Νόμος 993 ΦΕΚ Α΄281/21.12.1979
Περί του επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής, απεφασίσαμεν:

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄
Γενικαί Διατάξεις

Άρθρον 1
Περιπτώσεις προσλήψεων
Η πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου από το δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου επιτρέπεται μόνο:
α) Για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών.
β) Για την κάλυψη οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού προσωπικού.
γ) Για την κάλυψη παροδικών αναγκών, που δεν είναι απρόβλεπτες και επείγουσες.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 1476/ 1984, ΦΕΚ Α 136.

Άρθρον 2
Εις τον παρόντα νόμον διά του όρου “νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου” νοούνται και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως, διά δε του όρου ” Υπαλληλικός Κώδιξ” νοείται ο Νόμος 1811/1951 “περί κώδικος Καταστάσεως των Δημοσίων Διοικητικών Υπαλλήλων”, ως ούτος εκάστοτε ισχύει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄
Προσωπικόν προς κάλυψιν απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών.

Άρθρον 3
Απρόβλεπτοι και επείγουσαι ανάγκαι.
Απρόβλεπτες καi επείγουσες είναι οι ανάγκες που προκαλούνται από γεγονότα όπως οι σεισμοί, οι πλημμύρες, οι παγετοί, οι πυρκαγιές, τα λοιμώδη ή μεταδοτικά νοσήματα ή από άλλα γεγονότα από τα οποία προκύπτει άμεσος κίνδυνος ζωής ή περιουσίας.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 1476/1984, ΦΕΚ Α 136

Άρθρον 4
Διάρκεια απασχολήσεως.
Η διάρκεια απασχόλησης του προσωπικού που προσλαμβάνεται για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να υπερβεί τους οκτώ (8) μήνες από το χρόνο εμφάνισης της ανάγκης, οπότε οι εργαζόμενοι αποχωρούν αυτοδίκαια από την εργασία τους. Ο χρόνος εμφάνισης της ανάγκης καθορίζεται με την κατά το άρθρο 5 του Ν. 993/1979 και το άρθρο 254 του Ν. 1188/1981 απόφαση.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν.1256/1982, ΦΕΚ Α 65 αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 9 παρ.2 Ν.1476/1984.

Άρθρον 5
Διαδικασία προσλήψεως.

1. Δι’ αποφάσεως τον οικείου Υπουργού διαπιστούσης το απρόβλεπτον και επείγον της ανάγκης ορίζεται ο αριθμός του αναγκαιούντος προσωπικού, ή ειδικότης αυτού, ως και η διάρκεια της απασχολήσεως εντός του υπό προηγουμένου άρθρου καθοριζομένον ανωτάτου ορίου. Επί θεμάτων αναγομένων εις την αρμοδιότητα νομικών προσώπων δημοσίον δικαίου και των οργανισμών τοπιχής αυτοδιοικήσεως την κατά το προηγούμενον εδάφιον απόφασιν εκδίδει, προκειμένου περί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ο Υπουργός, ο οποίος ασκεί την επ` αυτών εποπτείαν μετά σύμφωνον γνώμην του διοικούντος το νομικόν πρόσωπον οργάνου και προκειμένου περί οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, ο νομάρχης, μετά σύμφωνον γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου.

2. Η πρόσληψις ενεργείται διά πράξεως του αυτού Υπουργού ή τον υπ` αυτόν εξουσιοδοτουμένου οργάνου. Προκειμένου περί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως ή πρόσληψις ενεργείται διά πράξεως του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος, προκειμένου δε περί των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου υπό του διοικούντος το νομικόν πρόσωπον οργάνου. Η πράξις προσλήψεως ορίζει το ονοματεπώνυμον του προσλαμβανομένου, το είδος της εργασίας και τον χρόνον διαρκείας της συμβάσεως εργασίας εντός του, κατά την παράγραφον 1, ανωτάτου ορίου. Διά της, κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου, αποφάσεως δύναται να εγκρίνηται και πρόσληψις, γενομένη προ της εκδόσεως ταύτης, εφύ όσον ή φύσις της ανάγκης επέβαλε τούτο.

3. Η επιλογή ενεργείται ελευθέρως κατά την κρίσιν του έχοντος το δικαίωμα της προσλήψεως οργάνου, άνευ διαδικασίας.

4. Η σύμβασις εργασίας μετά του αναφερομένου εις την κατά την παράγραφον 2 πράξιν προσλήψεως λογίζεται ότι κατηρτίσθη διά της αναλήψεως υπηρεσίας βεβαιουμένης προσηκόντως παρά της υπηρεσίας.

5. Η απασχόλησις του προσλαμβανομένου προσωπικού εις έργα άσχετα προς εκείνα διά τα οποία προσελήφθη απαγορεύεται.

Άρθρον 6
Χρόνος Εργασίας

1. Ο χρόνος εργασίας είναι ο εκάστοτε οριζόμενος υπό της εργατικής νομοθεσίας. Αι ώραι ενάρξεως και λήξεως της εργασίας ορίζονται αναλόγως των συνθηκών και του τόπου απασχολήσεως υπό του αρμοδίου διά την πρόσληψιν οργάνου.

2. Δι εργασίαν κατά Κυριακάς ή νόμω εξαιρεσίμους ημέρας, ως και δι` εργασίαν κατά την νύκτα καταβάλλονται αι υπό της κειμένης εργατικής νομοθεσίας προβλεπόμεναι προσαυξήσεις. Διά την παροχήν τοιαύτης εργασίας αποφασίζει το αρμόδιον διά την πρόσληψιν όργανον, μη απαιτουμένης οιασδήποτε αδείας ετέρας αρχής. Ως εξαιρέσιμοι ημέραι νοούνται αι οριζόμεναι υπό της εργατικής νομοθεσίας.

3. Υπέρβασις του ανωτάτου ορίου ημερησίας εργασίας δύναται να επιτραπή υπό του αρμοδίου διά την πρόσληψιν οργάνου κατόπιν ητιολογημένης αποφάσεώς του, αποκλειομένης της εφαρμογής οιασδήποτε ετέρας συναφούς διατάξεως.

4. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον απασχόλησις δεν δύναται να υπερβή κατά μήνα, δι` έκαστον προσλαμβανόμενον, τας εκατόν είκοσιν ώρας, το δε ωρομίσθιον εκ της εργασίας ταύτης καταβάλλεται ηυξημένον κατά 50%.

Άρθρον 7
Αποδοχαί
Αι αποδοχαί του προσλαμβανομένου κατά τας διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου προσωπικού καθορίζονται κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 1198/1972 “περί του τρόπου ρυθμίσεως των όρων αμοιβής και εργασίας του επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και τροποποιήσεως διατάξεων της “περί συλλογικών συμβάσεων εργασίας νομοθεσίας”.

Άρθρον 8
Λύσις της συμβάσεως

1. Η σύμβασις εργασίας λύεται αυτοδικαίως ευθύς ως αντιμετωπισθούν αι απρόρλεπτοι και επείγουσαι ανάγκαι, ή λήξη ο χρόνος διαρκείας της, κατά πάσαν δε περίπτωσιν ευθύς ως συμπληρωθούν δώδεκα μήνες από της εμφανίσεως της επιβαλλούσης την πρόσληψιν ανάγκης. Περί της αυτοδικαίας λύσεως της συμβάσεως εκδίδεται διαπιστωτική πράξις του αρμοδίου διά την πρόσληψιν οργάνου.

2. Διαρκούσης της απασχολήσεως επιτρέπεται ή καταγγελία της συμβάσεως διά σπουδαίον λόγον. Αδικαιολόγητος αποχή εκ της εργασίας επί τρεις τουλάχιστον σννεχείς ημέρας λογίζεται ως καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του προσλαμβανομένον.

3. Το προσωπικόν του οποίου ή σύμβασις εργασίας λύεται κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου ουδεμιάς αποζημιώσεως δικαιούται εκ της αιτίας ταύτης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄
Προσωπικόν προς πλήρωσιν οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού, ως και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού.

ΤΜΗΜΑ Α΄

Άρθρον 9
Υπηρεσιακή κατάστασις
Η πρόσληψη ειδικού επιστημονικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου ή ορισμένου χρόνου, από το δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου επιτρέπεται σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις, που ειδικά προβλέπονται από τις οικείς διατάξεις κάθε Υπηρεσίας.
Στην κατηγορία των θέσεων ειδικού επιστημονικού προσωπικού υπάγονται οι θέσεις ιδιάζουσας φύσης και αποστολής, για την πλήρωση των οποίων απαιτείται, πέρα από το πτυχίο Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής, ειδική επιστημονική εξειδίκευση που αποδεικνύεται με αναγνωρισμένο διδακτορικό δίπλωμα ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών διάρκειας τουλάχιστον ενός ακαδημαϊκού έτους και εμπειρία τουλάχιστον δύο ετών ή σημαντική εμπειρία τουλάχιστον τεσσάρων ετών, σε συγκεκριμένο και ειδικό τομέα που ανταποκρίνεται στην ιδιάζουσα φύση και αποστολή των θέσεων αυτών.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 1476 /1984, ΦΕΚ Α 136.

ΤΜΗΜΑ Β΄
Προϋποθέσεις και διαδικασία προσλήψεως

Άρθρον 10
Προσόντα προσλήψεως

1. Διά την πλήρωσιν των θέσεων του άρθρου 9 του παρόντος απαιτούνται τα εκάστοτε διά τους μονίμους δημοσίους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους προβλεπόμενα γενικά προσόντα. Διατάξεις ειδικών νόμων προβλέπουσαι την πρόσληψιν αλλοδαπών δεν θίγονται διά του παρόντος.

2. Διά Π. Διαταγμάτων εκδιδομένων κατόπιν προτάσεως του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως και του κατά περίπτωσιν αρμοδίου Υπουργού ορίζονται τα απαιτούμενα ειδικά τυπικά προσόντα. Δι’ ομοίων Π. Διαταγμάτων δύναται να ορίζωνται ειδικαί εξαιρέσεις, ως προς το ανώτατον και κατώτατον όριον ηλικίας των προσλαμβανομένων. Εάν επιτραπή πρόσληψις τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού προ της συμπληρώσεως του 21ου έτους, δεν απαιτείται η υπό του προσλαμβανομένου εκπλήρωσις των στρατιωτικών του υποχρεώσεων.

Άρθρον 11
Τρόπος πληρώσεως θέσεων

1.Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με  το άρθρο 3 παρ. 5 του Ν. 1057/ 1980 (Α 152).

2. Διύ αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Εσωτερικών καθορίζεται αν η πρόσληψις προσωπικού εις τας θέσεις του άρθρου 9 των ΟΤΑ γίνεται διά διαγωνισμού η δι` επιλογής.

Άρθρον 12
Διαδικασία προσλήψεως

1. Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με το άρθρο 3 παρ. 5 του Ν. 1057/ 1980 (Α 152).

2. Κατύ εξαίρεσιν της παραγράφου 1, προκειμένου περί προσλήψεως προσωπικού των ΟΤΑ, διύ επιλογής, διά Π. Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Εσωτερικών, ρυθμίζονται τα της προκηρύξεως, τα των απαιτουμένων δικαιολογητικών, τα του χρόνου υποβολής των, τα του οργάνου ελέγχου αυτών, ως και πάσα αναγκαία λεπτομέρεια.

3. Κατύ εξαίρεσιν της παρ. 1, προκειμένου περί προσλήψεως προσωπικού εις θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού υπηρεσιών του Δημοσίου και ΝΠΔΔ, αι οποίαι, κατά τας ειδικάς περί αυτών διατάξεις, έχουν ως αντικείμενον την επιστημονικήν έρευναν, διά Προεδρικού Διατάγματος εκδιδομένου, προτάσει των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και τον κατά περίπτωσιν αρμοδίου, ρυθμίζονται τα της προκηρύξεως, τα των απαιτουμένων δικαιολογητικών, τα του χρόνου υποβολής των, τα του οργάνου ελέγχου αντών, τα της εκτιμήσεως των προσόντων των υποψηφίων ως και πάσα αναγκαία λεπτομέρεια”.

Άρθρον 13
Πράξις προσλήψεως

1. Η πρόσληψις ενεργείται διύ αποφάσεως του οικείου Υπουργού ή και τον υπύ αυτού εξουσιοδοτουμένου οργάνου, δημοσιευομένης εν περιλήψει εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Προκειμένου περί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου η πρόσληψις ενεργείται διύ αποφάσεως τον αρμοδίου διά την πρόσληψιν του προσωπικού οργάνου. Εις την απόφασιν περί προσλήψεως αναφέρεται το ονοματεπώνυμον του προσλαμβανομένου, το είδος της εργασίας, ως και αν η σύμβασις εργασίας είναι αορίστου ή ωρισμένου χρόνου, εις την δευτέραν δε περίπτωσιν, ο χρόνος της διαρκείας της.

2. Η περί προσλήψεως απόφασις αποστέλλεται ταχυδρομικώς επί αποδείξει εις την διεύθυνσιν κατοικίας του προσλαμβανομένου ή του τυχόν υπ` αυτού οριζομένου αντιπροσώπου, καλουμένου όπως, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάκοντα ημερών, αναλάβη υπηρεσίαν.

3. Η σύμβασις εργασίας μετά του αναφερομένου εις την κατά την παράγραφον 1 απόφασιν λογίζεται ότι κατηρτίσθη διά της αναλήψεως υπηρεσίας, βεβαιουμένης προσηκόντως παρά της υπηρεσίας.

Άρθρον 14
Ανάκλησις προσλήψεως
Η απόφασις προσλήψεως ανακαλείται, εάν ο προσληφθείς δεν απεδέχθη αυτήν είτε ρητώς είτε σιωπηρώς διά της παραμελήσεως της κατά την παράγραφον 2 του προηγουμένου άρθρου προθεσμίας.

Άρθρον 15
Δοκιμαστική υπηρεσία

1. Ο προσαμβανόμενος διά συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου ή ωρισμένου μεν χρόνου, διαρκείας όμως τουλάχιστον δύο ετών, διανύει, ετησίαν δοκιμαστικήν υπηρεσίαν κατά την διάρκειαν της οποίας δύναται να απολυθή, μετύ ητιολογημένην απόφασιν του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, διά λόγους αναγομένους εις την υπηρεσίαν του.

2. Εντός μηνός από της συμπληρώσεως της δοκιμαστικής υπηρεσίας, το οικείον υπηρεσιακόν συμβούλιον υποχρεούται να αποφανθή αν ο προσληφθείς είναι κατάλληλος προς συνέχισιν της παροχής των υπηρεσιών του.

3. Ο κατά τας παραγράφους 1 και 2 του παρόντος κριθείς απολυτέος ή ακατάλληλος προς συνέχισιν της παροχής των υπηρεσιών του, απολύεται υποχρεωτικώς διύ αποφάσεως του αρμοδίου διά την πρόσληψιν οργάνου.

ΤΜΗΜΑ Γ΄
Υποχρεώσεις – Δικαιώματα

Άρθρον 16
Καθήκοντα, περιορισμοί και αστική ευθύνη

1. Αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις περί των θεμελιωδών καθηκόντων, του χρόνου εργασίας των περιορισμών και της αστικής ευθύνης των δημοσίων πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων εφαρμόζονται αναλόγως και επί του προσωπικού του παρόντος κεφαλαίου, εξαιρέσει των περί εντοπιότητος διατάξεων.

2. Διατάξεις προβλέπουσαι την πρόσληψιν προσωπικού μερικής απασχολήσεως δεν θίγονται. Εφύ όσον η μερική απασχόλησις δεν υπερβαίνη τας τρεις ώρας ημερησίως επιτρέπεται εις το προσωπικόν τούτο ή κατοχή και δευτέρας θέσεως.

3. Αι διατάξεις του Ν. 330/1976 “περί επαγγελματικών σωματείων και ενώσεων και διασφαλίσεως της συνδικαλιστικής ελευθερίας,” ως αύται εκάστοτε τροποποιούμεναι ή συμπληρούμεναι ισχύουν, εφαρμόζονται και επί του προσωπικού του παρόντος Κεφαλαίου.

Άρθρον 17
Υπερωριακή απασχόλησις
Η υπερωριακή απασχόλησις επιτρέπεται προς αντιμετώπισιν εκτάκτων και επειγουσών αναγκών, εφαρμοζομένων των εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.

Άρθρον 18
Αποδοχαί

1. Αι αποδοχαί του προσωπικού του παρόντος κεφαλαίου καθορίζονται κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 1198/1972.

2. Η αξίωσις προς λήψιν αποδοχών γεννάται από της αναλήψεως υπηρεσίας, κατά τα υπό της παραγράφου 3 του άρθρου 13 προβλεπόμενα.

3. Αι αποδοχαί καταβάλλονται δεδουλευμένα κατά τα διά αποφάσεως του οικείου Υπουργού ειδικώτερον οριζόμενα. Διατάξεις προβλέπουσαι την καταβολήν αποδοχών ανά δεκαπενθήμερον και εις την αρχήν εκάστου δεκαπενθημέρου δεν θίγονται διά του παρόντος.

4. Οι ημερομίσθιοι, οι οποίοι δεν απησχολήθησαν κατά τας εξαιρεσίμους ημέρας, εφύ όσον η μη απασχόλησις δεν οφείλεται εις τούτους, λαμβάνουν δι εκάστην εξαιρέσιμον ημέραν ποσόν ίσον προς το ημερομίσθιόν των, άνευ άλλης προσαυξήσεως. Το προηγούμενον εδάφιον δεν εφαρμόζεται εις τας περιπτώσεις των Κυριακών.

5. Η αξίωσις προς λήψιν αποδοχών παύει από της λύσεως της συμβάσεως εργασίας.

Άρθρον 19
Κωλύματα παροχής εργασίας

1. Αποδοχαί δεν οφείλονται εις τον προσληφθέντα διά μη παρασχεθείσαν υπηρεσίαν καθόλου ή εν μέρει εξ υπαιτιότητός του.

2. Ο προσληφθείς διατηρεί την αξίωσιν επί των αποδοχών, εάν κωλύεται να εργασθή ένεκα σπουδαίου λόγου, μη οφειλομένου εις υπαιτιότητα αυτού.

3. Ο χρόνος διά τον οποίον κατά την προηγουμένην παράγραφον διατηρείται η επί των αποδοχών αξίωσις δεν δύναται να υπερβή τον μήνα καθ` έκαστον ημερολογιακόν έτος, εάν το κώλυμα επήλθεν εν τουλάχιστον έτος μετά την πρόσληψιν, το ήμισυ δε μήνα εις πάσαν άλλην περίπτωσιν.

4. Ο χρόνος διαρκείας του κωλύματος υπολογίζεται είτε εφύ άπαξ, είτε κατά πλείονα, βραχυτέρας χρονικής διαρκείας, διαστήμτα.

5. Οιονδήποτε ποσόν το οποίον ο προσληφθείς δικαιούται να λάβη διαρκούντος του κωλύματος, λόγω υποχρεωτικής εκ του νόμου ασφαλίσεως, εκπίπτεται εκ των οφειλομένων αποδοχών.

6. Η κατά τας παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου αξίωσις υφίσταται και αν ακόμη η υπηρεσία κατήγγειλε την σύμβασιν εργασίας διαρκούντος του κωλύματος.

Άρθρον 20
Αναγγελία κωλύματος

1. Ο προσληφθείς υποχρεούται να αναγγείλη αμελλητί εις την υπηρεσίαν παν κώλυμα προς παροχήν εργασίας.

2. Εάν το κώλυμα συνίσταται εις νόσον αντού υποχρεούται να προσκομίση εις την υπηρεσίαν βεβαίωσιν εκδιδομένην παρ` ιατρού του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού κατά τας περί τούτου κειμένας διατάξεις, εις την οποίαν θα πιστοποιήται ή ανικανότης προς εργασίαν, ως και η πιθανή διάρκεια αυτής.

Άρθρον 21
Οσάκις κατά τας διατάξεις του άρθρου 19 του παρόντος δεν οφείλονται αποδοχαί, η περικοπή αυτών ενεργείται διά πράξεως του εντεταλμένου την εκκαθάρισιν και πληρωμήν των δαπανών, ειδοποιουμένου προς τούτο υπό του προϊσταμένου της υπηρεσίας, ανακοινούται δε επί αποδείξει εις τον ενδιαφερόμενον.

Άρθρον 22
Κανονική άδεια
Ο προσλαμβανόμενος δικαιούται καθ` έκαστον ημερολογιακόν έτος κανονικής αδείας απουσίας μετά πλήρων αποδοχών, εφ` όσον ή σύμβασις ή η σχέσις εργασίας διήρκεσεν επί δώδεκα μήνας

Άρθρον 23
Διάρκεια κανονικής αδείας

1. Ο χρόνος της αδείας ορίζεται εις δέκα πέντε ημέρας, μετά δε την συμπλήρωσιν τριετίας εις τριάκοντα ημέρας.

2. Αι διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικος περί κανονικών αδειών, συμπεριλαμβανομένων και των αδειών κυήσεως και τοκετού, ισχύουν και επί του προσωπικού του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρον 24
Αδεια άνευ αποδοχών
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας επιτρέπουν, μπορεί να χορηγείται στο προσωπικό του παρόντος κεφαλαίου, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου, άδεια απουσίας άνευ αποδοχών μέχρι έντεκα (11) ή δεκατρείς εργάσιμες ημέρες για κάθε ημερολογιακό έτος, εφόσον εφαρμόζεται ή μη σύστημα πενθήμερης εργασίας αντίστοιχα.
Διατάξεις προβλέπουσαι την χορήγησιν αδείας άνευ αποδοχών πέραν του διά του προηγουμένου εδαφίου οριζομένου αριθμού ημερών δεν θίγονται διά του παρόντος.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 παρ. 3 του Ν. 1586/1986 (Α 37).

Άρθρον 25
Εκπαιδευτική άδεια
Εις το προσωπικόν του παρόντος κεφαλαίου επιιτρέπεται η χορήγησις εκπαιδευτικής αδείας, διαρκείας μέχρι ενός έτους. Διατάξεις προβλέπουσαι την χορήγησιν εκπαιδευτικής αδείας διαρκείας άνω του έτους δεν θίγονται διά του παρόντος. Η κατά τα προηγούμενα εδάφια εκπαιδευτική άδεια χορηγείται υπό τους όρους και περιορισμούς τους ισχύοντας εκάστοτε διά τους μονίμους διοικητικούς πολιτικούς υπαλλήλους.

ΤΜΗΜΑ Δ΄
Μεταβολαί

Άρθρον 26
Τοποθέτησις – Μετάθεσις

1. Η τοποθέτησις του προσωπικού εις τας προς πλήρωσιν κενάς οργανικάς θέσεις ενεργείται διύ αποφάσεως του αρμοδίου διά την πρόσληψιν οργάνου.

2. Η μετάθεσις του προσωπικού επιτρέπεται προς εξυπηρέτησιν υπηρεσιακών αναγκών δι’ αποφάσεως του κατά την προηγουμένην παράγραφον οργάνου μετά ητιολογημένην γνώμην του υπηρεσιακού συμβουλίου.

Άρθρον 27
Οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τις αποσπάσεις των δημόσιων πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων εφαρμόζονται ανάλογα και για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που υπάγονται στο κεφάλαιο αυτό.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 23, παρ.6 του Ν.1735/1987 (Α 195).

Άρθρον 28
Μετακίνησις
Απλή μετακίνησις του προσωπικού εις θέσιν της αυτής αρχής ενεργείται δι’ αποφάσεως του προϊσταμένου αυτής.

Άρθρον 29
Ατομικοί φάκελλοι – εκθέσεις

1. Δι έκαστον προσλαμβανόμενον τηρείται ίδιος φάκελλος περιλαμβάνων πάντα τα αναγκαία στοιχεία τα αφορώντα εις την εν γένει υπηρεσιακήν κατάστασιν αυτού και τας εκθέσεις ουσιαστικών προσόντων.

2. Δι` αποφάσεως του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως καθορίζεται το περιεχόμενον των ατομικών φακέλλων και τα της τηρήσεως αυτών, ως και ο τύπος και το περιεχόμενον των εκθέσεων ουσιαστικών προσόντων και οι αρμόδιοι προς σύνταξιν αυτών.
Με την ίδια απόφαση καθορίζεται το δικαίωμα ένστασης κατά των εκθέσεων ουσιαστικών προσόντων και η σχετική διαδικασία.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 18 του Ν. 1586/1986 (Α 37).

Άρθρον 30
Υπηρεσιακά Συμβούλια

1.`Οπου κατά τας διατάξεις τον παρόντος κεφαλαίου προβλέπεται κρίσις συμβουλίων, αρμόδια είναι τα υπηρεσιακά συμβούλια της οικείας υπηρεσίας.

2. Αρμόδια διά την κρίσιν του προσωπικού τον μεν κεκτημένου πτυχίου Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος ή Ανωτέρας Σχολής είναι τα έχοντα αρμοδιότητα διά την κρίσιν των μονίμων ανωτέρων υπαλλήλων της οικείας υπηρεσίας, του δε λοιπού προσωπικού τα έχοντα αρμοδιότητα διά την κρίσιν των μονίμων κατωτέρων υπαλλήλων. Εις όσας υπηρεσίας δεν υφίσταται ή κατά το προηγούμενον εδάφιον διάκρισις των υπηρεσιακών συμβουλίων, αρμόδιον είναι το υφιστάμενον συμβούλιον.

3. Κατύ εξαίρεσιν των προηγουμένων παραγράφων χρέη υπηρεσιακών συμβουλίων, ασκούν προκειμένου περί βοηθητικού μόνον προσωπικού, των δήμων αι δημαρχιακαί επιτροπαί, των κοινοτήτων τα κοινοτικά συμβούλια, των συνδέσμων, νομικών προσώπων και ιδρυμάτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως τα οικεία διοικητικά συμβούλια.

4. Εις όσας υπηρεσίας δεν προβλέπονται υπηρεσιακά συμβούλια, κατά την έννοιαν της παραγράφου 2 του παρόντος, ταύτα συγκροτούνται δι` αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και του κατά περίπτωσιν αρμοδίου. Διά της αυτής αποφάσεως ορίζονται τα της συνθέσεως και λειτουργίας των συμβουλίων τούτων, εφαρμοζομένων αναλόγως και των σχετικών διατάξεων του Υπαλληλικού Κώδικος.

ΤΜΗΜΑ Ε΄
Πειθαρχικόν Δίκαιον

Άρθρον 31
Έννοια πειθαρχικού αδικήματος

1. Πάσα δι’ υπαιτίου πράξεως ή παραλείψεως παράβασις των καθηκόντων του προσληφθέντος δυναμένη να καταλογισθή αποτελεί πειθαρχικόν αδίκημα.

2. Το κατά την έννοιαν της προηγουμένης παραγράφου καθήκον προσδιορίζεται τόσον εκ των αφορωσών εις την υπηρεσίαν του προσλαμβανομένου διατάξεων, εγκυκλίων, οδηγιών και διαταγών, όσον και εκ της εντός και εκτός υπηρεσίας, ως εκ της θέσεως του προσλαμβανομένου τηρητέας υπό τούτου διαγωγής.

Άρθρον 32
Πειθαρχικά αδικήματα

1. Μεταξύ των πειθαρχικών αδικημάτων καταλέγονται ιδία:
α) η έλλειψις πίστεως και αφοσιώσεως προς την Πατρίδα και τα Εθνικά ιδεώδη, ως και η επιδίωξις διύ έργων ή λόγων της διά βιαίων μέσων ανατροπής του υφισταμένου πολιτειακού ή κοινωνικού καθεστώτος,
β) η επί χρήμασι χαρτοπαιξία και ιδίως εις δημόσιον κέντρον.
γ) η σύναψις στενών κοινωνικών σχέσεων μετά προσώπων, των οποίων ουσιώδη συμφέροντα εξαρτώνται εκ του τρόπου της ασκήσεως της ανατιθεμένης εις τον προσλαμβανόμενον υπηρεσίας,
δ) αι οιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ πολιτικών κομμάτων,
ε) η δημοσία, προφορικώς ή εγγράφως, άσκησις κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής διύ εκφράσεων, αι οποίαι αποδεικνύονν έλλειψιν σεβασμού, ή διά σκοπίμου χρήσεως αβασίμων επιχειρημάτων,
στ) η αποσιώπησις συμμετοχής εις έργα επύ αμοιβή ξένα προς την υπηρεσίαν και εις τας περιπτώσεις ακόμη εκείνας εις τας όποιας επιτρέπεται ή συμμετοχή αύτη,
ζ) η χρησιμοποίησις τρίτων προσώπων προς απόκτησιν υπηρεσιακής εννοίας ή πρόκλησιν ή ματαίωσιν διαταγής της υπηρεσίας,
η) η άμεσος ή διά μέσου τρίτου προσώπου συμμετοχή εις δημοπρασίαν, της επί της οποίας επιτροπής αποτελεί μέλος ο απασχοούμενος ή η αρχή εις την οποίαν ανήκει ούτος.
θ) ή εν υπηρεσία ή εκτός αυτής αναξιοπρεπής διαγωγή,
ι) η βραδεία ες την υπηρεσίαν προσέλευσις ή η πρόωρος εξ αυτής αποχώρησις.
ια) ή ραθυμία, ή αμέλεια, ως και η ατελής ή μη έγκαιρος εκπλήρωσις του καθήκοντος.
ιβ) η μη προσήκουσα συμπεριφορά προς τους πολίτας, τους προϊσταμένους και λοιπούς υπαλλήλους,
ιγ) η αναρμοδία παρέμβασις υπέρ ή κατά τρίτου τινός,
ιδ) η αδικαιολόγητος προτίμησις υποθέσεων νεωτέρων επί παραμελήσει παλαιοτέρων,
ιε) η αδικαιολόγητος αποχή από της εκτελέσεως των καθηκόντων.
ιστ) η άρνησις ή παρέλκυσις εκτελέσεως υπηρεσίας,
ιζ) η παράβασις της εκ της υπηρεσίας επιβαλλομένης χεμυθείας,
ιη) η χρησιμοποίησις της θέσεώς του προς εξυπηρέτησιν ιδιωτικών συμφερόντων αυτού ή προσκειμένων εις αυτόν προσώπων,
ιθ) η χρησιμοποίησις πληροφοριών, τας οποίας κατέχει ως εκ της υπηρεσίας του, προς αποκόμισιν ιδίου οφέλους,
κ) η αποδοχή οιασδήποτε υλικής ευνοίας, ή οποία δεν συνιστά δωροληψίαν, αλλά προέρχεται από πρόσωπα των οποίων τας υποθέσεις διαχειρίζεται ή πρόκειται να διαχειρισθή,
κα) ή λόγω ασυνήθους χρήσεως φθορά ή εγκατάλειψίς ή παράνομος χρήσις πράγματος ανήκοντος εις την υπηρεσίαν,
κβ) πάσα εκ δόλου ή βαρείας αμελείας πράξις ή παράλειψις, η οποία, αν και είναι κατά τύπους νόμιμος, δύναται οπωσδήποτε να βλάψη ή να θέση εις κίνδυνον τα συμφέροντα της Πολιτείας.

2. Διατάξεις ορίζουσαι ειδικά πειθαρχικά αδικήματα διατηρούνται εν ισχύ.

Άρθρον 33
Πειθαρχικαί ποιναί

1. Πειθαρχικαί ποιναί είναι :
α) `Εγγραφος επίπληξις.
β) Πρόστιμον μέχρις αποδοχών ενός μηνός.

2. Πειθαρχική ποινή επιβάλλεται εφ’ όσον δεν δικαιολογείται καταγγελία της συμβάσεως εργασίας διά σπουδαίον λόγον.

Άρθρον 34
Πειθαρχικαί δικαιοδοσίαι
Πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν ασκούν :

α) Οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι και

β) τα πειθαρχικά συμβούλια.

Άρθρον 35
Πειθαρχικώς προϊστάμενοι

1. Πειθαρχικώς πορϊστάμενοι των προσλαμβανομένων υπό του Δημοσίου είναι :
α) Ο Υπουργός επί πάντων των εις την αρμοδιότητα αυτού υπαγομένων και υπηρετούντων είτε εις την κεντρικήν είτε εις περιφερειακήν υπηρεσίαν.
β) Ο γενικός γραμματεύς του οικείου υπουργείου επί του τεχνικού και βοηθητικού προσωπικού των κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών ως και επί του ειδικού επιστημονικού προσωπικού της κεντρικής υπηρεσίας του υπουργείου.
γ) Ο γενικός διευθυντής και ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής υπουργείου επί του τεχνικού και βοηθητικού προσωπικού του υπαγομένου εις την αρμοδιότητα αυτών και υπηρετούντος εις την κεντρικήν υπηρεσίαν.
δ) Ο διευθυντής υπουργείου επί του υπαγομένου εις αυτόν βοηθητικού προσωπικού της κεντρικής υπηρεσίας.
ε) Ο νομάρχης και ο αναπληρωτής νομάρχου επί πάντων των εις την περιφέρειαν αυτού υπηρετούντων, ο δε γενικός διευθυντής νομαρχίας και ο έπαρχος επί των ανηκόντων εις το τεχνικόν και βοηθητικόν προσωπικόν της οικείας περιφερείας.
στ) Οι προϊστάμενοι των περιφερειακών υπηρεσιών επί του εις αυτούς υπαγομένου τεχνικού και βοηθητικού προσωπικού.

2. Πειθαρχικώς προϊστάμενοι είναι επίσης :
α) Οι αρχηγοί των ενόπλων δυνάμεων, του στρατού, του ναυτικού και της αεροπορίας, ως και των σωμάτων ασφαλείας και του λιμενικού σώματος επί των εις αυτούς υπαγομένων.
β) Οι διοικηταί μονάδων και ανωτάτων σχολών των ενόπλων δυνάμεων, οι διευθυνταί καταστημάτων και οι προϊστάμενοι υπηρεσιών επί του υπαγομένου εις αυτούς τεχνικού και βοηθητικού προσωπικού.
γ) Ο γενικός γραμματεύς ή προϊστάμενος αυτοτελούς υπηρεσίας επί πάντων των εις αυτόν υπαγομένων.
δ) Ο διοικητής του Αγίου Όρους επί πάντων των εις την περιφέρειαν αυτού υπηρετούντων.

3. Πειθαρχικώς προϊστάμενοι των προσλαμβανομένων υπό νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου είναι:
α) Ο διοικητής, ο υποδιοικητής, ο μετέχων της διοικήσεως γενικός γραμματεύς νομικού προσώπου, ως και ο πρόεδρος του διοικούντος το νομικόν πρόσωπον συλλογικού οργάνου επί πάντων των υπ` αυτού προσλαμβανομένων.
β) Ο πρόεδρος της Ακαδημίας και ο πρύτανης ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος επί πάντων των εις αυτούς υπαγομένων.
γ) Ο δήμαρχος και ο πρόεδρος της κοινότητος επί των υπαγομένων εις αυτούς.
δ) Ο κατά βαθμόν ανώτερος των μονίμων υπαλλήλων της κεντρικής υπηρεσίας του νομικού προσώπου επί του τεχνικού και βοηθητικού προσωπικού. Επί πλειόνων ομοιοβάθμων υπαλλήλων της κεντρικής υπηρεσίας, η αρμοδιότης εκάστου εκτείνεται επί των εις αυτόν υπαγομένων.
ε) Ο προϊστάμενος διευθύνσεως ή αυτοτελούς τμήματος ή υπηρεσίας, ως και ο προϊστάμενος υπηρεσίας περιφερειακής του νομικού προσώπου μόνιμος υπάλληλος αυτού, επί του υπαγομένου εις αυτόν τεχνικού και βοηθητικού προσωπικού.

4. Η ιδιότης του προϊσταμένου ως μετακλητού ή επί θητεία δεν κωλύει την υπ’ αυτού άσκησιν της πειθαρχικής εξουσίας.

Άρθρον 36
Αρμοδιότης πειθαρχικώς προϊσταμένων.
Την ποινήν της επιπλήξεως δύνανται να επιβάλουν πάντες οι πειθαρχικώς προϊστάμενοι, την ποινήν του προστίμου ο υπουργός, ο γενικός γραμματεύς υπουργείου, οι υπό στοιχεία α και γ της παραγράφου 2 του προηγουμένου άρθρου και οι υπό στοιχεία α, β, και γ της παραγράφου 3 του αυτού άρθρου μέχρι και των αποδοχών δέκα πέντε ημερών, πάντες δε οι λοιποί μέχρι και του ενός τετάρτου των αποδοχών ενός μηνός.

Άρθρον 37
Πειθαρχικά συμβούλια

1. Αρμόδια προς πειθαρχικήν κρίσιν του προσωπικού του παρόντος κεφαλαίου είναι το κατά το άρθρον 30 του παρόντος νόμου υπηρεσιακά συμβούλια κατά τας εις αυτό διακρίσεις.

2. Τα πειθαρχικά συμβούλια επιβάλλουν πάσαν πειθαρχικήν ποινήν.

Άρθρον 38
Εφέσεις

1. Αι πειθαρχικαί αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων, πλην του Υπουργού, υπόκεινται εις έφεσιν.

2. Η έφεσις ασκείται μόνον υπό του τιμωρηθέντος εντός προθεσμίας δέκα πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως της πειθαρχικής αποφάσεως. Η έφεσις και η προς άσκησιν αυτής προθεσμία αναστέλλουν την εκτέλεσιν της αποφάσεως.

3. Αρμόδια προς εκδίκασιν της εφέσεως είναι τα εις το άρθρον 37 του παρόντος πειθαρχικά συμβούλια.

Άρθρον 39
Λοιπαί πειθαρχικαί διατάξεις
Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως, εφ` όσον συμβιβάζονται προς την ρύθμισιν του παρόντος κεφαλαίου, αι διατάξεις του Προεδρικού Διατάγματος 76Ο/1976 “περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των ισχυουσών διατάξεων του πειθαρχικού δικαίου των υπαλλήλων του Δημοσίου και ν.π.δ.δ.”, εξαιρέσει των άρθρων αυτού 3 παρ. 1, 3 και 4, 7 παρ. 1, Ι2, 13, 14, 16, 17 παρ. 1, 2 και 5, 18, 20 παρ. 3, 39, 40, 43, 45 στοιχ. ε και 46 έως 48.

ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄
Λύσις της συμβάσεως εργασίας. Αποζημίωσις.

Άρθρον 40
Περιπτώσεις λύσεως της συμβάσεως εργασίας.
Η σύμβασις εργασίας λύεται :
α) Διά του θανάτου του προσληφθέντος.
β) Διά της εκπτώσεως.
γ) Διά της απολύσεως.
δ) Διά της καταγγελίας, και
ε) διά της λήξεως του χρόνου διαρκείας της.

Άρθρον 41
Εκπτωσις

1. Ο προσληφθείς εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας, εάν απώλεσε την ελληνικήν ιθαγένειαν, ή εάν κατεδικάσθη δι` αμετακλήτου αποφάσεως α) εις ποινήν τουλάχιστον προσκαίρου καθείρξεως, β) εις στέρησιν των πολιτικών δικαιωμάτων, γ) διά πλημμέλημα εκ των αναφερομένων εις το άρθρον 18 του υπαλληλικού κώδικος και δ) δι` ανυποταξίαν ή λιποταξίαν.
Η έκπτωσις επέρχεται και αν η ποινή ανεστάλη υπό όρον.

2. Περί της λύσεως της συμβάσεως εργασίας συνεπεία εκπτώσεως, εκδίδεται διαπιστωτική πράξις του αρμοδίου διά την πρόσληψιν οργάνου, μη δημοσιευομένη εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3. Αι διατάξεις του άρθρου 178 του Υπαλληλικού Κώδικος εφαρμόζονται και εν προκειμένω.

Άρθρον 42
Απόλυσις
Οι προσλαμβανόμενοι κατά τας διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου απολύονται :
α) ΄Ενεκα συμπληρώσεως τον υπό τον επομένου άρθρου οριζομένου ορίου ηλικίας.
β) Δι` υπηρεσιακήν ανεπάρκειαν.
γ) Δι’ ανικανότητα σωματικήν ή πνευματικήν και
δ) λόγω καταργήσεως θέσεως.

Άρθρον 43
Απόλυσις λόγω ορίου ηλικίας

1. Το προσωπικόν του παρόντος κεφαλαίου, εκτός αν άλλως νόμος ορίζη, απολύεται αυτόδικα ως της υπηρεσίας άμα τη συμπληρώσει του 65ου έτους της ηλικίας του. Διά την εφαρμογήν της διατάξεως του προηγουμένου εδαφίου ως ημέρα γεννήσεως λαμβάνεται πάντοτε η 31 Δεκεμβρίου του έτους γεννήσεως.

2. Κατύ εξαίρεσιν της παραγράφου 1, το προσωπικόν του Δημοσίου το μη υπαγόμενον εις τας διατάξεις Ν.Δ. 874/1971 “περί συμπληρώσεως διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας “περί απονομής των πολιτικών και στρατιωτικών συντάξεων”, ως και το τοιούτον των Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ, το οποίον δεν αποκτά δικαίωμα συντάξεως διατηρείται εν υπηρεσία μέχρι συμπληρώσεως τοιούτου δικαιώματος και πάντως ουχί πέραν του 70ου έτους της ηλικίας του. Επίσης το προσωπικόν του Δημοσίου, το υπαγόμενον εις τας διατάξεις του Ν.Δ. 874/1971, εάν κατά την συμπλήρωσιν του 65ον έτους της ηλικίας του δεν αποκτά δικαίωμα συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου ή άλλου ασφαλιστικού φορέως, διατηρείται εν υπηρεσία μέχρι συμπληρώσεως τοιούτου δικαιώματος εκ του οικείου ασφαλιστικού φορέως, πλην του Δημοσίου, και πάντως ουχί πέραν του 70ου έτους της ηλικίας του. Διά την κατά τα προηγούμενα εδάφια διατήρησιν του προσωπικού εκδίδεται πράξις τον αρμοδίου διά την πρόσληψιν οργάνου δημοσιευομένη εν περιλήψει διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

3. Η διάταξις της παραγράφου 2 δεν έχει εφαρμογήν προκειμένου περί των εχόντων την ιδιότητα του συνταξιούχου, εξ ιδίας υπηρεσίας, του Δημοσίου ή Οργανισμού Κοινωνικής `Ασφαλίσεως.

4.Περί της κατά το παρόν άρθρον λύσεως της εργασιακής σχέσεως εκδίδεται διαπιστωτική πράξις του αρμοδίου διά την πρόσληψιν οργάνου, δημοσιευομένη εν περιλήψει διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

5. Η παράγραφος 3 του άρθρου 16 του Ν. 1811/ 1951 (πρώτον εδάφιον της παραγράφου 5 του άρθρου 20 του Π.Δ. 611/1977 “περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον υπό τον τίτλον “Υπαλληλικός Κώδιξ” των ισχυουσών διατάξεων των αναφερομένων εις την κατάστασιν των υπαλλήλων του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.), αντικαθίσταται ως εξής:
“3. Η ηλικία αποδεικνύεται εκ της εντός εννενήκοντα ημερών, από της γεννήσεως συντεταγμένης ληξιαρχικής πράξεως και εν ελλείψει τοιαύτης, προκειμένου μεν περί αρρένων, εκ της εις το μητρώον αρρένων εγγραφής, αρχικής ή διορθωθείσης μετύ αναθεώρησιν κατά τας διατάξεις του περί στρατολογίας νόμου, προκειμένου δε περί θηλέων εκ του γενικού μητρώου των δημοτών”.

Άρθρον 44
Απόλυσις δι` υπηρεσιακήν ανεπάρκειαν

1. Η ένεκα υπηρεσιακής ανεπαρκείας απόλυσις αποφασίζεται ητιολογημένως υπό του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, μετά προηγουμένην κλήσιν του απασχολουμένου όπως παράσχη εγγράφως ή προφορικώς τας αναγκαίας διασαφήσεις.

2. Η λύσις της συμβάσεως εργασίας επέρχεται από της κοινοποιήσεως εις τον ενδιαφερόμενον της αποφάσεως του υπηρεσιακού συμβουλίου.

Άρθρον 45
Απόλυσις διά σωματικήν ή πνενματικήν ανικανότητα

1. Η ένεκεν σωματικής ή πνευματικής ανικανότητος απόλυσις αποφασίζεται υπό του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου μετά προηγουμένην γνώμην της πρωτοβαθμίου υγειονομικής επιτροπής ή, εν περιπτώσει ασκήσεως εφέσεως κατ` αυτής, της δευτεροβαθμίου υγειονομικής επιτροπής του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού εις την οποίαν παραπέμπεται ο απασχολούμενος υπό της υπηρεσίας.

2. Η λύσις της συμβάσεως εργασίας επέρχεται από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως του υπηρεσιακού συμβουλίου.

3. Αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές για το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν.δ. 874/1971, είναι οι επιτροπές που προβλέπονται για τους μόνιμους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 23, παρ.10 του Ν.1735/1987 (Α 195).

Άρθρον 46
Απόλυσις λόγω καταργήσεως θέσεως

1. Η σύμβασις εργασίας λύεται αυτοδικαίως διά της καταργήσεως της θέσεως του απασχολουμένου. Εάν εντός έτους από της τοιαύτης απολύσεως συσταθή εκ νέου η καταργηθείσα θέσις, ο απολυθείς προτιμάται διά την κατάληψιν αυτής.

2. Εις περίπτωσιν κατά την οποίαν αι καταργούμεναι θέσεις δεν εξειδικεύονται ή εκ του συνόλου των θέσεων ειδικότητός τινος ωρισμέναι μόνον καταργούνται το οικείον υπηρεσιακόν συμβούλιον μετ` εισήγησιν της αρμοδίας υπηρεσίας αποφαίνεται ητιολογημένως περί ποίων εκ των απασχολουμένων λύεται η σύμβασις εργασίας. Εις την περίπτωσιν αυτήν η λύσις της συμβάσεως εργασίας επέρχεται από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.

3. Κατά τας περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου η αρμοδία υπηρεσία υποχρεούται να εισαγάγη την υπόθεσιν εις το οικείον Υπηρεσιακόν Συμβούλιον το βραδύτερον εντός 15 ημερών από της καταργήσεως των θέσεων, το δε Συμβούλιον να αποφασίση εντός 15 ημερών από της εις αυτό περιελεύσεως της υποθέσεως.

Άρθρον 47
Καταγγελία της συμβάσεως εργασίας υπό της υπηρεσίας

1. Η σύμβασις εργασίας δύναται να καταγγελθή υπό της υπηρεσίας οποτεδήποτε διά σπουδαίον λόγον. Σπουδαίον λόγον συνιστά ιδία:
α) Η παράβασις του άρθρου 32 παρ. 1 περιπτ. α.
β) Η παράβασις καθήκοντος κατά τον Ποινικόν Κώδικα ή άλλον ειδικόν ποινικόν νόμον.
γ) Η αδικαιολόγητος αποχή από της εκτελέσεως των καθηκόντων επί δέκα πέντε τουλάχιστον κατά συνέχειαν ημέρας.
δ) Η παραβίασις απορρήτων της υπηρεσίας.
ε) Η διάπραξις εντός έτους, αφύ ης ετελέσθη αδίκημα τιμωρηθέν τουλάχιστον διά προστίμου ίσου προς τας αποδοχάς ενός μηνός ετέρου αδικήματος δυναμένου να επισύρη την αυτήν ποινήν.
στ) Η εκ συστήματος ανάρμοστος συμπεριφορά κατά την εκτέλεσιν των καθηκόντων.
ζ) Η σοβαρά απείθεια εις τας νομίμους εντολάς των προϊσταμένων.

2. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου γίνεται διύ αποφάσεως του αρμοδίου διά την πρόσληψιν οργάνου μετά σύμφωνον ητιολογημένην γνώμην του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, η δε λύσις της συμβάσεως εργασίας επέρχεται από της ανακοινώσεως της αποφάσεως εις τον απασχολούμενον.

Άρθρον 48
Καταγγελία της συμβάσεως εργασίας υπό του απασχολουμένου

1. Ο απασχολούμενος δικαιούται να καταγγέλλη την σύμβασιν εργασίας κατά πάντα χρόνον.

2. Η καταγγελία γίνεται διύ εγγράφου δηλώσεώς του υποβαλλομένης εις την υπηρεσίαν.

3. Ο καταγγέλλων υποχρεούται να παρέχη τας υπηρεσίας του επί δέκα πέντε ημέρας από της υποβολής του κατά την προηγουμένην παράγραφον εγγράφου εκτός αν η υπηρεσία ήθελεν απαλλάξει αυτόν εν όλω ή εν μέρει της υποχρεώσεως ταύτης.

Άρθρον 49
Αποζημίωσις

1. Επιφυλασσομένων των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου ή αποζημίωσις λόγω απολύσεως ή καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπό της υπηρεσίας καθορίζεται, ως ακολούθως :
α) Διά το προσωπικόν το οποίον έχει συνεχή υπηρεσίαν από ενός έτους μέχρι τριών ετών αι αποδοχαί ενός μηνός, άνω των τριών και μέχρις εξ ετών, αι αποδοχαί δύο μηνών, άνω των εξ και μέχρις οκτώ ετών, αι αποδοχαί τριών μηνών και άνω των οκτώ και μέχρι δέκα ετών αι αποδοχαί τεσσάρων μηνών.
β) Η αποζημίωσις της ανωτέρω περιπτώσεως προσαυξάνεται κατά το ποσόν των αποδοχών ενός μηνός διύ έκαστον συμπεπληρωμένον έτος υπηρεσίας, πέραν των δέκα και μέχρι τριάκοντα ετών.

2. Ο υπολογισμός της αποζημιώσεως γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Κατά τον υπολογισμόν της αποζημιώσεως αι μηνιαίαι αποδοχαί δεν λαμβάνονται υπ` όψιν κατά το ποσόν το οποίον υπερβαίνουν το οκταπλάσιον του ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου, πολλαπλασιαζόμενον επί τον αριθμόν 30.

3. Εις το προσωπικόν του παρόντος Κεφαλαίου το υπαγόμενον, διά την χορήγησιν συντάξεως, εις την ασφάλισιν του Δημοσίου και απολυόμενον κατά τας διστάξεις των άρθρων 43, 44 και 45 του παρόντος, εφύ όσον κατά τον χρόνον της απολύσεως δικαιούται συντάξεως εξ ιδίας υπηρεσίας εκ του Δημοσίου, δεν καταβάλλεται η υπό της παραγράφου 1 οριζομένη αποζημίωσις. Εις το προσωπικόν τούτο απολυόμενον κατά τας διατάξεις των άρθρων 46 και 47, εφ’ όσον κατά τον χρόνον της απολύσεως ή καταγγελίας της συμβάσεως δικαιούται συντάξεως εξ ιδίας υπηρεσίας, καταβάλλεται αποζημίωσις ίση προς το ήμισυ της υπό της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου οριζομένης, εξαιρέσει των περιπτώσεων, α β, και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 47, δι’ ας ουδεμία αποζημίωσις οφείλεται.

4. Το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, το οποίο δεν υπάγεται, για τη χορήγηση σύνταξης, στην ασφάλιση του Δημοσίου, εφόσον συμπληρώνει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης, δύναται να αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 40%, το δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της προβλεπόμενης από τις κείμενες διατάξεις αποζημίωσης.
Εις το προσωπικόν τούτο απολυόμενον κατά τας διατάξεις των άρθρων 43,44, 45,46 και 47,εφ`όσον κατά τον χρόνον της απολύσεως δικαιούται συντάξεως εξ ιδίας υπηρεσίας, καταβάλλεται αποζημίωσις ίση προς το ήμισυ της υπό της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου οριζομένης, εξαιρέσει των περιπτώσεων α, β και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 47, διύ ας ουδεμία αποζημίωσις οφείλεται. Της αυτής αποζημιώσεως και υπό τας αυτάς προϋποθέσεις δικαιούται και το κατά το άρθρον 15 απολυόμενον προσωπικόν.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 6 παρ.1 Ν.3320/2005,ΦΕΚ Α 48/23.2.2005.Η ισχύς αρχίζει την 1.1.2004.

5. Εάν η αορίστου ή ωρισμένου χρόνου σύμβασις εργασίας διήρκεσεν υπέρ το εν έτος και λυθή διά θανάτου του προσληφθέντος καταβάλλεται εις τους κατά τας διατάξεις του Αστικού Κώδικος αναγκαίους κληρονόμους τούτου, εξαιρέσει των ενηλίκων τέκνων, το ήμισυ της ως άνω οριζομένης αποζημιώσεως. Της αποζημιώσεως ταύτης δικαιούνται και τα ενήλικα τέκνα εφύ όσον φοιτούν εις δημοσίαν ή ανεγνωρισμένην σχολήν ή ανώτατον εκπαιδευτικόν ύΙδρυμα και δεν έχουν υπερβή το 25ον έτος της ηλικίας των. Τα θήλεα τέκνα δικαιούνται της κατά τα άνω αποζημιώσεως ανεξαρτήτως ηλικίας εφύ όσον είναι άγαμα και δεν εργάζονται.

6. Αι παράγραφοι 1 έως 5 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και επί σχέσεως εργασίας.

7. Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων έχουν ανάλογον εφαρμογήν και επί των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υπηρετούντων μισθωτών επί σχέσει εργασίας αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν ανήκουν εις το επιστημονικόν, τεχνικόν ή βοηθητικόν προσωπικόν, περί του οποίου το άρθρον 9 του παρόντος.

ΤΜΗΜΑ Ζ΄
Ειδικοί Σύμβουλοι ή συνεργάται

Άρθρον 50

1. Αι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν έχουν εφαρμογήν επί των ειδικών συμβούλων και συνεργατών του Πρωθυπουργού, των Αντιπροέδρων της Κυβερνήσεως και των Υπουργών.

2. Τα των νομικών συνεργατών ή νομικών συμβούλων ή δικηγόρων, προσλαμβανομένων επί συμβάσει εις το Δημόσιον, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, διέπονται υπό των κειμένων περί αυτών διατάξεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄
Προσωπικόν προς κάλυψιν παροδικών αναγκών.

Άρθρον 51
Πρόσληψις. Υπηρεσιακή κατάστασις
Η πρόσληψις προσωπικού οιασδήποτε ειδικότητος διά συμβάσεως εργασίας ωρισμένου χρόνου προς κάλυψιν εποχικών ή άλλων περιοδικών αναγκών ή προσκαίρων τοιούτων μη εμπιπτουσών εις την υπό στοιχείον α περίπτωσιν τον άρθρου 1 του παρόντος νόμου προβλεπομένη υπό των οικείων διατάξεων εκάστης των εν τω αυτώ άρθρω υπηρεσιών και η υπηρεσιακή κατάστασις του προσωπικού τούτου διέπεται υπό των ακολούθων άρθρων.

Άρθρον 52
Τρόπος προσλήψεως

1. Η πρόσληψις του προσωπικού του παρόντος κεφαλαίου ενεργείταί διά διαγωνισμού ή δι επιλογής, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 11, 12, 13 και 14 τον παρόντος νόμου.

2. Διατάξεις προβλέπουσαι διά την πρόσληψιν του κατά το άρθρον 51 προσωπικού την σύμπραξιν και ετέρων Υπουργών ή προβλέπουσαι ειδικά τυπικά ή ουσιαστικά προσόντα, δεν θίγονται υπό των διατάξεων του παρόντος.

Άρθρον 53
Χρόνος εργασίας
Αι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 6 και του άρθρου 17 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και επί του προσωπικού του παρόντος Κεφαλαίου.

Άρθρον 54
Αποδοχαί

1. Αι αποδοχαί του προσωπικού του παρόντος κεφαλαίου καθορίζονταί κατά τας διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.Δ. 1198/1972.

2. Διά τον καθορισμόν των αποδοχών του προσωπικού του προσλαμβανομένου διά την εκτέλεσιν του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων ή της τεχνικής βοηθείας διεθνών οργανισμών συμπράττει και ο Υπουργός Συντονισμού.

Άρθρον 55

1. Ο χρόνος διαρκείας της συμβάσεως εργασίας ορίζεται διά της περί προσλήψεως πράξεως και δεν δύναται να υπερβή τους πέντε μήνας, προκειμένου περί προσωπικού προσλαμβανομένου διά την κάλυψιν εποχιακών ή άλλων περιοδικών αναγκών ή το εν έτος προκειμένου περί λοιπών πρόσκαιρων αναγκών.

2. Προκειμένου περί του προσωπικού του προσλαμβανομένου προς αντιμετώπισιν πρόσκαιρων αναγκών επιτρέπεται ανανέωσις της συμβάσεως μέχρι τεσσάρων το πολύ ετών από της προσλήψεως.

3. Αι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 8 εφαρμόζονται και επί του προσωπικού του παρόντος κεφαλαίου.

4. Η σύμβασις εργασίας λύεται αυτοδικαίως ευθύς ως λήξη ο χρόνος διαρκείας της άνευ ουδεμιάς αποζημιώσεως εκ της αιτίας ταύτης.

Άρθρον 56
Τοποθέτησις – Μετάθεσις. Απόσπασις – Μετακίνησις
Αι διατάξεις των άρθρων 26, 27 και 28 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και επί του προσωπικού του προσλαμβανομένου προς κάλυψιν προσκαίρων αναγκών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄
Τελικαί και μεταβατικαί διατάξεις

Άρθρον 57

1. Αι διατάξεις του άρθρου 43 εφαρμόζονται αναλόγως και επί του, κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υπηρετούντος και υπερβάντος το 65ον έτος της ηλικίας επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ.

2. `Οπου εις τον παρόντα νόμον δεν ορίζεται άλλως εφαρμόζονται συμπληρωματικώς αι περί συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

3. Διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων, συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων ρυθμίζουσαι ευνοϊκώτερον διά το προσωπικόν του παρόντος νόμου, θέματα, περί ων τα άρθρα 19, 20 και 21, δεν θίγονται διά του παρόντος.

4. Αι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 55 του παρόντος δεν έχουν εφαρμογήν επί του κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υπηρετούντος προσωπικού, του οποίου, η χρονική διάρκεια της συμβάσεως διέπεται υπό των ειδικών περί του προσωπικού αυτού διατάξεων.

Άρθρον 58
Διατάξεις περί του προσωπικού της Προεδρίας της Δημοκρατίας, της Βουλής των Ελλήνων, του εις την αλλοδαπήν προσωπικού του Υπουργείου Εξωτερικών, των δημοσιογράφων και εκτάκτων συνεργατών της Γενικής Γρμματείας Τύπου και Πληροφορίών και του αλλοδαπού προσωπικού του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου του συνδεομένου διά συμβάσεως εργασίας δεν θίγονται υπό του παρόντος νόμου.

Άρθρον 59
Διατάξεις ρυθμίζουσαι τα της προσλήψεως και απασχολήσεως εν γένει προσωπικού προς αντιμετώπισιν απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών, περί ων το άρθρον 3 του παρόντος, παύουν ισχύουσα από της δημοσιεύσεως του παρόντος.
Το δυνάμει τοιούτων διατάξεων προσληφθέν προσωπικόν διέπεται εφεξής υπό των διατάξεων του κεφαλαίου Β` του παρόντος νόμου.

Άρθρον 60

1. Δεν θίγονται διά του παρόντος νόμου αι διατάξεις του Ν. 966/1979 “περί αντικαταστάσεως διατάξεων του Ν. 404/1976 “περί αποζημιώσεως των εκ της υπηρεσίας αποχωρούντων καλλιτεχνών και τεχνικών της Εθνικής Λυρικής Σκηνής” και του άρθρου 6 του Ν. 445/1976 “περί εκπροσωπήσεως της Ελλάδος εις τας Ευρωπαϊκάς Κοινότητας και οργανώσεως των Διοικητικών Υπηρεσιών εν όψει της εφαρμογής του Κοινοτικού Καθεστώτος “.

2. Πάσα ετέρα γενική ή ειδική διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον ή αναγομένη εις θέματα ρυθμιζόμενα υπύ αυτού καταργείται.

Άρθρον 61
Έναρξις ισχύος
Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται μετά δίμηνον από της δημοσιεύσεώς του, εξαιρέσει των διατάξεων του κεφαλαίου Β` και των άρθρων 43-49, αι οποίαι ισχύουν από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Ο παρών νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ΄ Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.

Εν Αθήναις τη 17 Δεκεμβρίου 1979

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ

Εθεωρήθη και ετέθη η μεγάλη του Κράτους σφραγίς