Π.Δ. 367/28.11.1994

Άρθρο 1
Σκοπός του διατάγματος αυτού είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας περί ανωνύμων εταιρειών προς τις διατάξεις της Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 1986 «για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των Τραπεζών και λοιπών άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων» (ΕΕL 372/1/31.12.86), και μερικώς προς τις διατάξεις της τέταρτης οδηγίας 78/660/ ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1978 «περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών» (ΕΕΝ 222/11/14.8.78).

Άρθρο 2

1. Η περίπτωση ή του άρθρου 7α του Κωδ. Ν. 2190/ 1920 αντικαθίσταται ως εξής:

«η. Οι μηνιαίες λογιστικές καταστάσεις των Τραπεζών, των υποκαταστημάτων των αλλοδαπών Τραπεζών, καθώς και η λογιστική κατάσταση του άρθρου 46».

2. Στο άρθρο 41 του Κωδ. Ν. 2190/1920 προστίθεται παράγρ. 3 στην οποία μεταφέρεται και εντάσσεται το κείμενο του άρθρου 53α του ίδιου νόμου.

3. Στο άρθρο 53α μεταφέρεται και εντάσσεται το κείμενο του άρθρου 110, που προστέθηκε στον Κωδ. Ν. 2190/1920 με το άρθρο 19 του Π.Δ. 498/1987.

Άρθρο 3

1. Η παράγρ. 6 του άρθρου 43 του Κωδ. Ν. 2190/1920 αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Για την αποτίμηση των συμμετοχών και χρεωγράφων εφαρμόζονται τα ακόλουθα:

α) Οι μετοχές ανωνύμων εταιρειών, οι ομολογίες και τα λοιπά χρεώγραφα, καθώς και οι συμμετοχές σε επιχειρήσεις που δεν έχουν την μορφή ανώνυμης εταιρείας, αποτιμούνται στην κατ΄ είδος χαμηλότερη τιμή, μεταξύ της τιμής κτήσεως τους και της τρέχουσας τιμής τους.

Β) Ως τρέχουσα τιμή, για την εφαρμογή αυτού του Νόμου, θεωρείται:

(βα) Για τους εισηγμένους στο Χρηματιστήριο τίτλους (μετοχές, ομολογίες, κ.λπ.), ο μέσος όρος της χρηματιστηριακής τιμής τους κατά τον τελευταίο μήνα της χρήσεως.

(ββ) Γα τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, ο μέσος όρος της καθαρής τιμής τους κατά τον τελευταίο μήνα της χρήσεως.

(βγ) Για τις μετοχές ανωνύμων εταιρειών, που δεν είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, τις συμμετοχές σε άλλες (πλην ΑΕ) επιχειρήσεις και τους τίτλους με χαρακτήρα ακινητοποιήσεων των άλλων αυτών επιχειρήσεων, που συντάσσουν οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του Νόμου, η εσωτερική λογιστική αξία των μετοχών ή των συμμετοχών ή των τίτλων των επιχειρήσεων αυτών, όπως προκύπτει από το νόμιμα συνταγμένο τελευταίο ισολογισμό τους.

Στην περίπτωση που ο τελευταίος νόμιμα συνταγμένος ισολογισμός των πιο πάνω επιχειρήσεων, με βάση τα δεδομένα του οποίου προσδιορίστηκε η τρέχουσα τιμή των μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών ή συμμετοχών σε λοιπές (πλην ΑΕ) επιχειρήσεις, δεν έχει ελεγχθεί από αναγνωρισμένο κατά νόμο ελεγκτή, αναγράφεται σημείωση στον Ισολογισμό και στο προσάρτημα στην οποία αναφέρεται ότι, στους αντίστοιχους λογαριασμούς του ενεργητικού περιλαμβάνονται και μετοχές ανωνύμων εταιρειών ή συμμετοχές σε λοιπές (πλην ΑΕ) επιχειρήσεις συγκεκριμένης αξίας κτήσεως (ή αποτιμήσεως) αντίστοιχα μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο και ότι ο Ισολογισμός (ή οι ισολογισμοί), με βάση τον οποίο έγινε ο προσδιορισμός της εσωτερικής λογιστικής αξίας αυτών των μετοχών και συμμετοχών, δεν έχει ελεγχθεί από αναγνωρισμένο κατά νόμο ελεγκτή.

γ) Για την τιμή (αξία) κτήσεως των συμμετοχών και χρεωγράφων εφαρμόζονται τα οριζόμενα στις περιπτ. 2 και 3 της παράγρ. 2.2.112 του άρθρου 1 του Π.Δ. 1123/1980.

Ειδικά για τους τίτλους σταθερού εισοδήματος (ομολογιών, ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, Τραπεζικών ομολόγων και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου) των οποίων η διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο γίνεται στην καθαρή τιμή τους, δίχως το δεδουλευμένο μέχρι την αγορά τους τόκο, αξία (τιμή) κτήσεως τους είναι η καθαρή τιμή τους αυτή, που καταχωρείται σε ιδιαίτερους υπολογαριασμούς με την ονομασία «αξία κτήσεως τίτλων» ενταγμένους στους λογαριασμούς κάθε είδους τίτλων σταθερού εισοδήματος.

Για την μέθοδο υπολογισμού της τιμής κτήσεως των συμμετοχών και χρεωγράφων, εφαρμόζεται η περ. β΄ της επόμενης παράγρ. 7.

δ) Όταν η τρέχουσα τιμή είναι χαμηλότερη της τιμής κτήσεως, η διαφορά χρεώνεται στο λογαριασμό 68.01 «Προβλέψεις για υποτιμήσεις συμμετοχών και χρεωγράφων» του Γενικού Λογιστικού Σχεδίου του Π.Δ. 1123/1980, με πίστωση αντίστοιχων αντίθετων λογαριασμών προβλέψεων κατά κατηγορία τίτλων, που δημιουργούνται στους λογαριασμούς 18.00.99, 18.01.99 και 34.99 του ίδιου Π.Δ.

Κατά τον επανυπολογισμό των προβλέψεων, που γίνεται στο τέλος κάθε επόμενης χρήσεως, σύμφωνα με τα παραπάνω αναπροσαρμόζονται τα ποσά των προβλέψεων, που εμφανίζονται στους πιο πάνω αντίθετους λογαριασμούς, με βάση τα δεδομένα της νέας χρήσεως, είτε με χρέωση των υπολογαριασμών του λογαριασμού 68 (σχηματισμός συμπληρωματικής προβλέψεως), είτε με πίστωση των υπολογαριασμών του λογαριασμού 84.00 «έσοδα από αχρησιμοποίητες προβλέψεις προηγουμένων χρήσεων» του Π.Δ. 1123/1980.

ε) Για τον προσδιορισμό της δραχμικής τρέχουσας αξίας των κινητών αξιών (χρεωγράφων και άλλων τίτλων) σε ξένο νόμισμα, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις της υποπαραγρ. 2.3.301 του άρθρου 1 του Π.Δ. 1123/1980, όπως ισχύει.

στ) Τα κάθε φύσεως χρεώγραφα και τίτλοι, που έχουν χαρακτήρα προθεσμιακής κατάθεσης και δεν έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο, αποτιμούνται στην κατ΄ είδος παρούσα αξίας του κατά την ημέρα κλεισίματος του ισολογισμού, η οποία προσδιορίζεται με βάση το ετήσιο επιτόκιο του κάθε χρεογράφου ή τίτλου».

2. Η περίπτ. α΄ της παραγρ. 7 του άρθρου 43 του Κ.Ν. 2190/1920 αντικαθίσταται ως εξής:

«7.α. Τα αποθέματα, εκτός από τα υπολείμματα, τα υποπροϊόντα και τα ελαττωματικά προϊόντα, αποτιμούνται στην κατ΄ είδος χαμηλότερη τιμή, μεταξύ της τιμής κτήσεως ή του κόστους παραγωγής τους και της τιμής στην οποία η επιχείρηση δύναται να τα αγοράσει (τρέχουσα τιμή αγοράς) ή να τα παράγει (τρέχουσα τιμή αναπαραγωγής) κατά την ημέρα κλεισίματος του ισολογισμού.

Εάν η τρέχουσα τιμή αγοράς ή αναπαραγωγής είναι χαμηλότερη από την τιμή κτήσεως ή το ιστορικό κόστος παραγωγής, αλλά μεγαλύτερη από την καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία, τότε η αποτίμηση γίνεται στην καθαρή ρευστοποιήσιμη αξία.

Τα υπολείμματα, τα υποπροϊόντα, τα ελαττωματικά προϊόντα και τα συμπαραγωγό προϊόντα, αποτιμούνται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις περίπτ. 3, 4, 11, 12, 13 και 14 της παρ. 2.2.205 του άρθρου 1 του Π.Δ. 1123/1980.

Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου λαμβάνονται υπόψη οι εννοιολογικοί προσδιορισμοί της τιμής κτήσεως, της τρέχουσας τιμής αγοράς, του ιστορικού κόστους παραγωγής και της καθαρής ρευστοποιήσιμης αξίας, που ορίζονται στις περίπτ. 6,8,9 και 10 της παραγρ. 2.2.205 του άρθρου 1 του Π.Δ. 1123/1980».

Άρθρο 4
Μετά το άρθρο 109 του Κ.Ν. 2190/1920 , που προστέθηκε με το άρθρο 18 του Π.Δ. 498/1987 , τίθεται ο τίτλος «ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14ο» – Ετήσιοι και ενοποιημένοι λογαριασμοί (οικονομικές καταστάσεις) των Πιστωτικών Ιδρυμάτων και λοιπών άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων» και προστίθενται και νέα άρθρα 110, 111, 112, 113, 114, 115, 116, 117, 118, 119, 120, 121, 122, 123, 124, 125, 126, 127, 128, 129, 130 και 131, ως ακολούθως:

«ΤΜΗΜΑ Ι

Εισαγωγικές διατάξεις και πεδίο εφαρμογής

`Αρθρο 110

1. (`Αρθρο 2 της Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ). Οι διατάξεις των επομένων άρθρων 111 έως και 131 εφαρμόζονται:

α) στα πιστωτικά και β) χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως η έννοια τους καθορίζεται στο άρθρο 2 περιπ. 1 και 6 του Ν. 2076/92 (ΦΕΚ τ.Α/130), που έχουν την μορφή της Ανώνυμης Εταιρείας και εδρεύουν στην Ελλάδα. Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται στην Τράπεζα της Ελλάδος, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

2. Όπου οι διατάξεις του παρόντος αναφέρονται σε πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβάνονται και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα».

Άρθρο 111

(`Αρθρο 2 της Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 110 για την κατάρτιση των λογαριασμών (οικονομικών καταστάσεων), και της εκθέσεως διαχειρίσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 36, 37, 38, 41,42,42α παραγρ. 1 -3 και 5, 42β παραγρ. 1 -2 και 4-7,42δ παραγρ. 2,42ε παραγρ. 1 -5,7-14 και 15 περ, β, 43,43α παραγρ. 1 περίπτ. β, 3 και 4, 43β παραγρ. 2, 44, 44α, 45, 46 και 46α όπως αυτές τροποποιήθηκαν και ισχύουν εφόσον στις διατάξεις των επόμενων άρθρων 112 έως 129 δεν ορίζεται διαφορετικά.

2. Όπου οι διατάξεις που μνημονεύονται στην προηγουμένη παράγραφο καθώς και στην παρ. 1 του άρθρου 130 παραπέμπουν, για την διάρθρωση (δομή) του ισολογισμού, των αποτελεσμάτων χρήσεως και του πίνακα διαθέσεως αποτελεσμάτων, στα άρθρα 42γ και 42δ, θεωρείται η παραπομπή αυτών στα άρθρα 113 και 124.

3. Η παραπομπή στους κανόνες αποτιμήσεως του άρθρου 43, υπό των διατάξεων που μνημονεύονται στις παρ. 1 του παρόντος άρθρου και παραγρ. 1 του άρθρου 130, θεωρείται ότι γίνεται στο άρθρο 43 λαμβανομένων υπόψη και των άρθρων 127 και 128.

4. Όπου οι διατάξεις που μνημονεύονται στην παραγρ. 1 του παρόντος άρθρου αναφέρονται σε λογαριασμούς ισολογισμού, το αντίστοιχο των οποίων δεν προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις των άρθρων 112-129, θεωρείται ότι οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στους λογαριασμούς του υποδείγματος ισολογισμού που παραπέμπει το άρθρο 113, στους οποίους περιέχονται τα αντίστοιχα περιουσιακά στοιχεία».

ΤΜΗΜΑ II

«Γενικές διατάξεις για την δομή και διάρθρωση του ισολογισμού

`Αρθρο 112

(άρθρο 3 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

Η συγχώνευση των λογαριασμών κατά τους όρους του άρθρου 42β παραγρ. 4 είναι δυνατή, για τα πιστωτικά ιδρύματα, μόνο όσον αφορά τις υποδιαιρέσεις των λογαριασμών του ισολογισμού και των αποτελεσμάτων χρήσεως, οι οποίες είναι αριθμημένες με μικρά γράμματα».

«`Αρθρο 113

(άρθρο 4 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

Ο ισολογισμός καταρτίζεται σε δύο παράπλευρα σκέλη, στο πρώτο από τα οποία περιλαμβάνεται το ενεργητικό και στο δεύτερο το παθητικό, σύμφωνα με το υπόδειγμα της παραγρ. 4.1.103 του άρθρου 1 του Π.Δ. 384/1992 «περί ορισμού του περιεχομένου και του χρόνου ενάρξεως της εφαρμογής του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου για τις Τράπεζες (ΦΕΚ τ.Α/210/31.12.92), σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγρ. 4.101 και 4.102 του άρθρου 1 του ίδιου Π.Δ., αναφορά με το περιεχόμενο κάθε λογαριασμού του ισολογισμού αυτού».

«`Αρθρο 114

(άρθρα 5, 6 και 7 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Στο προσάρτημα πρέπει να αναφέρονται χωριστά:

– για καθένα από τους λογαριασμούς 2 έως 5 του ενεργητικού του υποδείγματος ισολογισμού που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο, οι απαιτήσεις κατά συνδεδεμένων επιχειρήσεων και οι απαιτήσεις, κατά συμμετοχικού ενδιαφέροντος επιχειρήσεων (συνδεδεμένων επιχειρήσεων με τις οποίες το πιστωτικό ίδρυμα έχει δεσμό συμμετοχής) είτε υπάρχει γι΄ αυτές παραστατικός τίτλος είτε όχι, για καθένα από τους λογαριασμούς του παθητικού με αριθμούς 1, 2,3 και 7 του ίδιου, όπως προηγούμενα, υποδείγματος ισολογισμού, οι υποχρεώσεις προς συνδεδεμένες επιχειρήσεις και οι υποχρεώσεις προς επιχειρήσεις συμμετοχικού ενδιαφέροντος, είτε υπάρχουν γι΄ αυτές παραστατικοί τίτλοι είτε όχι.

2. Επίσης, στο προσάρτημα αναγράφονται χωριστά, ως υποδιαιρέσεις των λογαριασμών του υποδείγματος ισολογισμού του προηγούμενου άρθρου και των υποδιαιρέσεων της προηγούμενης παραγράφου, οι μειωμένης εξασφαλίσεως απαιτήσεις του ενεργητικού.

3. θεωρούνται ως μειωμένης εξασφαλίσεως απαιτήσεις τα στοιχεία του ενεργητικού τα οποία, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει γι΄ αυτά παραστατικός τίτλος ή όχι, απορρέουν από δικαιώματα που, σε περίπτωση εκκαθάρισης ή πτώχευσης, μπορούν να ασκηθούν μόνο μετά την ικανοποίηση των λοιπών πιστωτών».

«`Αρθρο 115

(άρθρο 8 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Τα στοιχεία του ενεργητικού, τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα έχει δεσμεύσει για εγγύηση ίδιων υποχρεώσεων ή υποχρεώσεων τρίτων ή έχει δώσει ως εγγύηση σε τρίτους, θα εξακολουθούν να εμφανίζονται στους οικείους λογαριασμούς του ισολογισμού.

2. Τα περιουσιακά στοιχεία του έχουν δεσμευθεί υπέρ του πιστωτικού ιδρύματος ή που έχουν δοθεί σαν εγγύηση, δεν πρέπει να εμφανίζονται στον ισολογισμό του, εκτός αν πρόκειται για χρήματα κατατεθειμένα σ΄ αυτό το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία εμφανίζονται στους λογαριασμούς τάξεως (λογαριασμοί εκτός ισολογισμού)».]

«`Αρθρο 116

(άρθρα 9, 10 και 11 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Σε περίπτωση χορηγήσεως δανείου από όμιλο πιστωτικών ιδρυμάτων, καθένα από τα ιδρύματα αυτά υποχρεούται να εμφανίζει στον ισολογισμό του μόνο το ποσό της συνεισφοράς του στο συνολικό ποσό της χρηματοδοτήσεως. Αν το ποσό της συμμετοχής, για το οποίο εγγυάται ένα πιστωτικό ίδρυμα, είναι ανώτερο από το ποσό με το οποίο συμμετέσχε στη χρηματοδότηση, το επιπλέον αυτό ποσό της εγγυήσεως εμφανίζεται ως ενδεχόμενη υποχρέωση στους εκτός ισολογισμού λογαριασμούς τάξεως.

2. Τα κεφάλαια τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα διαχειρίζεται επ΄ ονόματί του, αλλά για λογαριασμό τρίτου, εμφανίζονται στον ισολογισμό του εφόσον τα αντίστοιχα στοιχεία του ενεργητικού ανήκουν στην κυριότητα του πιστωτικού ιδρύματος. Τα στοιχεία του ενεργητικού και οι υποχρεώσεις του είδους αυτού εμφανίζονται στον ισολογισμό, κατανεμημένες και συγχωνευμένες στους διάφορους λογαριασμούς του ενεργητικού και του παθητικού. Στο προσάρτημα παρατίθεται σχετικός πίνακας με τους λογαριασμούς και τα αντίστοιχα ποσά τους,

3. Τα περιουσιακά στοιχεία κυριότητας τρίτων, που παραλαμβάνει και κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα επ΄ ονόματι και για λογαριασμό των τρίτων εμφανίζονται στους εκτός ισολογισμού λογαριασμούς τάξεως.

4. Θεωρούνται πληρωτέα εν όψει μόνο τα ποσά που δύνανται να αναληφθούν οποτεδήποτε, χωρίς προειδοποίηση, ή για τα οποία έχει συμφωνηθεί προειδοποίηση διάρκειας 24 ωρών ή μιας εργάσιμης ημέρας».

«`Αρθρο 117

(άρθρο 12 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Με τον όρο «πράξεις προσωρινής εκχώρησης» νοούνται οι πράξεις με τις οποίες ένα πιστωτικό ίδρυμα ή ένας πελάτης (ο εκχωρών) εκχωρεί σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή πελάτη (τον εκδοχέα) στοιχεία του ενεργητικού που του ανήκουν, όπως αξιόγραφα, απαιτήσεις ή κινητές αξίες, με πρόβλεψη, επανεκχωρήσης των εν λόγω στοιχείων του ενεργητικού στον εκχωρούντα σε συμφωνημένη τιμή.

2. Εάν ο εκδοχέας αναλαμβάνει την ευθύνη να επανεκχωρήσει τα στοιχεία του ενεργητικού σε ορισμένη ημερομηνία ή σε ημερομηνία που θα ορίσει ο εκχωρών, τότε πρόκειται για πράξη προσωρινής εκχώρησης βάσει σύμβασης πώλησης με σύμφωνο εξωνήσεως.

3. Εάν, αντίθετα, ο εκδοχέας έχει μόνο δικαίωμα να επανεκχωρήοει τα στοιχεία του ενεργητικού στην τιμή εκχώρησης ή σε άλλη τιμή που συμφωνείται εκ των προτέρων και σε ημερομηνία που έχει ήδη ορισθεί ή θα καθορισθεί αργότερα, πρόκειται για πράξη προσωρινής εκχώρησης βάσει οριστικής σύμβασης πώλησης με σύμφωνο εξωνήσεως.

4. Στην περίπτωση των πράξεων προσωρινής εκχώρησης που προβλέπει η παράγραφος 2, τα εκχωρούμενα στοιχεία του ενεργητικού συνεχίζουν να εμφανίζονται στον ισολογισμό του εκχωρούντος. Το τίμημα της εκχώρησης που εισπράττει ο εκχωρών εμφανίζεται σαν υποχρέωση προς τον εκδοχέα και η αξία των εκχωρουμένων στοιχείων του ενεργητικού εμφανίζεται στο προσάρτημα των λογαριασμών (οικονομικών καταστάσεων) του εκχωρούντος, καθώς και στους προβλεπόμενους από το άρθρο 123 λογαριασμούς εκτός ισολογισμού (λογαριασμούς τάξεως) του εκχωρούντος. Ο εκδοχέας δεν έχει δικαίωμα να εμφανίσει στον ισολογισμό του τα αποκτηθέντα στοιχεία του ενεργητικού. Το τίμημα της εκχώρησης που καταβάλει ο εκδοχέας εμφανίζεται ως απαίτηση κατά του εκχωρούντος.

5. Αντίθετα, στην περίπτωση των πράξεων προσωρινής εκχώρησης που προβλέπει η παράγραφος 3, ο εκχωρών δεν έχει πλέον δικαίωμα να εμφανίσει στον ισολογισμό του τα εκχωρούμενα στοιχεία του ενεργητικού τα οποία εμφανίζονται στο ενεργητικό του εκδοχέα. Ο εκχωρών εμφανίζει στους εκτός ισολογισμού λογαριασμούς τάξεως του άρθρου 123 και συγκεκριμένα στο λογαριασμό 2 αυτών ένα ποσό, ίσο με το τίμημα που έχει συμφωνηθεί για την περίπτωση εξωνήσεως.

6. Οι πράξεις συναλλάγματος υπό προθεσμία, οι χρηματιστηριακές πράξεις υπό προθεσμία, οι πράξεις έκδοσης τίτλων με τις οποίες ο εκδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξαγοράσει το σύνολο ή μέρος των ομολογιών πριν από τη λήξη τους, καθώς και άλλες ανάλογες πράξεις, δεν αποτελούν πράξεις προσωρινής εκχώρησης κατά την έννοια του παρόντος άρθρου».

«ΤΜΗΜΑ III

Ειδικές διατάξεις για ορισμένους λογαριασμούς του υποδείγματος ισολογισμού του άρθρου 113

`Αρθρο 118

(άρθρα 13 και 14 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Στο λογαριασμό 1 του ενεργητικού «Ταμείο και Διαθέσιμα στην Κεντρική Τράπεζα» περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

α) Το ταμείο, το οποίο περιλαμβάνει τα νομίσματα που κυκλοφορούν νόμιμα, συμπεριλαμβανομένων των ξένων χαρτονομισμάτων και κερμάτων.

β) Τα διαθέσιμα στην Τράπεζα της Ελλάδος, στα οποία περιλαμβάνονται μόνο τα κατατεθειμένα στην Τράπεζα της Ελλάδος περιουσιακά στοιχεία που ανά πάσα στιγμή αντιπροσωπεύουν πραγματικά διαθέσιμα.

Οι υπόλοιπες απαιτήσεις κατά της Τράπεζας Ελλάδος εμφανίζονται στο λογαριασμό 3 του ενεργητικού «Απαιτήσεις κατά πιστωτικών ιδρυμάτων».

2. Στο λογαριασμό 2 του ενεργητικού «Κρατικά και άλλα αξιόγραφα δεκτά για επαναχρηματοδότηση από τη Κεντρική Τράπεζα» περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

α) Στην υποδιαίρεση α «κρατικά και εξομοιούμενα προς αυτά αξιόγραφα περιλαμβάνονται τα άτοκα και έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου και άλλοι παρόμοιοι πιστωτικοί τίτλοι δημοσίων οργανισμών, εφόσον γίνονται δεκτοί για επαναχρηματοδότηση από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Κεντρική Τράπεζα της χώρας όπου το πιστωτικό ίδρυμα είναι εγκατεστημένο. Οι πιστωτικοί τίτλοι δημοσίων οργανισμών οι οποίοι δεν πληρούν τον όρο αυτό εγγράφονται την υποδιαίρεση α του λογαριασμού του ενεργητικού 5 «Ομολογίες και άλλοι τίτλοι σταθερής αποδόσεως».

β) Στην υποδιαίρεση β «Λοιπά αξιόγραφα δεκτά για επαναχρηματοδότηση περιλαμβάνονται όλα τα αξιόγραφα χαρτοφυλακίου που έχουν αγοραστεί από πιστωτικά ιδρύματα ή πελάτες, εφόσον τα αξιόγραφα αυτά, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, γίνονται δεκτά για επαναχρηματοδότηση από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Κεντρική Τράπεζα της χώρας, όπου είναι εγκατεστημένο το πιστωτικό ίδρυμα».

«`Αρθρο 119

(άρθρα 15 και 16 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Στο λογαριασμό 3 του ενεργητικού «Απαιτήσεις κατά πιστωτικών ιδρυμάτων» περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις από τραπεζικές εργασίες που έχει το πιστωτικό ίδρυμα (που καταρτίζει τους ετήσιους λογαριασμούς), κατά ημεδαπών ή αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων, ανεξάρτητα από την ονομασία τους στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξαιρούνται μόνο οι απαιτήσεις που ενσωματώνονται σε ομολογίες ή σε οποιονδήποτε άλλο τίτλο, οι οποίες υποχρεωτικά εμφανίζονται στο λογαριασμό 5 του ενεργητικού «Ομολογίες και άλλοι τίτλοι σταθερής αποδόσεως».

Για την εφαρμογή της παρούσης παραγράφου, ως «πιστωτικά ιδρύματα» νοούνται όλες οι επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 3 παραγρ. 7 της Οδηγίας 77/780/ΕΟΚ, καθώς και οι κεντρικές Τράπεζες και εθνικοί ή διεθνείς επίσημοι οργανισμοί τραπεζικού χαρακτήρα, καθώς και

οποιαδήποτε ιδιωτική ή δημόσια επιχείρηση μη εγκατεστημένη, στην Κοινότητα, η οποία εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 2 του Ν. 2076/1992 . Οι απαιτήσεις κατά επιχειρήσεων που δεν συγκεντρώνουν τις παραπάνω προϋποθέσεις αναγράφονται στο λογαριασμό 4 του ενεργητικού «Απαιτήσεις κατά πελατών».

2. Στο λογαριασμό 4 του ενεργητικού «Απαιτήσεις κατά πελατών» περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις κατά εγχωρίων ή ξένων πελατών, εκτός από τα πιστωτικά ιδρύματα, ανεξάρτητα από την ονομασία τους στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξαιρούνται μόνο οι απαιτήσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί ομολογίες ή οποιοδήποτε άλλος τίτλος, οι οποίες αναγράφονται στο λογαριασμό 5 του ενεργητικού «Ομολογίες και άλλοι τίτλοι σταθερής αποδόσεως».

«`Αρθρο 120

(άρθρο 17 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Ο λογαριασμός 5 του ενεργητικού «Ομολογίες και άλλοι τίτλοι σταθερής αποδόσεως» περιλαμβάνει τις ομολογίες και άλλους τίτλους σταθερής αποδόσεως, που είναι μεταβιβάσιμοι και έχουν εκδοθεί από πιστωτικά ιδρύματα, άλλες επιχειρήσεις ή δημόσιους οργανισμούς. Οι ομολογίες και άλλοι τίτλοι σταθερής αποδόσεως που έχουν εκδοθεί από δημόσιους οργανισμούς εγγράφονται στο λογαριασμό αυτό μόνον εφόσον δεν υπάγονται στο λογαριασμό 2 του ενεργητικού «Κρατικά και άλλα αξιόγραφα δεκτά για επαναχρηματοδότηση από την Κεντρική Τράπεζα».

2. Εξομοιώνονται με ομολογίες και άλλους τίτλους σταθερής αποδόσεως οι αξίες με επιτόκιο μεταβαλλόμενο, σύμφωνα με ορισμένη παράμετρο, ως το επιτόκιο της διατραπεζικής αγοράς ή της ευρωαγοράς.

3. Οι ίδιες ομολογίες που έχουν εξαγοραστεί και είναι μεταβιβάσιμες, καταχωρούνται στην υποδιαίρεση β του λογαριασμού 5 του ενεργητικού.

Τούτο εφαρμόζεται εφόσον οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά επιτρέπουν την απόκτηση από πιστωτικό ίδρυμα ιδίων αυτού ομολογιών.

«`Αρθρο 121

(άρθρο 18 και 19 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Ο λογαριασμός 1 του παθητικού «Υποχρεώσεις προς πιστωτικά ιδρύματα» περιλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις προς ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα, ανεξάρτητα από την ονομασία τους στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι οποίες προκύπτουν από τραπεζικές εργασίες. Εξαιρούνται μόνον οι υποχρεώσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί ομολογίες ή οποιοσδήποτε άλλος τίτλος που υποχρεωτικά καταχωρούνται στο λογαριασμό 3 του παθητικού «υποχρεώσεις από πιστωτικούς τίτλους».

Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, ως «πιστωτικά ιδρύματα» νοούνται όλες οι επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 3 παραγρ. 7 της Οδηγίας 77/780/ΕΟΚ, καθώς και οι κεντρικές τράπεζες και οι επίσημοι εθνικοί ή διεθνείς οργανισμοί τραπεζικού χαρακτήρα, καθώς και οποιαδήποτε ιδιωτική ή δημόσια επιχείρηση μη εγκατεστημένη στην Κοινότητα, η οποία εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 2 του Ν. 2076/92

2. Στον λογαριασμό του παθητικού 2 «Υποχρεώσεις προς πελάτες» καταχωρούνται οι οφειλές προς πιστωτές που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια της προηγούμενης παραγράφου, ανεξάρτητα από την ονομασία τους στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξαιρούνται μόνο οι υποχρεώσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί ομολογίες ή οποιοσδήποτε άλλος τίτλος που υποχρεωτικά καταχωρούνται στον λογαριασμό του παθητικού 3 «υποχρεώσεις από πιστωτικούς τίτλους».

Με τον όρο «καταθέσεις» νοούνται αποκλειστικά όσα κεφάλαια πληρούν τις απαιτούμενες από την εθνική νομοθεσία προϋποθέσεις για να χαρακτηρισθούν ως καταθέσεις.

Τα αποταμιευτικά ομόλογα καταχωρούνται στην αντίστοιχη υποδιαίρεση του λογαριασμού αυτού, μόνον αν δεν υπάρχουν γι΄ αυτά μεταβιβάσιμοι πιστωτικοί τίτλοι.»

`Αρθρο 122

(άρθρα 20, 21, 22 και 23 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Στο λογαριασμό του παθητικού 3 «Υποχρεώσεις από πιστωτικούς τίτλους» καταχωρούνται, τόσο οι ομολογίες όσο και οι υποχρεώσεις για τις οποίες έχει εκδοθεί μεταβιβάσιμος πιστωτικός τίτλος, καθώς και οι τίτλοι ιδίας αποδοχής και τα κυκλοφορούντα γραμμάτια.

Με τον όρο «τίτλοι ιδίας αποδοχής» νοούνται αποκλειστικά οι τίτλοι τους οποίους εξέδωσε το πιστωτικό ίδρυμα για την αναχρηματοδότηση του και στους οποίους φέρεται ως πρωτοφειλέτης («πληρωτής»).

2. Στο λογαριασμό του παθητικού 7 «Μειωμένης εξασφαλίσεως στοιχεία παθητικού» καταχωρούνται οι ενσωματωμένες ή όχι σε πιστωτικούς τίτλους υποχρεώσεις, για τις οποίες έχει ορισθεί με σχετική σύμβαση ότι τα απορρέοντα από αυτές δικαιώματα των τρίτων σε περίπτωση εκκαθαρίσεως ή πτωχεύσεως, μπορούν να ασκηθούν μόνον αφού ικανοποιηθούν οι υπόλοιποι πιστωτές.

3. Ο λογαριασμός του παθητικού 8 «Μετοχικό Κεφάλαιο» αναλύεται σε «καταβεβλημένο» και «οφειλόμενο». Στις υποδιαιρέσεις αυτές καταχωρούνται τα καταβεβλημένα και τα οφειλόμενα από τους μετόχους ποσά για καλυφθέν κεφάλαιο.

4. Ο λογαριασμός του παθητικού 10 «Αποθεματικά» αναλύεται στα εξής τουλάχιστον είδη αποθεματικών:

– Τακτικό αποθεματικό

– Αποθεματικά καταστατικά

– Ειδικά αποθεματικά

– Αφορολόγητα αποθεματικά ειδικών διατάξεων – νόμων

– Αποθεματικό για ίδιες μετοχές (σχηματιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 42ε παραγρ. 13).

Οι διαφορές που προκύπτουν από πραγματοποιούμενη, με βάση ειδικό νόμο, αναπροσαρμογή της αξίας περιουσιακών στοιχείων, καταχωρούνται στο λογαριασμό 11 «Διαφορές από αναπροσαρμογή αξίας περιουσιακών στοιχείων».

`Αρθρο 123

(άρθρα 24 και 25 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

Για το περιεχόμενο και τον τρόπο καταχωρήσεως κάτω από τον Ισολογισμό των εκτός ισολογισμού λογαριασμών τάξεως εφαρμόζεται η παραγρ. 11 του άρθρου 42ε, με τις ακόλουθες επιπρόσθετες ειδικές ρυθμίσεις:

α) Ο εκτός ισολογισμού λογαριασμός 1 «Ενδεχόμενες υποχρεώσεις περιλαμβάνει κάθε πράξη με την οποία ένα πιστωτικό ίδρυμα εγγυάται για τις υποχρεώσεις τρίτου.

Στο προσάρτημα αναφέρεται η φύση και το ύψος του κάθε κινδύνου δημιουργίας υποχρέωσης, εφόσον αυτή είναι σημαντική σε σχέση με την συνολική δραστηριότητα του πιστωτικού ιδρύματος. Οι υποχρεώσεις από οπισθογράφηση αναπροεξοφλημένων αξιόγραφων θα περιλαμβάνονται στο λογαριασμό αυτό μόνον εφόσον η ισχύουσα νομοθεσία δεν ορίζει διαφορετικά. Το αυτό ισχύει και για τους τίτλους αποδοχής, εκτός από τους τίτλους ιδίας αποδοχής.

Οι εγγυήσεις και τα στοιχεία του ενεργητικού που έχουν δοθεί ως εγγύηση περιλαμβάνουν όλες τις εγγυήσεις και όλα τα στοιχεία του ενεργητικού που έχουν δοθεί σαν εγγύηση για λογαριασμό τρίτων, όπως ανέκκλητες εγγυήσεις και ανέκκλητες πιστωτικές εντολές.

β) Στον εκτός ισολογισμού λογαριασμό 2 «Υποχρεώσεις που απορρέουν από πράξεις προσωρινής εκχώρησης» περιλαμβάνοντα οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το πιστωτικό ίδρυμα, στα πλαίσια πράξεων προσωρινής εκχώρησης (βάσει σύμβασης πώλησης με δικαίωμα εξωνήσεως) κατά την έννοια του άρθρου 117 παράγραφος 3.

γ) Στον εκτός ισολογισμού λογαριασμό 3 «Λοιποί λογαριασμοί τάξεως» περιλαμβάνονται τα κατεχόμενα από το πιστωτικό ίδρυμα (προς φύλαξη ή ως ενέχυρο κλπ.) περιουσιακά στοιχεία τρίτων οι υποχρεώσεις από αμφοτεροβαρείς συμβάσεις και οι λοιποί λογαριασμοί πληροφοριών.

ΤΜΗΜΑ IV

Δομή και διάρθρωση του λογαριασμού «αποτελέσματα χρήσεως» και του «πίνακα διαθέσεως αποτελεσμάτων»

`Αρθρο 124

(άρθρα 26, 27 και 28 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Ο λογαριασμός «αποτελέσματα χρήσεως» καταρτίζεται σε κάθετη διάταξη, σύμφωνα με το υπόδειγμα της παρ. 4.1.202 του άρθρου 1 του Π.Δ. 384/1992, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στην παρ. 4.1.201 του άρθρου 1 του ίδιου Π.Δ., αναφορικά με το περιεχόμενο κάθε επιμέρους κατηγορίας του λογαριασμού αυτού.

2. Ο «πίνακας διαθέσεως αποτελεσμάτων» καταρτίζεται σύμφωνα με το υπόδειγμα της παρ. 4.1.302 του άρθρου 1 του Π.Δ. 384/1992, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στην παρ. 4.1.301 του ίδιου Π.Δ. αναφορικά με το περιεχόμενο κάθε επιμέρους κατηγορίας του πίνακα αυτού».

ΤΜΗΜΑ V

Ειδικές διατάξεις για ορισμένους λογαριασμούς του υποδείγματος αποτελεσμάτων χρήσεως του άρθρου 124

`Αρθρο 125

(άρθρα 29, 30, 31 και 32 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Οι λογαριασμοί 1 «Τόκοι και εξομοιούμενα έσοδα» και 2 «Τόκοι και εξομοιούμενα έξοδα» περιλαμβάνουν όλα τα αποτελέσματα που απορρέουν από την τραπεζική δραστηριότητα όπως:

α) Όλα τα έσοδα που προέρχονται από στοιχεία εγγεγραμμένα στους λογαριασμούς 1 έως 5 του ενεργητικού του ισολογισμού ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται. Περιλαμβάνουν επίσης, τα έσοδα που προκύπτουν όταν υπαχθούν κλιμακωτά στο οικονομικό αποτέλεσμα τα ωφελήματα που απορρέουν από την κτήση στοιχείων του ενεργητικού με καταβολή ποσού κατώτερου από το πληρωτέο κατά την λήξη, καθώς και από την συνομολόγηση υποχρεώσεων για ποσό ανώτερο του πληρωτέου κατά την λήξη.

β) Όλα τα έξοδα που αφορούν τους λογαριασμούς 1, 2, 3 και 7 του παθητικού, όποια και αν είναι η μορφή με την οποία υπολογίζονται. Περιλαμβάνουν επίσης, τα έξοδα που αντιστοιχούν στην κλιμακωτή απόσβεση των ποσών που προκύπτουν από την κτήση στοιχείων του ενεργητικού με τίμημα ανώτερο του πληρωτέου κατά την λήξη, καθώς και από την σύναψη υποχρεώσεων με τίμημα κατώτερο του πληρωτέου κατά την λήξη.

γ) Τα έσοδα και τα έξοδα που απορρέουν από καλυπτόμενες προθεσμιακές πράξεις με αντικείμενο συνάλλαγμα, τα οποία υπολογίζονται κλιμακωτά επί της πραγματικής διάρκειας της πράξης και έχουν χαρακτήρα τόκου.

δ) Οι προμήθειες που έχουν χαρακτήρα τόκου και που υπολογίζονται σε συνάρτηση με την διάρκεια ή το ποσό της απαιτήσεως ή της υποχρεώσεως.

2. Ο λογαριασμός 3 «Έσοδα από τίτλους» περιλαμβάνει όλα τα μερίσματα και άλλα έσοδα από τίτλους μεταβλητής αποδόσεως και συμμετοχές, από μερίδια σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, καθώς επίσης και τα έσοδα από μερίδια εταιρειών επενδύσεων.

3. Με την επιφύλαξη της παραγρ. 1 του άρθρου αυτού, ως «έσοδα προμηθειών» (λογαριασμός 4) και ως «έξοδα προμηθειών» (λογαριασμός 5) νοούνται τα έσοδα με τα οποία αμείβονται υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σε τρίτους ή τα έξοδα που προκύπτουν από την προσφυγή σε υπηρεσίες τρίτων, ιδίως:

– οι προμήθειες για παροχή εγγυήσεων διαχείρισης δανείων, για λογαριασμό άλλων δανειστών, καθώς και για συναλλαγές επί τίτλων για λογαριασμό τρίτων,

– οι προμήθειες για διακανονισμό εμπορικών πράξεων και άλλες σχετικές επιβαρύνσεις ή έσοδα, τα έξοδα τηρήσεως λογαριασμού, τα δικαιώματα φυλάξεως και διαχειρίσεως των τίτλων,

– οι προμήθειες για συνάλλαγμα, για αγορά και πώληση νομισμάτων και πολύτιμων μετάλλων για λογαριασμό τρίτων,

– οι προμήθειες που εισπράττονται λόγω μεσιτείας σε πιστωτικές εργασίες, συμβάσεις αποταμιεύσεως ή ασφαλίσεως.

4. Ο λογαριασμός 6 «αποτελέσματα χρηματοοικονομικών πράξεων» περιλαμβάνει:

α) Το καθαρό αποτέλεσμα (κέρδος ή ζημία) από πωλήσεις χρεωγράφων που δεν θεωρούνται πάγια χρηματοπιστωτικά στοιχεία, καθώς και τις διαφορές αποτιμήσεως τους (προβλέψεις υποτιμήσεως) που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 127 παραγρ. 1 του παρόντος και της περίπτ. 2γ της παραγρ. 2.2.111 του Π.Δ. 384/1992,

Τα έσοδα από αχρησιμοποίητες προβλέψεις προηγούμενων χρήσεων καταχωρούνται στο λογαριασμό 15 «έκτακτα έσοδα», ανάλυση του οποίου παρατίθεται στο προσάρτημα.

β) Το καθαρό υπόλοιπο κερδών/ζημιών από τις δραστηριότητες στον τομέα του συναλλάγματος, με την επιφύλαξη της παραγρ 1 περ. γ΄ του παρόντος άρθρου.

γ) Τα καθαρά υπόλοιπα κερδών/ζημιών από τις άλλεςαγοραπωλησίες χρηματοδοτικών μέσων μεταξύ των οποίων και τα πολύτιμα μέταλλα.»

`Αρθρο 126

(άρθρα 33 και 34 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Ο λογαριασμός 11 και 12 «Διαφορές προσαρμογής αξίας απαιτήσεων και προβλέψεις για ενδεχόμενες υποχρεώσεις» περιλαμβάνει τις σχηματιζόμενες στο τέλος κάθε χρήσεως προβλέψεις:

– για επισφαλείς απαιτήσεις κατά πιστωτικών ιδρυμάτων και κατά πελατών, που περιλαμβάνονται στους λογαριασμούς του ενεργητικού 3 «απαιτήσεις κατά πιστωτικών ιδρυμάτων» και 4 «απαιτήσεις κατά πελατών», του άρθρου 119 του παρόντος,

– για έξοδα εκμεταλλεύσεως,

– για τους κινδύνους που απορρέουν από τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στους εκτός ισολογισμού λογαριασμούς τάξεως του άρθρου 123.

2. Τα εισπραττόμενα σε μεταγενέστερες χρήσεις ποσά από αποσβεσμένες απαιτήσεις, καθώς και τα ποσά των αχρησιμοποίητων προβλέψεων προηγούμενων χρήσεων για έξοδα και κινδύνους εκμεταλλεύσεως, καταχωρούνται στο λογαριασμό 15 «έκτακτα έσοδα», ανάλυση του οποίου παρατίθεται στο προσάρτημα.

3. Οι σχηματιζόμενες προβλέψεις για διορθώσεις της αξίας των απαιτήσεων κατά πιστωτικών ιδρυμάτων, κατά της πελατείας, κατά των επιχειρήσεων με τις οποίες το πιστωτικό ίδρυμα έχει συμμετοχές κατά την έννοια του άρθρου 42ε, παρ. 5 του παρόντος και κατά συνδεδεμένων επιχειρήσεων, πρέπει να αναγράφονται αναλυτικά στο προσάρτημα όταν η διάκριση αυτή είναι αρκετά σημαντική.

4. Ο λογαριασμός 13 και 14 «Διαφορές προσαρμογής αξίας κινητών αξιών με χαρακτήρα χρηματοοικονομικών ακινητοποιήσεων» περιλαμβάνει τις διαφορές αποτιμήσεως (προβλέψεις υποτιμήσεως) των συμμετοχών με χαρακτήρα ακινητοποιήσεων, που προκύπτουν κατά την αποτίμηση των συμμετοχών αυτών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 127 παρ. 1 του παρόντος και στην παρά. 2.2.111 του Π.Δ. 384/1992.

Τα αχρησιμοποίητα ποσά προβλέψεων προηγούμενων χρήσεων για υποτιμήσεις συμμετοχών της κατηγορίας αυτής, καταχωρείται στο λογαριασμό 15 «έκτακτα έσοδα».

5. Το καθαρό αποτέλεσμα (κέρδος ή ζημία) από πωλήσεις τίτλων συμμετοχών της προηγούμενης παραγρ. 4, καταχωρούνται στο λογαριασμό 17 «έκτακτα αποτελέσματα».

6. Οι σχηματιζόμενες προβλέψεις για διορθώσεις της αξίας κινητών αξιών, συμμετοχών και μεριδίων σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, πρέπει να αναγράφονται αναλυτικά στο προσάρτημα όταν είναι σημαντικές.

7. Το κονδύλι 1 «φόρος εισοδήματος» του πίνακα Διαθέσεως Αποτελεσμάτων αναλύεται στο προσάρτημα:

– στο τμήμα που αναλογεί στο οργανικό αποτέλεσμα (δηλαδή στο αποτέλεσμα από συνήθεις δραστηριότητες, όπως προκύπτει ως υπόλοιπο κάτω από το λογαριασμό 13 + 14 των αποτελεσμάτων χρήσεως),

– στο τμήμα που αναλογεί στα έκτακτα αποτελέσματα (των λογαριασμών 15,16 και 17 των αποτελεσμάτων χρήσεως.»]

ΤΜΗΜΑ VI

Κανόνες Αποτιμήσεως

`Αρθρο 127

(άρθρα 35, 36, 37 και 38 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Για την αποτίμηση των συμμετοχών και χρεωγράφων και γενικά των τίτλων κινητών αξιών, που περιλαμβάνονται στους λογαριασμούς 2, 5, 6, 7 και 8 του ενεργητικού του υποδείγματος ισολογισμού του άρθρου 113, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγρ. 6 του άρθρου 43, όπως ισχύουν, σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 2.2.111 περ. 2 του άρθρου 1 του Π.Δ. 384/1992.

2. Οι μεταβιβάσιμοι τίτλοι κινητών αξιών, που δεν έχουν το χαρακτήρα χρηματοοικονομικών ακινητοποιήσεων, καταχωρούνται στον ισολογισμό στην τιμή κτήσεως τους. Η διαφορά, μεταξύ της τιμής κτήσεως και της μεγαλύτερης τρέχουσας αγοραίας τιμής τους κατά την ημέρα κλεισίματος του ισολογισμού, αναγράφεται στο προσάρτημα.

3. Με τους όρους «συμμετοχές και τίτλοι κινητών αξιών με χαρακτήρα χρηματοοικονομικών ακινητοποιήσεων» και «πάγια χρηματοπιστωτικά στοιχεία», προκειμένου για πιστωτικά ιδρύματα, νοούνται οι συμμετοχές και τα μερίδια σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις και οι τίτλοι κινητών αξιών που προορίζονται να χρησιμεύσουν κατά διαρκή τρόπο στη δραστηριότητα του πιστωτικού ιδρύματος.

4. Για την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων των λογαριασμών του ενεργητικού 9 «Αϋλα πάγια στοιχεία» και 10 «Ενσώματα πάγια στοιχεία», εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 3 περιπτ. α΄ και β΄, 4 περ. β΄, γ΄ και δ΄ και 5 του άρθρου 43.

5. Για την κάλυψη των ιδιαίτερων κινδύνων που είναι εγγενείς στις τραπεζικές εργασίες, με επιβάρυνση του λογαριασμού 16 «Έκτακτα έξοδα» των αποτελεσμάτων χρήσεως, σχηματίζεται γενική συμπληρωματική πρόβλεψη που καταχωρείται στο λογαριασμό του παθητικού του ισολογισμού 6Α «Κρατήσεις για κεφάλαια γενικών τραπεζικών κινδύνων». Για τον λογιστικό χειρισμό εφαρμόζεται η παρ. 2.2.402 περ. 2 του Π.Δ. 384/1992.»

`Αρθρο 128

(άρθρο 39 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Για την μετατροπή σε δραχμές των τραπεζικών εργασιών σε συνάλλαγμα, εφαρμόζεται η παρ. 2.3.4 του άρθρου 1 του Π.Δ. 384/1992.

2. Για την λογιστική παρακολούθηση των δοσοληψιών της Τράπεζας με τα υποκαταστήματα της και την ενσωμάτωση των οικονομικών τους καταστάσεων στις οικονομικές καταστάσεις της έδρας, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 42β παρ. 6 και 43 παρ. 10 (εκτός του τελευταίου εδαφίου του σχετικού με την εν γένει λογιστική μεταχείριση των προκυπτουσών από τις μετατροπές της παραγράφου αυτής συναλλαγματικών διαφορών) και παραγρ. 11 του παρόντος, καθώς και των παραγρ. 2.2.409 και 2.3.2 του άρθρου 1 του Π.Δ. 384/1992.»

ΤΜΗΜΑ VII

Περιεχόμενο του Προσαρτήματος

`Αρθρο 129

(άρθρα 40 και 41 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Οι διατάξεις της παραγρ. 1 του άρθρου 43α εφαρμόζονται και για το περιεχόμενο του προσαρτήματος των πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον δεν τροποποιούνται από τις ακόλουθες ειδικές διατάξεις.

2. Επιπλέον των πληροφοριών που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 43α παραγρ. 1 περ. ε΄ του παρόντος, τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν τις ακόλουθες πληροφορίες, σχετικά με το λογαριασμό 7 του παθητικού (μειωμένης εξασφάλισης στοιχεία του παθητικού):

α) όσον αφορά κάθε δάνειο που υπερβαίνει το 10% του συνολικού ποσού των στοιχείων μειωμένης εξασφάλισης του παθητικού:

ι) το ύψος του δανείου, το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται, το επιτόκιο και η ημερομηνία εξόφλησης, με την διευκρίνιση εάν πρόκειται για δάνειο αόριστης διάρκειας,

ιι) εάν υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται πρόωρη αποπληρωμή και

ιιι) τους όρους που προσδίδουν το χαρακτήρα μειωμένης εξασφάλισης στα εν λόγω στοιχεία, την ύπαρξη οποιωνδήποτε διατάξεων για την μετατροπή τους σε κεφάλαιο ή κάποιο άλλο στοιχείο του παθητικού, καθώς και το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών,

β) για τα λοιπά δάνεια, αναφέρονται γενικά οι κανόνες που τα διέπουν.

3. α) Αντί των πληροφοριών που απαιτούνται από το άρθρο 43α παρ. 1 περ. στ΄ του παρόντος, τα πιστωτικά ιδρύματα μνημονεύουν στο προσάρτημα, χωριστά για καθέναν από τους λογαριασμούς 3-β και 4 του ενεργητικού και 1 -β, 2-α, 2-β-ββ και 3-β του παθητικού, το ύψος των εν λόγω απαιτήσεων και χρεών, κατανεμομένων ανάλογα με την εναπομένουσα διάρκεια τους, ως εξής:

– μέχρι τρεις μήνες,

– περισσότερο από τρεις μήνες έως ανά έτος,

– περισσότερο από ένα έτος έως πέντε έτη,

– περισσότερο από πέντε έτη.

Για τον λογαριασμό 4 του ενεργητικού, πρέπει να αναφέρεται επιπρόσθετα και το ποσό των πιστώσεων αόριστης διάρκειας. Στην περίπτωση απαιτήσεων ή χρεών που εξοφλούνται σταδιακά, ως εναπομένουσα διάρκεια νοείται το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού έως την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την πληρωμή της κάθε δόσεως. Για την πρώτη χρήση, από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου επιτρέπεται η αναγραφή των στοιχείων του ενεργητικού ή παθητικού που αναφέρονται στο παρόν άρθρο να γίνεται με βάση την αρχική συμβατική διάρκεια ή την αρχική διάρκεια της προθεσμίας προειδοποιήσεως. Για τα δάνεια που δεν έχουν ενσωματωθεί σε πιστωτικό τίτλο, στην περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα αναλάβει κάποιο τρέχον δάνειο πρέπει να το ταξινομήσει βάσει της εναπομένουσας διάρκειας κατά την ημέρα που έγινε η ανάληψη. Για την εφαρμογή του παρόντος εδαφίου νοείται ως συμβατική διάρκεια ενός δανείου η χρονική περίοδος από την ημερομηνία της πρώτης χρησιμοποιήσεως των κεφαλαίων έως την ημερομηνία της εξοφλήσεως. Ως διάρκεια της προθεσμίας προειδοποιήσεως νοείται η χρονική περίοδος από την ημερομηνία που δόθηκε η προειδοποίηση έως την ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί η αντίστοιχη εξόφληση. Στην περίπτωση των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων που εξοφλούνται σταδιακά ως συμβατική διάρκεια νοείται η χρονική περίοδος από την ημερομηνία κατά την οποία γεννάται η απαίτηση ή η υποχρέωση έως την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την καταβολή της τελευταίας δόσεως.

Τα πιστωτικά ιδρύματα δηλώνουν επίσης για τους λογαριασμούς του ισολογισμού που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο το ποσό των στοιχείων του ενεργητικού ή του παθητικού, τα οποία καθίστανται ληξιπρόθεσμα κατά την διάρκεια του έτους που αρχίζει από το κλείσιμο του ισολογισμού.

β) Τα πιστωτικά ιδρύματα δηλώνουν για τον λογαριασμό 5 του ενεργητικού (ομολογίες και άλλοι τίτλοι σταθερής αποδόσεως) και το λογαριασμό 3-α του παθητικού (χρεώγραφα και ομολογίες σε κυκλοφορία), το ποσό των στοιχείων του ενεργητικού ή του παθητικού τα οποία καθίστανται ληξιπρόθεσμα την διάρκεια του έτους που αρχίζει από το κλείσιμο του ισολογισμού.

γ) Επιτρέπεται ορισμένες ή όλες οι πληροφορίες που αναφέρονται προηγούμενα στα στοιχεία α) και β), να αναγράφονται στον ισολογισμό.]

δ) Τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν πληροφορίες για τα στοιχεία του ενεργητικού που έχουν δοθεί ως εγγύηση ιδίων υποχρεώσεων ή υποχρεώσεων τρίτων (συμπεριλαμβανομένων των ενδεχομένων υποχρεώσεων), κατά τρόπο ώστε να είναι εμφανές, για κάθε λογαριασμό του παθητικού ή για κάθε λογαριασμό εκτός ισολογισμού, το συνολικό ποσό των στοιχείων του ενεργητικού που έχουν δοθεί ως εγγύηση.

4. Αντί των πληροφοριών που απαιτούνται βάσει του άρθρου 43α παρ. 1 περιπτ. 8 του παρόντος, τα πιστωτικά ιδρύματα εμφανίζουν στο προσάρτημα, την αναλογία των εσόδων που συνδέονται με τους λογαριασμούς 1, 3, 4, 6 και 7 του υποδείγματος του λογαριασμού «αποτελέσματα χρήσεως» του άρθρου 124 του παρόντος ανά γεωγραφική αγορά, εφόσον από την άποψη της οργάνωσης του πιστωτικού ιδρύματος, οι αγορές αυτές διαφέρουν μεταξύ τους σημαντικά. Την παράλειψη των πληροφοριών αυτών από το προσάρτημα δύναται να επιτρέψει, με απόφαση του, ο Υπουργός Εμπορίου, εφόσον κρίνει ότι η δημοσιότητα τους θα ήταν σε σοβαρό βαθμό επιζήμια για την Τράπεζα. Κάθε τέτοια παρέκκλιση αναφέρεται στο προσάρτημα.

5. Αντί των πληροφοριών του άρθρου 43α παρ. 1 περ. ιδ΄ του παρόντος, τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να αναγράφουν μόνο τα ποσά των προκαταβολών και των πιστώσεων, που χορηγήθηκαν στα μέλη των οργάνων τους που ασκούν διοίκηση, διεύθυνση ή εποπτεία, καθώς και τις υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν, για λογαριασμό των προσώπων αυτών ως εγγυήσεις πάσης φύσεως. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να παρέχονται κατά συγκεντρωτικό τρόπο για κάθε κατηγορία.

6. Η διάταξη της παραγρ. 8 του άρθρου 42ε του παρόντος εφαρμόζεται για τα πάγια περιουσιακά στοιχεία των λογαριασμών 9 και 10 του ενεργητικού.

7. Τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν επιπλέον και τις ακόλουθες πληροφορίες στο προσάρτημα:

α) την ανάλυση των μεταβιβάσιμων τίτλων που αναγράφονται στους λογαριασμούς 5 έως 8 του ενεργητικού, ανάλογα με το αν είναι ή όχι εισηγμένοι στο χρηματιστήριο,

β) την ανάλυση των μεταβιβάσιμων τίτλων που αναγράφονται στους λογαριασμούς 5 και 6 του ενεργητικού, ανάλογα με το αν θεωρούνται ή όχι πάγια χρηματοπιστωτικά στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 127 παραγρ. 3, του παρόντος, καθώς επίσης και το κριτήριο που χρησιμοποιήθηκε για την διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών κινητών αξιών,

γ) ειδικά οι εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης (LEASING) και το ύψος των εργασιών τους κατανεμημένο μεταξύ των σχετικών λογαριασμών του ισολογισμού,

δ) την ανάλυση των λογαριασμών 13 του ενεργητικού και 4 του παθητικού, καθώς και των λογαριασμών 10 και 16 των αποτελεσμάτων χρήσεως στα κύρια στοιχεία τους, αν αυτά έχουν σημασία για την αξιολόγηση των ετήσιων λογαριασμών. Πρέπει επιπλέον να δίδονται εξηγήσεις για το ύψος τους και για την φύση τους,

ε) τα έξοδα προκαταβάλλονται για τα μειωμένης εξασφάλισης στοιχεία του παθητικού, από το πιστωτικό ίδρυμα, κατά την διάρκεια της χρήσεως,

στ) το γεγονός ότι το ίδρυμα παρέχει σε τρίτους υπηρεσίες διαχείρισης και εκπροσώπησης, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές κατέχουν σημαντική έκταση σε σχέση με το σύνολο των δραστηριοτήτων του ιδρύματος,

ζ) το συνολικό ποσό των στοιχείων του ενεργητικού και το συνολικό ποσό των στοιχείων του παθητικού που εκφράζονται σε ξένο νόμισμα αφού μετατραπούν σε εγχώριο νόμισμα,

η) κατάσταση των ειδών προθεσμιακών εργασιών που εξακολουθούν να είναι εκκρεμείς κατά την ημέρα κλεισίματος του ισολογισμού, ειδικότερα με την ένδειξη, για κάθε τύπο πράξης, εάν πρόκειται για εργασίες των οποίων σημαντικό μέρος έχει δεσμευθεί για την κάλυψη των συνεπειών της διακύμανσης των επιτοκίων, των συναλλαγματικών ισοτιμιών ή των τιμών αγοράς και εάν πρόκειται για εργασίες των οποίων σημαντικό μέρος αφορά εμπορικές πράξεις. Σε αυτούς τους τύπους πράξεως συμπεριλαμβάνονται όλες οι εργασίες των οποίων τ΄ απορρέοντα έσοδα ή έξοδα εμπίπτουν στο λογαριασμό 6 των αποτελεσμάτων χρήσεως ως ιδία ξένο συνάλλαγμα, πολύτιμα μέταλλα, μεταβιβάσιμοι τίτλοι, πιστοποιητικά καταθέσεων, λοιπά στοιχεία ενεργητικού.

8. Το προσάρτημα καταρτίζεται σύμφωνα με την δομή του υποδείγματος των παραγρ. 4.1.502, 4.1.503, 4.1.504 και 4.1.505 του Π.Δ. 384/1992. Το περιεχόμενο του υποδείγματος αυτού συμπληρώνεται και προσαρμόζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.»

ΤΜΗΜΑ VIII

Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις (ενοποιημένοι λογαριασμοί) των πιστωτικών ιδρυμάτων

`Αρθρο 130

(άρθρα 42 και 43 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Για την κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων (ενοποιημένων λογαριασμών) και της ενοποιημένης εκθέσεως διαχειρίσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 90 παραγρ. 1, 2 εδ. α και β και 3, 91, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 100, 101, 102, 103, 104, 105, 106, 107, 108 και 109 του παρόντος νόμου, που προστέθηκαν με το άρθρο 18 του Π.Δ. 498/1987 , εφόσον στις επόμενες διατάξεις του άρθρου αυτού δεν ορίζεται διαφορετικά.

2. Στην περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 97 παραγρ. 3 περιπτ. γ΄. όταν η θυγατρική επιχείρηση, που δεν περιλαμβάνεται στην ενοποίηση, είναι πιστωτικό ίδρυμα και οι μετοχές της είναι προσωρινά δεσμευμένες λόγω παροχής χρηματικής ενισχύσεως προς το σκοπό της αναδιοργανώσεως ή της διασώσεως της θυγατρικής αυτής επιχειρήσεως, οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της επιχειρήσεως αυτής επισυνάπτονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και στο προσάρτημα παρέχονται πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την φύση και τους όρους της χρηματικής αυτής ενισχύσεως.

3. Το άρθρο 98, με εξαίρεση την παραγρ. 2, εφαρμόζεται με την κατωτέρω επιφύλαξη:

Όταν η μητρική επιχείρηση είναι πιστωτικό ίδρυμα και μία ή περισσότερες θυγατρικές επιχειρήσεις, που υπόκεινται σε ενοποίηση, δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα, οι θυγατρικές αυτές επιχειρήσεις συμπεριλαμβάνονται στην ενοποίηση εφόσον η κύρια δραστηριότητα τους συνίσταται σε τοποθετήσεις σε τίτλους ή στην άσκηση μιας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία β΄ έως ιβ΄ του άρθρου 24, παραγρ. 1 του Ν. 2076/1992 .

4. Για την διάρθρωση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων:

– εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 112 και 114 έως 126

– οι διατάξεις του άρθρου 42ε παραγρ. 7 και 8 εφαρμόζονται για τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στους λογαριασμούς του ενεργητικού 9 και 10 του υποδείγματος ισολογισμού του άρθρου 113.

5. Ως προς το περιεχόμενο του προσαρτήματος των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, η διάταξη του άρθρου 107 παραγρ. 1 περ. α΄ εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 129.»

ΤΜΗΜΑ IX

Δημοσιότητα

`Αρθρο 131

(άρθρο 44 Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ)

1. Η δημοσιότητα των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7β παραγρ. 1 και 12 και 43β παραγρ. 5.

Οι μηνιαίες λογιστικές καταστάσεις των Τραπεζών και των υποκαταστημάτων των αλλοδαπών τραπεζών, δημοσιεύονται υποχρεωτικά σε μια ημερήσια καθαρά οικονομολογική εφημερίδα της Αθήνας και μία εβδομαδιαία οικονομολογική εφημερίδα, που εκδίδονται τουλάχιστον επί μία πενταετία συνεχώς.

2. Για την δημοσίευση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων (ενοποιημένων λογαριασμών) των πιστωτικών ιδρυμάτων, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 109.

3. Οι ετήσιες και ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις (ετήσιοι και ενοποιημένοι λογαριασμοί) των πιστωτικών ιδρυμάτων, των οποίων υποκαταστήματα κατά την έννοια της περ. 3 του άρθρου 2 του Ν. 2076/1992 (ΦΕΚ τ.Α/130) είναι εγκαταστημένα στην Ελλάδα, δημοσιεύονται και στην Ελλάδα, μεταφρασμένες στην ελληνική γλώσσα. Η δημοσιότητα πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων 1 και 2.»

Άρθρο 5
(Κωδ. Ν. 2190/1920 άρθρα 70α και 70β που προστέθηκαν με το άρθρο 42 του Π.Δ. 409/1986 και τροποποιήθηκαν και αριθμήθηκαν σε άρθρα 111 και 112 με το άρθρο 20 του ΠΔ 498/1987 . Οδηγία 68/151/ΕΟΚ άρθρο 13. Οδηγία 78/855/ΕΟΚ άρθρο 32. Οδηγία 78/660/ΕΟΚ άρθρα 1 παραγρ. 2, 12 παραγρ. 2 και 53. Οδηγία 82/891 / ΕΟΚ άρθρα 26 παραγρ. 4. οδηγία 83/349/ΕΟΚ άρθρα 6 παραγρ. 5, 40 και 49 παραγρ. 2. Οδηγία 86/635/ΕΟΚ άρθρο 47).

1. Το άρθρο 111 «Τελικές διατάξεις» του Κωδ. Ν. 2190/ 1920 αριθμείται σε άρθρο 132.

2. Το άρθρο 112 «Μεταβατικές διατάξεις» του Κωδ. Ν. 2190/20, αριθμείται σε άρθρο 133, οι δε παράγραφοι 1 και 12 αυτού αντικαθίστανται ως εξής:

«1. Οι διατάξεις των άρθρων 42α, 42β, 42γ, 42δ, 43 και 43α, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάσταση τους με τα άρθρα 29, 30, 31, 32, 34 και 35 του Π.Δ. 409/1986, με εξαίρεση τις διατάξεις περί δημοσιότητας των οικονομικών καταστάσεων, όπως διατυπώνονται αναμορφωμένες στο άρθρο 43β του παρόντος, διατηρούνται σε ισχύ και εφαρμόζονται από τις τραπεζικές επιχειρήσεις μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1993.

Τα πιστωτικά ιδρύματα του άρθρου 2 περιπτώσεις 1 και 6 του Ν. 2076/1992 υποχρεούνται από την εταιρική χρήση που αρχίζει από 1ης Ιανουαρίου 1994 και μετά, να καταρτίζουν τις ετήσιες και ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και την έκθεση διαχειρίσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 110 έως 131 του παρόντος.»

«12. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου, που αναφέρονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, δεν εφαρμόζονται στις τραπεζικές επιχειρήσεις και τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1993. Από τις εταιρικές χρήσεις που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά για τις επιχειρήσεις και τα ιδρύματα αυτά εφαρμόζεται το άρθρο 130.»

Άρθρο 6
Καταργείται κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος Π.Δ. ή ρυθμίζει θέματα που ρυθμίζονται απ΄ αυτές.

Άρθρο 7
Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος αρχίζει:

– του άρθρου 2 από της δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως,

– των λοιπών διατάξεων από τις εταιρικές χρήσεις που αρχίζουν από 1 ης Ιανουαρίου 1994 και μετά, εκτός αν ορίζεται από αυτές διαφορετικά.

Στον Υπουργό Εμπορίου αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση αυτού Προεδρικού Διατάγματος.

Αθήνα, 28 Νοεμβρίου 1994

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ