Νόμος 982 ΦΕΚ Α΄239/20.10.1979
Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της “περί Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών νομοθεσίας και ετέρων τινών διατάξεων.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής, απεφασίσαμεν:

Άρθρον 1

1. Το Ταμείον Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών (ΤΣΑΥ) διοικείται υπό εννεαμελούς Διοικητικού Συμβουλίου απαρτιζομένου:
α) Εξ ενός πτυχιούχου Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος της ημεδαπής ή ισοτίμου της αλλοδαπής, έχοντος γνωσείς και πείραν περί τα ασφαλιστικά θέματα, ως Προέδρου.
β) Εξ ενός (1) ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών.
γ) Εκ δύο (2) ιατρών.
δ) Εξ ενός (1) οδοντιάτρου.
ε) Εκ δύο (2) φαρμακοποιών, εξ ων ο εις εκ των εχόντων φαρμακείον και ο έτερος εκ των εμμίσθων φαρμακοποιών.
στ) Εξ ενός (1) κτηνιάτρου.
ζ) Εξ ενός (Ι) συνταξιούχου υγειονομικού.

2. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Δ.Σ. μετά των αναπληρωτών των, διορίζονται δι` αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, κατά την ακόλουθον διαδικασίαν :
α) Ο Πρόεδρος ορίζεται υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά γνώμην των Πανελληνίων Υγειονομικών Συλλόγων.
β) Εκαστον των υπό στοιχεία γ έως και ζ της προηγουμένης παραγράφου, μελών ορίζεται υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά πρότασιν των αντιστοίχων Πανελληνίων Υγειονομικών Συλλόγων, της Πανελληνίου Ενώσεως Φαρμακοποιών δια τον έμμισθον φαρμακοποιόν και της Ενώσεως Συνταξιούχων Υγειονομικών.
Η ως άνω διαδικασία τηρείται και εις πάσαν περίπτωσιν κενώσεως θέσεως μέλους τινός του Δ.Σ. διαρκούσης της θητείας του εν λόγω Συμβουλίου και διά τον υπόλοιπον χρόνον αυτής.
Κατά την πρώτην συνεδρίασιν εκάστου νέου Διοικητικού Συμβουλίου εκλέγεται, διά μυστικής ψηφοφορίας, εις τκ των ιατρών μελών αύτον ως Αντιπρόεδρος.

3. Εις το Διοικητικόν Συμβούλιον μετέχει, άνευ ψήφου, ως Κυβερνητικός Επίτροπος, ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών.

4. Εισηγητής εις το Δ.Σ. είναι ο Γενικός Διευθυντής του Ταμείου ή ο αναπληρών τούτον Διευθυντής.

5. Χρέη Γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου εκτελεί υπάλληλος του ΤΣΑΥ, οριζόμενος μετά του αναπληρωτού του υπό του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου.

6. Το Δοικητικόν Συμβούλιον ευρίσκεται εν απαρτία παρόντων πέντε (5) τουλάχιστον μελών, εν οις ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος. Εν ισοψηφία υπερισχύει η γνώμη ης δίδεται η ψήφος του Προέδρου.

7. Η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου είναι τριετής, αρχομένη από της δημοσιεύσεως, εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Υπουργού Κοιν. Υπηρεσιών περί διορισμού των μελών του Δ.Σ. και του Κυβερνητικού Επιτρόπου, παρατεινομένη μέχρι του διορισμόν της νέας Διοικήσεως, πάντως ουχί πέραν του τριμήνου από της ληξεώς του.

8. Τον Πρόεδρον και τα μέλη τον Δ.Σ. εις περίπτωσιν απουσίας, κωλύματος ή ελλείψεως, αναπληρούν αντιστοίχως ο Αντιπρόεδρος και τα αναπληρωματικά μέλη.

9. Από της, κατά την παράγρ. 2 του παρόντος άρθρου, συγκροτήσεως του νέου Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΣΑΥ, λήγει ή θητεία του υφισταμένου Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου.

10. Η Τεχνική Επιτροπή του άρθρου 43 του από 10/16.5.1958 Β.Δ/τος “περί Κανονισμού Διοικητικής Οργανώσεως του ΤΣΑΥ”, αποτελείται εκ τον Προέδρου του Δ.Σ., ως Προέδρου, εξ ενός ιατρού μέλους του Δ.Σ. οριζομένου δι αποφάσεως αυτού, του ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, μέλους του αυτού Συμβουλίου, του Γεν. Διευθυντού και του Νομικού Συμβούλου τον Ταμείου, αναπληρουμένων εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος υπό των νομίμων αναπληρωτών των. Ειδικώς ο Νομ. Σύμβουλος αναπληρούται υπό δικηγόρου της Νομικής Υπηρεσίας του Ταμείου.
Εις την Τεχνικήν Επιτροπήν ανατίθενται και αι αρμοδιότητες της Επιτροπής ύΕργων και Επισκευών του άρθρου 42 του ως άνω Β.Δ/τος.
Εν τη περιπτώσει ταύτη, αντί του ιατρού και του ανωτέρου υπαλλήλου του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, μελών του Δ.Σ., μετέχουν ως μέλη ισάριθμοι μηχανικοί πτυχιούχοι Ανωτάτων Εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, οριζόμενοι δι αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετά των αναπληρωτών των.
Χρέη Γραμματέως εκτελεί ο Γραμματεύς του Δ.Σ.

11. Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος καταργείται το παρά τω ΤΣΑΥ λειτουργούν Εποπτικόν Συμβούλιον, αι δε αρμοδιότητες αυτού αι προβλεπόμεναι υπό των διατάξεων των εδαφίων δ και ε της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του από 10/16 Μαίου 1958 Β. Δ/τος “περί Κανονισμού Διοικητικής Οργανώσεως του ΤΣΑΥ” και της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του Ν.Δ. 3348/1955″ περιέρχονται εις το Διοικητικόν Συμβούλιον του Ταμείου.

Άρθρον 2

1. Εις την ασφάλισιν του ΤΣΑΥ υπάγονται αι οι μη ασκούντες το υγειονομικόν επάγγελμα πτυχιούχοι υγειονομικοί, οι απασχολούμενοι επ` αμοιβή εις ιατρικάς, φαρμακευτικάς και χημικάς εν γένει επιχειρήσεις και Νομικά Πρόσωπα πάσης φύσεως, υφ` οιανδήποτε ιδιότητα. Κατύ εξαίρεσιν, δεν υπάγονται εις την ασφάλισιν του ΤΣΑΥ οι εκ των ανωτερω τυγχάνοντες, κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος, ησφαλισμένοι εις έτερον φορέα κυρίας ασφαλίσεως, εκτός εάν ήθελον ζητήσει, εντός διετίας από της ισχύος του παρόντος, την υπαγωγήν των εις την ασφάλισιν του ΤΣΑΥ η οποία και χωρεί από της πρώτης του επομένου της υποβολής της αιτήσεως μηνός, αφ` ης και διακόπτεται ή ασφάλισις παρά τω ετέρω φορεί.
Αι διατάξεις του Ν.Δ. 4202/1961, περί διατηρήσεως των εκ της κοινωνικής ασφαλίσεως δικαιωμάτων εν περιπτώσει μεταβολής ασφαλιστικού φορέως”, ως αύται εκάστοτε ισχύουν, εφαρμόζονται και εν προκειμένω.

2. Στην ασφάλιση του Τ.Σ.Α.Υ. υπάγονται υποχρεωτικά και οι πτυχιούχοι υγειονομικοί, που είναι εταίροι ομόρρυθμης εταιρείας, ετερόρρυθμης εταιρείας, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και μέλη διοικητικών συμβουλίων ανωνύμων εταιρειών με αντικείμενο ιατρικές, οδοντιατρικές, φαρμακευτικές, κτηνιατρικές και χημικές εργασίες, καθώς επίσης και υγειονομικοί που είναι εταίροι ή μέτοχοι εταιρειών ιδιωτικών φορέων πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας του Π.Δ. 84/2001 (ΦΕΚ 70 Α), εφόσον σε όλες αυτές τις περιπτώσεις προσφέρουν τις υγειονομικές τους υπηρεσίες στο νομικό πρόσωπο της εταιρείας, χωρίς αμοιβή. Η παροχή των υγειονομικών υπηρεσιών τους αποδεικνύεται με βεβαίωση του νομικού προσώπου της εταιρείας.
Στην ασφάλιση του Ταμείου υπάγονται υποχρεωτικά:
α) Οι απασχολούμενοι σε ερευνητικά προγράμματα πανεπιστημίων, νοσοκομείων ή άλλων ιδρυμάτων.
β) Οι συμμετέχοντες σε μεταπτυχιακές σπουδές είτε ως υπότροφοι είτε χωρίς αμοιβή.
γ) Οσοι υγειονομικοί κάνουν πρακτική άσκηση για λήψη άδειας άσκησης επαγγέλματος χωρίς αμοιβή.
δ) Οι απασχολούμενοι ως σύμβουλοι επιχειρήσεων ή οργανισμών σε θέματα ειδικότητάς τους, εφόσον η σχέση τους δεν είναι εξαρτημένη.
ε) Οσοι έχουν επιχειρήσεις εμπορίας ή εισαγωγής ειδών ή παροχής υπηρεσιών συναφών με το υγειονομικό επάγγελμα.
στ) Οι απασχολούμενοι σε μη κυβερνητικές οργανώσεις εντός ή εκτός Ελλάδας άνευ αμοιβής.
Τα ανωτέρω πρόσωπα υποχρεούνται στην καταβολή των εισφορών του ελευθέρως ασκούντος το επάγγελμα υγειονομικού και για όλους τους κλάδους ασφάλισης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 76 του Ν. 2676/1999. Στην περίπτωση αυτή δεν καταβάλλεται η εισφορά που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 4, καθώς και της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 982/1979, όπως ισχύουν.
Σε περίπτωση που οι κατά τα άνω υγειονομικοί μετέχουν σε περισσότερες από μια εταιρείες ή συντρέχει και άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος, καταβάλλουν στο Τ.Σ.Α.Υ. μια φορά την ανωτέρω εισφορά.
Οι υγειονομικοί, που εμπίπτουν στην παρούσα ρύθμιση και έχουν καταβάλλει μέχρι την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού τις εισφορές του ελευθέρως ασκούντος το επάγγελμα, συνεχίζουν κανονικά την ασφάλισή τους. Οσοι από τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν ασφαλισθεί ως έμμισθοι, θεωρείται ότι καλώς εχώρησε η ασφάλισή τους, οι δε ασφαλιστικές εισφορές δεν επιστρέφονται.
Οσοι από τους ανωτέρω υγειονομικούς δεν έχουν ασφαλιστεί στο Ταμείο μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμουα υτού, μπορούν να ζητήσουν την ασφάλισή τους αναδρομικά, με αίτηση, μέσα σε προθεσμία δύο (2) ετών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, καταβάλλοντας τις εισφορές που ισχύουν κατά την ημερομηνία εξόφλησης της οφειλής τους, χωρίς την επιβολή πρόσθετων τελών.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.2 άρθρ.18 Ν.3232/2004,ΦΕΚ Α 48/12.2.2004.

3. . Υγειονομικοί μη υπαχθέντες, μέχρι της ενάρξεως ισχύος του παρόντος Νόμου, εις την ασφάλισιν του ΤΣΑΥ, ως έχοντες υπερβή το 50ν έτος της ηλικίας των, δύνανται να υπαχθούν εις αυτήν και να αναγνωρίσουν τον από της συστάσεως του Ταμείου μέχρι της ασφαλίσεως των χρόνον ασκήσεως του υγειονομικού επαγγέλματος, δι εξαγοράς, καταβάλλοντες δι έκαστον αναγνωριζόμενον μήνα την εισφοράν την ισχύουσαν δια τον ελευθέρως ασκούντα το επάγγελμα υγειονομικόν κατά τον χρόνον υποβολής της σχετικής αιτήσεως. Τυχόν εγγραφέντες και μη καταβαλλόντες τας ασφαλιστικάς εισφοράς των, κατά τας προϊσχυούσας διατάξεις, υποχρεούνται εις την καταβολήν της κατά τα ανωτέρω εισφοράς ή εις την καταβολήν του υπολοίπου, των υποχρεώσεων των υπολογιζομένων ως ανωτέρω.
Ούτοι δύνανται να καταβάλλουν το εκ της αιτίας ταύτης οφειλόμενον ποσόν προς τον Κλάδον Συντάξεως εις 36 ισοπόσους μηνιαίας δόσεις.
Εις περίπτωσιν μη εμπροθέσμου καταβολής δύο εν συνεχεία δόσεων, απόλλυται το δικαίωμα τμηματικής εξοφλήσεως του υπολοίπου της οφειλής, όπερ καθίσταται απαιτητόν εξ ολοκλήρου. Το ποσόν τούτο αναπροσαρμόζεται προς το μέχρι της καταβολής ποσοστόν αυξήσεως της εισφοράς και επιβαρύνεται δια του νομίμου τόκου, από της πρώτης του επομένου της απωλείας δικαιώματος τμηματικής εξοφλήσεως μηνός.
Κατύ εξαίρεσιν, οι εκ των ανωτέρω έχοντες υπερβή, κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος, το 62ον έτος της ηλικίας των, δύνανται να υπαχθούν εις την ασφάλισιν του ΤΣΑΥ, έστω και μη ασκούντες το επάγγελμα εφόσον αποδείξουν 15ετή τουλάχιστον άσκησιν του επαγγέλματος των από της συστάσεως του Ταμείου και εφεξής, υπό την προϋπόθεσιν ότι δεν τυγχάνουν συνταξιούχοι του Δημοσίου ή οιουδήποτε Οργανισμού κυρίας ασφαλίσεως. Προκειμένης της συνταξιοδοτήσεως τούτων ο απαιτούμενος κατά περίπτωσιν χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως δια την απονομήν αυτοίς συντάξεως λόγω γήρατος ή αναπηρίας και εν περιπτώσει θανάτου αυτών, της συνταξιοδοτήσεως των δικαιοδόχων των, μειούται εις το ήμισυ, ο δε συνολικός χρόνος ασφαλίσεως δια την λόγω γήρατος συνταξιοδότησιν δεν δύναται να είναι ελάσσων της 15ετίας.
Σημ.: όπως αναριθμήθηκε  με την παρ.2 άρθρ.18 Ν.3232/2004,ΦΕΚ Α 48/12.2.2004.

4. α. Στην ασφάλιση των Τομέων Υγειονομικών, του Ε.Τ.Α.Α., μπορούν να υπαχθούν:
α.α. Οι πτυχιούχοι υγειονομικοί που έχουν άδεια άσκησης επαγγέλματος και είναι εγγεγραμμένοι στον οικείο υγειονομικό σύλλογο, όπου αυτό απαιτείται, πριν την έναρξη άσκησης του επαγγέλματος ή άλλης δραστηριότητας για την οποία ασφαλίζονται υποχρεωτικά στο Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Σ.Α.Υ.. Η ανωτέρω δυνατότητα χορηγείται από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης και μέχρι δύο έτη.
β.β. Οι υγειονομικοί για τους οποίους προβλέπεται λήψη ειδικότητας, μπορούν να υπαχθούν στην ασφάλιση των Τομέων Υγειονομικών του Ε.Τ.Α.Α. για το χρονικό διάστημα αναμονής και τα τυχόν ενδιάμεσα διαστήματα που παρεμβάλλονται μέχρι την τοποθέτηση τους για την λήψη κύριας ειδίκευσης και μέχρι τρία έτη.
β. Στην ασφάλιση των Τομέων Υγειονομικών του Ε.Τ.Α.Α. μπορούν να συνεχίσουν να ασφαλίζονται οι υγειονομικοί, που μετά την έναρξη του επαγγέλματος ή άλλης δραστηριότητας για την οποία ασφαλίζονται υποχρεωτικά στο Ε.Τ.Α.Α.- Τ.Σ.Α.Υ., δεν αποδεικνύουν άσκηση επαγγέλματος σύμφωνα με το π.δ. 517/1988 (Α` 233) ή άλλη δραστηριότητα για την οποία ασφαλίζονται υποχρεωτικά στον ανωτέρω τομέα για διαστήματα ανάμεσα σε δύο περιόδους ασφάλισης, και μέχρι δύο έτη συνολικά. Το δικαίωμα αυτό ασκείται πριν την επανέναρξη της υποχρεωτικής ασφάλισης τους με τις ισχύουσες προϋποθέσεις και ανατρέχει στην ημερομηνία διακοπής της προηγούμενης ασφάλισης.
Χρόνοι ασφάλισης που εμπίπτουν στις περιπτώσεις α` και β` και έχουν ήδη αναγνωριστεί δεν μπορούν να αναγνωριστούν εκ νέου.
Απαραίτητη προϋπόθεση για την ασφάλιση είναι να μην ασκούν το επάγγελμα του υγειονομικού στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή και να μην έχουν στραφεί σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα συνεπεία της οποίας υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση άλλου φορέα ασφάλισης στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή και να μην υπηρετούν τη θητεία τους στις Ένοπλες Δυνάμεις. Αν διαπιστωθεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διατάξεως του προηγούμενου εδαφίου η ασφάλιση διακόπτεται, ο χρόνος ασφάλισης διαγράφεται και τυχόν καταβληθείσες εισφορές δεν επιστρέφονται.
γ. Όσοι ασφαλιστούν με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο καταβάλλουν τις προβλεπόμενες εισφορές ελεύθερου επαγγελματία με τις νόμιμες προσαυξήσεις.
δ. Ο χρόνος ασφάλισης που ρυθμίζεται με την παρούσα διάταξη, καθώς και ο χρόνος όσων έχουν υπαχθεί σε ανάλογη ρύθμιση ασφάλισης με αποφάσεις του Δ.Σ. του πρώην Τ.Σ.Α.Υ. θεωρείται πλασματικός με όλες τις έννομες συνέπειες που αυτό συνεπάγεται.
Αιτήσεις που υποβάλλονται βάσει των περιπτώσεων αα`, ββ` και β` δεν ανακαλούνται.
Σημ.: όπως η παράγραφος 4 προστέθηκε με το άρθρο 58 Ν.3996/2011,ΦΕΚ Α 170/5.8.2011.

Άρθρον 3
`Η παράγραφος 3 του άρθρου 5 του Κωδ. Νόμου 5945/1934 “περί ΤΣΑΥ” αντικαθίσταται ως κατωτέρω :
“3. Χρόνος πλασματικής ασφαλίσεως, λογιζόμενος δια τους ησφαλισμένους του ΤΣΑΥ ως πραγματικός, έτι δε και άνευ ασκήσεως του επαγγέλματος, είναι ο χρόνος :
α) Ο απαιτούμενος προς απόκτησιν της ειδικότητος του πτυχιούχου υγειονομικού εν Ελλάδι ή εν αλλοδαπή.
β) Καθ` ον ο ησφαλισμένος διετέλεσεν Βουλευτής, Υπουργός, Υφυπουργός, Γεν. Γραμματεύς Υπουργείου ή Νομάρχης.
γ) Στρατεύσεως, ως κληρωτού ή εφέδρου του πτυχιούχου Υγειονομικού μέχρι δύο (2) ετών, προ ή μετά την λήψιν του πτυχίου του.
δ) Ασκήσεως του Υγειονομικού επαγγέλματος εν Δωδεκανήσω από της 1ης Ιανουαρίου 1928 μέχρι και της 31ης Δεκεμβρίου 1946.
ε) Προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως, όπου προβλέπεται τοιαύτη.
Ο, κατά την παρούσαν παράγραφον, χρόνος λογίζεται ως εν πραγματική ασφαλίσει υπό την προϋπόθεσιν της εξαγοράς, διά καταβολής δι έκαστον μήνα της εισφοράς του ελευθέρως ασκούντος το επάγγελμα υγειονομικού, της ισχυούσης κατά τον χρόνον εξοφλήσεως της οφειλής.
Ομοίως δύναται να αναγνωρίζεται ως χρόνος πλασματικής ασφαλίσεως ο χρόνος της μετεκπαιδεύσεως ή ασκήσεως του υγειονομικού επαγγέλματος εις την αλλοδαπήν προ της εγγραφής εις το Ταμείον ή μετά ταύτην και μέχρι δέκα (1Ο) ετών, εν συνόλω. Οι αναγνωρίζοντες τον εν λόγω χρόνον υποχρεούνται εις την καταβολήν εισφοράς κατά τα εν τη προηγουμένη περι- πτώσει αναφερόμενα.
Χρόνος πραγματικής ή πλασματικής ασφαλίσεως δι ον δεν κατεβλήθησαν εισφοραί υπό του ελευθέρως ασκούντος το επάγγελμα υγειονομικού και παρεγράφη ή σχετική αξίωσις του Ταμείου, δεν υπολογίζεται ως ασφαλιστέος εκτός εάν ο ησφαλισμένος ή τα μέλη της οικογενείας του ήθελον καταβάλει τας αναλογούσας μηνιαίας εισφοράς βάσει του ισχύοντος ασφαλίστρου κατά τον χρόνον της καταβολής, μετά των προσαυξήσεων προ της εισαγωγής της αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως ενώπιον του αρμοδίου οργάνου του Ταμείου δια την απονομήν της παροχής”.

Άρθρον 4

1. Η παράγραφος 11 του άρθρου 40 του Κ.Ν. 5945/1934 και αι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 6 του Ν.Δ. 3348/1955 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί ΤΣΑΥ νομοθεσίας” ως αντικατεστάθησαν υπό του άρθρου 1 του Ν.Δ. 306/1974 κοι ηρμηνεύθησαν δια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν.102/1975 “περί συστάσεως ανασυστάσεως και καταργήσεως θέσεων του προσωπικού του Υπουργείου Κοιν. Υπηρεσιών και ετέρων τινών διατάξεων” αντικαθίστανται ως ακολούθως:
4. α) Η μηνιαία εισφορά πάντων των ησφαλισμένων εις το ΤΣΑΥ υγειονομικών, διά τον Κλάδον Συντάξεως, ορίζεται εις ποσοστόν οκτώ επί τοις εκατόν (8%) του εκάστοτε βασικού μηνιαίου μισθού δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου επί βαθμώ 2ω και καταβάλλεται εις το Ταμείον εντός του επομένου του εις ον αναφέρεται αύτη μηνός.
Η εισφορά των ως άνω ησφαλισμένων, των υπαγομένων εις την ασφάλισιν του Ταμείου από της ισχύος του παρόντος, δια τους πρώτους εξήκοντα (6Ο) μήνας από της ενάρξεως της ασφαλίσεώς των, ορίζεται εις ποσοστόν πέντε επί τοις εκατόν (5%) επί του αυτού ως άνω βασικού μηνιαίου μισθού δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου επί βαθμώ 2ω.
Προκειμένου περί των υπαχθέντων εις την ασφάλισιν του Ταμείου από 1ης Ιανουαρίου 1975 και εφεξής, ή κατά το ανωτέρω μειωμένη εισφορά καταβάλλεταί από της ισχύος του παρόντος μέχρι συμπληρώσεως εξήκοντα (60) μηνών από της ενάρξεως της ασφαλίσεώς των.
β) Η κατά τας διατάξεις της παρούσης παραγράφου εισφορά των ελευθέρως ασκούντων το επάγγελμα ησφαλισμένων του Τ.Σ.Α.Υ., καταβάλλεται υπό του υποχρέου, προκειμένου δε περί φαρμακοποιών εχόντων ίδιον φαρμακείον παρακρατείται παρά του Ι. Κ. Α. κατά την καταβολήν αυτοίς της αξίας των χορηγηθέντων φαρμάκων ή προκαταβολής επί της αξίας των φαρμάκων και αποδίδεται εις το Τ.Σ.Α.Υ. εντός του επομένου μηνός μετά ονομαστικής καταστάσεως εχούσης πλήρη στοιχεία του ησφαλισμένου. “Από 1.7.2004 με την ίδια διαδικασία παρακρατούνται από το Ι.Κ.Α. και αποδίδονται στο Τ.Σ.Α.Υ. και οι εισφορές του κλάδου πρόνοιας, ασθένειας και στέγης υγειονομικών των εν λόγω φαρμακοποιών.
Εις περίπτωσιν μη υποβολής υπό φαρμακοποιών λογαριασμών εις το Ι.Κ.Α., ούτοι υποχρεούνται εις την απύ ευθείας καταβολήν της εισφοράς των προς το Ταμείον.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.6 άρθρ.19 Ν.3232/2004,ΦΕΚ Α 48/12.2.2004.
γ) Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, εκδιδομένων μετά πρότασιν του Δ.Σ. του Τ.Σ.Α.Υ., δύνανται να ανακαθορίζωνται τα κατά το πρώτον εδάφιον της παρούσης παραγράφου ποσοστά εισφορών ως και αι αποδοχαί εφ ων θα υπολογίζωνται ταύτα.
Ο κατά τα άνω ανακαθορισμός ενεργείται δια την ανέλιξιν της χορηγουμένης υπό του Ταμείου πλήρους συντάξεως εις το ύψος της συντάξεως δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου επί βαθμώ 2ω έχοντος 35ετή υπηρεσίαν και εφ όσον τα, κατά τας κειμένας διατάξεις διατιθέμενα πλεονάσματα δεν επαρκούν δια την ανωτέρω βεβλίωσιν.
Η ανωτέρω βελτίωσις θα πραγματοποιήται τμηματικώς μέχρι της εντός πενταετίας από της ισχύος του παρόντος ολοκληρώσεώς της, λαμβανομένων υπ όψιν των εν τω μεταξύ αναπροσαρμογών, ως και των εν τω μέλλοντι επερχομένων.

5. α) Φυσικά ή νομικά πρόσωπα απασχολούντα υγειονομικούς, αι επιχειρήσεις ως και τα νομικά πρόσωπα τα νόμω εξομοιούμενα προς το Δημόσιον ή απολαύοντα των ατελειών και προνομίων τούτου ή άποτελούντα δημοσίαν επιχείρησιν λειτουργούσαν χάριν του δημοσίου συμφέροντος υπό οιανδήποτε μορφήν, υποχρεούνται εις καταβολήν εργοδοτικής εισφοράς ίσης κατά ποσοστόν προς την εκάστοτε ισχύουσαν δια τον Κλάδον Συντάξεως του ΙΚΑ υπολογιζομένης επί του συνόλου των εκάστοτε αποδοχών των ησφαλισμένων του Ταμείου. Δια τους εμμίσθους ησφαλισμένους δι ους δεν τυγχάνει νόμω επιτρετπή η άσκησις ελευθέρου επαγγέλματος ή ως άνω εισφορά υπολογίζεταί επί του συνόλου των αποδοχών των, μη δυναμένων να υπερβούν το δια το ΙΚΑ, ισχύον ανώτατον όριον.
Εις τας αποδοχάς υπολογίζεται παν ποσόν όπερ καταβάλλεται υπό του εργοδότου ασχέτως εξηρτημένης ή μη σχέσεως προς το λαμβάνον την αμοιβήν πρόσωπον και ανεξαρτήτως πληρωμής τούτου κατά χρονικήν μονάδα ή κατύ επίσκεψιν ή επί τοις ποσοστοίς καθ` οιανδήποτε άλλην μορφήν.
β) Οι ανωτέρω εργοδόται υποχρεούνται εις παρακράτησιν της κατά την παράγραφον 4 τον παρόντος άρθρου εισφοράς του ησφαλισμένον ως και της κατά το προηγούμενον εδάφιον α τοιαύτης και εις απόδοσιν ταύτης εις το ΤΣΑΥ, ομού μετά της βαρυνούσης αυτούς και κατά αυτό εδάφιον εργοδοτικής εισφοράς εντός επομένου μηνός αφ ου κατέστησαν απαιτητοί αι αντίστοιχοι αποδοχαί, μετ` ονομαστικής καταστάσεως εχούσης πλήρη στοιχεία των ησφαλισμένων, το ύψος των αποδοχών εφ` ων υπελογίσθησαν αι κρατήσεις και εργοδοτικαί εισφοραί, ως και το ποσόν τούτων κεχωρισμένως.
Επιτρέπεται εις τα ελεγκτικά όργανα του ΤΣΑΥ όπως διενεργούν έλεγχον των τηρουμένων βιβλίων και λοιπών στοιχείων των οιασδήποτε μορφής Νομικών Προσώπων ή επιχειρήσεων αίτινες απασχολούν καθ` οιονδήποτε τρόπον ησφαλισμένους του Ταμείου προς εξακρίβωσιν των κατά την παρούσαν παράγραφον πόρων αυτού”.

2. Αι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν.Δ. 3348/1955 δεν εφαρμόζονται δια τας εισφοράς των ησφαλισμένων τας αναλογούσας εις το μέχρι της ισχύος του παρόντος χρονικόν διάστημα, εφ` όσον ήθελον εξοφληθή μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1981.

3. Καθυστερούμεναι ασφαλιστικαί εισφοραί κλινικών προς το ΤΣΑΥ προερχόμεναι εκ κρατήσεων και εργοδοτικών εισφορών, αναγόμεναι εις το μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1977 χρονικόν διάστημα κεφαλαιοπούμεναι, εξοφλούνται κατά τας διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του άρθρου 1 του Ν. 38/1975, εφαρμοζομένων και εν προκειμένω αναλόγως, εφ` όσον ήθελεν υποβληθή σχετική αίτησις εντός έτους από της ισχύος του παρόντος.
Διά τους υπαγομένους εις την ως άνω ρύθμισιν εφαρμογήν έχουν και αι διατάξεις της παρ. 11 τον άρθρου 1 του αυτού ως άνω Ν. 38/1975.

4. Η παράγραφος 2 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3348/ 1955 αντικαθίσταται ως κάτωθι :
“2. α) Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, εκδιδομένων μετά γνώμην του Δ.Σ. του Τ.Σ.Α.Υ. δύναται να μεταβάλλεται ο τρόπος και η διαδικασία εν γένει της βεβαιώσεως και εισπράξεως της εισφοράς εξ ιατροσήμου δια τα παρασκευαζόμενα ή συσκευαζόμενα εν Ελλάδι φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα, τα προοριζόμενα δια την εσωτερικήν κατανάλωσιν.
β) Εις περίπτωσιν εισπράξεως της ως άνω εισφοράς δι ετικέττας επί υδατογραφημένου χάρτου, δια των αυτών ως άνω αποφάσεων θέλουν ορισθή και ο τρόπος επικολλήσεως ταύτης επί των φαρμακευτικών ίδιο- σκευασμάτων, τα της διαθέσεως και ακυρώσεως των αποκομμάτων, ως και πάσα άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
γ) Εις περίπτωσιν εισπράξεως της ανωτέρω εισφοράς εις χρήμα αύτη υπο λογίζεται εις ποσοστόν εξ και ήμισυ επί τοις εκατόν (6,5% ) επί της χονδρικής τιμής πωλήσεως των φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων και καταβάλλεται υπό των υποχρέων φαρμακευτικών επιχειρήσεων βάσει καταστάσεως εχούσης την έννοια υπευθύνου δηλώσεως περί των διατεθέντων προς πώλησιν φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων.
Εις την κατάστασιν ταύτην καταχωρούνται αριθμητικώς τα εκδοθέντα τιμολόγια εκάστου μηνός και ή συνολική τιμή πωλήσεως των εις αυτά περιλαμβανομένων φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων των υποκειμένων, κατά τας κειμένας διατάξεις, εις εισφοράν. Η ανωτέρω κατάστασις υποβάλλεται εις το Τ.Σ.Α.Υ. εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου από της εκδόσεως των τιμολογίων μηνός, επί σκοπώ αμέσου καταβολής τοις μετρητοίς της αντιστοίχου οφειλής. Εις περίπτωσιν μη υποβολής ή μη εμπροθέσμου υποβολής της κατά τα ανωτέρω καταστάσεως, δύναται δι αποφάσεως του Δ.Σ. τον ΤΣΑΥ, να επιβαρυνθούν οι υπόχρεοι δι` εφ` άπαξ ποσού, ανερχομένου μέχρι ποσοστού εκ 10% της εισφοράς δι` ην δεν υπεβλήθη κατάστασις, ανεξαρτήτως των λοιπών προσθέτων επιβαρύνσεων.
Το Τ.Σ.Α.Υ. δικαιούται όπως δια των αρμοδίων οργάνων αυτού διενεργή έλεγχον απάντων των τηρουμένων υπό των επιχειρήσεων βιβλίων και τιμολογίων προς διπίστωσιν των πράγματι κατά μήνα γενομένων πωλήσεων και της αναλογούσης εις ταύτας εισφοράς, οι δε υπόχρεοι οφείλουν να παρέχουν πάσαν διευκόλυνσιν και πληροφορίαν δια την απρόσκοπτον και αντικειμενικήν διεξαγωγήν του ελέγχου.
Ο ανωτέρω έλεγχος δύναται μετά από απόφαση του Δ.Σ. του ΤΣ.Α.Υ. να ανατίθεται κατά περίπτωση και σε μία από τις εταιρείες ή κοινοπραξίες που είναι εγγεγραμμένες στην ιδιαίτερη μερίδα του μητρώου της παρ. 5 του άρθρου 13 του π.δ/τος 226/1992 (ΦΕΚ 120 Α`) και όπως τούτο κάθε φορά ισχύει.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2556/1997 Α 270/24.12.1997

Αι τυχόν προκύπτουσαι διαφοραί μεταξύ των ελεγκτικών οργάνων του ΤΣΑΥ και των φαρμακευτικών επιχειρήσεων αι αφορώσαι το ποσόν της οφειλομένης εισφοράς επιλύονται υπό του Δ.Σ. του Ταμείου, υπό των υπηρεσιών του οποίου καλείται προηγουμένως όπως εκθέση εγγράφως τας απόψεις της η φαρμακευτική επιχείρησις.
Εν περιπτώσει εκπροθέσμου καταβολής του οφειλομένου ποσού εισφοράς αύτη επιβαρύνεται δια του νομίμου τόκου, εάν δε ή καθυστέρησις υπερβή το τρίμηνον αύτη βαρύνεται και δια προσθέτου τέλους εν επί τοις εκατόν (1%) δι` έκαστον μήνα, του υποχρέου ευθυνομένου και κατά την διάταξιν του άρθρον 375 του Ποινικού Κώδικος.
δ) Κατά πάσαν περίπτωσιν υπολογισμού της είσφοράς εξ ιατροσήμου φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, περί ης ή παρούσα παράγραφος ουδέν ποσόν εκπίπτεται συνεπεία εκπτώσεως τινος.
ε) Δι αποφάσεων τον Δ.Σ. του Τ.Σ.Α.Υ. εγκρινομένων υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, δύναται να ζητήται από τους υποχρέους προς απόδοσιν της εισφοράς ιατροσήμου επί των παραγομένων ή κατασκευαζομένων εν τη ημεδαπή φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων εγγύησις Τραπέζης ης το ποσόν ορίζεται δια των αυτών αποφάσεων. Τούτο ισχύει και δια την περίπτωσιν χορηγήσεως ιατροσήμων ή άλλων αξιών επί πιστώσει.
στ) Δι αποφάσεως του Δ.Σ. του Τ.Σ.Α.Υ., εγγρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνιών Υπηρεσιών, δύνανται να εξαιρούνται των κατά τα εδάφια β και γ τρόπων καταβολής της εισφοράς ιατροσήμου φαρμακευτι- καί επιχειρήσεις δια τα υπ’ αυτών παρασκευαζόμενα ή συσκευαζόμενα εν Ελλάδι φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα, υποχρεούμεναι εν τη περιπτώσει ταύτη εις την επικόλλησιν ιατροσήμου αναλόγου αξίας επί των εν λόγω ιδιοσκευασμάτων.

5. Αι διατάξεις του Α.Ν. 86/1967 “περί επιβολής κυρώσεων κατά των καθυστερούντων την καταβολήν και απόδοσιν εισφορών εις Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφαλίσεως ως τροποποιηθείσαι ισχύουν, εφαρμόζονται και επί του ΤΣΑΥ.

Άρθρον 5

1. Αι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 80 και το άρθρον 81 του Κ.Ν. 5945/1934, ως ετροποιήθησαν μεταγενεστέρως αντικαθίστανται ούτω :
“1. Συντάξεως λόγω γήρατος δικαιούται ο ησφαλισμένος, ο εξερχόμενος της ασφαλίσεως και έχων συμπληρώσει :
α) 35ετή χρόνον ασφαλίσεως, ανεξαρτήτως ηλικίας.
β) 30ετή χρόνον ασφαλίσεως και το 58ον έτος της ηλικίας του.
γ) 15ετή χρόνον ασφαλίσεως και το 64ον έτος της ηλικίας του, προκειμένου δε περί θηλέων ησφαλισμένων το 58ον έτος της ηλικίας.
Εις απάσας τας ανωτέρω περιπτώσεις απαιτείται 15ετής χρόνος πραγματικής ασφαλίσεως, υπολογιζόμενος από της ημερομηνίας καταβολής ή συμπληρώσεως του δικαιώματος εγγραφής”.

2. Ειδικαί διατάξεις προβλέπουσαι μειωμένας χρονικάς προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεως, δεν θίγονται δια του παρόντος.

3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 4111/1960 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Υγειονομικών Συλλόγων ιατρικών και Παραϊατρικών Επαγγελμάτων, Ασφαλίσεως, Υγειονομικών, Φαρμάκων κλπ.” διατάξεων αντικαθίσταται ούτω :
“3. Δια την απονομήν συντάξεως λόγω ανικανότητος ή θανάτου απαιτείται ή συμπλήρωσις πενταετούς τουλάχιστον χρόνον πραγματικής ασφαλίσεως υπό του μετόχου, εκτός εάν ή ανικανότης ή ο θάνατος επήλθεν εκ βιαίου συμβάντος κατά την εκτέλεσιν του καθήκοντος, οπότε δεν απαιτείται χρόνος αναμονής”.

4. Συντάξεως λόγω θανάτου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου δικαιούνται τα άρρενα άγαμα τέκνα ως και οι άρρενες άγαμοι αδελφοί και μετά την συμπλήρωσιν του 18ου έτους της ηλικίας των, εφ όσον :
α) Δεν υπερέβησαν το 25ον έτος της ηλικίας των και φοιτούν πραγματικώς εις Σχολάς Μέσης, Ανωτέρας ή Ανωτάτης εκπαιδεύσεως υπό την προϋπόθεσιν ότι δεν ασκούν επάγγελμα ή δεν λαμβάνουν σύνταξιν εξ ιδίας εργασίας εκ του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή οιουδήποτε φορέως κυρίας ασφαλίσεως.
β) Κατά την χρονολογίαν του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου είναι ανίκανοι προς εργασίαν, κατέστησαν δε ανίκανοι προ της συμπληρώσεως του 18ου έτους της ηλικίας των η διαρκούσης της, κατά το προηγούμενον εδάφιον, φοιτήσεώς των [και ευρίσκονται εν ενδεία].
Η συνταξιοδότησις των ως άνω προσώπων διαρκεί Δι’ όσον χρόνον εξακολουθούν υφιστάμεναι αι ανωτέρω προϋποθέσεις.
#####

5. Η παράγραφος 1 του άρθρου 28 του Ν.Δ. 3348/1955 αντικαθίσταται ως εξής :
“1. Το προς σύνταξιν δικαίωμα δεν υπόκειται εις παραγραφήν”.

6. Αι διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογήν και επί των προ της ισχύος του παρόντος νόμου επελθουσών ασφαλιστικών περιπτώσεων, έστω και αν εξεδόθησαν απορριπτικαί αποφάσεις του Δ.Σ. η δε σύνταξις άρχεται από της πρώτης του επομένου μηνός από της υποβολής της αιτήσεως εφ’ όσον πληρούνται και αι λοιπαί νόμιμοι προϋποθέσεις.

7. Εν περιπτώσει διακοπής της συντάξεως ή απωλείας του συνταξιοδοτικού δικαιώματος το καταβληθέν ποσόν από της ημερομηνίας καθ` ην επήλθεν ή διακοπή ή η απώλεια της συντάξεως, μέχρι του τέλους του εις ον αναφέρεται αύτη μηνός, δεν αναζητείται.

8. Εν περιπτώσει απωλείας, εξ οιασδήποτε αιτίας, του συνταξιοδοτικού δικαιώματος δικαιοδόχου τινός προσώπου, το ποσοστόν της συντάξεως των λοιπών συνταξιοδοτουμένων προσώπων αναπροσαρμόζεται αναλόγως από της πρώτης του επομένου μηνός.

Άρθρον 6

1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 26 και το άρθρον 37 του Ν.Δ. 3348/1955 αντικαθίσταται ως εξής :
” Εν περιπτώσει υπάρξεως οφειλής δεν εισάγεται ενώπιον του αρμοδίου οργάνου του Ταμείου οιαδήποτε αίτησις παροχής εάν προοηγουμένως δεν έχουν εξοφληθή πάσαι αι ασφαλιστικαί και λοιπαί υποχρεώσεις του ησφαλισμένου, αι προερχόμεναι εξ οιασδήποτε μορφής εισφορών ή εξ ιατροσήμου ως και εκ πάσης φύσεως δικαιωμάτων του Τ.Σ.Α.Υ., μετά των προσθέτων επιβαρύνσεων.
Επί συνταξιοδοτικής παροχής ή καταβολή της συντάξεως δεν δύναται να ανατρέξη εις χρόνον προγενέστερον της πρώτης του μηνός του επομένου εκείνου καθ` ον εγένετο ή εξόφλησις πάσης οφειλής του ησφαλισμένου προς το Ταμείον.
Κατύ εξαίρεσιν είναι δυνατή ή απονομή της συντάξεως και προ της ημερομηνίας εξοφλήσεως των οφειλών του ησφαλισμένου, εάν το σύνολον της κυρίας οφειλής δεν υπερβαίνη ποσόν αντιστοιχούν εις το σύνολον δώ- δεκα (12) μηνιαίων εισφορών, προβλεπομένων δια τους Κλάδους Συντάξεων και Ασθενείας του ελευθέρως ασκούντος το επάγγελμα υγειονομικού. Εν τη περιπτώσει ταύτη το οφειλόμενον ποσόν συμψηφίζεται με το ποσόν των πρώτων συντάξεων ή και ετέρων παροχών του Κλάδου Συντάξεων”.

2. Το άρθρον 57 του Κωδ. Νόμου 5945/1934 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, αντικαθίσταται ούτω :
“1. “Ασκησις επαγγέλματος υπό συνταξιούχου του ΤΣΑΥ υγειονομικού, δεν επιτρέπεται, εξαιρέσει των φαρμακοποιών των συνταξιοδοτουμένων κατά τας διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 6441/1935 ως αύται ετρο- ποποιήθησαν υπό της παρ. 2 του άρθρου 4 του Α.Ν. 517/1968.
2. Εις περίπτωσιν ασκήσεως επαγγέλματος άνευ διακοπής της συνταξιοδοτήσεως αι καταβληθείσαι συντάξεις του αντιστοίχου χρονικού διαστήματος επιστρέφονται εντόκως.
3. Δεν θεωρείται ως άσκησις επαγγέλματος η συμμετοχή εις ιατρικά συμβούλια.
4. Κατύ εξαίρεσιν η σύνταξις λόγω γήρατος δεν διακόπτεται προκειμένου περί ιατρών προσλαμβανομένων εις ιαματικάς πηγάς δια να παράσχουν εποχιακώς τας υπηρεσίας των, εφ` όσον δεν καθίσταται δυνατή ή πλήρωσις των αντιστοίχων, θέσεων υπό ενεργεία ιατρών. Επί των αποδοχών των ούτω κατ` εξαίρεσιν ασκούντων το επάγγελμα καθ` εκάστην λουτρικήν περίοδον, δεν διενεργείται κράτησις υπέρ του ΤΣΑΥ, ουδέ αναγνωρίζεται ως συντάξιμος ο αντίστοιχος χρόνος”.

3. Το άρθρον 90 του Κ. Ν. 5945/1934 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, αντικαθίσταται ούτω :
” Άρθρον 90
1. Η χήρα (χήρος) σύζυγος δεν δικαιούται συντάξεως εάν ο θάνατος επήλθεν εντός έτους προκειμένου περί γάμου τελεσθέντος υπό εν ενεργεία ησφαλισμένου η διετίας προκειμένου περί γάμου τελεσθέντος υπό συνταξιούχου λόγω γήρατος ή αναπηρίας, εκτός εάν:
α) Ο θάνατος επήλθεν εκ βιαίου συμβάντος κατά την εκτέλεσιν του καθήκοντος.
β) Υφισταμένου του γάμου εγεννήθη ή ενομιμοποιήθη τέκνον.
γ) Η σύζυγος κατά την χρονολογίαν του θανάτου ευρίσκεται εις κατάστασιν εγκυμοσύνης και εκ ταύτης 1 γεννηθή ζών τέκνον.
2. Η σύνταξις απόλλυται εάν η χήρα σύζυγος ή η χήρα μήτηρ ή ο χήρος σύζυγος ή ο χήρος πατήρ ή το θήλυ τέκνον ή η αδελφή ή το άγαμον άρρεν τέκνον ή ο άγαμος εδελφός συνήψε γάμον κατά το ημεδαπόν ή το αλλοδαπόν δίκαιον.
3. Η σύνταξις λόγω θανάτου ησφαλισμένης ή αμέσου συνταξιούχου χορηγείται εις τον χήρον σύζυγον, εφύ όσον ούτος είναι ενδεής και ανίκανος προς εργασίαν. Η ανικανότης διαπιστούται παρά της Υγειονομικής Επιτροπής του Τ.Σ.Α.Υ.”.

4. Συντάξεως δικαιούται η διαζευθείσα υπαιτιότητι του συζύγου ή κοινή υπαιτιότητι θυγάτηρ αποβιώσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ως και εκείνη δι ην ή περί διαζυγίου δίκη διεκόπη βιαίως συνεπεία θανάτου του ανδρός, εφ όσον ευρίσκεται εν ενδεία και κρίνεται ανίκανος προς εργασίαν παρά της Υγειονομικής Επιτροπής του Ταμείου.

5. Το εδάφιον β της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του Κ.Ν. 5945/1934 ως αντικατεστάθη υπό της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του Ν.Δ.4111/1960, αντικαθίσταται ούτω :
“β) Τέκνα του μετόχου είναι τα νόμιμα, τα νομιμοποιηθέντα, αναγνωρισθέντα και υιοθετηθέντα, ων ή υιοθεσία έλαβε χώραν εν τουλάχιστον έτος προ του θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, επί ησφαλισμένης δε ή συνταξιούχου και τα φυσικά αυτής τέκνα”.
Επί θανάτου του υιοθετήσαντος ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, επελθόντος προ της ενάρξεως ισχύος του παρόντος Νόμου, δημιουργείται συνταξιοδοτικόν δικαίωμα δια τα υιοθετηθέντα τέκνα εφ όσον η υιοθεσία συνετελέσθη εξ (6) τουλάχιστον μήνας προ του θανάτου του υιοθετήσαντος και συντρέχουν αι λοιπαί νόμιμοι προϋποθέσεις. Προς άσκησιν του κατά την παρούσαν περίπτωσιν δικαιώματος απαιτείται η υποβολή αιτήσεως εντός έτους από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος Νόμου, αι οικονομικαί δε συνέπειαι επέρχονται από της υποβολής της αιτήσεως.

Άρθρον 7
1
1. Το άρθρον 90α του Κωδ. Νόμου 5945/1934, το άρθρον 17 του Ν.Δ. 3348/1955 ως και τα άρθρα 2 και 5 παράγραφος 2 του Ν.Δ. 306/1974, αντικαθίστανται ως ακολούθως :
“Το ποσόν της υπό του Τ.Σ.Α.Υ. χορηγουμένης μηνιαίας συντάξεως λόγω γήρατος ή αναπηρίας δια τους κατά τας κειμένας διατάξεις θεμελιούντας δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως, αποτελείται εκ βασικού ποσού, οριζομένου εκάστοτε κατά την εν παραγρ. 1 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 306/1974 διαδικασίαν, δια τους έχοντας 25ετή συνολικόν χρόνον ασφαλίσεως και εκ προσαυξήσεων εκ ποσοστού 6% επί του κατά τα ανωτέρω βασικού ποσού δι έκαστον επί πλέον έτος ασφαλίσεως μέχρι και 40 ετών.
Δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών εκδιδομένας μετά γνώμην του Δ.Σ. του Τ.Σ.Α.Υ. δύναται να ορίζηται ότι αι κατά τα ανωτέρω προσαυξήσεις δεν θα χορηγούνται δια χρόνον ασφαλίσεως πέραν των 35 ετών”.

2. Το προκύπτον καθ` έκαστον οικονομικόν έτος πλεόνασμα του Κλάδου Συντάξεων του Τ.Σ.Α.Υ., μετύ αφαίρεσιν ποσοστού μεχρί 20% δια την διατήρησιν αποθεματικού ίσου τουλάχιστον προς το σκέλος των δαπανών μιας οικονομικής χρήσεως, διατίθεται διά την βελτίωσιν των συνταξιοδοτικών παροχών, μετύ απόφασιν του Δ.Σ. του ταμείου, εγκρινομένην υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών. Η διάταξις της παρούσης παραγράφου ισχύει και διά το οικονομικόν έτος 1979.

3. Πάσα μεταβολή ως προς το ύψος των παροχών άρχεται από της ισχύος του παρόντος νόμου, επί γενέσεως δε συνταξιοδοτικού δικαιώματος από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως εις το Ταμείον, κατά τας κειμένας διατάξεις.
Συντάξεις απονεμηθείσαι βάσει των προ της ισχύος του παρόντος κειμένων διατάξεων δεν θίγονται, δια των επερχομένων υπό του παρόντος νόμου μεταβολών ως προς την θεμελίωσιν του δικαιώματός των.

4. Η παράγραφος 3 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 306/1974, αντικαθίσταται ούτω:
“3. Αι αποφάσεις του Δ.Σ. τον Ταμείου περί απονομής συντάξεως λόγω γήρατος ή αναπηρίας ανακοινούνται κατά μήνα εις το Υπουργείον Κοινωνικών Υπηρεσιών προκειμένου τούτο να προβή εις την ανάκλησιν της αδείας ασκήσεως του υγειονομικού επαγγέλματος”.

5. το άρθρον 25 του Ν.Δ. 3348/1955 “ως συνεπληρώθη υπό της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του Ν.Δ. 306/1974, αντικαθίσταται ως εξής:
“1. Εις τους λόγω γήρατος συνταξιοδοτουμένους το πρώτον και εξερχομένους του επαγγέλματος ησφαλισμένους χορηγείται εκτός της κεκανονισμένης συντάξεως και έκτακτος οικονομική ενίσχυσις ίση προς το ποσόν των 3 μηνιαίων συντάξεων λόγω γήρατος.
Εν περιπτώσει θανάτου του ησφαλισμένου η ως άνω οικονομική ενίσχυσις παρέχεται εις την οικογένειαν αυτού.
2. Εις περίπτωσιν θανάτου αμέσου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, χορηγούνται έξοδα κηδείας ων το ποσόν ορίζεται ίσον προς το εκάστοτε ύψος δύο μηνιαίων συντάξεων, λόγω γήρατος διά 35 έτη ασφαλίσεως, το ήμισυ δε τούτου εν περιπτώσει θανάτου μέλους της οικογενείας των εφ όσον θα εδικαιούτο συντάξεως ή ελάμβανε τοιαύτην.
Τα έξοδα κηδείας καταβάλλονται εις τον επιζώντα σύζυγον, εν ελλείψει δε τούτου εις τον πράγματι επιληφθέντα και διενεργήσαντα την κηδείαν, εφ όσον δεν δικαιούνται τοιούτων εκ άλλης πηγής, οπότε καταβάλλεται η διαφορά”.

6. Τα υπό των διατάξεων των άρθρων 66 και 67 του Κ.Ν. 5945/1934, ως αύται ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως, προβλεπόμενα μηνιαία βοηθήματα, τύπου συντάξεως, δύνανται να χορηγούνται και δια πλείονα του ενός έτη.
Το ύψος του μηνιαίου βοηθήματος ορίζεται εις το ήμισυ του εκάστοτε βασικού ποσού της συντάξεως λόγω γήρατος.

7. Εις τους συντιαξιούχους και βοηθηματούχους του Ταμείου, τους δικαιουμένους συντάξεως ή βοηθήματος κατά την 30ην Ιουνίου εκάστου έτους, καταβάλλεται μετά της συντάξεως του μηνός Ιουλίου ημίσεια σύντα- ξις ή βοήθημα ως επίδομα αδείας, εφ όσον δι ητιολογημένης αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου διαπιστούται ή οικονομική δυνατότης δια την καταβολήν του εν λόγω επιδόματος.

8. α) Οι ασφαλισμένοι του Τ.Σ.Α.Υ., εφ` όσον δεν υπάγονται στην ασφάλιση άλλου φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο, δικαιούνται προσαύξηση του ποσου της σύνταξης που λαμβάνουν καθε φορά από το Ταμείο, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων περιπτώσεων, ως εξής:
αα) Οι ήδη ασφαλισμένοι του Τ.Σ.Α.Υ. μέχρι την 31.12.1990, που δεν εχουν επιλέξει μέχρι την ημερομηνία αυτήν την υπαγωγή τους στο καθεστώς μονοσυνταξιούχων του Ταμείου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, όπως αντικαταστάθηκε από τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 1539/1985, καθώς και όσοι υπάγονται στην ασφάλιση του Ταμείου, από την 1.1.1991 δικαιούνται την πιο πάνω προσαύξηση, εφ` οσον υποβάλουν σχετική αίτηση και παραμείνουν στην ασφάλιση 4 έτη, από την ημερομηνία της υπαγωγής τους στο καθεστώς των διατάξεων αυτών, που αυξάνονται κατά ένα έτος για κάθε διετία από την 1.1.1992 και στο εξής, μέχρι τη συμπλήρωση 15 ετών.
ββ) Την πιο πάνω προσαύξηση, ύστερα απο αίτησή τους δικαιούνται και οι ασφαλισμένοι του Τ.Σ.Α.Υ., που υπάγονται ως έμμισθοι στην ασφάλιση άλλου φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο και διακόπτουν την ασφαλισή τους ή αποχωρούν από τη θέση τους, χωρίς να θεμελιώσουν δικαίωμα σύνταξης, ανεξάρτητα από το χρόνο υπαγωγής τους στην ασφάλιση του Τ.Σ.Α.Υ. Τα πρόσωπα αυτά, για να λάβουν την προσαύξηση, θα πρέπει να παραμεινουν στην ασφάλιση τουλάχιστον 5 έτη, από την ημερομηνία υπαγωγής τους στο καθεστώς μονοσυνταξιούχων του Ταμείου.
Οι υπαχθέντες στο καθεστώς των μονοσυνταξιούχων υγειονομικοί, των οποίων η αίτηση υποβλήθηκε μέχρι 3.12.91 δεν υπάγονται στους κατά τα ανωτέρω περιορισμούς. Οι περιορισμοί αυτοί δεν έχουν επίσης εφαρμογή στις περιπτώσεις απονομής σύνταξης λόγω θανάτου ή ανικανότητας, όταν ο ασφαλισμένος ανάπηρος ή ο αποβιώσας έχει συμπληρώσει διετία από την ημερομηνία υπαγωγής στο καθεστώς μονοσυνταξιούχων.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 29 του Ν. 1539/1985 (Α 64), αντικαταστάθηκε πάλι με την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 1976/1991 (ΦΕΚ Α 184), η οποία  τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του Ν.2217/1994 (Α 83)
γγ) κατ` εξαίρεση των ανωτέρω, όσοι υπαχθούν στο καθεστώς των μονοσυνταξιούχων μέχρι 31.12.2002 δικαιούνται την πιο πάνω προσαύξηση, εφόσον παραμείνουν στην ασφάλιση επί τετραετία.
Σημ.: όπως η περ. γγ΄ προστέθηκε με την παρ.18 άρθρ.13 Ν.3050/2002, ΦΕΚ Α 214/13.9.200.
δδ) Οι ήδη συνταξιούχοι του Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών (Τ.Σ.Α.Υ.), οι οποίοι δεν εντάχθηκαν στο καθεστώς των μονοσυνταξιούχων του Ταμείου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, δικαιούνται την ανωτέρω προσαύξηση, εφόσον υποβάλλουν σχετική αίτηση μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και καταβάλουν τις ανάλογες ασφαλιστικές εισφορές, από την έναρξη ισχύος του Ν. 982/1979 και μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησής τους. Οι εισφορές υπολογίζονται ύστερα από αναλογιστική μελέτη. Η προσαύξηση αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα της εξόφλησης της οφειλής.
Σημ.: όπως η περ.δδ`προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ.18 Ν.3232/2004,ΦΕΚ Α 48/12.2.2004.
β) Η εισφορά, που καταβάλλεται από τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου, για την προσαύξηση της συνταξής τους ως μονοσυνταξιού- χων, είναι ίση με το 5001, της εισφοράς του κλάδου κύριας σύνταξης του Ταμείου, όπως αυτή ισχύει κάθε φορά. Η αύξηση αυτή ισχύει απο 1.1.1991.
Οι πιο πάνω εισφορές καταβάλλονται στο Ταμείο, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την καταβολή των εισφορών του κλάδου κύριας σύνταξης και σε περίπτωση καθυστέρησης αναπροσαρμόζονται στο ύψος του ποσού της εισφοράς, που ισχύει κάθε φορά κατά το χρόνο της καταβολης και επιβαρύνονται επίσης με τις πρόσθετες επιβαρύνσεις, που προβλέπονται για τις εισφορές του κλάδου κύριας σύνταξης.
Σε κάθε περίπτωση υπαγωγής στο καθεστώς μονοσυνταξιούχων του Ταμείου, για τη χορήγηση της προσαυξης είναι απαραίτητο να καταβληθούν όλες οι προηγούμενες εισφορές, περιλαμβανομένων και εκείνων που αντιστοιχούν σε χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία ο ασφαλισμένος υπάγεται στην ασφάλιση άλλου φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο.
Οι εισφορές αυτές υπολογίζονται από την ημερομηνία υπαγωγής στην ασφάλιση του Ταμείου ή αν αυτή προηγείται της 1.1.1980, από την ημερομηνία αυτή, με βάση το ασφάλιστρο που ισχύει κατά το χρόνο της καταβολής.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 1976/1991 (ΦΕΚ Α 184).
γ) Το ποσοστό προσαύξης των μονοσυνταξιούχων του Ταμείου, που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου α της παραγράφου αυτής, καθορίζεται ως εξής:
αα) Για όσους θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.1991 και στο εξής σε 37,5 %.
ββ) Το ποσό της σύνταξης των μονοσυνταξιούχων του Ταμείου, που συνταξιοδοτήθηκαν από την ίδρυση αυτού μέχρι την 31.12.1981 προσαυξάνεται κατά 2,5% από 1.1.1991.
Το ποσοστό της προσαύξησης των μονοσυνταξιούχων του Ταμείου, που συνταξιοδοτήθηκαν από 1.1.1982 μέχρι την 31.12.1990 και έχουν υπαχθεί στο καθεστώς των διατάξεων του εδαφίου α` της παραγράφου αυτής, προσαυξάνεται κατά 5 εκατοστιαίες μονάδες, από 1.1.1991.

γγ) Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδίδεται υστερα από γνωμη του Δ.Σ. του Ταμείου, τα ποσοστά προσαυξήσεων που ορίζονται στις περιπτώσεις αα και ββ` του εδαφίου αυτού, είναι δυνατό να αυξάνονται ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του Ταμείου, και μέχρι τη συμπλήρωση ανώτατου ορίου προσαύξησης 50 %.
Η αύξηση αυτή είναι δυνατό να χορηγείται είτε σταδιακά κάθε έτος είτε εφάπαξ και με τα ίδια ή διαφορετικα ποσοστα ανάλογα με το έτος συνταξιοδότησης του συνταξούχου.
δδ) Οι προσαυξήσεις, που προβλέπονται από τις διατάξεις του εδαφίου αυτού, καθώς και το ποσό που διατίθεται για τη γενική αύξηση των συντάξεων όλων των συνταξιούχων του Ταμείου, χορηγούνται από το πλεόνασμα του κλάδου συντάξεων του ταμείου που προκύπτει κάθε οικονομικό έτος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού”.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 18 του Ν. 1976/1991 (ΦΕΚ Α 184)

δ) Οι δικαιούχοι των ανωτέρω προσώπων δικαιούνται της προσαυξήσεως εφύ όσον ο ησφαλισμένος θα εδικαιούτο ή ο συνταξιούχος ελάμβανε την ως άνω προσαύξησιν, το ποσοστόν δε της προσαυξήσεως κατανέμεται κατά τα εκάστοτε ισχύοντα δια τον Κλάδον Συντάξεως του Ταμείου.
Κατά πάσαν περίπτωσιν απονομής της προσαυξήσεως απαιτείται ή εξόφλησις των οφειλών εξ εισφορών κατά τα ισχύοντα δια τον Κλάδον Συντάξεως του Ταμείου.
ε) Δι αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών εκδιδομένων μετά γνώμην του Δ.Σ. του ΤΣΑΥ, δύναται να ανακαθορίζηται το κατά το εδάφιον β της παρούσης παραγράφου ποσοστόν εισφοράς και να ρυθμίζεται πάσα λεπτομέρεια αναγκαία δια την απονομήν της προσαυξήσεως και τα δικαιούμενα ταύτης πρόσωπα.

στ) Στις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων της παραγράφου αυτής υπάγονται και όσοι υγειονομικοί έχουν την ιδιότητα του βουλευτή, υπουργού, υφυπουργού, γενικού ή ειδικού γραμματέα υπουργείου, περιφερειάρχη, νομάρχη, δημάρχου ή προέδρου κοινότητας ή παίρνουν σύνταξη ή χορηγία λόγω της ιδιότητάς τους αυτής.
Σημ.: όπως η περ.στ` προστέθηκε ως άνω με την παρ. 4 του άρθρου 18 του Ν. 1976/1991 (ΦΕΚ Α 184) .

Άρθρον 8
Εις την ασφάλισιν του κλάδου προνοίας του Τ.Σ.Α.Υ. υπάγονται και οι εν ενεργεία κτηνίατροι, οι ησφαλισμένοι εις τον Κλάδον Συντάξεως, δυνάμενοι να αναγνωρίσουν δι` εξαγοράς χρόνον προϋπηρεσίας μέχρι 30 ετών προ του έτους 1978, κατά τας διατάξεις του υπύ αριθ. 211/1965 Β.Δ/τος “περί συστάσεως Κλάδου Προνοίας παρά τω Τ.Σ.Α.Υ.” ως ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως. Η εξόφλησις της οφειλής του κατά τα ανωτέρω αναγνωριζομένου χρόνου γίνεται εντός διετίας άνευ προσθετων επιβαρύνσεων.
Εις τους δι` οιονδήποτε λόγον εξερχομένους εντός διετίας από της ισχύος του παρόντος και μη πληρούντας τας προϋποθέσεις διά την θεμελίωσιν δικαιώματος παροχής εκ του Κλάδου Προνοίας, επιστρέφονται ατόκως αι προς τον Κλάδον τούτον γενόμεναι καταβολαί.

Άρθρον 9

1.Αι κατά την δημοσίευσιν του παρόντος ησφαλισμέναι εις το ΤΣΑΥ μαιαί εξακολουθούν υπαγόμεναι εις την ασφάλισιν αυτού, εκτός εάν ήθελον αιτήσει, εντός έτους από της ισχύος του παρόντος, την διαγραφήν των εξ αυτού. Εν τη περιπτώσει ταύτη αι γενόμεναι πάσης φύσεως καταβολαί επιστρέφονται εντόκως προς 4% ετησίως.

2. Η δαπάνη των μέχρι της ισχύος του παρόντος, καταβαλλομένων συντάξεων βαρύνει του λοιπού τον Κλάδον Συυτάξεως του ΤΣΑΥ, συγχωνευομένου του ειδικού λογαριασμού μαιών εις τον Κλάδον Συντάξεως του Ταμείου.

3. Η μηνιαία εισφορά των ησφαλισμένων μαιών ορίζεται εις το ήμισυ της εκάστοτε προβλεπομένης τοιαύτης δια τους ελευθέρως ασκούντας το επάγγελμα υγειονομικούς. Εν περιπτώσει κατοχής εμμίσθου θέσεως, η αυτή εισφορά παρακρατείται υπό της μισθοδοτούσης αρχής και αποδίδεται εις το ΤΣΑΥ εντός του επομένου μηνός αφ` ου κατέστηοαν απαιτηταί αι αντίστοιχοι αποδοχαί.

4. Η σύνταξις λόγω γήρατος ή αναπηρίας των μαιών, καθορίζεται από της ισχύος του παρόντος, εις το ήμισυ του ποσού της εκάστοτε βασικής συντάξεως των ησφαλισμένων υγειονομικών προσαυξανομένου του εν λόγω ποσού δια τον πέραν της 25ετίας χρόνον κατά το ποσοστόν το οριζόμενον δια τους ησφαλισμένους υγειονομικούς.

5. Αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις περί προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως των ησφαλισμένων υγειονομικών, αι τοιαύται περί δικαιουμένων συντάξεως προσώπων, ως και αι περί ποσοστών συντάξεως των δικαιοδόχων, εφαρμόζονται αναλόγως και επί των ησφαλισμένων μαιών.

Άρθρον 10

1. Επιτρέπεται η χορήγησις δανείου εκ των διαθεσίμων κεφαλαίων του Τ.Σ.Α.Υ. εις τους ησφαλισμένους αυτού δι επαγγελματικήν εγκατάστασίν των. Το ύψος τον δανείου, αι προϋποθέσεις χορηγήσεως, ο τρόπος εξοφλήσεως, το επιτόκιον, αι παρεχόμεναι εγγυήσεις ως και πάσα άλλη αναγκαία λεπτομέρεια ορίζονται δι αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών.

2. Δι αποφάσεως τον Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, εκδιδομένης μετά γνώμην του Δ.Σ. του Τ.Σ.Α.Υ., δύναται το εν λόγω Ταμείον να εξαιρεθή του ελέγχου του προβλεπομένου υπό του Ν.Δ. 3329/1955 “περί συστάσεως Σώματος Ορκωτών Λογιστών ως αύται ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως.

Άρθρον 11

1. Ο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3348/1955 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί Τ.Σ.Α.Υ. νομοθεσίας” και του υπύ αριθ. 443/1964 Β.Δ/τος περί αντικαταστάσεως του από 18-3/14.4.1956 Β.Δ/τος “περί του τρόπου οργανώσεως και παροχής ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως εις τους μετόχους του Τ.Σ.Α.Υ. κλπ.” συσταθείς και λειτουργών παρά τω Ταμείω τούτω Κλάδος διά την παροχήν ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως, καλούμενος εφεξής “Κλάδος Ασθενείας” παρέχει, πέραν των υπό του προμνησθέντος υπ άριθ. 443/1964 Β.Δ/τος οριζομένων παροχών και:
α) Εξωνοσοκομειακήν περίθαλψιν, συνισταμένην εις ιατρικήν, οδοντιατρικήν και φαρμακευτικήν τοιαύτην, παρακλινικάς εξετάσεις, ειδικάς θεραπείας και προθέσεις.
β) Νοσηλείαν εις το εξωτερικόν.

2. Η οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια του Κλάδου Ασθενείας διατηρείται.

Άρθρον 12

1. Των κατά την παράγραφον 1 του άρθρου 11 του παρόντος, παροχών δικαιούνται οι εν ενεργεία ησφαλισμένοι του Ταμείου, οι τακτικοί υπάλληλοι αυτού, οι συνταξιούχοι αμφοτέρων των εν λόγω κατηγοριών, ως και τα μέλη των οικογενειών πάντων των ως άνω προσώπων. Ομοίως δικαιούνται των ως άνω παροχών ως και των υπό του υπύ αριθ. 443/1964 Β.Δ/τος οριζομένων τοιούτων αι, εν ενεργεία και συντάξει ησφαλισμέναι μαίαι, ως και τα μέλη των οικογενειών αυτών, έτι δε και οι λαμβάνοντες μηνιαίον βοήθημα τύπου συντάξεως.
Δικαίωμα λήψης των παροχών ασθένειας του Ταμείου Συντάξεως Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών (Τ.Σ.Α.Υ.) αποκτούν οι υγειονομικοί από την ημερομηνία ασφάλισής τους στον Κλάδο Ασθένειας του Ταμείου και εφόσον συντρέχουν οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με τη παρ.1 άρθρ.12 Ν.2556/1997 Α 270/24.12.1997

2. Ως μέλη οικογενείας των εν ενεργεία ησφαλισμένων ή συνταξιούχων λογίζονται τα κατά τας κειμένας διατάξεις, δικαιούμενα συντάξεως πρόσωπα, έτι δε και οι συντηρούμενοι υπό του εγγάμου ησφαλισμένου ή συνταξιούχου ενδεείς γονείς αυτού.

3. Εν περιπτώσει συμπτώσεως εν τω αυτώ προσώπω ιδιοτήτων συνεπαγομένων άμεσον και έμμεσον ασφάλισιν, διά την παροχήν υγειονομικής περιθάλψεως λαμβάνεται υπ όψιν μόνον ή άμεσος τοιαύτη.
Εν περιπτώσει συμπτώσεως των ιδιοτήτων του εν ενεργεία ησφαλισμένου και συνταξιούχου, λαμβάνεται υπ` όψιν μόνον η ιδιότης του εν ενεργεία ησφαλισμένου.

4. Από της υπαγωγής προσώπου τινός εις την ασφάλισιν του Κλάδου Ασθενείας του Τ.Σ.Α.Υ. καταργείται πάσα κράτησις υπέρ ετέρων Ασφαλιστικών Οργανισμών δια παροχάς εις είδος και χρήμα του αυτού Κλάδου, από δε της ημερομηνίας διαγραφής των εκ του ετέρου φορέως δικαιούνται παροχών αθενείας εκ του Τ.Σ.Α.Υ., εφ όσον συντρέχουν και αι λοιπαί νόμιμοι προϋποθέσεις.
Ειδικώς, δια την εξαίρεσιν κατηγοριών προσώπων εκ των υπαγομένων εις το Ι.Κ.Α. υγειονομικών και μαιών δια παροχάς εις χρήμα, απαιτείται ή έκδοσις αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α.

Άρθρον 13

1. Εξαιρούνται της από των σχετικών διατάξεων του παρόντος νόμου παρεχομένης περιθάλψεως, ως και της υπό του υπύ αριθ. 443/1964 Β.Δ. οριζομένης τοιαύτης, οι υποχρεωτικώς ησφαλισμένοι εις ετέρους φορείς Κοινωνικής Ασφαλίσεως παρέχοντας υγειονομικήν περίθαλψιν ως και οι εις την υγειονομικήν περίθαλψίν του Δημοσίου υπαγόμενοι, έτι δε οι μόνιμοι φαρμακοποιοί των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων του Ν.Δ. 2592/1953 “περί Οργανώσεως της Ιατρικής Αντιλήψεως” ως έχοντες την ιδιότητα του υπαλλήλου του Δημοσίου ή οιονδήποτε φορέως Κοινωνικής Ασφαλίσεως. Ούτοι δύνανται να αιτήσωνται την εξαίρεσιν των εκ της ετέρας ασφαλίσεως και την υπαγωγήν των εις την ασφάλισιν του Κλάδου Ασθενείας του Τ.Σ.Α.Υ., εφαρμοζομένης εν προκειμένω της διατάξεως του άρθρου 8 του Ν.Δ. 4202/1961 “περί διατηρήσεως των εκ της κοινωνικής ασφαλίσεως δικαιωμάτων εις περιπτώσεις μεταβολής ασφαλιστικού φορέως”.
Τα ως άνω πρόσωπα, τα δυνάμενα κατά τας εκάστοτε κειμένας διατάξεις να υπάγωνται και εις έτερον φορέα δια παροχάς υγειονομικής περιθάλψεως, δύνανται να επιλέγουν την ασφάλισιν του Τ.Σ.Α.Υ. ή του ετέρου φορέως μετά διετίαν τουλάχιστον από εκάστης προηγουμένης επιλογής.

2. Δεν δικαιούνται παροχών υγειονομικής περιθάλψεως παρά του Τ.Σ.Α.Υ.:
(α) Οι μη συμπληρώσαντες εξ (6) τουλάχιστον μηνών συμμετοχήν εις το Ταμείον, αρχομένην από της καταβολής του δικαιώματος εγγραφής).
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.12 Ν.2556/1997 Α 270/24.12.1997

(β) Οι μη έχοντες εξοφλήσει τας προς το ΤΣΑΥ υποχρεώσεις των προς τους Κλάδους Ασθενείας και Συντάξεως τας υπερβαινούσας αθροιστικώς ποσόν αντιστοιχούν εις εισφοράς εξ (6) μηνών προ της πρώτης Ιανουαρίου του προηγουμένου της επελεύσεως της νόσου ή της θεωρήσεως του ασφαλιστικού βιβλιαρίου έτους, μη υπολογιζομένων των προσθέτων επιβαρύνσεων. Ειδικώς δια την παροχήν ανοικτής περιθάλψεως επιτρέπεται η έκδοσις των βιβλιαρίων ασθενείας και η χορήγησις παροχών μέχρι και της επομένης διετίας από της ενάρξεως χορηγήσεως τούτων, έστω και αν δεν συντρέχουν αι εν τη ως άνω περιπτώσει αναφερόμεναι προϋποθέσεις. Η εν λόγω προθεσμία δύναται να παραταθή επί εν εισέτι έτος κατόπιν αποφάσεως του Δ.Σ. του Ταμείου εγκρινομένης νπο του Υπουργού Κοινων. Υπηρεσιών.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 60 παρ.6 Ν. 1140/1981 (Α 68).

Άρθρον 14

1. Πάντες οι υπαγόμενοι εις τον Κλάδον Ασθενείας του Τ.Σ.Α.Υ. υποχρεούνται εις την καταβολήν μηνιαίας εισφοράς, κατά τα ειδικώτερον κατωτέρω οριζόμενα :
α) Οι ελευθέρως ασκούντες το επάγγελμα, εις εισφοράν υπολογιζομένην εις ποσοστόν τάσσαρα επί τοις εκατόν (4%) επί του εκάστοτε βασικού μισθού δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου επί 2ω βαθμώ.
β) Οι κατέχοντες έμμισθον θέσιν εις τό Δημόσιον ή εις οιοδήποτε φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, εις κράτησιν επί των πάσης φύσεως αποδοχών των, υπολογιζομένην εις ποσοστόν πέντε επί τοις εκατόν (5%). Εκ των ανωτέρω οι ησφαλισμένοι δι` ους δεν τυγχάνει νόμω επιτρετπτή και η ελευθέρα άσκησις του επαγγέλματος, αντί της ανωτέρω κρατήσεως, υποχρεούνται εις την καταβολήν μηνιαίας εισφοράς (κρατήσεως), ίσης κατά ποσοστόν προς την εκάστοτε ισχύουσαν, δια παροχάς εις είδος του Κλάδου Ασθενείας του ΙΚΑ, υπολογιζομένης επί του συνόλου των εκάστοτε αποδοχών των και μέχρι του διά το ΙΚΑ ισχύοντος ανωτάτου ορίου.
γ) οι συνταξιούχοι και βοηθηματούχοι εις εισφοράν (κράτησιν) τέσσαρα επί τοις εκατόν (4 %) επί του ποσού της καταβαλλομένης αυτοίς μηνιαίας συντάξεως ή βοηθήματος και προσθέτων παροχών.

2. Το Δημόσιον ως και πάντα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα απασχολούντα ησφαλισμένους του ΤΣΑΥ, αμειβομένους επί παγία αντιμισθία και υπαγομέγους εις τον κλάδον Ασθενείας αυτού, υποχρεούνται εις την καταβολήν μηνιαίας εργοδοτικής εισφοράς υπολογιζομένης επί των πάσης φύσεως αποδοχών των ίσης προς την εκάστοτε, κατά τας κειμένας διατάξεις εργοδοτικήν εισφοράν την προβλεπομένην δια τας παροχάς εις είδος του Κλάδου Ασθενείας του ΙΚΑ.
Δια τους εμμίσθους ησφαλισμένους δι` ους δεν τυγχάνει νόμω επιτρεπτή η άσκησις ελευθέρου επαγγέλματος ή ως άνω εισφορά υπολογίζεται επί του συνόλου των αποδοχών των, μη δυναμένων να υπερβούν το διά το ΙΚΑ ισχύον ανώτατον όριον.
Πάντες οι ανωτέρω υποχρεούνται εις παρακράτησιν των κατά την προηγουμένην παράγραφον εισφορών και εις απόδοσιν αυτών ομού μετά της κατά την παρούσαν παράγραφον, εργοδοτικής εισφοράς, εντός του , επομένου μηνός αφ’ ου κατέστησαν απαιτηταί αι αντοίστοιχοι αποδοχαί, δια καταστάσεων περιεχουσών πλήρη στοιχεία των ησφαλισμένων, το ύψος των αποδοχών εφύ ων υπελογίσθησαν αι κρατήσεις και εργοδοτικαί εισφοραί ως και το ποσόν τούτων κεχωρισμένως.

3. Εις περίπτωσιν καθυστερήσεως καταβολής ή αποδόσεώς τινος των εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένων εισφορών, εφαρμόζονται αι διέπουσαι εκάστοτε το ΤΣΑΥ διατάξεις ως προς τας προσθέτους επιβαρύνσεις και την αναγκαστικήν είσπραξιν τούτων.

4. Επιτρέπεται η επί επιστροφή άτοκος μεταφορά πλεονασμάτων του προηγουμένου οικονομικού έτους και μέχρι ποσοστού δέκα πέντε επί τοις εκατόν (15 %) εκ του Κλάδου Συντάξεων εις τον Κλάδον Ασθενείας του ΤΣΑΥ, προς αντιμετώπισιν ενδεχομένων ελλειμάτων ή άλλων αναγκών.
Η κατά τα ανωτέρω μεταφορά ενεργείται δι` αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΣΑΥ και δεν δύναται να παραταθή πέραν της τριετίας.

Άρθρον 15

1. Η έκτασις των, κατά την παράγραφον 1 του άρθρου 11 του παρόντος, παροχών είναι η αυτή προς την προβλεπομένην υπό των διατάξεων του υπύ αριθ. 665/1962 Β.Δ/τος “περί της υγειονομικής περιθάλψεως των τακτικών δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων, των πολιτικών και στρατιωτικών συνταξιούχων, των μελών τών οικογενειών αυτών κλπ.”, αναλόγως εφαρμοζομένων ως εκάστοτε ισχύουν, κατά τα κατωτέρω ειδικώτερον αναφερόμενα :
α) Η παροχή ανοικτής περιθάλψεως διέπεται υπό των διατάξεων των άρθρων 7, 14, 15, 16 και 17 του υπύ άρι9. 665/1962 Β.Δ/τος.
β) Η νοσηλεία εις το εξωτερικόν διέπεται υπό των διατάξεων του άρθρου 6, εξαιρέσει του εδαφίου γ της παραγράφου 1 αυτού, του υπ αριθ. 665/1962 Β.Δ/τος.

2. Η, εκ της εφαρμογής της προηγουμένης παραγράφου, προκύπτουσα δαπάνη δια την παροχήν της ανοικτής περιθάλψεως και την νοσηλείαν εις το εξωτερικόν βαρύνει τον Κλάδον Ασθενείας του ΤΣΑΥ και καταβάλλεται εις τους δικαιούχους αυτού, μετύ έκπτωσιν της βαρυνούσης αυτούς συμμετοχής εις τας δαπάνας νοσηλείας των, ήτις συμμετοχή ορίζεται :
α) Διά τας παροχάς ανοικτής περιθάλψεως ίση προς την υπό του εδαφίου α της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του υπ αριθ. 665/1962 Β.Δ/τος, δι άπαντας τους δικαιουμένους των εν λόγω παροχών.
β) Διά την παροχήν νοσηλείας εις το εξωτερικόν ίση προς την υπό της παραγράφου 1 της υπ αριθ. Ε4δ/11424 οικ./30.7.1964 αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικής Προνοίας, “περί καθορισμού της συμμετοχής των ησφαλισμένων του ΤΣΑΥ εις τας δαπάνας της υπ αυτού παρεχομένης Νοσοκομειακής περιθάλψεως” ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως.
γ) Δι αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, εκδιδομένων μετά γνώμην του Δ.Σ. του ΤΣΑΥ, δύνανται να αυξομειούνται τα ποσοστά συμ- μετοχής εις τας εν γένει δαπάνας της παρεχομένης υπό του Ταμείου ανοικτής και νοσοκομειακής περιθάλψεως εν τη ημεδαπή και τη αλλοδαπή, δια τους αμέσως και εμμέσως ησφαλισμένους, τους εν ενεργεία ή συντάξει, επιτρεπομένης της διαφοροποιήσεως τούτων κατά κατηγορίαν ησφαλισμένων ή συνταξιούχων ως και κατά είδος παροχών.

3. Δι αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΣΑΥ, δύναται πρόσωπόν τι εκ των δικαιουμένων νοσοκομειακής περιθάλψεως εν τη ημεδαπή ή τη αλλοδαπή να απαλλαγή εν μέρει ή εν όλω εκ της συμμετοχής του εις τας εν γένει δαπάνας νοσηλείας, εφ όσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
Δι’ ομοίων αποφάσεων, εγκρινομένων υπό του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, δύναται να ορίζηται ότι απαλλάσσονται εν μέρει ή εν όλω, της συμμετοχής εις τας δαπάνας νοσηλείας των κατηγορίαι προσώπων πασχόντων εξ ορισμένων ασθενειών.

4. Δια την παροχήν της ανοικτής περιθάλψεως χορηγούνται υπό του ΤΣΑΥ, εις τους δικαιουμένους, των εν λόγω παροχών βιβλιάρια ασθενείας, εφαρμοζομένων εν προκειμένω αναλόγως των διατάξεων του άρθρου 10 του υπ` αριθ. 665/1962 Β.Δ/τος.
Πάσα λεπτομέρεια αναφερομένη εις τον τύπον των ως άνω βιβλιαρίων, την θεώρησιν τούτων, τον εφοδιασμόν των δικαιούχων και τον τρόπον τηρήσεως αυτών, ορίζεται δι αποφάσεων του Δ.Σ. του ΤΣΑΥ.

5. Η χορήγησις των κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου παροχών ενεργείται κατόπιν εγκρίσεως αυτών παρά των, υπό των οικείων διατάξεων του υπ άριθ. 665/1962, Β.Δ /τος, προβλεπομένων εκάστοτε προσώπων ή οργάνων.
Διά την κατά τα ανωτέρω παρεχομένην υπό της Υγειονομικής Περιθάλψεως του Δημοσίου συνδρομήν και προς αντιμετώπισιν των εκ της αιτίας ταύτης προκυπτουσών προσθέτων διοικητικών δαπανών, το ΤΣΑΥ υποχρεούται εις την κατ έτος καταβολήν χρηματικού ποσού προς το Δημόσιον αντιστοιχούντος εις ποσοστόν πέντε επί τοις χιλίοις (5%οο) της συνολικής ετησίας δαπάνης του Ταμείου δι ιατροφαρμακευτικήν περίθαλψιν των ησφαλισμένων του.
Το ως άνω ποσοστόν δύναται να αυξομειούται δι` αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ταμείου.

Άρθρον 16

1. Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος νόμου αι ελευθέρως ασκούσαι το επάγγελμα μαίαι, εξαιρουμένων των εις το ΤΣΑΥ ησφαλισμένων, υπάγονται εις την υποχρεωτικήν ασφάλισιν του Ταμείου Ασφαλίσεως Επαγγελματιών και Βιοτεχνών της Ελλάδος (ΤΕΒΕ).

2. Μαίαι ελευθέρως ασκούσαι το επάγγελμα και έχουσαι υπερβή, κατά την ισχύν του παρόντος, το 58ον έτος της ηλικίας των, δύνανται να υπαχθούν προαιρετικώς εις την ασφάλισιν του ΤΕΒΕ.

3. Αι υπαγόμεναι το πρώτον εις την ασφάλισιν του ΤΕΒΕ μαίαι δύνανται νύ αναγνωρίσουν παρά τω Κλάδω Συντάξεων του εν λόγω Ταμείου και τον προ της εγγραφής των χρόνον επαγγελματικής των απασχολήσεως ως ελευθέρων επαγγελματιών, μη δυνάμενον να υπερβή την 15ετίαν. Η αναγνώρισις χωρεί δι` αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου του ΤΕΒΕ επί καταβολή δι έκαστον αναγνωριζόμενον μήνα εισφοράς ίσης προς την υπέρ του εν λόγω Ταμείου προβλεπομένην κατά τον χρόνον της καταβολής ως μηνιαίας εισφοράς της Α` ασφαλιστικής κατηγορίας. Το εκ της αιτίας ταύτης οφειλόμενον ποσόν, δύναται να καταβληθή εις 48 ισοπόσους μηνιαίας δόσεις, της πρώτης εξ αυτών καταβλητέας εντός του επομένου μηνός από της κοινοποιήσεως του σχετικού λογαριασμού.
Εις περίπτωσιν μη εμπροθέσμου καταβολής δύο εν συνεχεία δόσεων απόλλυται το δικαίωμα τμηματικής εξοφλήσεως του υπολοίπου της οφειλής, όπερ καθίσταται απαιτητόν εις ολόκληρον. Το ποσόν τούτο ανα- προσαρμόζεται κατά το μέχρι της καταβολής ποσοστόν αυξήσεως της εισφοράς και επιβαρύνεται εν περιπτώσει καθυστερήσεως καταβολής δια του νομίμου τόκου, από της πρώτης της απωλείας του δικαιώματος τμηματικής εξοφλήσεως, μηνός.

4. Εις περίπτωσιν προσλήψεως μαίας εις έμμισθον θέσιν διακόπτεται ή παρά τω ΤΕΒΕ ασφάλισις της, δι` όσον χρόνον αύτη κατέχει την έμμισθον θέσιν και υπάγεται εις την ασφάλισιν ετέρου φορέως κυρίας ασφαλίσεως, εφαρμοζομένων εν προκειμένω των διατάξεων του Ν. Δ. 4202/1961.

5. Δια τας υπαγομένας εις την ασφάλισιν του ΤΕΒΕ, μαίας, εφαρμόζονται κατά τα λοιπά αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις αι ορίζουσαι τας υποχρεώσεις και δικαιώματα των ησφαλισμένων του εν λόγω Ταμείου.

Άρθρον 17

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 306/1974 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών της περί ΤΣΑΥ νομοθεσίας”, αντικαθίσταται ούτω :
“1. Διά Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβσυλίου του ΤΣΑΥ, ρυθμίζονται :
α) Τα του ύψους των πάσης φύσεως πόρων αυτού, πλην των κοινωνικών, της βεβαιώσεως, της εισπράξεως και των συνεπειών καθυστερήσεως καταβολής τούτων ως και των κοινωνικών πόρων, των προϋποθέσεων, της εκτάσεως, του τρόπου, του ύψους, της διαδικασίας χορηγήσεως, του ανακαθορισμού ή της επεκτάσεως του κύκλου των δικαιουμένων προσώπων, τους λόγους εκπτώσεως αναστολής και διακοπής των παροχών, της αυξομειώσεως του εκάστοτε βασικού ποσού συντάξεων ως και της μεταβολής του τρόπου υπολογισμού και προσαυξήσεως τούτων, αναλόγως του χρόνον ασφαλίσεως, του χρόνου λήξεως των δικαιωμάτων, της παραγραφής αξιώσεων επί τας παροχάς, των όρων και προϋποθέσεων αναγνωρίσεως δι εξαγοράς συνταξίμου χρόνου επαγγελματικής απασχολήσεως, ως και πάσα διαδικασία και λεπτομέρεια αναγκαία δια την εφαρμογήν του παρόντος και την εκπλήρωσιν των σκοπών των παρά τω Ταμείω λειτουργούντων Κλάδων ασφαλίσεως.
β) Αι κατά την διαδικασίαν της παρούσης παραγράφου ρυθμίσεις δύναται να ορίζηται ότι έχουν εφαρμογήν και διά τους ήδη ησφαλισμένους του Ταμείου επί παροχών δε του Κλάδου Συντάξεως και δια τους εκάστοτε συνταξιούχους.
Οσάκις πρόκειται Δι’ αύξησιν των εισφορών του Κλάδου προνοίας, δύναται αύτη να αναφέρεται και εις προγενέστερον χρόνον εφύ όσον συνδυάζεται με αύξησιν της εφ άπαξ παροχής δια τον χρόνον τούτον. Η αύξησις των εισφορών διαφοροποιείται αναλόγως δι έκαστον έτος του προδιαδραμόντος χρόνου”.

2. Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, εκδιδομένων μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΣΑΥ, ρυθμίζονται τα του είδους και της μορφής των ενσήμων δια την είσπραξιν παντός πόρου του Ταμείου, άτινα, προκειμένου περί εισφορών δύνανται να εκδίδωνται δι` ένα ή πλείονας Κλάδους, διά την εισφοράν ησφαλισμένου ή εργοδότου ή αμφοτέρας, τα του λογιστικού συστήματος, τα της διαχείρίσεως, τα της κατανομής των δαπανών διοικήσεως μεταξύ των τριών Κλάδων Ασφαλίσεως, τα της διαδικασίας και του χρόνου αναγγελίας ή προεγκρίσεως των εν γένει περιστατικών ανοικτής ή νοσοκομειακής περιθάλψεως, τα της καταβολής εφ άπαξ χρηματικού ποσού αντί εξόδων νοσηλείας φυσιολογικού τοκετού μετά ή άνευ εμβρυουλκίας.

3. Δι αποφάσεων του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, εκδιδομένων κατά την εν τη προηγουμένη παραγράφω διαδικασίαν εντός εξ (6) μηνών από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος, ορίζονται τα του χρόνου ενάρξεως χορηγήσεως των, κατά την παράγραφον 1 του άρθρου 11 του παρόντος, παροχών και της καταβολής των περί ων το άρθρον 14 του παρόντος θεσπιζομένων ή αναπροσαρμοζομένων εισφορών ως και της ενάρξεως ισχύος των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου.

4. Δια Προεδρικού Διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΣΑΥ, δύνανται να κωδικοποιηθούν εις ενιαίον κείμενον αι ισχύουσαι διατάξεις της διεπούσης το Ταμείον νομοθεσίας (Νόμοι-Διατάγματα- Υπουργικαί Αποφάσεις) επιτρεπομένης της μεταβολής της σειράς των άρθρων, παραγράφων και εδαφίων αυτών, άνευ μεταβολής της έννοιας αυτών.

Άρθρον 18
Από της ισχύος του παρόντος καταργούνται αι ως έπεται διατάξεις, ως ετροποποιήθησαν μεταγενεστέρως :
α) Τα άρθρα 62, 95 και 114 του Κ.Ν. 5945/1934 “περί Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών” (ΦΕΚ 113/34 τ. Α`).
β) Το άρθρον 10 του Α.Ν. 343/1936 “περί τροποποιήσεως του Ν. 5945 ως εκωδικοποιήθη δια του Διατάγματος της 16/23 Μαρτίου 1934 (ΦΕΚ 511/36 τ. Α`).
γ) Η παράγραφος 4 του άρθρου 1, τα εδάφια α, β, γ, δ και στ της παραγράφου 5 του αυτού άρθρου 1), ως και η παράγραφος 18 του άρθρου 2 του Ν. 1040/1943 “περί τροποποιήσεως ενίων διατάξεων της περί ΤΣΑΥ νομοθεσίας” (ΦΕΚ 433/43 τ. Α`).
δ) Το πρώτον εδάφιον του άρθρου 6 του Ν.Δ. 693/ 1948 “περί επαναφοράς εν ισχύι του υπ` αριθ. 617/1945 Αν. Νόμου “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινων της νομοθεσίας του ΤΣΑΥ” (ΦΕΚ 134/48 τ. Α`) ως και αι κατ` εξουσιοδότησιν τούτου εκδοθείσαι κοιναί αποφάσεις υπύ αριθ. 63321/50/9.1.1951 των Υπουργών Υγιεινής και Εργασίας (ΦΕΚ 6/10.1.51 τ. Β`) και υπ’ αριθ. 30029/3382/77 της 8.2.1978 των Υπουργών Κοινωνικών Υπηρεσιών και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 316/7.4.78 τ. Β`).
ε) Η παράγραφος 3 του άρθρου 40 του Κ.Ν. 5945/1934 ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως δια των παραγράφων 8 και 10 του άρθρου 6 του Ν.Δ. 3348/1955 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί ΤΣΑΥ νομοθεσίας” (ΦΕΚ 242/55 τ. Α`).
στ) Τα εδάφια α, β, γ και δ της παραγράφου Ι4 του άρθρου 40 του Κ.Ν. 5945/1934, ως ετροποποιήθησαν δια της παραγράφου 9 του άρθρου 6 του Ν.Δ. 3348/1955 και της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 4111/1960 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Υγειονομικών Συλλόγων, Ιατρικών και Παραιατρικών Επαγγελμάτων, Ασφαλίσεως Υ- γειονομικών, Φαρμάκων και των περί ιατρικής εν γένει Αντιλήψεως και Δημοσίας Υγείας διατάξεων” (ΦΕΚ 163/60 τ. Α`).
ζ) Το δεύτερον εδαφίον του άρθρου 1 του Β.Δ/τος της 18-1/3.3.1951 “περί εγγραφής φαρμακοποιών εχόντων εν νομίμω λειτουργία φαρμακαποθήκην ως μετόχων του ΤΣΑΥ” (ΦΕΚ 66/51 τ. Α`).
η) Η παράγραφος 6 τον άρθρου 40 του Κ.Ν. 5945 1934 ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη δια της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Ν.Δ. 3348/1955.
θ) Τα άρθρα 19 και 26 παράγραφος 1 ως και το άρθρον 34 του Ν.Δ. 3348/1955.
ι) Το Β.Δ. της 11.12.1957/7.1.1958 “περί προαιρετικής ασφαλίσεως των μαιών εις το Τ.Σ.Α.Υ.” ΦΕΚ 4/58 τ. Α`).
ια) Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του Ν.Δ. 3623/1956 “περί καθορισμού κατωτάτων ορίων Ιατρικής αμοιβής και συνθηκών εργασίας των ιατρών” ως συνεπληρώθη υπό της παραγράφου 3 του άρθρου 17 του Ν. 3796/1957 “περί διαβαθμίσεως και εντάξεως προσωπικού κατέχοντος προσωρινάς θέσεις κλπ.”.
ιβ) Πάσα ετέρα γενική ή ειδική διάταξις αντικειμένη εις τα υπό του παρόντος νόμου ρυθμιζόμενα θέματα, εκτός άλλως ορίζεται εν αυτώ.

Άρθρον 19

1. Η παράγραφος 5 του άρθρου 7 του Ν. 328/1976 “περί τροποποιήσεως διατάξεων τινων της Φαρμακευτικής Νομοθεσίας”, αντικαθίσταται ούτω:
“5. Επιφυλασσομένης της διατάξεως της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται ή ίδρυσις φαρμακείου εις απόστασιν ογδοήκοντα (80) μέτρων τουλάχιστον από δύο (2) συστεγαζομένων φαρμακείων ή εκατόν είκοσι (120) μέτρων τουλάχιστον από τριών (3) συστεγαζομένων φαρμακείων”.

2. Εν τέλει του άρθρου 8 του Ν. 328/1976 προστίθεται παράγραφος 5, έχουσα ούτω:
“5. Η συστέγασις μεταξύ λειτουργούντων φαρμακείων ή ήδη λειτουργούντος φαρμακείον και υπό ίδρυσιν φαρμακείων, μη τυχόντων αδείας λειτουργίας, επιτρέπεται ανεξαρτήτως της αποστάσεως της οποίας απέχουν ταύτα από έτερον φαρμακείον η συστεγαζόμενα τοιαύτα”.

Άρθρον 20
Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της 1ης Ιανουαρίου 1980, εκτός εάν άλλως ορίζεται υπό των επί μέρους διατάξεων.

Ο παρών νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ΄ Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.

Εν Αθήναις τη 16 Οκτωβρίου 1979

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ

Εθεωρήθη και ετέθη η μεγάλη του Κράτους σφραγίς