρ. 3)


Β.4 Πλαίσιο Κανονισμού (ΕΚ) 70/2001: Άρθρο
4 «Ενισχύσεις για επενδύσεις» (Παράρτημα Β.1 ΕΝΤΥΠΟ 3.β.1)

Το πλαίσιο έχει εφαρμογή σε Σχέδια Μικρομεσαίων(17) επιχειρήσεων με
επενδυτικές δαπάνες για δραστηριότητες εκτός του τομέα της γεωργίας(5) και
του τομέα αλιείας/υδατοκαλλιέργειας με τους παρακάτω όρους και προϋποθέσεις:

Β.4.1 Πεδίο εφαρμογής

Επιχείρηση:

→ Η επιχείρηση κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης(15) θα πρέπει να ήταν
ως προς το Μέγεθος «Μικρομεσαία», σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής .

Ενισχυόμενοι τομείς:

Στο Παράρτημα Β.3 αναφέρονται οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του άρθρου 3
παρ 1 του ν. 2601/1998 και κατ’ επέκταση του ν. 3220/2004 οι οποίες
εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) 70/2001 (3)

Επί πλέον το ενισχυόμενο επενδυτικό σχέδιο δεν πρέπει να αφορά κανένα από
τους παρακάτω τομείς :
→ Παραγωγή, μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων(5).
→ Παραγωγή μεταποίηση και εμπορία προϊόντων αλιείας /υδατοκαλλιέργειας(6)
→ Βιομηχανία άνθρακα(18)
→ Τομέα Μεταφορών (23)


Β.4.2 Επιλεξιμότητα επενδυτικού σχεδίου:

→ Το ενισχυόμενο επενδυτικό σχέδιο θα πρέπει να συνιστά «επένδυση» (δ) όπως
αυτή ορίζεται στον εν λόγω Κανονισμό.
→ Η έναρξη(16) του επενδυτικού Σχεδίου δεν πρέπει να είναι προγενέστερη της
δημοσίευσης του νόμου 3220/2004 ήτοι την 28-1-2004.

Β.4.3 Επιλεξιμότητα Δαπανών:

Οι επενδυτικές δαπάνες οι οποίες έχουν κριθεί ότι πληρούν τις προϋποθέσεις
των διατάξεων του ν. 3220/2004 προκειμένου να είναι συμβατές με τον
απαλλακτικό κανονισμό (ΕΚ) 70/2001 και να θεωρούνται επιλέξιμες(9) πρέπει
επιπλέον να ικανοποιούν τις εξής προϋποθέσεις:
– Δεν πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3220/2004, ήτοι την 28-1-2004 ή μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3614/2007, ήτοι την 3-12-2007.
– Δεν πρέπει να έχουν ενισχυθεί από άλλο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ή από
το καθεστώς του Κανονισμού ΕΚ 69/2001 της Επιτροπής νια τις ενισχύσεις
ήσσονος σημασίας.
– Για τα πάγια στοιχεία του ενεργητικού, επιλέξιμες είναι οι δαπάνες για
κτιριακές εγκαταστάσεις και έργα περιβάλλοντος χώρου, μηχανήματα και
εξοπλισμό.
– Για τα άυλα στοιχεία ενεργητικού οι επενδυτικές δαπάνες είναι επιλέξιμες
μόνο εφόσον αφορούν μεταφορά τεχνολογίας μέσω της απόκτησης δικαιωμάτων
ευρεσιτεχνίας και άδειας εκμετάλλευσης τεχνογνωσίας ή τεχνικών γνώσεων που
δεν είναι κατοχυρωμένες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (στις επενδύσεις αυτές
περιλαμβάνεται και η απόκτηση λογισμικού)

Β.4.4 Ανώτατη ένταση ενίσχυσης.

Η ανώτατη ένταση ενίσχυσης(11) επί των επιλέξιμων δαπανών που μπορεί να
χορηγείται βάσει του κανονισμού (ΕΚ)70/2001, ισούται με το μέγιστο επίπεδο
που προβλέπεται για τις περιφερειακές ενισχύσεις (2) σύμφωνα με το Χάρτη(12)
που έχει εγκρίνει η Επιτροπή προσαυξημένο κατά 15 ποσοστιαίες μονάδες (15%)
σε Ακαθάριστους όρους(11)

Τα ανωτέρω ποσοστά περιφερειακών ενισχύσεων χορηγούνται με την προϋπόθεση
ότι:
– Η επένδυση έχει λειτουργήσει στην περιοχή εγκατάστασής του τουλάχιστον
πέντε έτη από την ολοκλήρωσή της
– η συμμετοχή της επιχείρησης στη χρηματοδότηση αυτού ανέρχεται σε
τουλάχιστον 25% (Η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται σε κάθε περίπτωση εκ της
φύσεως του μέτρου και δεν απαιτείται περαιτέρω έλεγχος)
– Η επένδυση δεν αφορά στον τομέα των Συνθετικών ινών (20)),
– Η επένδυση δεν αφορά στον Χαλυβουργικό Τομέα(19)

Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις η ανώτατη ένταση
ενίσχυσης μειώνεται σε 7,5% για τις Μεσαίες και 15 % για τις Μικρές
επιχειρήσεις (σε Ακαθάριστους όρους)(11)

Επισημαίνεται επίσης στους τομείς της Αυτοκινητοβιομηχανίας*21*, και της
Ναυπηγικής Βιομηχανίας*22* καθώς και στα μεγάλα επενδυτικά σχέδια με
επιλέξιμες δαπάνες*9* άνω των 50 εκατ. ευρώ, ισχύουν ειδικοί κανόνες που
περιορίζουν τα ανώτατο όρια περιφερειακών ενισχύσεων σε σχέση με τα
οριζόμενα στο Χάρτη (βλέπε παραγρ.Β.5.4.4 και Β.5.4.5 και Β.5.4.6).

Β.4.5 Κανόνες Σώρευσης.

Η ενίσχυση βάσει του Ειδικού Αφορολόγητου Αποθεματικού αθροιζόμενη με τυχόν
ενισχύσεις που έχει λάβει η επιχείρηση για άλλες επιλέξιμες βάσει του
Κανονισμού (ΕΚ) 70/2001 επενδυτικές δαπάνες του ίδιου Σχεδίου δεν πρέπει να
υπερβαίνει την προαναφερόμενη ανώτατη ένταση.

Επίσης η ενίσχυση βάσει του Ειδικού Αφορολόγητου Αποθεματικού του όλου
σχεδίου (επένδυση και παροχή συμβουλών που σχετίζονται με αυτή) αθροιζόμενη
και με τυχόν ενισχύσεις που έχει λάβει η επιχείρηση, βάσει του Κανονισμού
(ΕΚ) 70/2001, για άλλες δαπάνες του ίδιου σχεδίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει
τα όρια του άρθρου 6 του Κανονισμού, ήτοι:
– το συνολικό ακαθάριστο ποσό ενίσχυσης θα πρέπει να είναι μικρότερο των 15
εκατ. € και
– σε περίπτωση που το επιλέξιμο κόστος του όλου σχεδίου ανέρχεται σε
τουλάχιστον 25 εκατ. € η ακαθάριστη ένταση της ενίσχυσης δεν πρέπει να
υπερβαίνει το 50% του καθαρού ανώτατου ορίου ενίσχυσης που καθορίζεται στο
Χάρτη Περιφερειακών Ενισχύσεων για το Σχέδιο

Στο Παράρτημα Β.1 παρατίθεται το ΕΝΤΥΠΟ 3.β.1 για τον έλεγχο της
συμβατότητας της ενίσχυσης Σχεδίων Επενδυτικών Δαπανών για δραστηριότητες
εκτός του τομέα γεωργίας και του τομέα αλιείας / υδατοκαλλιέργειας βάσει του
Κανονισμού (ΕΚ)70/2001.

Β.5 Πλαίσιο Επενδυτικού Νόμου ν.2601/1998
και ν.3299/2004 (εγκεκριμένα καθεστώτα Περιφερειακών Ενισχύσεων) νια αρχικές
επενδύσεις(8) (Παράρτημα Β.1 ΕΝΤΥΠΟ 3.β.2)

Το πλαίσιο έχει εφαρμογή σε Σχέδια με επενδυτικές δαπάνες για δραστηριότητες
εκτός του τομέα της γεωργίας(5) και του τομέα αλιείας/υδατοκαλλιέργειας(6)
με τους παρακάτω όρους και προϋποθέσεις:

Β.5.1 Πεδίο εφαρμογής

Επιχείρηση:

→ Η επιχείρηση κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης δεν πρέπει να ήταν
προβληματική σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό της Επιτροπής.

Η προϋπόθεση αυτή θεωρείται ότι καλύπτεται και δεν απαιτείται να ελεγχθεί
περαιτέρω δεδομένου ότι η επιχείρηση σχημάτισε αφορολόγητο αποθεματικό, εκ
του οποίου συνάγεται ότι είχε κατά τις αντίστοιχες χρήσεις θετικά
αποτελέσματα (κέρδη προ φόρων).

Ενισχυόμενοι τομείς:

Στο Παράρτημα Β.3 αναφέρονται οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του άρθρου 3
παρ 1 του ν.2601/1998, και κατ’ επέκταση του ν. 3220/2004, οι οποίες
εμπίπτουν στο καθεστώς Περιφερειακών Ενισχύσεων για αρχικές επενδύσεις του
Επενδυτικού Νόμου.

Επί πλέον το ενισχυόμενο επενδυτικό σχέδιο δεν πρέπει να αφορά κανένα από
τους παρακάτω τομείς:
– Παραγωγή, μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων (5).
– Παραγωγή μεταποίηση και εμπορία προϊόντων αλιείας/υδατοκαλλιέργειας(17)
– Βιομηχανία άνθρακα(18)
– Χαλυβουργικό τομέα(19)
– Τομέα Συνθετικών ινών(20)
– Τομέα Μεταφορών(23)

Σε περίπτωση που το επενδυτικό σχέδιο εξετάζεται βάσει του ν. 3299/2004 δεν
πρέπει επίσης να αφορά τον τομέα της Ναυπηγικής Βιομηχανίας(22)

Β.5.2 Επιλεξιμότητα επενδυτικού σχεδίου :

– Το ενισχυόμενο επενδυτικό σχέδιο θα πρέπει να αποτελεί αρχική επένδυση(8),
όπως αυτή ορίζεται στις Κατευθυντήριες Γραμμές Περιφερειακών Ενισχύσεων.

– Η έναρξη (16) του εν λόγω επενδυτικού σχεδίου δεν πρέπει να είναι
προγενέστερη της δημοσίευσης του νόμου 3220/2004 (28-1-2004).

– Το επενδυτικό σχέδιο θα πρέπει να έχει λειτουργήσει στην περιοχή
εγκατάστασής του πέντε τουλάχιστον έτη από την ολοκλήρωσή του(16)

Σε περίπτωση που η ενίσχυση εξετάζεται βάσει του ν.3299/2004 θα πρέπει επί
πλέον το επενδυτικό σχέδιο να εντάσσεται σε μία ή περισσότερες από τις
περιπτώσεις του άρθρου 3 παρ. 1 αυτού (Παράρτημα Β.5).


Β.5.3 Επιλεξιμότητα Δαπανών

Οι επενδυτικές δαπάνες οι οποίες έχουν κριθεί ότι πληρούν τις προϋποθέσεις
του ν. 3220/2004 προκειμένου να είναι συμβατές με τις Περιφερειακές
Ενισχύσεις του Επενδυτικού Νόμου πρέπει επί πλέον να ικανοποιούν τις εξής
προϋποθέσεις:

– Δεν πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί (πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3220/2004, ήτοι την 28-1-2004, ή μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3614/2007, ήτοι την 3-12-2007.
– Δεν πρέπει να έχουν ενισχυθεί από άλλο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ή από
καθεστώς του Κανονισμού (ΕΚ) 69/2001 της Επιτροπής για τις ενισχύσεις
ήσσονος σημασίας.
– Οι δαπάνες για πάγια στοιχεία ενεργητικού θα πρέπει να αφορούν γήπεδα,
κτιριακές εγκαταστάσεις και έργα περιβάλλοντος χώρου, μηχανήματα και
εξοπλισμό Οι δαπάνες αυτές συνιστούν την πρότυπη βάση υπολογισμού.
– Τα πάγια στοιχεία θα πρέπει να έχουν διατηρηθεί σε λειτουργία στην
επένδυση τουλάχιστον πέντε έτη από την ολοκλήρωσή του Σχεδίου
– Οι δαπάνες για τα άυλα στοιχεία ενεργητικού είναι επιλέξιμες μόνο εφόσον
πληρούν τις παρακάτω προϋποθέσεις οι οποίες διαφοροποιούνται βάσει του
Μεγέθους της εταιρείας κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης:

Προϋποθέσεις επιλεξιμότητας άυλων
επενδυτικών δαπανών για Μεγάλες Επιχειρήσεις.

α) δεν υπερβαίνουν το 25% της πρότυπης βάσης υπολογισμού στην περίπτωση που
το επενδυτικό σχέδιο εξετάζεται βάσει του ν. 2601/98 και το 8% της πρότυπης
βάσης υπολογισμού σε περίπτωση που το επενδυτικό σχέδιο εξετάζεται βάσει του
ν. 3299/2004 β) αφορούν μεταφορά τεχνολογίας υπό μορφή της απόκτησης
δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας, άδειας εκμετάλλευσης τεχνογνωσίας ή τεχνικών
γνώσεων που καλύπτονται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και τεχνικών γνώσεων που
δεν καλύπτονται από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (στις επενδύσεις αυτές
περιλαμβάνεται και η απόκτηση λογισμικού), γ) η εκμετάλλευσή τους να γίνεται
αποκλειστικά στις εγκαταστάσεις που
Λαμβάνουν την περιφερειακή ενίσχυση δ) αποκτώνται από τρίτο με τους όρους
που ισχύουν στην αγορά, ε) περιλαμβάνονται στο ενεργητικό της επιχείρησης
(θεωρούνται αποσβεστέα στοιχεία του ενεργητικού) και παραμένουν στις
εγκαταστάσεις της επιχείρησης για μία περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών.

Προϋποθέσεις επιλεξιμότητας άυλων
επενδυτικών δαπανών νια Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις.

Ισχύουν οι προϋποθέσεις του απαλλακτικού κανονισμού 70/2001 όπως αναφέρονται
στην παραγ. Β. 4.3 και επί πλέον οι δαπάνες δεν υπερβαίνουν το 8% της
πρότυπης βάσης υπολογισμού σε περίπτωση που το επενδυτικά σχέδιο εξετάζεται
βάσει του ν. 3299/2004.

Β.5.4 Ανώτατη ένταση ενίσχυσης

Β.5.4.1 Οι παρεχόμενες ενισχύσεις από το καθεστώς του ν.2601/1998 ορίζονται
στο άρθρο 5 αυτού και αποτελούν συνδυασμό διαφορετικών μέτρων, η μορφή και η
ένταση (ΚΙΕ)(11) των οποίων εξαρτάται από τον τομέα δραστηριότητας του
επενδυτικού σχεδίου, τον τόπο εγκατάστασής του αλλά και τα ειδικά
χαρακτηριστικά αυτού. Το Ειδικό Αφορολόγητο Αποθεματικό του ν.3220/2004
αποτελεί μία διαφορετική μορφή ενίσχυσης σε σχέση με αυτές που αναφέρονται
στον ν.2601/1998.

Σύμφωνα με την απόφαση έγκρισης του Χάρτη Περιφερειακών Ενισχύσεων(12) από
την Επιτροπή (Παράρτημα Α – επεξήγηση Πίνακα), τα όρια έντασης ενίσχυσης που
ορίζονται σε αυτόν, αντιπροσωπεύουν τις μέγιστες εντάσεις ενίσχυσης
αναγόμενες σε Καθαρά Ισοδύναμα Επιχορήγησης (ΚΙΕ), που θα μπορούσαν να
επιτευχθούν με το συνδυασμό όλων των μέτρων ενίσχυσης που προβλέπονται στο
ν. 2601/1998 η έγκριση του οποίου είχε προηγηθεί.

Κατόπιν τούτου, κατά τον έλεγχο της συμβατότητας βάσει του καθεστώτος
περιφερειακών ενισχύσεων του ν.2601/1998, ως ανώτατο όριο έντασης (σε ΚΙΕ)
της επιτρεπόμενης ενίσχυσης λαμβάνεται το κατά περίπτωση ποσοστό του Χάρτη.

Β.5.4.2 Οι ενισχύσεις από το
καθεστώς του ν.3299/2004 χορηγούνται με διάφορα μέτρα που εφαρμόζονται
εναλλακτικά. Η έντασή ενίσχυσης για κάθε μέτρο ορίζεται βάσει του άρθρου 4
παρ 1 και 2 και εξαρτάται από την Κατηγορία στην οποία εντάσσεται η
δραστηριότητα του επενδυτικού σχεδίου (άρθρο 3 παρ 1) και τον τόπο
εγκατάστασής του. Το Ειδικό Αφορολόγητο Αποθεματικό του ν.3220/2004 αποτελεί
μία διαφορετική μορφή ενίσχυσης σε σχέση με αυτές που αναφέρονται τον
ν.3299/2004.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 3299/2004 και την κείμενη φορολογική
νομοθεσία τα ποσοστά που προβλέπονται για το μέτρο της επιχορήγησης
αντιπροσωπεύουν τις μέγιστες εντάσεις ενίσχυσης σε Καθαρά Ισοδύναμα
Επιχορήγησης (ΚΙΕ)(11) που μπορούν να δοθούν από το εν λόγω καθεστώς.

Κατόπιν τούτου, κατά τον έλεγχο της συμβατότητας βάσει του καθεστώτος
περιφερειακών ενισχύσεων του ν.3299/2004 ως ανώτατο όριο έντασης (ΚΙΕ) της
επιτρεπόμενης ενίσχυσης λαμβάνεται το κατά περίπτωση ποσοστό επιχορήγησης
του νόμου αυτού (Παράρτημα Β.5).

Β.5.4.3 Σε κάθε περίπτωση η ενίσχυση
επενδυτικών δαπανών βάσει του ν.2601/1998 και ν.3299/2004 συνιστά περιφερική
ενίσχυση και ως εκ τούτου η ανώτατη ένταση αυτής σε Καθαρό Ισοδύναμο
Επιχορήγησης (ΚΙΕ) (11) δεν μπορεί να ξεπερνά το όρια του Χάρτη
Περιφερειακών Ενισχύσεων(12) της Περιόδου χορήγησης της ενίσχυσης(15). Στα
ανώτατα αυτά όρια, σε περίπτωση που ο φορέας είναι Μικρομεσαία Επιχείρηση
προστίθεται το συμπλήρωμα 15 ποσοστιαίων μονάδων (15%) σε Ακαθάριστο
Ισοδύναμο Επιχορήγησης (11) (εκτός των επιχειρήσεων του τομέα των Μεταφορών,
οι οποίες εξάλλου αποκλείονται του πεδίου του καθεστώτος, βλ. ανωτέρω παρ.
Β.5.1).

Β.5.4.4 Σημειώνεται ότι σύμφωνα με
το Πολυτομεακό Πλαίσιο(2) σε περίπτωση που οι επιλέξιμες δαπάνες υπερβαίνουν
τα 50.000.000 ευρώ εφαρμόζονται ανώτατα όρια περιφερειακής ενίσχυσης
προσαρμοσμένα σε χαμηλότερο επίπεδο έναντι των οριζόμενων στο Χάρτη, με βάση
την ακόλουθη κλίμακα:

(α) για το τμήμα μέχρι πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ παρέχεται το
100% του περιφερειακού ανώτατου ορίου (13)’

(β) για το τμήμα από πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ έως εκατό
εκατομμύρια (100.000.000) ευρώ παρέχεται το 50% του περιφερειακού ανώτατου
ορίου και

(γ) για το τμήμα που υπερβαίνει τα εκατό εκατομμύρια (100.000.000) ευρώ
παρέχεται το 34% του περιφερειακού ανώτατου ορίου.

Β.5.4.5 Επίσης στον τομέα της
Αυτοκινητοβιομηχανίας(21) η ανώτατη ένταση ενίσχυσης για τις περιφερειακές
επενδυτικές ενισχύσεις περιορίζεται στο 30% της αντίστοιχης περιφερειακής
ενίσχυσης, σε περιπτώσεις που το ποσό της ενίσχυσης υπερβαίνει τα 5 εκατ.
ευρώ σε Ακαθάριστο Ισοδύναμο Επιχορήγησης.

Β.5.4.6 Ο τομέας της Ναυπηγικής
Βιομηχανίας (22) διέπεται από ειδικούς κανόνες. Στον τομέα αυτό επενδυτικές
ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα χορηγούνται μόνο για επενδύσεις
αναβάθμισης ή εκσυγχρονισμού υφιστάμενων ναυπηγείων που δεν συνδέονται με
την χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση των υπόψη ναυπηγείων με στόχο τη βελτίωση
της παραγωγικότητας των υφισταμένων εγκαταστάσεων. Για τις ενισχύσεις του
τομέα αυτού τίθεται επί πλέον ο περιορισμός ότι το ποσό και η ένταση της
ενίσχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 22,5% των επιλέξιμων δαπανών


Β.5.5 Κανόνες Σώρευσης

Η ενίσχυση βάσει του Ειδικού Αφορολόγητου Αποθεματικού αθροιζόμενη με τυχόν
περιφερειακές ενισχύσεις που έχει λάβει η επιχείρηση για άλλες δαπάνες του
ίδιου Σχεδίου:

α) δεν πρέπει να υπερβαίνουν την ανώτατη επιτρεπόμενη περιφερειακή ενίσχυση
που προκύπτει λαμβανομένης υπόψη της κλιμάκωσης της παρ 5.4.4 και των
περιορισμών για την Αυτοκινητοβιομηχανία και τη Ναυπηγική Βιομηχανία των
παρ. Β.5.4.5 και Β.5.4.6 αντίστοιχα.

β) δεν πρέπει να υπερβαίνουν την ανώτατη επιτρεπόμενη ενίσχυση που μπορεί να
χορηγηθεί, βάσει της κλιμάκωσης της παρ Β.5.4.4, σε επένδυση 100 εκατ. ευρώ
(περιφερειακές ενισχύσεις μεγαλύτερες του ποσού αυτού πρέπει να
κοινοποιούνται προς έγκριση στην Επιτροπή)

Στο Παράρτημα Β.1 παρατίθεται το ΕΝΤΥΠΟ 3.β.2 για τον έλεγχο της
συμβατότητας της ενίσχυσης Σχεδίων Επενδυτικών Δαπανών για δραστηριότητες
εκτός του τομέα γεωργίας και του τομέα αλιείας /υδατοκαλλιέργειας βάσει
καθεστώτος περιφερειακών ενισχύσεων του Επενδυτικού Νόμου 2601/1998 και
3299/2004.


Β.6 Πλαίσιο Επενδυτικού Νόμου 2601/1998
(εγκεκριμένο καθεστώς Περιφερειακών Ενισχύσεων) για Λειτουργικές Δαπάνες
(δαπάνες μετεγκατάστασης εξοπλισμού) – (Παράρτημα Β.1 ΕΝΤΥΠΟ 4)

Το πλαίσιο αυτό αφορά σχέδια μεταποιητικών επιχειρήσεων του ν.2601/1998(24)
(εκτός του τομέα μεταποίησης γεωργικών προϊόντων(5) και του τομέα
μεταποίησης προϊόντων αλιείας/ υδατοκαλλιέργειας(6) ) για μετεγκατάσταση του
εξοπλισμού τους σε Βιομηχανικές περιοχές.

Ειδικότερα μεταξύ των δαπανών που προβλέπονται στο νόμο 2601/1998 είναι οι
δαπάνες για αποσυναρμολόγηση, μεταφορά και επανασυναρμολόγηση του
υφιστάμενου εξοπλισμού προκειμένου για μεταποιητικές επιχειρήσεις που
μετεγκαθίστανται σε Βιομηχανικές Περιοχές για περιβαλλοντικούς λόγους (άρθρο
3 παρ 1 εδ α πρ viii).

Στην έγκριση του καθεστώτος Περιφερειακών Ενισχύσεων του ν.2601/1998) από
την Επιτροπή περιλαμβάνονται οι ανωτέρω δαπάνες ως λειτουργικές δαπάνες και
η προβλεπόμενη από το νόμο ενίσχυσή τους θεωρείται δικαιολογημένη σύμφωνα με
τις Κατευθυντήριες Γραμμές Περιφερειακών Ενισχύσεων 2000-2006 (σημεία 4.15
και 4.17).

Β.6.1 Επιλεξιμότητα Σχεδίου :

Στο πλαίσιο αυτό εμπίπτουν μόνο Σχέδια στα οποία ο χρόνος χορήγησης της
ενίσχυσης είναι προγενέστερος της 23-12-2004 και ως εκ τούτου εξετάζονται
βάσει του ν.2601/1998, καθότι το εγκεκριμένο καθεστώς περιφερειακών
ενισχύσεων του ν.3299/2004(2) δεν προβλέπει αντίστοιχη ενίσχυση λειτουργικών
δαπανών.

Για τις ενισχύσεις των εν λόγω δαπανών ισχύουν οι προϋποθέσεις του πλαισίου
του επενδυτικού νόμου που αναφέρονται στην παράγραφο Β.5.1 και επί πλέον το
σχέδιο δεν πρέπει να αφορά στην Ναυπηγική Βιομηχανία.(22)

Β.6.2 Επιλεξιμότητα δαπανών :

Οι δαπάνες οι οποίες έχουν κριθεί ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του ν.
3220/2004 προκειμένου να είναι συμβατές με το εν λόγω πλαίσιο (Περιφερειακές
Ενισχύσεις του Επενδυτικού Νόμου για Λειτουργικές Δαπάνες), πρέπει επί πλέον
να ικανοποιούν τις εξής προϋποθέσεις:

– Δεν πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3220/2004, ήτοι την 28-1-2004, ή μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3614/2007, ήτοι την 3-12-2007.

– Δεν πρέπει έχουν ενισχυθεί από άλλο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ή από
καθεστώς του Κανονισμού (ΕΚ) 69/2001 της Επιτροπής για τις ενισχύσεις
ήσσονος σημασίας.

Β.6.3 Ανώτατη ένταση ενίσχυσης

Τα ανώτατα ποσοστά ενίσχυσης των δαπανών αυτών καθορίζονται βάσει του ν.
2601/1998 σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. Β.5.4.1 ανωτέρω.

Στο Παράρτημα Β.1 παρατίθεται το ΕΝΤΥΠΟ 4 για τον έλεγχο της συμβατότητας
της ενίσχυσης για Σχέδια μετεγκατάστασης εξοπλισμού μεταποιητικών
επιχειρήσεων εκτός του τομέα μεταποίησης γεωργικών προϊόντων(5) και του
τομέα μεταποίησης προϊόντων αλιείας/ υδατοκαλλιέργειας(5)) βάσει του
καθεστώτος περιφερειακών ενισχύσεων του επενδυτικού νόμου 2601/1998.

Β.7 Απαλλακτικός Κανονισμός (ΕΚ) 70/2001:
Άρθρο 5 « Ενισχύσεις για Παροχή συμβουλών και άλλες υπηρεσίες και
δραστηριότητες» (Παράρτημα Β.1 ΕΝΤΥΠΟ 5)

Το πλαίσιο αυτό αφορά Σχέδια Μικρομεσαίων(17) επιχειρήσεων με δαπάνες για
υπηρεσίες από εξωτερικούς συμβούλους που αφορούν δραστηριότητες εκτός του
τομέα της γεωργίας(5) και του τομέα αλιείας/υδατοκαλλιέργειας (6)

Μεταξύ των δαπανών που προβλέπονται στο ν.2601/1998 περιλαμβάνονται δαπάνες
παροχής συμβουλών, όπως οι μελέτες για την εφαρμογή σύγχρονων τεχνολογιών
(ν.2601/1998 άρθρο 3 παρ 1.α.vii), οι μελέτες σχετικά με την αγορά
εξοπλισμού και εγκατάσταση και λειτουργία υποδομών και διαδικασιών και οι
μελέτες για την πιστοποίηση προϊόντων και διαδικασιών (ν.2601/1998 άρθρο 3
παρ.1.α.xvii), καθώς και μελέτες που σχετίζονται με άλλες κατηγορίες
δαπανών. Οι δαπάνες αυτές μπορεί να είναι επιλέξιμες για ενίσχυση στο
πλαίσιο του Απαλλακτικού Κανονισμού (ΕΚ) 70/2001 βάσει του Άρθρου 5 «Παροχή
συμβουλών και άλλες υπηρεσίες και δραστηριότητες» αυτού.

Β.7.1 Πεδίο εφαρμογής.

Σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του πλαισίου ισχύουν τα αναφερόμενα στην παρ.
4.1 και επί προσθέτως το σχέδιο δεν πρέπει να αφορά στον Χαλυβουργικό τομέα.

Β.7.2 Επιλεξιμότητα σχεδίου.

→ Η έναρξη του σχεδίου(16) δεν πρέπει να είναι προγενέστερη της δημοσίευσης
του νόμου 3220/2004(28-1-2004).

Β.7.2 Εττιλεξιμότητα δαπανών.

Οι δαπάνες παροχής συμβουλών, οι οποίες έχουν κριθεί ότι πληρούν τις
προϋποθέσεις βάσει των διατάξεων του ν.3220/2004, προκειμένου να είναι
συμβατές με τον απαλλακτικό κανονισμό (ΕΚ) 70/2001 θα πρέπει επί πλέον να
ικανοποιούν τις εξής προϋποθέσεις:

→ Να αφορούν δαπάνες παροχής υπηρεσιών από εξωτερικούς συμβούλους,
→ Να μη συνιστούν διαρκή ή περιοδική δραστηριότητα ούτε να συνδέονται με
συνήθεις λειτουργικές δαπάνες της επιχείρησης (π.χ συνήθεις φοροτεχνικές
υπηρεσίες, τακτικές νομικές υπηρεσίες κλπ)
→ Να μην έχουν πραγματοποιηθεί πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3220/2004, ήτοι την 28-1-2004, ή μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3614/2007, ήτοι την 3-12-2007.
→ Να μην έχουν ενισχυθεί από άλλο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ή από
καθεστώς του Κανονισμού ΕΚ 69/2001 της Επιτροπής για τις ενισχύσεις ήσσονος
σημασίας.

Β.7.3 Ανώτατη ένταση ενίσχυσης.

Για τις δαπάνες αυτές (υπηρεσίες από εξωτερικούς Συμβούλους) η ακαθάριστη
ενίσχυση(11) δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% επί του κόστους αυτών.

Β.7.4 Κανόνες Σώρευσης.

Ισχύουν οι περιορισμοί του άρθρου 6 του Κανονισμού όπως αναφέρεται στην παρ
Β.4.5 ανωτέρω.

Στο Παράρτημα Β.1 παρατίθεται το ΕΝΤΥΠΟ 5 για τον έλεγχο της συμβατότητας
της ενίσχυσης Σχεδίων παροχής συμβουλών για δραστηριότητες εκτός του τομέα
γεωργίας και του τομέας αλιείας/ υδατοκαλλιέργειας βάσει του Κανονισμού (ΕΚ)
70/2001.

Β.8 Πλαίσιο Κατευθυντηρίων Γραμμών στον
τομέα της γεωργίας: Σημείο 4.1.2.3 «Ενισχύσεις για επενδύσεις σε γεωργικές
εκμεταλλεύσεις – Μεταφορά εγκαταστάσεων γεωργικών εκμεταλλεύσεων προς το
δημόσιο συμφέρον» (Παράρτημα Β.1 ΕΝΤΥΠΟ 6).

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους μπορεί να είναι αναγκαία η μεταφορά
εγκαταστάσεων γεωργικών εκμεταλλεύσεων για λόγους δημοσίου συμφέροντος όπως.
π.χ. υποχρεωτική μετεγκατάσταση για περιβαλλοντικούς λόγους.

Το σχετικό πλαίσιο των Κατευθυντηρίων Γραμμών στον τομέα της γεωργίας(5)
έχει εφαρμογή στα ανωτέρω Σχέδια (Επενδύσεις) με τους εξής όρους και
προϋποθέσεις:

Β.8.1 Πεδίο εφαρμογής

Επιχείρηση.

Οι ενισχύσεις του πλαισίου αυτού χορηγούνται στις επιχειρήσεις του
πρωτογενή(5) τομέα ανεξαρτήτως μεγέθους.

Ενισχυόμενοι τομείς.

Στο Παράρτημα Β.3 αναφέρονται οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του άρθρου 3
παρ 1 του ν.2601/1998, που αφορούν στον πρωτογενή τομέα (γεωργικές
εκμεταλλεύσεις) και εμπίπτουν στο Πλαίσιο των Κατευθυντηρίων Γραμμών του
τομέα της γεωργίας.

Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο αυτό δεν εμπίπτουν ενισχύσεις του τομέα αλιείας
και υδατοκαλλιέργειας(6)

Β.8.2 Επιλεξιμότητα επενδυτικού σχεδίου.

Προκειμένου το σχέδιο να είναι επιλέξιμο θα πρέπει να ισχύουν παρακάτω
προϋποθέσεις:

α) Να τεκμηριώνεται ότι η μεταφορά της μονάδας γίνεται προς το δημόσιο
συμφέρον

β) Η έναρξη (16) του εν λόγω Σχεδίου δεν πρέπει να είναι προγενέστερη της
δημοσίευσης του νόμου 3220/2004 (28-1-2004).

Β.8.3 Επιλεξιμότητα Δαπανών.

Οι δαπάνες Σχεδίων, οι οποίες έχουν κριθεί ότι πληρούν τις προϋποθέσεις του
ν.3220/2004, προκειμένου να είναι επιλέξιμες πρέπει επιπλέον να ικανοποιούν
τις παρακάτω προϋποθέσεις:

→ Να μην έχουν πραγματοποιηθεί πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3220/2004, ήτοι την 28-1-2004, ή μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3614/2007, ήτοι την 3.-12-2007.

→ Να μην έχουν ενισχυθεί από άλλο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ή από
καθεστώς του Κανονισμού ΕΚ 69/2001 της Επιτροπής για τις ενισχύσεις ήσσονος
σημασίας

Β.8.4 Ανώτατα ποσοστά ενίσχυσης.

Το ανώτατο ποσοστό ενίσχυσης επί του πραγματικού κόστους έχει ως εξής:

 

Μετεγκατάσταση σε μειονεκτική περιοχή (25)

Μετεγκατάσταση σε άλλη περιοχή (όχι μειονεκτική)

Δαπάνες που αφορούν απλή αττοξήλωση, μετακίνηση
και εκ νέου ανέγερση

100%

100%

Πρόσθετες δαπάνες για δημιουργία πιο σύγχρονων
εγκαταστάσεων ή και αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας

50%

40%

Στο Παράρτημα Β,1 παρατίθεται το ΕΝΤΥΠΟ 6 για τον έλεγχο της συμβατότητας
ενίσχυσης των Σχεδίων μεταφοράς εγκαταστάσεων γεωργικών εκμεταλλεύσεων προς
το δημόσιο συμφέρον βάσει των Κατευθυντηρίων Γραμμών Γεωργίας (σημείο.
4.1.2.3).

Β.9 Πλαίσιο Απαλλακτικού κανονισμού (ΕΚ)
1/2004:Άρθρο 4 «Επενδύσεις σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις» (Παράρτημα Β.1
ΕΝΤΥΠΟ 7)
.

Το πλαίσιο αυτό έχει εφαρμογή σε Σχέδια (Επενδύσεις) Μικρομεσαίων
επιχειρήσεων(17) με Δαπάνες για δραστηριότητες του πρωτογενή τομέα της
γεωργίας(5 ) (γεωργικές εκμεταλλεύσεις και επενδύσεις μικρής κλίμακας για
δραστηριότητες μεταποίησης και εμπορίας στο χώρο των εκμεταλλεύσεων) με τους
εξής όρους και προϋποθέσεις:

Β.9.1 Πεδίο εφαρμογής.



Β.9.1.1 Επιχείρηση.

→ Η επιχείρηση κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης(15) θα πρέπει να ήταν
ως προς το μέγεθος «Μικρομεσαία», σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής .


Β.9.1.2. Ενισχυόμενοι τομείς.

Στο Παράρτημα Β.3 αναφέρονται οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του άρθρου 3
παρ 1 του ν.2601/1998, που αφορούν στον πρωτογενή τομέα (γεωργικές
εκμεταλλεύσεις) και εμπίπτουν στο Πλαίσιο του Απαλλακτικού Κανονισμού (ΕΚ)
1/2004.(5)

Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο αυτό δεν εμπίπτουν ενισχύσεις του τομέα αλιείας
και υδατοκαλλιέργειας.(6)

Επί πλέον το ενισχυόμενο επενδυτικό σχέδιο δεν πρέπει να αφορά :

→ Την παρασκευή και εμπορία προϊόντων απομίμησης ή υποκατάστασης του
γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων
→ τη μεταποίηση και εμπορία στον κλάδο της ζάχαρης

Β.9.2 Επιλεξιμότητα επενδυτικού σχεδίου.

Προκειμένου το επενδυτικό σχέδιο να είναι επιλέξιμο θα πρέπει να ισχύουν
παρακάτω προϋποθέσεις:

α) Η έναρξη(16) του εν λόγω επενδυτικού σχεδίου δεν πρέπει να είναι
προγενέστερη της δημοσίευσης του νόμου 3220/2004 (28-1-2004).

β) Το επενδυτικό σχέδιο πρέπει να επιδιώκει ένα ή περισσότερους από τους
ακόλουθους στόχους;
→ μείωση του κόστους παραγωγής
→ βελτίωση αναδιάταξη παραγωγής
→ βελτίωση ποιότητας,
→ διαφύλαξη και βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος, των συνθηκών υγιεινής
και του επιπέδου καλής διαβίωσης των ζώων ή
→ προώθηση της διαφοροποίησης των δραστηριοτήτων εκμετάλλευσης Επενδύσεις
που δεν βελτιώνουν τις συνθήκες γεωργικής παραγωγής κατά τα ανωτέρω και
ιδίως επενδύσεις αντικατάστασης δεν είναι επιλέξιμες.

γ) Το επενδυτικό σχέδιο δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της
παραγωγικότητας σε ποσοστό μεγαλύτερο του 20% υπολογιζόμενη σε μονάδες
ζωικού κεφαλαίου σε περίπτωση ζωικής παραγωγής και σε καλλιεργούμενη έκταση
σε περίπτωση φυτικής παραγωγής

δ) Μετά και την ολοκλήρωση της επένδυσης η εκμετάλλευση πρέπει να πληροί τα
ελάχιστα κοινοτικά πρότυπα σχετικά με το περιβάλλον, την υγιεινή και την
καλή διαβίωση των ζώων. Η προϋπόθεση αυτή διασφαλίζεται εφόσον έχουν εκδοθεί
όλες οι σχετικές άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας.

ε) Το επενδυτικό σχέδιο πρέπει να είναι βιώσιμο

στ) Πρέπει να διασφαλίζεται ότι υπάρχουν συνήθεις δυνατότητες διάθεσης των
προϊόντων στην αγορά και δεν πρέπει να παραβιάζονται απαγορεύσεις και
περιορισμοί που επιβάλλονται από τους κανονισμούς του Συμβουλίου για τη
θέσπιση κοινών οργανώσεων αγοράς ακόμα και αν αφορούν μόνο κοινοτική
στήριξη.

Οι προϋποθέσεις ε και στ ανωτέρω διασφαλίζονται εκ του γεγονότος ότι βάσει
του άρθρου 3 παρ 1 του ν. 2601/1998 και της ΚΥΑ 58606/3.8.1998 (ΦΕΚ
824/7-8-98) επιλέξιμες είναι δραστηριότητες του τομέα παραγωγής γεωργικών
προϊόντων, οι οποίες έχουν αξιολογηθεί ως προς τα εν λόγω κριτήρια.

Β.9.3 Επιλεξιμότητα Δαπανών.

Οι δαπάνες Σχεδίων στον πρωτογενή τομέα, οι οποίες έχουν κριθεί ότι πληρούν
τις προϋποθέσεις του ν.3220/2004, προκειμένου να είναι συμβατές με τον
Απαλλακτικό Κανονισμό (ΕΚ) 1/2004 πρέπει επιπλέον να ικανοποιούν τις
παρακάτω προϋποθέσεις:

→ Να μην έχουν πραγματοποιηθεί πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3220/2004, ήτοι την 28-1-2004, ή μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3614/2007, ήτοι την 3- 12-2007.
→ Να μην έχουν ενισχυθεί από άλλο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ή από
καθεστώς του Κανονισμού ΕΚ 69/2001 της Επιτροπής για τις ενισχύσεις ήσσονος
σημασίας
→ Να αφορούν στα εξής:
– την κατασκευή, την αγορά ή την βελτίωση ακινήτων
– την αγορά καινούργιου μηχανολογικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένου και
του λογισμικού ηλεκτρονικών υπολογιστών.
– γενικά έξοδα όπως οι αμοιβές αρχιτεκτόνων, μηχανικών και συμβούλων, οι
δαπάνες για μελέτες σκοπιμότητας, και οι δαπάνες για απόκτηση διπλωμάτων
ευρεσιτεχνίας και αδειών, τα οποία δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 12% των
ανωτέρω επενδυτικών δαπανών.

Β.9.4 Ανώτατη ένταση ενίσχυσης.

Το ανώτατο όριο της Ακαθάριστης Έντασης Ενίσχυσης ανέρχεται σε:

 

Επενδύσεις σε μειονεκτικές περιοχές(25)

Επενδύσεις σε άλλες περιοχές (όχι μειονεκτικές)

Πρόσθετες δαπάνες για βελτίωση του

περιβάλλοντος, τη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής
στις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις ή την καλή διαβίωση των
εκτρεφόμενων ζώων*

75%

60%

Λοιπές δαπάνες

50%

40%

*Σημείωση: Τα αυξημένα ποσοστά
χορηγούνται αποκλειστικά για επενδύσεις που υπερβαίνουν τις ελάχιστες
κοινοτικές απαιτήσεις ή για επενδύσεις που πραγματοποιούνται με σκοπό τη
συμμόρφωση με προσφάτως θεσπισθέντα ελάχιστα πρότυπα όπως προκύπτει από
πιστοποιητικό αρμόδιου φορέα Τα αυξημένα ποσοστά πρέπει να αφορούν μόνο τις
πρόσθετες επιλέξιμες δαπάνες που είναι απαραίτητες και δεν εφαρμόζεται σε
επενδύσεις που έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας.

Β.9.5 Κανόνες Σώρευσης.

Η ενίσχυση του Σχεδίου από το Ειδικό Αφορολόγητο Αποθεματικό αθροιζόμενη και
με τυχόν ενισχύσεις που έχει λάβει η επιχείρηση για άλλες επιλέξιμες δαπάνες
βάσει του Πλαισίου υπόκεινται στους παρακάτω περιορισμούς:

→ Το ύψος των επιλέξιμων δαπανών του σχεδίου δεν πρέπει να υπερβαίνει το
όριο που έχει καθορισθεί από το κράτος μέλος για το σύνολο των επιλέξιμων
προς στήριξη επενδύσεων του πρωτογενή τομέα, σύμφωνα με το άρθρο 7 του
Κανονισμού 1257/1999 για την αγροτική ανάπτυξη
→ Οι επιλέξιμες δαπάνες του σχεδίου δεν πρέπει να υπερβαίνουν το ποσό των
12,5 εκατ. ευρώ και
→ το ποσό ενίσχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 6 εκατ. ευρώ

Στο Παράρτημα Β.1 παρατίθεται το ΕΝΤΥΠΟ 7 για τον έλεγχο της συμβατότητας
ενίσχυσης των Σχεδίων του πρωτογενή τομέα βάσει του Απαλλακτικού Κανονισμού
(ΕΚ) 1/2004 (Άρθρο 4)

Β.10 Πλαίσιο Απαλλακτικού Κανονισμού (ΕΚ)
1/2004: Άρθρο 7 Επενδύσεις για μεταποίηση και εμπορία» (Παράρτημα Β.1 ΕΝΤΥΠΟ
8)

Το πλαίσιο αυτό έχει εφαρμογή σε Σχέδια (Επενδύσεις) Μικρομεσαίων
επιχειρήσεων(17) με Δαπάνες για δραστηριότητες του τομέα μεταποίησης και
εμπορίας γεωργικών προϊόντων(5) με τους εξής όρους και προϋποθέσεις:

Β.10.1 Πεδίο εφαρμογής




Επιχείρηση:

→ Η επιχείρηση κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης(15) θα πρέπει να ήταν
ως προς το Μέγεθος «Μικρομεσαία», σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό της
Επιτροπής.

Ενισχυόμενοι τομείς:

Στο Παράρτημα Β.3 αναφέρονται οι περιπτώσεις του άρθρου 3 παρ 1 του
ν.2601/1998 στις οποίες περιλαμβάνονται επιχειρηματικές δραστηριότητες του
τομέα μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων που εμπίπτουν στο Πλαίσιο
του Απαλλακτικού Κανονισμού (ΕΚ) 1/2004 (δ) Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο αυτό
δεν εμπίπτουν ενισχύσεις του τομέα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας.(6)

Επί πλέον το ενισχυόμενο επενδυτικό σχέδιο δεν πρέπει να αφορά :
→ την παρασκευή και εμπορία προϊόντων απομίμησης ή υποκατάστασης του
γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων
→ τη μεταποίηση και εμπορία στον κλάδο της ζάχαρης
→ το λιανικό εμπόριο
→ την μεταποίηση και εμπορία προϊόντων που προέρχονται από τρίτες χώρες .


Β.10.2 Επιλεξιμότητα επενδυτικού σχεδίου.

Προκειμένου το Επενδυτικό Σχέδιο να είναι επιλέξιμο θα πρέπει να ισχύουν
παρακάτω προϋποθέσεις:

α) Η έναρξη(16) της επένδυσης δεν πρέπει να είναι προγενέστερη της
δημοσίευσης του νόμου 3220/2004 (28-1-2004).

β) Το επενδυτικό σχέδιο θα πρέπει να είναι βιώσιμο

γ) Μετά και την ολοκλήρωση της επένδυσης η εκμετάλλευση πρέπει να πληροί τα
ελάχιστα κοινοτικά πρότυπα σχετικά με το περιβάλλον, την υγιεινή και την
καλή διαβίωση των ζώων. Η προϋπόθεση αυτή διασφαλίζεται εφόσον έχουν εκδοθεί
όλες σχετικές οι άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας,

δ) Πρέπει να διασφαλίζεται ότι υπάρχουν συνήθεις δυνατότητες διάθεσης των
προϊόντων στην αγορά και δεν πρέπει να παραβιάζονται απαγορεύσεις και
περιορισμοί που επιβάλλονται από τους κανονισμούς του Συμβουλίου για τη
θέσπιση κοινών οργανώσεων αγοράς ακόμα και αν αφορούν μόνο κοινοτική στήριξη

Οι προϋποθέσεις β και δ ανωτέρω διασφαλίζονται εκ του γεγονότος ότι βάσει
του άρθρου 3 παρ 1 του ν.2601/1998 και της ΚΥΑ 55472/24-4-97 (ΦΕΚ
390/16-5-1997) η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με τις Μεταβατικές διατάξεις του
ν 2601/1998 (άρθρο 14, παρ.2 εδ.

ζ) επιλέξιμες είναι δραστηριότητες του τομέα μεταποίησης και εμπορίας
γεωργικών προϊόντων, οι οποίες έχουν αξιολογηθεί ως προς τα εν λόγω
κριτήρια.

Β.10.3 Επιλεξιμότητα Δαπανών.

Οι δαπάνες Σχεδίων στον τομέα παραγωγής και μεταποίησης γεωργικών προϊόντων,
οι οποίες έχουν κριθεί ότι πληρούν τις προϋποθέσεις των διατάξεων του
ν.3220/2004, πρέπει επιπλέον να ικανοποιούν τις παρακάτω προϋποθέσεις:

→ Να μην έχουν πραγματοποιηθεί πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3220/2004, ήτοι την 28.1.2004, ή μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3614/2007, ήτοι την 3.12.2007.

→ Να μην έχουν ενισχυθεί από άλλο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ή από
καθεστώς του Κανονισμού ΕΚ 69/2001 της Επιτροπής για τις ενισχύσεις ήσσονος
σημασίας.

→ Να αφορούν στα εξής:
– επενδυτικές δαπάνες για την ανέγερση ή απόκτηση ή βελτίωση ακινήτων καθώς
και την αγορά νέων μηχανημάτων και εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένου και του
λογισμικού ηλεκτρονικών υπολογιστών,
– γενικά έξοδα όπως οι αμοιβές αρχιτεκτόνων και συμβούλων, οι δαπάνες για
μελέτες σκοπιμότητας, και οι δαπάνες για απόκτηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας
και αδειών, τα οποία δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 12% των ανωτέρω
επενδυτικών δαπανών

Β.10.4 Ανώτατη ένταση ενίσχυσης.

Το ανώτατο όριο ενίσχυσης ανέρχεται σε 50% των επιλέξιμων δαπανών.

Β.10.5 Κανόνες Σώρευσης.

Η ενίσχυση του Σχεδίου βάσει του Ειδικού Αφορολόγητου Αποθεματικού
αθροιζόμενη και με τυχόν ενισχύσεις που έχει λάβει η επιχείρηση για άλλες
επιλέξιμες δαπάνες βάσει του πλαισίου υπόκειται στους παρακάτω περιορισμούς:

→ Δεν πρέπει να υπερβαίνει την προαναφερόμενη ανώτατη ένταση
→ Το ύψος των επιλέξιμων δαπανών του σχεδίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα
12,5 εκατ. €.
→ Το ύψος της ενίσχυσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 6 εκατ. €

Στο Παράρτημα Β.1 παρατίθεται το ΕΝΤΥΠΟ 8 για τον έλεγχο της συμβατότητας
ενίσχυσης των Σχεδίων του τομέα μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων
βάσει των Κατευθυντηρίων Γραμμών Γεωργίας

Β.11 Πλαίσιο Απαλλακτικού Κανονισμού (ΕΚ)
1595/2004:  Άρθρο 8 «Ενισχύσεις νια μεταποίηση και εμπορία προϊόντων αλιείας
και υδατοκαλλιέργειας» και Άρθρο 11 «Ενισχύσεις στον κλάδο της
υδατοκαλλιέργειας» (Παράρτημα Β.1 ΕΝΤΥΠΟ 9.β.1)

Το πλαίσιο έχει εφαρμογή σε Σχέδια Μικρομεσαίων(17) επιχειρήσεων με
επενδυτικές δαπάνες για δραστηριότητες στον τομέα αλιείας (μεταποίηση και
εμπορία προϊόντων αλιείας) και υδατοκαλλιέργειας (6) με τους παρακάτω όρους
και προϋποθέσεις:

Για το εν λόγω πλαίσιο έχουν εφαρμογή οι σχετικές διατάξεις του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ
(ΕΚ) αριθ. 2792/1999  του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1999 για τον
καθορισμό των λεπτομερών κανόνων και ρυθμίσεων σχετικά με την κοινοτική
διαρθρωτική βοήθεια στον τομέα της αλιείας (Άρθρο 13, Παράρτημα III σημεία
2.0, 2.2. και 2.4 και Παράρτημα IV, Πίνακας 3, Ομάδα 3).

Οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής του πλαισίου έχουν ως εξής:

Β.11.1 Πεδίο εφαρμογής




Επιχείρηση:

→ Η επιχείρηση κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης(15) θα πρέπει να ήταν
ως προς το Μέγεθος «Μικρομεσαία», σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό της
Επιτροπής.

Ενισχυόμενοι τομείς:

Στο Παράρτημα Β.3 αναφέρονται οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του άρθρου 3
παρ 1 του ν. 2601/1998 και κατ’ επέκταση του ν. 3220/2004 οι οποίες
εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 8 και 11 του Κανονισμού (ΕΚ)
1595/2004 (6).

Επί πλέον το ενισχυόμενο επενδυτικό σχέδιο δεν πρέπει να αφορά :
– λιανικό εμπόριο των προϊόντων
– προϊόντα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν
και να μεταποιηθούν για σκοπούς διαφορετικούς από την ανθρώπινη κατανάλωση,
εκτός εάν πρόκειται για επενδύσεις που προορίζονται αποκλειστικά για την
επεξεργασία, μεταποίηση και εμπορία απορριμμάτων των προϊόντων αλιείας και
υδατοκαλλιέργειας,


Β.11.2 Επιλεξιμότητα επενδυτικού σχεδίου :

– Η έναρξη(16) του επενδυτικού Σχεδίου δεν πρέπει να είναι προγενέστερη της
δημοσίευσης του νόμου 3220/2004 ήτοι την 28-1-2004.

– Το επενδυτικό σχέδιο πρέπει να αφορά υλικές επενδύσεις που προορίζονται
για την παραγωγή και τη διαχείριση (ίδρυση, επέκταση, εξοπλισμός και
εκσυγχρονισμός εγκαταστάσεων)

– Είναι επιλέξιμες οι υλικές επενδύσεις που αποσκοπούν σε: βελτίωση των
συνθηκών υγιεινής ή της υγείας των ανθρώπων ή των ζώων, βελτίωση της
ποιότητας των προϊόντων, μείωση της περιβαλλοντικής ρύπανσης, αύξηση της
παραγωγής, εγκατάστασης ή βελτίωση της κυκλοφορίας του ύδατος εντός των
επιχειρήσεων υδατοκαλλιέργειας και επί των βοηθητικών σκαφών


Β.11.3 Επιλεξιμότητα Δαπανών:

Οι επενδυτικές δαπάνες οι οποίες έχουν κριθεί ότι πληρούν τις προϋποθέσεις
των διατάξεων του ν. 3220/2004 προκειμένου να είναι συμβατές με τον
απαλλακτικό κανονισμό (ΕΚ) 1595/2004 πρέπει επιπλέον να ικανοποιούν τις εξής
προϋποθέσεις:

– Δεν πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3220/2004, ήτοι την 28-1-2004 ή μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3614/2007, ήτοι την 3-12-2007.

– Δεν πρέπει να έχουν ενισχυθεί από άλλο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ή από
το καθεστώς του Κανονισμού ΕΚ 69/2001 της Επιτροπής νια τις ενισχύσεις
ήσσονος σημασίας.

– Πρέπει να αφορούν υλικές επενδύσεις ήτοι υλικά πάγια στοιχεία του
ενεργητικού (οι δαπάνες για άυλα στοιχεία ενεργητικού δεν είναι επιλέξιμες).

Β.11.4 Ανώτατη ένταση ενίσχυσης.

Για την ανώτατη ένταση ενίσχυσης ο Απαλλακτικός Κανονισμός (ΕΚ) 1595/2004
παραπέμπει στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2792/1999 σχετικά με την κοινοτική
διαρθρωτική βοήθεια στον τομέα της αλιείας (Παράρτημα III), βάσει του οποίου
για τις εν λόγω ενισχύσεις:

– η ανώτατη ένταση ενίσχυσης (δεδομένου ότι το ειδικό αφορολόγητο
αποθεματικό του ν. 3220/2004 δεν έχει τη μορφή της άμεσης ενίσχυσης)
ανέρχεται σε 70% και
– ως εκ τούτου η συμμετοχή του ιδιώτη δικαιούχου (μικρομεσαίας επιχείρησης)
δεν μπορεί να είναι κατώτερη του 30%.


Β.11.5 Κανόνες Σώρευσης.

Η ενίσχυση του Σχεδίου από το Ειδικό Αφορολόγητο Αποθεματικό αθροιζόμενη και
με τυχόν ενισχύσεις που έχει λάβει η επιχείρηση για άλλες επιλέξιμες δαπάνες
βάσει του πλαισίου υπόκειται στους παρακάτω περιορισμούς:

– Δεν πρέπει να υπερβαίνει την προαναφερόμενη ανώτατη ένταση
– Οι επιλέξιμες δαπάνες του σχεδίου δεν πρέπει να υπερβαίνουν το ποσό των 2
εκατ. ευρώ και
– το ποσό ενίσχυσης για το εξεταζόμενο και άλλα σχέδια βάσει του
Απαλλακτικού Κανονισμού (ΕΚ) 1595/2004 δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1 εκατ.
ευρώ κατ’ έτος για την επιχείρηση.

Στο Παράρτημα Β.1 παρατίθεται το ΕΝΤΥΠΟ 9.β.1 για τον έλεγχο της
συμβατότητας ενίσχυσης των Σχεδίων του τομέα αλιείας/υδατοκαλλιέργιας βάσει
Πλαισίου του Κανονισμού (ΕΚ) 1595/2004 .

Β.12 Πλαίσιο Εγκεκριμένου Καθεστώτος
Ν.621/2000: Μεταποίηση και εμπορία – Υδατοκαλλιέργειες (Παράρτημα Β.1 ΕΝΤΥΠΟ
9.β.2)

Το πλαίσιο έχει εφαρμογή σε Σχέδια με επενδυτικές δαπάνες για δραστηριότητες
στον τομέα αλιείας (μεταποίηση και εμπορία προϊόντων αλιείας) και
υδατοκαλλιέργειας(6) ανεξαρτήτως μεγέθους της επιχείρησης.

Για το εν λόγω καθεστώς έχουν εφαρμογή οι σχετικές διατάξεις του Κανονισμού
(ΕΚ) αριθ. 2792/1999 του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1999 για καθορισμό
των λεπτομερών κανόνων και ρυθμίσεων σχετικά με την κοινοτική διαρθρωτική
βοήθεια στον τομέα της αλιείας (Άρθρο 13, Παράρτημα III σημεία 2.0, 2.2 και
2.4 και Παράρτημα IV Πίνακας 3, Ομάδα 3).

Οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής του πλαισίου έχουν ως εξής:

Β.12.1 Πεδίο εφαρμογής

Επιχείρηση:

Οι ενισχύσεις του πλαισίου αυτού χορηγούνται στις επιχειρήσεις ανεξαρτήτως
μεγέθους. Ενισχυόμενοι τομείς:

Στο Παράρτημα 3 αναφέρονται οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του άρθρου 3
παρ 1 του ν. 2601/1998 και κατ’ επέκταση του ν. 3220/2004 οι οποίες
εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εγκεκριμένου καθεστώτος Ν.621/2000.(6)

Επί πλέον το ενισχυόμενο επενδυτικό σχέδιο δεν πρέπει να αφορά :
– λιανικό εμπόριο των προϊόντων
– προϊόντα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν
και να μεταποιηθούν για σκοπούς διαφορετικούς από την ανθρώπινη κατανάλωση,
εκτός εάν πρόκειται για επενδύσεις που προορίζονται αποκλειστικά για την
επεξεργασία, μεταποίηση και εμπορία απορριμμάτων των προϊόντων αλιείας και
υδατοκαλλιέργειας.

Β.12.2. Επιλεξιμότητα επενδυτικού σχεδίου :

Σχετικά με την επιλεξιμότητα του επενδυτικού σχεδίου ισχύουν όσα αναφέρονται
στην παράγραφο Β.11.2.

Β.12.3 Επιλεξιμότητα Δαπανών:

Σχετικά με την επιλεξιμότητα των Δαπανών ισχύουν όσα αναφέρονται στην
παράγραφο Β.11.3.

Β.12.4 Ανώτατη ένταση ενίσχυσης.

– Η ανώτατη ένταση ενίσχυσης ανέρχεται σε 60% για τις Μεγάλες Επιχειρήσεις
και 70% για τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (δεδομένου ότι το ειδικό
αφορολόγητο αποθεματικό του ν.3220/2004 δεν έχει τη μορφή της άμεσης
ενίσχυσης).

Στο Παράρτημα Β.1 παρατίθεται το ΕΝΤΥΠΟ 9.β.2 για τον έλεγχο της
συμβατότητας ενίσχυσης των Σχεδίων στον τομέα αλιείας/υδατοκαλλιέργιας βάσει
του εγκεκριμένου Καθεστώτος Ν.621/2000.

Β.13. Πλαίσιο Απαλλακτικού Κανονισμού (ΕΚ)
68/2001 για Δαπάνες επαγγελματικής εκπαίδευσης (Παράρτημα Β.1 ΕΝΤΥΠΟ 10)

Μεταξύ των δαπανών που προβλέπονται στο νόμο 2601/1998 περιλαμβάνονται
περιορισμένες δαπάνες που αφορούν επαγγελματική εκπαίδευση όπως οι ενέργειες
κατάρτισης των εργαζομένων στο πλαίσιο ολοκληρωμένου πολυετούς
επιχειρηματικού σχεδίου (ν.2601/1998 άρθρο 3 παρ 1α.xv) και η εκπαίδευση του
προσωπικού κατά την εγκατάσταση σύγχρονων συστημάτων αυτοματοποίησης
διαδικασιών και μηχανοργάνωσης. Οι δαπάνες αυτές μπορεί να είναι επιλέξιμες
για ενίσχυση στο πλαίσιο του Απαλλακτικού Κανονισμού (ΕΚ) 68/2001 κυρίως ως
ειδική επαγγελματική εκπαίδευση(4).

Β.13.1 Πεδίο Εφαρμογής.

Οι ενισχύσεις του πλαισίου αυτού χορηγούνται στις επιχειρήσεις ανεξαρτήτως
μεγέθους και τομέα δραστηριότητας.

Β.13.2 Επιλεξιμότητα δαπανών.

Οι δαπάνες επαγγελματικής εκπαίδευσης, οι οποίες έχουν κριθεί ότι πληρούν
τις προϋποθέσεις των διατάξεων του ν.3220/2004, προκειμένου να είναι
συμβατές με τον απαλλακτικό κανονισμό (ΕΚ) 68/2001 θα πρέπει επί πλέον να
ικανοποιούν τις παρακάτω προϋποθέσεις:

– Να μην έχουν πραγματοποιηθεί πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του
ν.3220/2004,
ήτοι την 28-1-2004, ή μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του ν.3614/2007, ήτοι
την 3-12-2007.
– Να μην έχουν ενισχυθεί από άλλο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ή από
καθεστώς του Κανονισμού ΕΚ 69/2001 της Επιτροπής για τις ενισχύσεις ήσσονος
σημασίας
– Να αφορούν στα εξής:
– κόστος του εκπαιδευτικού προσωπικού
– έξοδα μετακίνησης των εκπαιδευτών και των εκπαιδευομένων
– λοιπές τρέχουσες δαπάνες όπως υλικά και προμήθειες
– κόστος υπηρεσιών συμβούλων σε σχέση με το εκπαιδευτικό σχέδιο


Β.13.3 Ανώτατη ένταση ενίσχυσης.

Για τις δαπάνες αυτές (κύρια δαπάνες για ειδική επαγγελματική εκπαίδευση το
ανώτατο ποσοστό ενίσχυσης σε ακαθάριστους όρους (11) ανέρχεται σε 35% για
τις Μεγάλες(6) Επιχειρήσεις και 45% για της Μικρομεσαίες(6) Επιχειρήσεις (το
μέγεθος αναφέρεται στο χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης(15)


Β.13.4 Κανόνες Σώρευσης.

Η ενίσχυση του Σχεδίου από το Ειδικό Αφορολόγητο Αποθεματικό αθροιζόμενη και
με τυχόν ενισχύσεις που έχει λάβει η επιχείρηση για άλλες επιλέξιμες δαπάνες
βάσει του πλαισίου (Απαλλακτικού Κανονισμού (ΕΚ) 68/2001) υπόκειται στους
παρακάτω περιορισμούς:

– Δεν πρέπει να υπερβαίνει την προαναφερόμενη ανώτατη ένταση
– το ποσό ενίσχυσης για το εξεταζόμενο Σχέδιο επαγγελματικής κατάρτισης δεν
πρέπει να υπερβαίνει το 1 εκατ. €.

Στο Παράρτημα Β.1 παρατίθεται το ΕΝΤΥΠΟ 10 για τον έλεγχο της συμβατότητας
ενίσχυσης των Σχεδίων επαγγελματικής εκπαίδευσης βάσει Πλαισίου του
Κανονισμού (ΕΚ) 68/2001.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

Υπολογισμός
τελικού ποσού ανάκτησης ανά έτος σχηματισμού του Ειδικού Αφορολόγητου
Αποθεματικού (παραγ ε, στ & ζ της παραγρ 1 του άρθρου 169 ν.4099/2012)

1. Στον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τα αναφερόμενα στα παραπάνω
κεφάλαια έχει προσδιοριστεί:

α. Το ποσό της ενίσχυσης που θα ανακτηθεί με βάσει τις γενικές φορολογικές
διατάξεις .

β. Το ύψος των επενδυτικών δαπανών που πραγματοποίησαν οι επιχειρήσεις για
την κάλυψη του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού (ανά έτος σχηματισμού
αυτού), οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του ν. 3220/2004 και επιπλέον
είναι επιλέξιμες (δηλαδή οι δαπάνες των οποίων η ενίσχυση είναι συμβατή με
την εσωτερική αγορά και εξαιρείται της ανάκτησης) και

γ. η ένταση της επιτρεπόμενης ενίσχυσης ανά κατηγορία δαπάνης

2. Οι επιλέξιμες επενδυτικές δαπάνες που πραγματοποίησαν οι επιχειρήσεις για
την κάλυψη των ειδικών αφορολόγητων αποθεματικών, οι οποίες είναι και οι
ενισχυόμενες δαπάνες, πιθανόν δεν έγιναν όλες εντός του έτους που έλαβαν την
ενίσχυση (δηλαδή εντός του έτους σχηματισμού αυτών). Για να υπολογιστεί το
ύψος της ενίσχυσης, που θα δικαιούνταν βάσει των επενδυτικών δαπανών που
πραγματοποίησαν, σύμφωνα με τους κανονισμούς της Επιτροπής, πρέπει η αξία
του συνόλου των επιλέξιμων δαπανών να αναχθεί στην αξία που θα είχαν την
ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης (παρούσα αξία).

Η παρούσα αξία για τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν εντός του έτους
χορήγησης της ενίσχυσης είναι η αξία των δαπανών όπως αυτή ανανράφεται στα
Φορολονικά στοιχεία.

Η παρούσα αξία για δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν σε επόμενο έτος
υπολογίζεται από τον τύπο:

PV = C/(1+i)t
Όπου:
PV= Παρούσα αξία
C= Αξία επιλέξιμων δαπανών (βάσει φορολογικών στοιχείων) που
πραγματοποιήθηκαν εντός του έτους αυτού, όπως αυτές προσδιορίστηκαν βάσει
των αναφερόμενων στο Κεφάλαιο Β’ της παρούσας.
ί= επιτόκιο προεξόφλησης που ίσχυε το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης (το ίδιο
με το επιτόκιο αναφοράς που χρησιμοποιούμε για την ανάκτηση) δηλαδή 4,43%
για τις δαπάνες του αποθεματικού του οικονομικού έτους 2004 και 4,08 του
οικονομικού έτους 2005.(ήτοι ί=0,0443 για το οικ.έτος 2004 και i=0,0408 για
το οικ.έτος 2005).
t= αριθμός ημερών που παρήλθε από την ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης
μέχρι τις 30/6 του έτους στο οποίο έγιναν οι δαπάνες / 365.

Βάσει των παραπάνω το ποσό της ενίσχυσης που θα ανακτηθεί υπολογίζεται για
κάθε οικονομικό έτος (2004, 2005) διακριτά από τον τύπο:

Α= Ar-Ag-(PVs*a)

Όπου:
Α = Το ποσό της ενίσχυσης που θα ανακτηθεί
Ar = Η χορηγηθείσα κρατική ενίσχυση (Αφορολόγητο αποθεματικό χ ισχύοντα
συντελεστή φορολογίας)
Ag = Ποσό ενίσχυσης που ανακτήθηκε με γενικές διατάξεις (από προηγούμενο ή
τον παρόντα έλεγχο)
PVs= Παρούσα αξία συνόλου επιλέξιμων δαπανών.
a=Μέγιστη ένταση ενίσχυσης για συμβατές ενισχύσεις στην συγκεκριμένη περιοχή
και ανά κατηγορία επένδυσης όπως προσδιορίστηκε στο Κεφάλαιο Β της παρούσας.

Αν το Α είναι θετικός αριθμός, αυτό είναι το ποσό της ενίσχυσης που πρέπει
να ανακτηθεί, σε διαφορετική περίπτωση δεν υπάργει ποσό ενίσχυσης νια
ανάκτηση.

Στην περίπτωση που επιχείρηση έχει καταβάλει ή έχουν καταλογιστεί σε βάρος
της ποσά με βάση τις διατάξεις του άρθρου 47 ν.3614/2007 για τον υπολογισμό
του τελικού ποσού της ανάκτησης τα ποσά αυτά θα αφαιρούνται από το
προσδιορισθέν ως άνω ποσό ανάκτησης ενίσχυσης (Α). Τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο
επιστρέφεται. Αν δεν προκύπτει ποσό ενίσχυσης για ανάκτηση και έχουν
καταβληθεί ή βεβαιωθεί ποσά βάσει των διατάξεων του άρθρου 47 ν.3614/2007
αυτά επιστρέφονται στο σύνολο τους.

Το τελικό ποσό της ανάκτησης θα προσαυξάνεται με τόκους υπολογιζόμενους με
την μέθοδο του ανατοκισμού και την διαφορά τόκων που προκύπτει από τυχόν
επανυπολογισμό τόκων σε περίπτωση τμηματικής καταβολής των ποσών που
ανακτήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 ν.3614/2007.

3. Για τον υπολογισμό των τόκων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω, τα
επιτόκια αναφοράς που θα εφαρμόζονται, όπως αυτά ορίζονται από την Ευρωπαϊκή
Επιτροπή ανέρχονται σε:

α) 4,43%, για ενισχύσεις που χορηγήθηκαν εντός του ημερολογιακού έτους 2004
μέχρι και 14/4/2008,

β) 4,08%, για ενισχύσεις που χορηγήθηκαν εντός του ημερολογιακού έτους 2005,
μέχρι και 14/4/2008,

γ) Από την 14/4/2008 και εφεξής (λόγω αλλαγής του τρόπου υπολογισμού) θα
υπολογίζονται το σύνολο των ενισχύσεων και των τόκων που δεν έχουν ανακτηθεί
μέχρι την ημερομηνία αυτή και θα ανατοκίζονται περαιτέρω μέχρι την
πραγματική ανάκτηση αυτών με το επιτόκιο που ισχύει την 14η Απριλίου κάθε
έτους και το οποίο είναι:

γ. 1) 5,55% την 14/4/2008

γ.2) 3,74% την 14/4/2009

γ.3) 2,24% την 14/4/2010

γ.4) 2,49% την 14/4/2011

γ.5) 3,07%, την 14/4/2012 και

γ.6) 1,66%, την 14/4/2013.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’


Παραδείγματα
εφαρμογής:

1. Υπολογισμός τόκων
ανάκτησης:

Έστω επιχείρηση σχημάτισε αφορολόγητο αποθεματικό βάσει του άρθρου 2
ν.3220/2004 από τα καθαρά κέρδη της χρήσης 1/1 -31/12/2003 (οικ. έτος 2004),
ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης δηλαδή είναι η 24/5/2004. Μετά από έλεγχο
που διενεργήθηκε βάσει των ανωτέρω, διαπιστώθηκε ότι από την επιχείρηση αυτή
πρέπει να γίνει ανάκτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγ. 1 του άρθρου
169 ν.4099/2012, ενίσχυσης ποσού 200.000,00 ευρώ. Η ημερομηνία ανάκτησης της
ενίσχυσης είναι η 28/6/2013. Επομένως το συνολικό ποσό που πρέπει να
καταβάλει η επιχείρηση για την ανάκτηση της ενίσχυσης ποσού 200.000,00 ευρώ
υπολογίζεται ως κάτωθι:

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΠΟΣΟ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 24/5/2005

24/05/2005

200.000,00

4,43%

8.860,00

208.860,00

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 24/5/2005

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 24/5/2006

24/05/2006

208.860,00

4,43%

9.252,50

218.112,50

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 24/5/2006

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 24/5/2007

24/05/2007

218.112,50

4,43%

9.662,38

227.774,88

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 24/5/2007

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

(227.774,8 8Χ 4,43% Χ 326/366)

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 14/4/2008

ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΚΟΦΟΡΙΑΣ

14/04/2008

227.774,88

4,43%

8.987,65

236.762,53

326

 

 

 

 

 

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑ IUKI2.MOY

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ

14/4/2008

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ

14/4/2009

 

14/04/2009

236.762,53

5,55%

13.140,32

249.902,85

 

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 14/4/2009

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 14/4/2010

14/04/2010

249.902,85

3,74%

9.346,37

259.249,22

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 14/4/2010

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 14/4/2011

14/04/2011

259.249,22

2,24%

5.807,18

265.056,40

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 14/4/2011

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 14/4/2012

14/04/2012

265.056,40

2,49%

6.599,90

271.656,30

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 14/4/2012

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 14/4/2013

14/04/2013

271.656,30

3,07%

8.339,85

279.996,15

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 14/4/2013

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ (279.996,1 5 χ 1,66% χ 75/365)

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 30/6/2013

ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΚΟΦΟΡΙΑΣ

28/06/2013

279.996,15

1,66%

955,06

280.951,21

75

Ως εκ τούτου το τελικό ποσό που θα καταβάλει η επιχείρηση είναι 280.951,21
ευρώ.

2. Επανυπολογισμός
τόκων:

Επιχείρηση είχε σχηματίσει ειδικό αφορολόγητο αποθεματικό βάσει του άρθρου 2
ν.3220/2004 από τα αδιανέμητα καθαρά κέρδη της χρήσης 1/1-31/12/2004, άρα η
ημερομηνία χορήγησης ενίσχυσης είναι 26/5/2005. Το ύψος του αποθεματικού που
σχημάτισε ήταν 2.000.000,00 ευρώ και ο συντελεστής φορολογίας της 35%.
Επομένως η κρατική ενίσχυση που της δόθηκε με το σχηματισμό του αποθεματικού
ήταν 700.000,00 ευρώ. Η επιχείρηση έκανε ανάκτηση ποσού 409.500,00 ευρώ από
την ενίσχυση αυτή με τις διατάξεις του άρθρου 47 ν.3614/2007, υποβάλλοντας
σχετική δήλωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. στις 14/12/2007, κατέβαλλε δε το ποσό
αυτό μαζί με τους τόκους σε 4 ισόποσες δόσεις των 113.591,74 ευρώ που
καταβλήθηκαν στις 14/12/2007, 15/1/2008, 28/2/2008 και 24/3/2008 αντίστοιχα.
Στην εν λόγω επιχείρηση γίνεται έλεγχος ανάκτησης των κρατικών ενισχύσεων
και οι διαφορές που διαπιστώθηκαν καταβάλλονται από την επιχείρηση στις
28/6/2013. Οι διαφορές τόκων από την ανάκτηση που έκανε η επιχείρηση με τις
διατάξεις του άρθρου 47 ν.3614/2007 υπολογίζονται ως κάτωθι:

Πρώτα υπολογίζουμε τους τόκους για το ποσό της ανάκτησης μέχρι 14/12/2007.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΠΟΣΟ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ

ΜΕΧΡΙ 26/5/2006

26/05/2006

409.500,00

4,08%

16.707,60

426.207,60

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 26/5/2006

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ

ΜΕΧΡΙ 26/5/2007

26/05/2007

426.207,60

4,08%

17.389,27

443.596,87

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ ΜΕΧΡΙ 26/5/2007

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ (443.596,87Χ 4,43% Χ 202/365)

ΕΝΙΣΧΥΣΗ + ΤΟΚΟΣ

ΜΕΧΡΙ 14/12/2007

ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΚΟΦΟΡΙΑΣ

14/12/2007

443.596,87

4,08%

10.016,30

453.613,17

202

Το ποσό που όφειλε η επιχείρηση στις 14/12/2007 ήταν 453.613,17 ευρώ, το
οποίο δεν κατέβαλλε εφάπαξ αλλά σε δόσεις. Επομένως το υπόλοιπο που απομένει
μετά την καταβολή κάθε δόσης από το ποσό που οφείλονταν στις 26/5/2007 θα
πρέπει να το τοκίζουμε με το ισχύον επιτόκιο μέχρι την καταβολή της επόμενης
δόσης. Αφαιρούμε το ποσό των δόσεων από το ποσό που οφείλονταν στις
26/5/2007 (ημερομηνία τελευταίου ανατοκισμού) διότι δεν έχει συμπληρωθεί
έτος από την ημερομηνία αυτή μέχρι την καταβολή των δόσεων.

Τα ποσά που προκύπτουν για τοκισμό και το διάστημα για το οποίο πρέπει να
υπολογιστούν επιπλέον τόκοι είναι :

Υπόλοιπο που οφείλονταν στις
26/5/2007

443.596,87

Μείον ποσό που καταβλήθηκε στις 14/12/2007

113.591,74

Υπόλοιπο για τοκισμό έως 25/1/2008

330.005,13

Ημέρες για υπολογισμό τόκων 14/12/2007-25/1/2008

42

Τόκος που αναλογεί (330.005,13X4,08% Χ42/366)

1.545,07

Υπόλοιπο μετά την καταβολή της 2ης
δόσης (330.005,13- 113.591,74) για τοκισμό μέχρι 28/2/2008

216.413,39

Ημέρες για υπολογισμό τόκων 25/1/2008-28/2/2008

34

Τόκος που αναλογεί (216.413,39 Χ4,08% Χ34/366)

820,24

Υπόλοιπο μετά την καταβολή της 3ης
δόσης (216.413,39- 113.591,74) για τοκισμό μέχρι 24/3/2008

102.821,65

Ημέρες για υπολογισμό τόκων 28/2/2008-24/3/2008

25

Τόκος που αναλογεί (102.821,65 Χ4,08% Χ25/366)

286,55

Επομένως η επιχείρηση όφειλε συνολικά λόγω καταβολής σε δόσεις το ποσό που
είχε υπολογιστεί μέχρι 14/12/2007 πλέον τα ποσά των τόκων που
προσδιορίστηκαν παραπάνω ήτοι : 453.613,17+1.545,07+820,24+286,55=456.265,03
ευρώ, ενώ κατέβαλε συνολικά 113.591,74 Χ4 = 454.366,96 ευρώ, οφείλει
επομένως ένα υπόλοιπο στις 24/3/2008 ποσού 456.265,03-454.366,96=1.898,07
ευρώ που αφορά όλο τόκους. Τους τόκους αυτούς θα ανατοκίσουμε από 14/4/2008
μέχρι την ημερομηνία καταβολής αυτών απο την επιχείρηση ήτοι στις 28/6/2013
για να υπολογίσουμε το ποσό που τελικά θα καταβάλει η επιχείρηση ήτοι:

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΠΟΣΟ ΤΟΚΩΝ ΓΙΑ

ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟ ΣΤΙΣ 14/4/2008

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΠΟΣΑ ΜΕΧΡΙ 14/4/2009

14/04/2009

1.898,07

5,55%

105,34

2.003,41

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΠΟΣΟ ΤΟΚΩΝ ΓΙΑ

ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟ ΣΤΙΣ 14/4/2009

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΠΟΣΑ ΜΕΧΡΙ 14/4/2010

14/04/2010

2.003,41

3,74%

74,93

2.078,34

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΠΟΣΟ ΤΟΚΩΝ ΓΙΑ

ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟ ΣΤΙΣ 14/4/2010

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΠΟΣΑ ΜΕΧΡΙ 14/4/2011

14/04/2011

2.078,34

2,24%

46,55

2.124,90

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΠΟΣΟ ΤΟΚΩΝ ΓΙΑ

ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟ ΣΤΙΣ 14/4/2011

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΠΟΣΑ ΜΕΧΡΙ 14/4/2012

14/04/2012

2.124,90

2,49%

52,91

2.177,81

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΠΟΣΟ ΤΟΚΩΝ ΓΙΑ

ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟ ΣΤΙΣ 14/4/2012

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ

ΠΟΣΑ ΜΕΧΡΙ 14/4/2013

14/04/2013

2.177,81

3,07%

66,86

2.244,66

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΥ

ΠΟΣΟ ΤΟΚΩΝ ΓΙΑ

ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟ ΣΤΙΣ 14/4/2013

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ

ΤΟΚΟΣ (2.244,66 χ 1,66% Χ 75/365)

ΠΟΣΑ ΜΕΧΡΙ 28/6/2013

ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΚΟΦΟΡΙΑΣ

28/06/2013

2.244,66

1,66%

7,66

2.252,32

75

Επομένως το ποσό που θα καταβάλει η επιχείρηση από τον επανυπολογισμό των
τόκων στις 28/6/2013 είναι 2.252,32 ευρώ.

3. Υπολογισμός ποσού
ανάκτησης (1° παράδειγμα):

Επιχείρηση μικρομεσαία σχημάτισε από τα καθαρά της κέρδη ειδικό αφορολόγητο
αποθεματικό βάσει των διατάξεων του άρθρου 2 ν.3220/2004:

α. ποσού 500.000 € της χρήσης 1/1-31/12/2003, οικον. έτους 2004 (ημερομηνία
χορήγησης ενίσχυσης 24/5/2004). Και

β. ποσού 1.000.000 € της χρήσης 1/1-31/12/2004, οικον. έτους 2005
(ημερομηνία χορήγησης ενίσχυσης 26/5/2005).

Ο συντελεστής φορολογίας εισοδήματος της επιχείρησης και στα δύο οικονομικά
έτη είναι 35%.

Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση τήρησε στο
σύνολο τους τις διατάξεις του άρθρου 2 ν.3220/2004. Για την εν λόγω
επιχείρηση δεν είχε γίνει ανάκτηση κανενός ποσού βάσει των διατάξεων του
άρθρου 47 ν.3614/2007. Από τον έλεγχο συμβατότητας της ενίσχυσης σύμφωνα με
τα αναφερόμενα στο Κεφάλαιο Β’της παρούσας διαπιστώθηκε ότι: Για την κάλυψη
του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού που σχημάτισε το οικ. έτος 2004 δεν
είχε πραγματοποιήσει καμία επιλέξιμη δαπάνη.

Για την κάλυψη του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού που σχημάτισε το οικ.
έτος 2005 είχε πραγματοποιήσει επιλέξιμες δαπάνες ποσού 600.000€ από τις
οποίες 200.000€ πραγματοποιήθηκαν το 2005, 200.000€ το 2006 και 200.000€ το
2007. Από τις 600.000€ οι 500.000€ είναι επενδυτικές δαπάνες με μέγιστη
ένταση ενίσχυσης 55% ενώ οι 100.000€ είναι δαπάνες αμοιβών συμβούλων με
μέγιστη ένταση ενίσχυσης 50%) οι οποίες καταβλήθηκαν το 2005.

Βάσει των παραπάνω δεδομένων τα ποσά που πρέπει να ανακτηθούν από την εν
λόγω επιχείρηση ανά οικονομικό έτος προσδιορίζονται:

Οικ. έτος 2004:

Με εφαρμογή του τύπου Α= Ar-Ag- (PVs*a) και εφόσον Ar=500.000*35% =
175.000€, Ag=0 και PVs=0 προκύπτει Α=175.000-0-0 = 175.000€

Με δεδομένο ότι δεν είχε ανακτηθεί κανένα ποσό βάσει των διατάξεων του
άρθρου 47 ν.3614/2007, με ημερομηνία ανάκτησης 31/3/2013 οι τόκοι ανάκτησης
υπολογίζονται σε 69.716,73€ και το συνολικό προς ανάκτηση ποσόν σε
244.716,73€.

Οικ. Έτος 2005:

Από τις δαπάνες που πραγματοποίησε για την κάλυψη του αποθεματικού οι
επιλέξιμες δαπάνες είναι ποσού 600.000€.

Δαπάνες ποσού 200.000€ (100.000€ αμοιβές συμβούλων + 100.000€ επενδυτικές
δαπάνες) έγιναν μέσα στο 2005 οπότε η παρούσα αξία αυτών είναι 200.000€.

Υπολογίζουμε την παρούσα αξία των δαπανών που έγιναν τα επόμενα έτη 2006 και
2007.

Το προεξοφλητικό επιτόκιο στις 26/5/2005 ήταν 4,08%.

Ο αριθμός των ημερών από 26/5/2005 έως 30/6/2006 είναι 400.

Ο αριθμός των ημερών από 26/5/2005 έως 30/6/2007 είναι 765.

Παρούσα αξία δαπανών 2006 PV=C/(1+i)t= 200.000/(1+0,0408)400/365
=191,424,43€

Παρούσα αξία δαπανών 2007 PV=C/(1+i)t= 200.000/(1+0,0408)765/365 =
183.920,47€

Επομένως η συνολική παρούσα αξία του συνόλου των δαπανών PVs είναι 200.000 +
191.424,43 + 183.920,47 = 575.344,90€, από τις οποίες για ποσό 100.000€ η
μέγιστη ένταση ενίσχυσης είναι 50% και για ποσό 475.344,90€ η μέγιστη ένταση
ενίσχυσης είναι 55%.

Με εφαρμογή του τύπου Α= Ar-Ag-(PVs*a) και εφόσον Ar = 1.000.000*35%) =
350.000, Ag=0 και PVs*a = (100.000*50%)+(475.344,90*55%) = 50.000 +
261.439,61 = 311.439,61 προκύπτει Α= 350.000-0-311.439,61 = 38.560,31€

Με ημερομηνία ανάκτησης 31/3/2013 οι τόκοι ανάκτησης υπολογίζονται σε
12.563,94 € και το συνολικό προς ανάκτηση ποσόν σε 51.124,25€.


3. Υπολογισμός ποσού
ανάκτησης (2ο παράδειγμα):

Μικρομεσαία επιχείρηση σχημάτισε ειδικό αφορολόγητο αποθεματικό βάσει του
άρθρου 2 ν.3220/2004 από τα καθαρά κέρδη οικ.έτους 2004 (χρήση
1/1-31/12/2003), 1.000.000 ευρώ.

Ο συντελεστής φορολογίας της επιχείρησης για τη εν λόγω χρήση ήταν 30%.
Επομένως η επιχείρηση έλαβε ενίσχυση 300.000 ευρώ (ήτοι 1.000.000 ευρώ
Χ30%), με ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης την 24/5/2004.

Για την κάλυψη του ανωτέρω αποθεματικού, πραγματοποίησε επενδυτικές δαπάνες
(όλες το διάστημα 28/1-31/12/2004) ποσού 1.100.000 ευρώ, οι οποίες
εντάσσονται όλες σε ένα επενδυτικό σχέδιο με ένταση ενίσχυσης 28%.

Κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε την 30/6/2013 διαπιστώθηκε ότι για το
σχηματισμό του αφορολόγητου αποθεματικού πληρούνται οι προϋποθέσεις του
άρθρου 2 ν.3220/2004 και οι δαπάνες κρίνονται στο σύνολο τους επιλέξιμες.

Βάσει των ανωτέρω η ενίσχυση που δικαιούται η επιχείρηση ανέρχεται στο ποσό
των 308.000 ευρώ(ήτοι 1.100.000 ευρώ Χ 28% ) έναντι της χορηγηθείσας των
300.000 ευρώ.

Άρα δεν υφίσταται ποσό προς ανάκτηση .

5. Υπολογισμός ποσού
ανάκτησης (3° παράδειγμα):

Επιχείρηση σχημάτισε ειδικό αφορολόγητο αποθεματικό σύμφωνα με τις διατάξεις
των άρθρων 2 και 3 ν.3220/2004 από τα καθαρά κέρδη του οικονομικού έτους
2005 (διαχειριστική περίοδος 1.1-31.12.2004), ποσού 2.000.000 ευρώ και ο
συντελεστής φορολογίας για τη χρήση αυτή ήταν 35%. Επομένως ημερομηνία
χορήγησης της ενίσχυσης είναι η 26.5.2005 και το ποσό της ενίσχυσης
ανέρχεται σε 700.000 ευρώ (ήτοι 2.000.000 Χ 35%).

Δεν έχει γίνει ανάκτηση ποσού βάσει των διατάξεων του άρθρου 47 του
ν.3614/2007.

Από τον έλεγχο που διενεργήθηκε την 30/6/2013 διαπιστώθηκαν τα εξής :

Η επιχείρηση για την κάλυψη του αποθεματικού πραγματοποίησε επενδυτικές
δαπάνες ποσού 2.000.000,00 ευρώ.

Για ποσό δαπανών 500.000 ευρώ δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του ν.3220/2004
και άρα θα πρέπει να καταλογιστεί η ενίσχυση που αναλογεί σε αυτές με
γενικές διατάξεις ήτοι :

Κύριος φόρος 500.000 Χ35%= 175.000 ευρώ (ποσό ανάκτησης)

Προσαυξήσεις 175.000 Χ120%=210.000 ευρώ

Για το υπόλοιπο των δαπανών ποσού 1.500.000 ευρώ πληρούνται οι προϋποθέσεις
του ν.3220/2004 και αυτές εντάσσονται σε δύο επενδυτικά σχέδια, στο 1ο
δαπάνες ποσού 500.000 ευρώ που πραγματοποιήθηκαν στη χρήση 2005 και στο 2ο
δαπάνες ποσού 1.000.000 ευρώ που πραγματοποιήθηκαν στη χρήση 2006.

Από το 1ο σχέδιο είναι επιλέξιμες δαπάνες ποσού 450.000,00 ευρώ με μέγιστη
ένταση ενίσχυσης 30% και από το 2ο σχέδιο επιλέξιμες είναι δαπάνες ποσού
900.000,00 ευρώ με μέγιστη ένταση ενίσχυσης 50%.

Βάσει των ανωτέρω η ενίσχυση που δικαιούται η επιχείρηση για το 1ο
επενδυτικό σχέδιο είναι 135.000 ευρώ ήτοι (450.000X30%), ενώ για το 2ο
επενδυτικό σχέδιο θα πρέπει πρώτα να υπολογιστεί η παρούσα αξία των δαπανών,
δεδομένου ότι οι δαπάνες πραγματοποιήθηκαν το 2006 ενώ η ημερομηνία
χορήγησης της ενίσχυσης είναι η 26/5/2005. Για τον προσδιορισμό
χρησιμοποιούμε τον τύπο Ρν=C(1+ί)t.

Άρα η παρούσα αξία των επιλέξιμων δαπανών του 2ου επενδυτικού σχεδίου
ανέρχεται στο ποσό των 861.409,92 (ήτοι 900.000/(1 +0,0408)400/365

Στη συνέχεια υπολογίζουμε την ενίσχυση την οποία δικαιούται η επιχείρηση
λαμβάνοντας υπόψη ότι η ένταση ενίσχυσης για το σχέδιο αυτό είναι 50% και
επομένως η ενίσχυση ανέρχεται στο ποσό των 430.704,96 (ήτοι 861.409,92
Χ50%).

Τέλος η προς ανάκτηση ενίσχυση υπολογίζεται από τον τύπο:
Α = Ar – Ag – (PVs * a ) = 700.000- 175.000- (450.000X30% + 861.409,92X50%)
= -40.704,96 ευρώ.

Επομένως δεν υφίσταται ποσό προς ανάκτηση.

6. Βοηθήματα
υπολογισμών:

Περαιτέρω σας ενημερώνουμε ότι τα όλα υποδείγματα, παραρτήματα, καθώς και
βοηθήματα υπολογισμών θα αναρτηθούν στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://thames.ggps.gsis/ELENXIS
και στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων
και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων http://10.16-5.21/.

ΙΙΙ) ΤΕΛΙΚΕΣ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Για τη βεβαίωση και καταβολή των τυχόν διαφορών ισχύουν τα αναφερόμενα στις
διατάξεις της παραγράφου στ’ του άρθρου 169 ν.4099/2012, όπως ισχύει. Τα
ποσά της ανάκτησης και οι αναλογούντες σε αυτά τόκοι θα βεβαιωθούν με είδος
φόρου 6130 και ΚΑΕ149 για το ποσό της ανάκτησης και 3919 για το ποσό των
τόκων.

Ακριβές Αντίγραφο
Η Προϊσταμένη της Γραμματείας

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ