Νόμος 890 ΦΕΚ Α΄80/24.4.1979
Περί συστάσεως δημοτικής επιχειρήσεως υδρεύσεως και αποχετεύσεως δήμων και κοινοτήτων μείζονος περιοχής Βόλου.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής, απεφασίσαμεν:

Άρθρον 1
Σύστασις – Εδρα – Σκοπός

1. Συνιστάται δημοτική επιχείρησις με έδραν τον δήμον Βόλου υπο την επωνυμίαν “Δημοτική επιχείρησις υδρεύσεως και αποχετεύσεως δήμων και κοινοτήτων μείζονος περιοχής Βόλου”, υπαγομένη εις την εποπτείαν και το έλεγχον του Υπουργού των Εσωτερικών.

2. Σκοπός της συνιστωμένης επιχειρήσεως είναι η κατασκευή, η συντήρησις, η λειτουργία, η διοίκησις και η εκμετάλλευσις των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως ομβρίων και ακαθάρτων υδάτων, των διοικητικών περιφερειών των δήμων Βόλου. Νέας Ιωνίας, ως και της Κοινότητος Διμηνίου, η δημιουργία και συντήρησις κήπων, αλσυλλίων και δενδροστοιχιών, ως και ο καταιωνισμός δι` ύδατος των μη ασφαλτοστρωμένων οδών, εντός των ως άνω περιοχών.

3. Η περιοχή αρμοδιότητος της συνιστωμένης επιχειρήσεως δύναται να επεκτείνεται και εις τας περιφερείας ομόρων δήμων ή κοινοτήτων ή τμήματα αυτών μετά γνώμην του οικείου Συμβουλίου δι` αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου, εγκρινομένης διά Προεδρικού Διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εσωτερικών.

4. Η ΔΕΥΑΜΒ δύναται να μελετά και να κατασκευάζει υδροσηλεκτρικούς σταθμούς (Υ.Σ.) ισχύος μέχρι 5 ΜW εκμεταλλευόμενη την ενέργεια των υδάτων που διαχειρίζεται σύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία (ν. 2244/1994, ν. 1739/1987 και τις εκτελεστικές τους πράξεις). Να συμμετέχει και να λειτουργεί τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς (Υ.Σ.) η ίδια ή σε αμιγή δημοτική επιχείρηση.

Σημ.: όπως προστέθηκε από το άρθρο 22 Ν.2344/1995 (Α 212).

5. Η ΔΕΥΑΜΒ δύναται να αναλαμβάνει τη μελέτη, κατασκευή, διοίκηση και επίβλεψη έργων που αφορούν τη διανομή φυσικού αερίου μέσα στα όριά της στα πλαίσιο ειδικών συμβάσεων, που θα συνάπτει είτε με τη Δημόσια Επιχείρηση Αερίου Δ.ΕΠ.Α. Α.Ε. είτε με την Εταιρεία Διανομής Αερίου Κεντρικής Ελλάδας (Ε.Δ.Α. Κεντρικής Ελλάδας).

Σημ.: όπως προστέθηκε από το άρθρο 22 Ν.2344/1995 (Α 212).

6. Η ΔΕΥΑΜΒ δύναται να αναλάβει την αρμοδιότητα ελέγχου της αερορύπανσης στη μείζονα περιοχή του Βόλου, σύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία και τις κονονιστικές διατάξεις.
Σημ.: όπως προστέθηκε από το άρθρο 22 Ν.2344/1995 (Α 212).

Άρθρον 2
Διοικητικόν Συμβούλιον

1. Η επιχείρησις διοικείται υπο Διοικητικού Συμβουλίου αποτελουμένου εκ του Δημάρχου Βόλου ως προέδρου, του Δημάρχου Νέας Ιωνίας ως αντιπροέδρου, εξ δημοτικών συμβούλων Δήμου Βόλου, πέντε δημοτικών συμβούλων Δήμου Νέας Ιωνίας και του προέδρου της Κοινότητος Διμηνίου, ως μελών. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, δημοτικοί και κοινοτικοί σύμβουλοι, ορίζονται υπο των οικείων δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων, εντός τριμήνου απο της εγκαταστάσεως των δημοτικών και κοινοτικών αρχών, εν παραλείψει δε, καθήκοντα μελών τούτου ασκούν τα μέλη της δημαρχιακής επιτροπής των Δήμων Βόλου και Νέας Ιωνίας. Εις περίπτωσιν συμμετοχής εις την επιχείρησιν ετέρου δήμου ή κοινότητος, ο αριθμός των αντιπροσώπων αυτών εις το Διοικητικόν Συμβούλιον της επιχειρήσεως, ορίζεται δια του κατά την παράγρ. 3 του αρθρ 1 του παρόντος εκδιδομένου Προεδρικού Διατάγματος.

2. Τον Πρόεδρον ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενον αναπληροί ο αντιπρόεδρος και τούτον μέλος του διοικητικού συμβουλίου οριζόμενον υπο τούτου. Η θητεία του προέδρου, αντιπροέδρου και των μελών του διοικητικού συμβουλίου ακολουθεί την θητείαν των δημοτικών και κοινοτικών αρχών.

3. Του διοικητικού συμβουλίου μετέχει, άνευ ψήφου, ως εισηγητής των πρός συζήτησιν θεμάτων ο γενικός διευθυντής της επιχειρήσεως.

4. Καθήκοντα γραμματέως του διοικητικού συμβουλίου ασκεί εις των υπαλλήλων της επιχειρήσεως, οριζόμενος υπο του προέδρου τούτου, μέχρι δε του διορισμού υπαλλήλων, εις υπάλληλος του δημοτικού οργανισμού υδρεύσεως και αποχετεύσεως Βόλου (ΔΟΥ ΑΒ), οριζόμενος υπο του προέδρου τούτου.

5. Δια τα εκ δημάρχων και προέδρων κοινοτήτων μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τους αναπληρωτάς αυτών δεν ισχύουν αι περί μη εκλογιμότητος και ασυμβιβάστων διατάξεις του άρθρου 37 του Π.Δ. 933/ 1975 “Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον νόμου των διατάξεων “περί του δημοτικού και κοινοτικού κώδικος”.

6. Μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν δύναται να είναι συγγενείς μεταξύ των εξ αίματος ή αγχιστείας μέχρι τρίτου βαθμού συμπεριλαμβανομένου, ουδέ να είναι υφ` οιανδήποτε μορφήν εργολάβοι ή προμηθευταί της επιχειρήσεως ή μέλη διοικητικού συμβουλίου ή υπάλληλοι ομοειδούς επιχειρήσεως.

7. Εις τον πρόεδρον του διοικητικού συμβουλίου δύναται να καταβάλληται, δια τας παρεχομένας εις την επιχείρησιν υπηρεσίας του, αποζημίωσις οριζομένη δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, μετά πρότασιν του διοικητικού συμβουλίου της επιχειρήσεως. Εν περιπτώσει απουσίας του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου ένεκα ασθενείας ή αδείας πέραν του μηνός η αποζημίωσις αύτη καταβάλλεται εξ ημισείας εις αυτόν και τον αναπληρωτήν του. Ωσαύτως εις τον πρόεδρον, τα μέλη και τον γραμματέα του διοικητικού συμβουλίου, δύναται να παρέχηται, δια την συμμετοχήν των εις τας συνεδριάσεις αυτού, αποζημίωσις. Αι συνεδριάσεις του Δ.Σ. της Επιχειρήσεως θα πραγματοποιούνται εκτός των ωρών εργασίας των υπηρεσιών αυτού. Η αποζημίωσις του προέδρου, των μελών, του εισηγητού και γραμματέως του Δ.Σ. της επιχειρήσεως καθορίζεται δι` αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού, Προεδρίας Κυβερνήσεως. Εσωτερικών και Οικονομικών.

Άρθρον 3
Λειτουργία διοικητικού συμβουλίου, απαρτία και λήψις αποφάσεων

1. Το διοικητικόν συμβούλιον συνέρχεται υποχρεωτικώς εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, ως και όταν αι υποθέσεις της επιχειρήσεως απαιτούν τούτο.

2. Το διοικητικόν συμβούλιον συγκαλείται υπο του προέδρου δι` εγγράφου προσκλήσεως πρός ενα έκαστον των μελών επιδιδομένης τρείς τουλάχιστον πλήρεις ημέρας προ της οριζομένης δια την συνεδρίασιν. Η πρόσκλησις δέον να αναφέρη τα θέματα της ημερησίας διατάξεως. Εις κατεπειγούσας περιπτώσεις η πρόσκλησις δύναται να επιδοθή την αυτήν ημέραν της συνεδριάσεως.

3. Το διοικητικόν συμβούλιον συνεδριάζει εις την έδραν της επιχειρήσεως και ευρίσκεται εν απαρτία εφ` όσον υφίσταται απόλυτος πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών αυτού. Απόλυτος πλειοψηφία είναι ο αμέσως μεγαλύτερος ακέραιος του ημίσεος του αριθμού τούτου.

4. Εις ην περίπτωσιν ο αριθμός των μελών του διοικητικού συμβουλίου είναι άρτιος, τούτο ευρίσκεται εν απαρτία εφ` όσον παρίσταται το ήμισυ του όλου αριθμού των μελών αυτού.

5. Αι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου λαμβάνονται κατ` απόλυτον πλειοψηφίαν των παρόντων, εν ισοψηφία επικρατούσης της ψήφου του προέδρου. Εαν κατά την ψηφοφορίαν σχηματισθούν πλείονες των δυο γνωμών, οι αποτελούντες την ασθενεστέραν μειοψηφίαν οφείλουν να προσχωρήσουν εις μιαν των επικρατεστέρων γνωμών.

Άρθρον 4
Αρμοδιότητες διοικητικού συμβουλίου και προέδρου αυτού

1. Το διοικητικόν συμβούλιον διοικεί την επιχείρησιν και διαχειρίζεται την περιουσίαν και τους πόρους ταύτης, αποφασίζει δε επι παντός αφορώντος την επιχείρησιν θέματος, πλην των περιπτώσεων καθ` ας άλλως ορίζεται εν τω παρόντι νόμω.

2. Το διοικητικόν συμβούλιον ιδία:
α) Επιμελείται των υποθέσεων και των συμφερόντων της επιχειρήσεως.
β) Διορίζει τον γενικόν διευθυντήν της επιχειρήσεως.
γ) Ψηφίζει το ετήσιο πρόγραμμα των εκτελεστέων έργων κατασκευής, συμπληρώσεως και συντηρήσεως του δικτύου υδρεύσεως και αποχετεύσεως, ως και το πρόγραμμα επενδύσεων.
Σημ.: όπως h περ.γ` αντικαταστάθηκε  από την παρ.16 άρθρ.6 Ν.2307/1995 (Α 113).
δ) Ψηφίζει δυο μήνας τουλάχιστον προ της ενάρξεως εκάστου οικονομικού έτους, τον ετήσιον προϋπολογισμόν εσόδων και εξόδων της επιχειρήσεως, το σκέλος των εξόδων του οποίου προσαρμόζεται, εις το κατά το προηγούμενον εδάφιον πρόγραμμα εκτελεστέων έργων. Επι τη βάσει της πορείας των εσόδων και των τυχόν παρουσιαζομένων αναγκών, δύναται, κατά την διάρκειαν του οικονομικού έτους, να τροποποιήται ο προϋπολογισμός υπο του διοικητικού συμβουλίου, όπερ αποφασίζει και περί χορηγήσεως εκτάκτων και συμπληρωματικών πιστώσεων.
ε) Αποφασίζει περί αναθέσεως μελετών και εκτελέσεως παντός έργου και προμηθείας κατά τας διατάξεις περί εκτελέσεως δημοτικών και κοινοτικών έργων και προμηθειών ως και περί αναλήψεως οιασδήποτε υποχρεώσεως εκ μέρους της επιχειρήσεως, εγκρίνει δε τας πρός τούτο αναγκαίας δαπάνας. στ) Αποφασίζει περί πάσης εκποιήσεως ή εκμισθώσεως ακινήτων ή κινητών ανηκόντων εις την επιχείρησιν, περί εγέρσεως αγωγών και παραιτήσεως απο ασκηθεισών τοιούτων ή παραιτήσεως απο ενδίκων μέσων, περί συμβιβασμών δικαστικών ή εξωδίκων, ως και δια την σύναψιν υπο της επιχειρήσεως πάσης φύσεως δανείων, δυνάμενον πρός ασφάλειαν αυτών να εκχωρή, εν όλω ή εν μέρει προσόδους της επιχειρήσεως και να παρέχη δικαιώματα υποθήκης επι ακινήτων αυτής.
ζ) Εγκρίνει τας ετησίας εκθέσεις οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως, αίτινες περιλαμβάνουν απολογισμόν εσόδων-εξόδων, ισολογισμόν και κατάστασιν ρευστότητος και υποβάλλει ταύτας το βραδύτερον εντός τεσσάρων μηνών απο της λήξεως του οικονομικού έτους εις τον νομάρχην.
η) Αποδέχεται την συμμετοχήν φυσικών ή νομικών προσώπων ή οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας εις την δαπάνην κατασκευής αγωγών, τους οποίους ταύτα επιθυμούν να κατασκευάση κατά προτεραιότητα η επιχείρησις και καθορίζει τους όρους καταβολής της δαπάνης της συμμετοχής ταύτης, τας τυχόν παρασχετέας εγγυήσεις, ως και πάσαν συναφή λεπτομέρειαν.
θ) Αποφασίζει την, δια συγκεκριμένα θέματα μελέτης ή κατασκευής έργων, ανάθεσιν καθηκόντων συμβούλων εις ανεγνωρισμένου κύρους επιστήμονας ως και την αμοιβήν τούτων και τον τρόπον καταβολής της. Η καθορίζουσα την αμοιβήν απόφασις υπόκειται εις έγκρισιν του Υπουργού Εσωτερικών.

3. Εξαιρουμένων των περιπτώσεων καθ` ας απαιτείται ειδική έγκρισις κατά τας διατάξεις του άρθρου 9 το διοικητικόν συμβούλιον δύναται δι` αποφάσεώς του, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως να μεταβιβάση μέρος των λοιπών αρμοδιοτήτων αυτού εις συνιστωμένας υπο τούτου επιτροπάς, αποτελουμένας εκ τριών τουλάχιστον τακτικών μελών αυτού, αναπληρουμένων ως και εν τω διοικητικώ συμβουλίω. Δια της αυτής αποφάσεως ορίζεται και ο πρόεδρος και αντιπρόεδρος εκάστης των επιτροπών. Αι επιτροπαί αύται λαμβάνουν εγκύρως αποφάσεις αντί του διοικητικού συμβουλίου επι των μεταβιβασθέντων εις ταύτας θεμάτων και υποθέσεων μόνον εν ομοφωνία των αποτελούντων αυτάς μελών, αναπεμπομένου άλλως του ζητήματος εις το διοικητικόν συμβούλιον προς λήψιν αποφάσεως. Επι των θεμάτων της παρούσης παραγράφου δύναται να ανατίθηνται εις επιτροπάς ομοίως συνιστωμένας προπαρασκευαστικαί και γνωμοδοτικαί εργασίαι.

4. Ο Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου
α) εκπροσωπεί την επιχείρησιν ενώπιον των δικαστηρίων και πάσης αρχής και δίδει τους επιβαλλομένους εις αύτην όρκους,
β) δύναται εν προφανεί κινδύνω εκ της αναβολής και άνευ αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου να εγείρη και αντιρούη αγωγάς και ασκή ένδικα μέσα, να διορίζη πληρεξουσίους και να προβαίνη εις πάσαν δικαστικήν ή εξώδικον πράξιν προστατευτικήν των συμφερόντων της επιχειρήσεως αι πράξεις αύται υποβάλλονται αμέσως εις το συμβούλιον προς έγκρισιν και
γ) υπογράφει τα συμβόλαια της επιχειρήσεως.

Άρθρον 5

1. Συνιστάται μια θέσις γενικού διευθυντού, ούτινος τα προσόντα, η διαδικασία προσλήψεως και αναπληρώσεώς του, ο βαθμός, αι αποδοχαί, τα καθήκοντα, τα δικαιώματα ως και αι αρμοδιότητες εν γένει ορίζονται δια του κατά το άρθρον 6 του παρόντος προβλεπομένου οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας.

2. Ο γενικός διευθυντής της επιχειρήσεως προϊσταται των υπηρεσιών της επιχειρήσεως, επιβλέπει την εφαρμογήν των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου και παρακολουθεί:
α) Τη κατάρτισιν του ετησίου προγράμματος κατασκευής, επεκτάσεως και συντηρήσεως του δικτύου υδρεύσεως και αποχετεύσεως,
β) την κατάρτισιν και έκαστον έτος προγράμματος επενδύσεων δια το επόμενον οικονομικόν έτος, ως και τα επόμενα τέσσαρα οικονομικά έτη, υποδεικνύων τας εγκεκριμένας ή προτεινομένας πηγάς χρηματοδοτήσεως τούτου,
γ) την σύνταξιν δυο τουλάχιστον μήνας προ της ενάρξεως εκάστου οικονομικού έτους του προϋπολογισμού εσόδων και εξόδων της επιχειρήσεως,
δ) την κατάρτισιν των αναγκαίων αναμορφώσεων και τροποποιήσεων εις τα προγράμματα κατασκευής των έργων και τον ετήσιον προϋπολογισμόν εσόδων και εξόδων,
ε) την σύνταξιν του ετησίου απολογισμού της επιχειρήσεως ενός τριών μηνών απο της λήξεως εκάστου οικονομικού έτους.

3. Επίσης ο γενικός διευθυντής ελέγχει την καθημερινήν εργασίαν της επιχειρήσεως και ασκεί εποπτείαν επι της διεξαγωγής των εργασιών εκάστης υπηρεσίας της επιχειρήσεως έχων την διοίκησιν του προσωπικού αυτής, εισηγείται δε προς το διοικητικόν συμβούλιον επι
α) αναθέσεως μελετών εκτελέσεως έργων και προμηθειών κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις,
β) πάσης εκποιήσεως ή εκμισθώσεως ακινήτων ή κινητών πραγμάτων ανηκόντων εις την επιχείρησιν,
γ) εγέρσεως αγωγών ή παραιτήσεως απο τούτων ή συμβιβασμού ή παραιτήσεως απο άλλων ενδίκων μέσων,
δ) συνάψεως δανείων και
ε) συμμετοχής φυσικών ή νομικών προσώπων ή οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας εις την δαπάνην κατασκευής αγωγών τους οποίους ταύτα, επιθυμούν να κατασκευάση η επιχείρησις κατά προτεραιότητα, ως και επι των όρων της τοιαύτης συμμετοχής.

4. Ο γενικός διευθυντής έχει την μέριμναν και την ευθύνην της εκτελέσεως των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου και των επιτροπών της παρ. 3 του άρθρου 4, μετέχει δε των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, εισηγούμενος τα πρός συζήτησιν θέματα, άνευ ψήφου. Εις τον γενικόν διευθυντήν δύναται να μεταβιβασθή δια του οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας ή δι` ειδικής εκάστοτε αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου και η αποφασιστική αρμοδιότης επι:
α) εκτελέσεως συνήθους φύσεως έργων ή προμηθειών και αναλήψεως υποχρεώσεων, εφόσον η ολική δαπάνη δεν υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές, επιτρεπομένης της αυξομειώσεως του χρηματικού τούτου ορίυ, δια αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης.
Σημ.: όπως h περ.α`αντικαταστάθηκε  από την παρ.17 άρθρ.6 Ν.2307/1995 (Α 113).
β) τοποθετήσεως του προσωπικού απο του 6ου και κατωτέρου βαθμού εις τας προβλεπομένας υπο της επιχειρήσεως θέσεις, ως και χορηγήσεως αδειών εις αυτό.

5. Μέχρι του διορισμού γενικού διευθυντού ο κατά βαθμόν ανώτερος και επί ισοβάθμων ο αρχαιότερος εκ των υπηρετούντων κατά την έναρξιν ισχύος του παρόντος υπάλληλος του Δ.Ο.Υ.Α. Βόλου εκτελεί τας αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου και ασκεί τας υπο τούτου ανατιθεμένας αυτώ αρμοδιότητας.

Άρθρον 6
Οργανισμός εσωτερικής υπηρεσίας

1. Δι` αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου εγκρινομένης υπο του Υπουργού Εσωτερικών, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού, αναλόγως πρός τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων του προσωπικού καθ` ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον πρός τούτο όργανον.

2. Το κατά την προηγουμένην παράγραφον προσωπικόν της επιχειρήσεως συνδέεται μετ` αυτής δια συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επιφυλασσομένης της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 25 του παρόντος.

Άρθρον 7
Διαχείρισις

1. Η διαχείρισις της επιχειρήσεως ενεργείται. Επι τη βάσει ιδίου προϋπολογισμού εσόδων και εξόδων. Εχει ιδίαν ταμειακήν υπηρεσίαν, διατάκτης δε των δαπανών της επιχειρήσεως, είναι ο πρόεδρος του Δ.Σ. ή ο γενικός διευθυντής της επιχειρήσεως και ο διευθυντής οικονομικών υπηρεσιών αυτής ή οι νόμιμοι αναπληρωταί αυτών, αναλόγως του ποσού της δαπάνης, τούτου καθοριζομένου δι` αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της επιχειρήσεως.

2. Το οικονομικόν έτος της διαχειρίσεως της επιχειρήσεως αντιστοιχεί πρός το οικονομικόν έτος της δημοτικής ή κοινοτικής διαχειρίσεως, άμα δε τη λήξει αυτού κλείονται οι ενιαύσιοι λογαριασμοί και ενεργείται η απογραφή της περιουσίας της επιχειρήσεως.

Άρθρον 8
Διαχειριστικός έλεγχος
Ο τακτικός διαχειριστικός έλεγχος της επιχειρήσεως ενεργείται από δύο ορκωτούς ελεγκτές, οι οποίοι προτείνονται από το σώμα ορκωτών ελεγκτών και διορίζονται από τον Περιφερειακό Διευθυντή στην αρχή κάθε οικονομικού έτους. Με την απόφαση διορισμού ορίζεται και η αμοιβή τους σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ/τος 226/1992 (ΦΕΚ 120 Α`).
Σημ.: όπως το άρθρο 8 τροποποιήθηκε από την παρ.18 άρθρ.6 Ν.2307/1995 (Α 113).

Άρθρον 9
Εποπτεία επί της επιχειρήσεως
Σημ.: όπως το άρθρο 9 τροποποιήθηκε από την παρ.19 άρθρ.6 Ν.2307/1995 (Α 113).

1. Ο Περιφερειακός Διευθυντής ελέγχει τις εξής αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου: α) για την ψήφιση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και για κάθε τροποποίησή του, β) για την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων, γ) για την επιβάρυνση των ακινήτων της επιχείρησης με εμπράγματα δικαιώματα, δ) για τη σύναψη δανείων, ε) για την επέκταση της επιχείρησης, στ) για τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες.

2. Ο Περιφερειακός Διευθυντής ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμιακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές.

Άρθρον 10
Κανονισμοί

1. Με κανονισμούς, παυ συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης και ελέγχονται από τον Περιφερειακό Διευθυντή ρυθμίζονται κάθε φορά τα της λειτουργίας και της διαχείρισης της επιχείρησης με βάση γενικής παραδοχής λογιστικές αρχές.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε από την παρ.20 άρθρ.6 Ν.2307/1995 (Α 113).

2. Μέχρι της συντάξεως των υπο του παρόντος άρθρου προβλεπομένων κανονισμών λειτουργίας και διαχειρίσεως της επιχειρήσεως, εφαρμόζονται οι κανονισμοί του Δ.Ο.Υ.Α. Βόλου.

Άρθρον 11
Περιουσία της επιχειρήσεως

1. Εις την περιουσίαν της επιχειρήσεως ανήκουν τα επι τη βάσει των εγκεκριμένων ή εγκριθησομένων μελετών εκτελεσθέντα ή εκτελεσθησόμενα έργα υδρεύσεως και αποχετεύσεως των, κατά το άρθρον 1 του παρόντος, περιοχών, άπασαι αι υπάρχουσαι υπόνομοι και εγκαταστάσεις υδρεύσεως και ακαθάρτων και ομβρίων υδάτων, ως επίσης και άπασαι αι εκβάλλουσαι αμέσως ή εμμέσως εις το δίκτυον υπόνομοι ή ανοικτοί αγωγοί. Εις την περιουσίαν της επιχειρήσεως ανήκουν ωσαύτως άπαντα τα έργα υδρεύσεως και αποχετεύσεως τα εξυπηρετούντα την βιομηχανικήν περιοχήν Βόλου.

2. Αι διατάξεις περί προστασίας των δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων εφαρμόζονται και επι της περιουσίας της επιχειρήσεως.

Άρθρον 12
Ειδικόν τέλος επι των εισοδημάτων εξ οικοδομών

1. Επιβάλλεται υπέρ της δια του παρόντος συνιστωμένης δημοτικής επιχειρήσεως προς εκπλήρωσιν των σκοπών αυτής και δια μιαν δεκαετίαν ειδικόν τέλος 3% επι του εισοδήματος εξ οικοδομών των κειμένων εν τη περιφερεία των μετεχόντων εις την επιχείρησιν δήμων και κοινοτήτων.

2. Το ως ανω ειδικόν τέλος υπολογίζεται επι του ακαθαρίστου εισοδήματος του αμέσως προηγουμένου έτους ως τούτο λαμβάνεται υπ` όψιν δια την επιβολήν του φόρου εισοδήματος εφαρμοζομένων αναλόγως και επι του τέλους τούτου των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 του Ν.Δ. 4242/1962 “περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως φορολογικών και άλλων τινών διατάξεων”, ως το νομοθετικόν τούτο διάταγμα εκάστοτε ισχύει. Το τέλος τούτο βεβαιούται απ` ευθείας υπο του αρμοδίου οικονομικού εφόρου εις βάρος των υποχρέων επι τη βάσει των υποβαλλομένων υπο τούτων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και των οριστικών εν γένει στοιχείων του εξ οικοδομών εισοδήματος και καταβάλλεται εις το δημόσιον ταμείον εντός των προθεσμιών καταβολής του φόρου εισοδήματος. Το έσοδον εκ του τέλους τούτου αποδίδεται εις την δικαιούχον επιχείρησιν, εντός του επομένου απο της εισπράξεως μηνός.

3. Ο χρόνος ενάρξεως της καταβολής του ειδικού τέλους, ως και πάσα αναγκαία λεπτομέρεια ορισθήσεται δια Προεδρικού Διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών.

Άρθρον 13
Πόροι της επιχειρήσεως

1. Πόροι της επιχειρήσεως είναι:
α) Το δικαίωμα συνδέσεως μετά του δικτύου αποχετεύσεως.
β) Το δικαίωμα χρήσεως υπονόμου.
γ) Το δικαίωμα συνδέσεως μετά του δικτύου υδρεύσεως.
δ) Το δικαίωμα υδρεύσεως.
ε) Το δικαίωμα εκ της δαπάνης διακλαδώσεως πάσης συνδέσεως.
στ) Το ειδικόν τέλος επι του εισοδήματος εξ οικοδομών.
ζ) Αι συνεισφοραί τρίτων πρός εκτέλεσιν κατά προτεραιότητα έργων.
η) Αι πρόσοδοι εκ της περιουσίας ή το τίμημα εκ της εκποιήσεως ταύτης.
θ) Δάνεια, κληρονομίαι, κληροδοσίαι, δωρεαί και λοιπαί επιχορηγήσεις.

2. Οι ιδιοκτήται των ακινήτων των συνδεομένων μετά των δικτύων υποχρεούνται να προκαταβάλλουν εις την επιχείρησιν την δαπάνην κατασκευής της πρός σύνδεσιν του ακινήτου των διακλαδώσεως απο της ρυμοτομικής γραμμής μέχρι της θέσεως του αγωγού υδρεύσεως ή της υπονόμου. Η οριστική δαπάνη εκκαθαρίζεται υπο της επιχειρήσεως, μετά την εκτέλεσιν της εργασίας. Η δαπάνη διακλαδώσεως, συνδέσεως, ακινήτου δύναται μετ` απόφασιν του διοικητικού συμβουλίου να υπολογίζηται γενικώς δι` άπαντα τα ακίνητα με βάσιν το ήμισυ του πλάτους της οδού και την κατά τρέχον μέτρον μέσην τιμήν δαπάνης διακλαδώσεως. Η μέση αυτή τιμή δαπάνης διακλαδώσεως ορίζεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε από την παρ.21 άρθρ.6 Ν.2307/1995 (Α 113).

3. Οι ιδιοκτήται των ακινήτων των εφεξής συνδεομένων μετά των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως, υποχρεούνται να καταβάλουν εις την επιχείρησιν το δικαίωμα συνδέσεως μετά των δικτύων, οριζόμενον δι` αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπο του νομάρχου.

4. Οι ιδιοκτήται των ακινήτων των συνδεομένων μετά του δικτύου υποχρεούνται εις την καταβολήν του δικαιώματος χρήσεως υπονόμου, κατά τα εν άρθρω 18 του παρόντος νόμου οριζόμενα. Δια τους ήδη συνδεδεμένους μετά του δικτύου, το δικαίωμα χρήσεως οφείλεται απο της ισχύος του παρόντος. Συνοφειλέται εις ολόκληρον του δικαιώματος χρήσεως μετά των ιδιοκτητών τυγχάνουν και οι οπωσδήποτε ποιούμενοι χρήσιν του ακινήτου. Το δικαίωμα χρήσεως υπονόμου οφείλεται και υπο ιδιοκτήτου ακινήτου, συνδεθέντος αυθαιρέτως, καθ` οιονδήποτε τρόπον αμέσως ή εμμέσως μετά του δικτύου αποχετεύσεως της επιχειρήσεως και δι` όσον χρόνον διαρκεί ή μέλλει να διαρκέση η τοιαύτη σύνδεσις. Η εις τας περιπτώσεις αυθαιρέτου συνδέσεως καταβολή του δικαιώματος χρήσεως υπονόμου υπο του υποχρέου δεν απαλλάσσει τούτον των λοιπών συνεπειών. Δια την σύνδεσιν της εσωτερικής εγκαταστάσεως, αποχετεύσεως, των ακινήτων, μετά του δικτύου υπονόμου, ορίζεται προθεσμία τριάκοντα ημερών απο της περατώσεως της κατασκευής της εξωτερικής διακλαδώσεως, μετά την πάροδον της οποίας άρχεται η υποχρέωσις καταβολής του δικαιώματος χρήσεως υπονόμου. Εις τας περιπτώσεις ακινήτων χρησιμοποιουμένων υπο βιομηχανιών, βιοτεχνιών εκπαιδευτηρίων, επιχειρήσεων λουτρών, ξενοδοχείων, νοσοκομείων, κοινωφελών ιδρυμάτων, ως και εις πάσαν άλλην περίπτωσιν ακινήτων καθοριζομένων υπο του διοικητικού συμβουλίου, κατά κατηγορίας, το δικαίωμα συνδέσεως μετά του δικτύου αποχετεύσεως, ως και το δικαίωμα χρήσεως υπονόμου, καθορίζονται δι` αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένων υπο του νομάρχου. Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, ή οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως ή επιχειρήσεως κοινής ωφελείας, επιθυμούντα την εκτέλεσιν υπο της επιχειρήσεως έργων αποχετεύσεως κατά προτεραιότητα, υποχρεούνται εις συνεισφοράν αυτών εις την δαπάνην εκτελέσεως των έργων τούτων.

Άρθρον 14
Εργα – Προμήθειαι

1. Τα έργα και αι προμήθειαι δια την κατασκευήν, συντήρησιν και λειτουργίαν των συστημάτων υδρεύσεως και αποχετεύσεως εκτελούνται υπο της επιχειρήσεως, εξαιρέσει των παρά του Υπουργείου Δημοσίων Εργων κατασκευαζομένων αποχετευτικών έργων, περί ων το άρθρον 15 του παρόντος. Τα παρά της επιχειρήσεως κατασκευαζόμενα έργα εκτελούνται και αι προμήθειαι ενεργούνται βάσει των περί της εκτελέσεως των δημοτικών και κοινοτικών έργων και προμηθειών κειμένων διατάξεων. Παρέκκλιση από τις διατάξεις αυτές επιτρέπεται μόνον ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε από την παρ.23 άρθρ.6 Ν.2307/1995 (Α 113).

2. Επιτρέπεται σε ειδικές από τη φύση των έργων περιπτώσεις, η εκτέλεση έργων και κατά το απολογιστικό σύστημα ή με αυτεπιστασία ή με εργολαβία, ύστερα από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου το οποίο καθορίζει τους όρους αυτής της απολογιστικής εκτέλεσης των έργων.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε από την παρ.24 του άρθρ.6 Ν.2307/1995 (Α 113).

3. Η επιχείρησις δύναται να χρησιμοποιή εις συγκεκριμένας περιπτώσεις επι ειδική αμοιβή καθηγητάς ανωτάτων σχολών ή πρόσωπα εγνωσμένου, περί τα τεχνικά ζητήματα κύρους, ως τεχνικούς συμβούλους επι ειδικών θεμάτων, κατόπιν αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου αυτής εγκρινομένης υπο του Υπουργού Εσωτερικών. Δια της αυτής αποφάσεως καθορίζεται και η αμοιβή των κατά τα ανωτέρω χρησιμοποιουμένων προσώπων.

Άρθρον 15
Εκτέλεσις έργων υπο του Υπουργείου Δημοσίων Εργων

1. Κατ` εξαίρεσιν ο προγραμματισμός των μελετών, η ανάθεσις και η τελική έγκρισις αυτών, ως και ο προγραμματισμός, η κατασκευή και επίβλεψις των έργων του δικτύου αποχετεύσεως ακαθάρτων, περιλαμβανομένων και των συναφών εγκαταστάσεων και προμηθειών ενεργείται υπο του Υπουργείου Δημοσίων Εργων δια τον χρόνον μέχρι της ολοκληρώσεως των έργων των προβλεπομένων υπο των καταρτισθησομένων οριστικών μελετών. Τα ως άνω έργα και εγκαταστάσεις, μετά την κατασκευήν και οριστικήν παραλαβήν των παραδίδονται εις την επιχείρησιν και τμηματικώς.

2. Εις τας περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου τα ποσά των πιστώσεων μεταφέρονται υπο της επιχειρήσεως δι` αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου αυτής εις το οικείον δημόσιον ταμείον υπερ του Υπουργείου Δημοσίων Εργων, των οικείων πιστώσεων εγγραφομένων εις τον προϋπολογισμόν αυτού, το οποίον διαχειρίζεται ταύτας κατά τας εκάστοτε ισχυούσας περί εκτελέσεως των δημοσίων έργων διατάξεις.

3. Απασα η σχετική πρός την μελέτην και εκτέλεσιν του έργου αλληλογραφία κοινοποιείται υποχρεωτικώς προς τον πρόεδρον του διοικητικού συμβουλίου της επιχειρήσεως.

4. Συνιστάται επιτροπή παρακολουθήσεως του έργου αποτελουμένη:
α) εκ τριών αντιπροσώπων του Υπουργείου Δημοσίων Εργων,
β) εξ ενός αντιπροσώπου του Υπουργείου Εσωτερικών και
γ) εκ τεσσάρων μελών του διοικητικού συμβουλίου της επιχειρήσεως. Τα υπο στοιχεία (α) και (β) μέλη ορίζονται υπο των οικείων Υπουργών και τα υπο στοιχεία (γ) υπο του διοικητικού συμβουλίου της επιχειρήσεως.

5. Η επιτροπή της προηγουμένης παραγράφου συνέρχεται εν Βόλω κατά τακτά χρονικά διαστήματα ουχί μεγαλύτερα του διμήνου και οσάκις ήθελε τούτο κριθή απαραίτητον υπο του Υπουργού Δημοσίων Εργων ή του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της επιχειρήσεως. Τα συμπεράσματα των συζητήσεων της επιτροπής υποβάλλονται εις το Υπουργείον Δημοσίων Εργων προκειμένου να ληφθούν υπ` όψιν εις την περαιτέρω πορείαν του έργου.

Άρθρον 16
Κανονισμοί δικτύων
Σημ.: όπως tο άρθρο 16 αντικαταστάθηκε από την παρ.25 του άρθρ.6 Ν.2307/1995 (Α 113).

1. Με απόφαση τογ Περιφερειακού Διευθυντή ύστερα από γνώμη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, εκδίδεται κανονισμός, με τον οποίο καθορίζονται τα της λειτουργίας του δικτύου αποχετεύσεως και ιδίως τα ακίνητα που είναι υπόχρεα για σύνδεση, ο αριθμός των εξωτερικών διακλαδώσεων, η αποχέτευση χαμηλών χώρων και επιφανειών, η αποχέτευση των ομβρίων υδάτων των ακινήτων, οι ουσίες των οποίων απαγορεύεται η αποχέτευση, οι πρόσθετες υποχρεώσεις καθαρισμού και απαλλαγής από βλαπτικές ουσίες των λυμάτων τους, που επιβάλλονται ιδίως στις βιομηχανίες ή βιοτεχνίες, η χρησιμοποίηση των υδάτων και των προϊόντων της αποχέτευσης, η διαδικασία σύνδεσης με το δίκτυο αποχεύτευσης, η διακοπή των συνδέσεων, με τα δίκτυο αποχέτευσης, η διακοπή των συνδέσεων, οι αντίστοιχες εν γένει υποχρεώσεις των ιδιοκτητών ακινήτων των κατοίκων, των λοιπών οργανισμών ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, καθώς και τα σχετικά δικαιώματα των οργάνων της επιχειρήσεως, το μήκος συνδέσεως για ακίνητα που έχουν προσόψεις σε περισσότερες από μία οδούς το οποία λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του δικαιώματος συνδέσεως, καθώς και κάθε λεπτομέρεια για τη λειτουργία, συντήρηση και εκμετάλλευση των έργων της επιχειρήσεως.

2. Με την ίδια διαδικασία της παραγράφου 1, ορίζεται ο τρόπος κατασκευής από την επιχείρηση της εξωτερικής διακλαδώσεως για σύνδεση ακινήτων, των οποίων οι υπόχρεοι δεν υποβάλλουν, μέσα στην προθεσμία που τάσσεται από την επιχείρηση τα σχετικά δικαιολογητικά για την έκτέλεση της σύνδεσης και τα σχετικά με την είσπραξη των δαπανών και του δικαιώματος συνδέσεων για την περίπτωση αυτή. Για την έναρξη της υποχρεώσεως καταβολής του δικαιώματος χρήσεως υπονάμων εφαρμόζεται και σε αυτές τις περιπτώσεις η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 13 του παρόντος.

3. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης που υπόκειται στον έλεγχο του Περιφερειακού Διευθυντή καθορίζονται τα της λειτουργίας του δικτύου ύδρευσης, ιδίως δε ο τρόπος του καθορισμού κάθε φορά της τιμής του ύδατος, της διανομής αυτού, της διαδικασίας σύνδεσης με το δίκτυο ύδρευσης, της διακοπής συνδέσεων, των διακλαδώσεων του δικτύου, τα υπάχρεα για σύνδεση ακίνητα και οι υπόχρεοι καταβολής των πάσης φύεως τελών και δικαιωμάτων υδρεύσεως και οι υποχρεώσεις τους, καθώς και οι αντίστοιχες εκ τούτων κυρώσεις και γενικά κάθε λεπτομέρεια όσον αφορά τη λειτουργία, συντήρηση και εκμετάλλευση των έργων ύδρευσης της επιχείρησης. Μέχρι να εκδοθεί ο κανονισμός αυτός, εφαρμόζονται τα τιμολόγια που ισχύουν και οι κανονισμοί υδρεύσεως του υπάρχοντος δημοτικού οργανισμού υδρεύσεως και αποχετεύσεως Βόλου, του Δήμου Νέας Ιωνίας και της Κοινότητας Διμηνίου.

Άρθρον 17
Απαλλοτριώσεις

1. Τα υπο της επιχειρήσεως εκτελούμενα έργα χαρακτηρίζονται δημοσίας ωφελείας, τα δε δια ταύτα ως και δια τας συναφείς εγκαταστάσεις αναγκαιούντα ακίνητα, απαλλοτριούνται αναγκαστικώς υπέρ και δαπάναις αυτής, κατόπιν αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων των δήμων και κοινοτήτων εκάστοτε ισχυουσών διατάξεων. Καθ` όμοιον τρόπον συνιστώνται αναγκαστικώς και δουλείαι οιασδήποτε μορφής.

2. Αι διατάξεις του Ν.Δ. 797/1971 “περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων” και αι δι` αυτών διατηρηθείσαι εξαιρέσεις επι δήμων και κοινοτήτων, ισχύουν και δια τας υπέρ της επιχειρήσεως απαλλοτριώσεις, επιφυλλασσομένων, των ειδικωτέρων διατάξεων του Π.Δ. 933/1975″.

3. Εφ` όσον τα έργα πρόκειται να κατασκευασθούν εις χώρους προβλεπομένους δι` οδούς, πλατείας ή λοιπούς κοινοχρήστους χώρους του εδαφίου α` της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του απο 17/7-16/8/1923 Ν. Δ/ τος “περί σχεδίου πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και της οικοδομής αυτών”, η απαλλοτρίωσις κηρύσσεται υπέρ και δαπάναις της επιχειρήσεως.

4. Αι διατάξεις του άρθρου 208 του Π. Δ/τος 933/1975 εφαρμόζονται αναλόγως και επι της επιχειρήσεως.

Άρθρον 18
Τιμολόγια

1. Δι` αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου εγκρινομένης υπο του νομάρχου καθορίζονται κεχωρισμένως τιμολόγια δια την υπηρεσίαν υδρεύσεως και αποχετεύσεως.

2. Τα εκ των τελών εκάστης των υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως έσοδα δέον υποχρεωτικώς να καλύπτουν τας αναγκαίας δι` εκάστην τούτων δαπάνας προσωπικού, λειτουργίας και συντηρήσεως των δικτύων, αποσβέσεις παγίων εγκαταστάσεων και τοκοχρεωλυσίων συναφθέντων δανείων.

3. Τα εκ των τελών έσοδα επιτρέπεται να υπερβαίνουν τας κατά την προηγουμένην παράγραφον δαπάνας προς εκτέλεσιν έργων συμφώνως πρός τον σκοπόν της επιχειρήσεως. Το ποσοστόν καθορίζεται δι` αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου, εγκρινομένης υπο του νομάρχου.

Άρθρον 19
Διαφοροποίησις τελών

1. Με απόφαση του διαικητικού συμβαυλίου που υπόκειται στον έλεγχο του Περιφερειοκού Διευθυντή, μπορεί:
α) να καθορίζεται ειδικό τιμολόγιο υδρεύσεως και αποχετεύσεως για τους κατοίκους των δήμων ή κοινοτήτων ή συνοικισμών αυτών που μετέχουν στην επιχείρηση, οι οποίοι εξυπηρετούνται από χωριστό δίκτυο ανεξάρτητο από το ενιαίο δίκτυο της επιχείρησης και
β) να θεσπίζονται διαφορετικά τιμολάγια κατά περιοχές ανάλογα με τα εκτελούμενα έργα ή το κόστος λειτουργίας των εγκαταστάσεων της περιοχής.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε από την παρ.26 του άρθρ.6 Ν.2307/1995 (Α 113).

2. Η επιχείρησις υποχρεούται εις την παροχήν ύδατος εκ του ενιαίου δικτύου υδρεύσεως της επιχειρήσεως εις υδροδοτουμένους εξ ανεξαρτήτου δικτύου, είτε δια της ενοποιήσεως του δικτύου, είτε κατ` άλλον τρόπον. Εις την περίπτωσιν ταύτην δεν επιτρέπεται ο διαφορισμός του τέλους υδρεύσεως.

Άρθρον 20
Υποκατάστασις εις δικαιώματα και υποχρεώσεις

1. Η επιχείρησις υποκαθίσταται αυτοδικαίως και άνευ ετέρας διατυπώσεως εις άπαντα εν γένει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμμετεχόντων εις ταύτην δήμων και κοινοτήτων και των παρ` αυτοίς οργανισμών υδρεύσεως αποχετεύσεως, τας αναφερομένας εις την ύδρευσιν και αποχέτευσιν.

2. Αι εκκρεμείς δίκαι συνεχίζονται υπο και κατά της επιχειρήσεως άνευ άλλης διατυπώσεως, μη επερχομένης εκ της ως ανω διαδοχής βιαίας διακοπής τούτων.

3. Επιμελεία του διοικητικού συμβουλίου της επιχειρήσεως ενεργείται απογραφή της περιουσίας περί ης αι διατάξεις του άρθρου 11 εντός εξαμήνου απο της ενάρξεως ισχύος του παρόντος προς τον σκοπόν καθορισμού του ενεργητικού και παθητικού της επιχειρήσεως.

4. Απο της ισχύος του παρόντος, οι συμμετέχοντες εις την επιχείρησιν δήμοι και κοινότητες, στερούνται του δικαιώματος επιβολής τελών και δικαιωμάτων υδρεύσεως και αποχετεύσεως.

Άρθρον 21
Ποινικαί διατάξεις.

1. Η Επιχείρησις έχει την αποκλειστικήν αρμοδιότητα δια την κατασκευήν, συντήρησιν, διοίκησιν, λειτουργίαν και εκμετάλλευσιν των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως ακαθάρτων και ομβρίων υδάτων εις την περιοχήν των δήμων και κοινοτήτων, οίτινες μετέχουν ταύτης, απαγορευομένης απολύτως της εκτελέσεως, συντηρήσεως, εκμεταλλεύσεως κ.λπ. των ως άνω έργων παρά του δημοσίου ή ετέρου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού ή φυσικού προσώπου, εξαιρέσει μόνον των παρά του Υπουργείου Δημοσίων Εργων εκτελουμένων τοιούτων.

2. Απαγορεύεται η άνευ εγγράφου αδείας της επιχειρήσεως εκτέλεσις οιασδήποτε εργασίας αποχετεύσεως έξω του σίφωνος, εις ον, καταλήγουν αι εσωτερικαί εγκαταστάσεις αποχετεύσεως του ακινήτου. Επίσης απαγορεύεται κατά πάσαν περίπτωσιν η εκτέλεσις οιασδήποτε εργασίας, επι σκοπώ λαθραίας αποχετεύσεως ακαθάρτων ή ομβρίων υδάτων ακινήτου τινός εις το δίκτυον αποχετεύσεως.

3. Η παράβασις της παραγράφου 2 τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρις εξ μηνών και δια χρηματικής ποινής μέχρι 15.000 δραχμών. Εαν η εν τη παρ. 2 αξιόποινος πράξις εγένετο επι σκοπώ λαθραίας αποχετεύσεως πλειόνων ακινήτων, δια της κατασκευής υπονόμου μελλούσης να εξυπηρετήση ταύτα και συνδέσεως αυτής μετά του δικτύου αποχετεύσεως, ο υπαίτιος ταύτης τιμωρείται δια φυλακίσεως μέχρις ενός έτους και δια χρηματικής ποινής 15.000 μέχρι 40.000 δραχμών.

4. Η επιχείρησις δύναται πάντοτε να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα, τόσον εν τη προδικασία όσον και εν τη κυρία διαδικασία προς επιδίωξιν της εκ των αξιοποίνων τούτων πράξεων αποζημιώσεως και αποκαταστάσεως, ως και της χρηματικής ικανοποιήσεως της λόγω της εξ αυτών ηθικής βλάβης της, τηρουμένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 63 επ. και 82 επ. κωδ. ποίν. δικονομίας.

5. Η επιχείρησις δικαιούται δι` αιτήσεώς της, υποβαλλομένης εις τον εισαγγελέα πρωτοδικών, να αιτήσηται κατά την διαδικασίαν του άρθρου 22 του Α.Ν. 1539/1938 “περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, την άμεσον επαναφοράν των πραγμάτων εις την προτέραν κατάστασιν, ήτις διατάσσεται υποχρεωτικώς, εφ` όσον ήθελε διαπιστωθή αυθαίρετος κατασκευή αποχετευτικού έργου. Η απόφασις του εισαγγελέως πρωτοδικών, εκδιδομένη εντός της συντομωτέρας δυνατής προθεσμίας και μη υποκειμένη εις ένδικον μέσον, εκτελείται δια συνεργείου της επιχειρήσεως υπο την προστασίαν της αρμοδίας αστυνομικής αρχής, ήτις παρακολουθεί την ακριβή τήρησιν αυτής. Αι απαιτηθησόμεναι δια την τοιαύτην επαναφοράν των πραγμάτων εις την προτέραν κατάστασιν δαπάναι, βεβαιούνται υπο της επιχειρήσεως εις βάρος του δράστου, εφ` όσον ήθελεν ούτος καταδικασθή υπο του αρμοδίου δκαστηρίου, κατά την παρ. 3 του παρόντος άρθρου, ή, εν περιπτώσει απαλλαγής τούτου, εφ` όσον ήθελεν υποχρεωθή εις την καταβολήν των τοιούτων δαπανών, του δικαστηρίου υποχρεωτικώς αποφαινομένου επι της τοιαύτης καταβολής ή μή. Αι δαπάναι αύται εισπράττονται κατά τας περί εισπράξεως των εσόδων της επιχειρήσεως κειμένας διατάξεις.
6. Ο παραβαίνων τας υπο των εν άρθρω 10 του παρόντος προβλεπομένων κανονισμών λειτουργίας και διαχειρίσεως της επιχειρήσεως, επιβαλλομένας υποχρεώσεις, εφ` όσον υπο ετέρας τινός διατάξεως δεν προβλέπεται βαρυτέρα ποινή, τιμωρείται, εάν μεν ενήργησεν εκ προθέσεως δια της ποινής της φυλακίσεως μέχρις εξ μηνών ή δια χρηματικής ποινής ή και δι` αμφοτέρων των ποινών τούτων, εάν δε ενήργησεν εξ αμελείας δια χρηματικής ποινής.

Άρθρον 22
Αστυνόμευσις των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως

1. Η αστυνομία των συστημάτων υδρεύσεως και αποχετεύσεως της επιχειρήσεως ως και η, κατά τας διατάξεις του απο 18/21.3.1924 Δ/τος “περί κωδικοποιήσεως του Ν. 2853 κ.λπ.”, αστυνομία των δημοσίων υδάτων εις την περιοχήν ταύτην, ανατίθεται εις τους τεχνικούς υπαλλήλους της επιχειρήσεως.

2. Πάσα αμέσως ή εμμέσως προξενουμένη βλάβη επι των πάσης φύσεως ή κατηγορίας υπονόμων ή ετέρων στοιχείων των συστημάτων υδρεύσεως αποχετεύσεως της επιχειρήσεως και επι των πάσης φύσεως έργων, εν εκτελέσει ή τετελεσμένων, ως και πάσα παράβασις των εν τη προηγουμένη παραγράφω διατάξεων, περί αστυνομίας των δημοσίων υδάτων, βεβαιούται δια πρωτοκόλλου συντασσομένου υπο των κατά την ανωτέρω παράγραφον αρμοδίων υπαλλήλων, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων των παρ. 2 εως 5 του άρθρου 24 του απο 25 Νοεμβρίου 1929 Προεδρικού Δ/ τος “περί κωδικοποιήσεως των “περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών κειμένων διατάξεων, ως το άρθρον τούτο αντικατεστάθη δια του άρθρου 4 του Α.Ν. 1966/1939, “περί συμπληρώσεως των περί εκτελέσεως δημοσίων έργων κειμένων διατάξεων”. “Τις αρμοδιότητες του επιθεωρητή δημόσιων έργων σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ασκεί ο Γενικός Διευθυντής της επιχείρησης. Η βεβαίωσις των ποσών της ζημίας διενεργείται υπο της επιχειρήσεως και εισπράττεται κατά τας περί εισπράξεως των εσόδων αυτής κειμένας διατάξεις.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε από την παρ.27 του άρθρ.6 Ν.2307/1995 (Α 113).

Άρθρον 23
Δήλωσις των ιδιοκτητών περί του τρόπου αποχετεύσεως των ακινήτων των

1. Ο ιδιοκτήτης, συνιδιοκτήτης, νομεύς ή συννομεύς ακινήτου κειμένου εις την περιοχήν της επιχειρήσεως, επι δε συνιδιοκτησίας κατά τας διατάξεις του Ν. 3741/1929 “περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους” και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικος και ο εις ον εχορηγήθη η άδεια κατασκευής της οικοδομής, ως και ο διαχειριστής ταύτης, καλούμενος υπο της επιχειρήσεως, υποχρεούται όπως, εντός της τασσομένης αυτώ προθεσμίας ουχί ελάσσονος του μηνός, δηλώση εγγράφως τον τρόπον αποχετεύσεως του ακινήτου του και επιτρέπη και διευκολύνη τον υπο της επιχειρήσεως έλεγχον της ακριβείας της δηλώσεώς του.

2. Ο μη υποβάλλων την εν τη προηγουμένη παραγράφω δήλωσιν ή ο μη υποβάλλων ταύτην εντός της υπο της επιχειρήσεως ταχθείσης προθεσμίας ή ο αμέσως ή εμμέσως αρνούμενος εις τα όργανα της επιχειρήσεως την εντός του ακινήτου είσοδον πρός έλεγχον της ακριβείας της τοιαύτης δηλώσεως ή ο παρακωλύων καθ` οιονδήποτε τρόπον την διενέργειαν του ειρημένου ελέγχου, τιμωρείται κατά τας διατάξεις του άρθρου 169 του ποινικού κώδικος. Ο υποβάλλων ψευδή δήλωσιν τιμωρείται κατά την διάταξιν της δευτέρας παραγράφου του άρθρου 225 του ποινικού κώδικος.

Άρθρον 24
Οι αρμοδιότητες του Υπουργού Εσωτερικών, που προβλέπονται από αυτόν το νόμο, ασκούνται από τη διεύθυνση οργανώσεως και λειτουργίας Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του Περιφερειακού Διευθυντή από την αρμόδια υπηρεσία της Περιφερειακής Διοίκησης”.
Σημ.: όπως το άρθρο 24 τροποποιήθηκε από την παρ.28 του άρθρ.6 Ν.2307/1995 (Α 113).

Άρθρον 25
Τακτικόν προσωπικόν

1. Το κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος τακτικόν διαβαθμισμένον προσωπικόν του Δ.Ο.Υ.Α.Β., καθίσταται απο της αυτής χρονολογίας προσωπικόν της επιχειρήσεως.

2. Το ανωτέρω προσωπικόν διατηρεί τα υπο των κειμένων διατάξεων αναγνωριζόμενα αυτώ δικαιώματα, εξελίσσεται δε βαθμολογικώς και μισθολογικώς κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις περί μονίμων δημοτικών υπαλλήλων και εντός της βαθμολογικής κλίμακος των θέσεών του, των προβλεπομένων υπο του οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας του Δ.Ο. Υ.Α.Β., όστις εξακολουθεί κατά το σημείον τούτο, ισχύων μέχρι της καθ` οιονδήποτε τρόπον κενώσεως απασών των θέσεων.

3. Τακτικόν διαβαθμισμένον προσωπικόν, υπηρετούν εις την υπηρεσίαν υδρεύσεως του Δήμου Νέας Ιωνίας Βόλου, δύναται τη αιτήσει του και μετ` απόφασιν του παρά τη νομαρχία υπηρεσιακού συμβουλίου να μετατάσσεται με τας ας κατέχει θέσεις εις την επιχείρησιν, διεπόμενον ως πρός πάσας τας υπηρεσιακάς του μεταβολάς και δικαιώματα υπο των εκάστοτε ισχυουσών ειδικών περί του προσωπικού τούτου διατάξεων των δήμων.

4. Αι κατά τας εκάστοτε κειμένας διατάξεις επι του προσωπικού των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως αρμοδότητες του δημάρχου και του προέδρου του Δ.Ο.Υ.Α.Β., ασκούνται, προκειμένου περί του κατά το παρόν άρθρον προσωπικού, υπο του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της επιχειρήσεως.

Άρθρον 26
Προσωπικόν επι σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου

1. Το υπηρετούν πάσης φύσεως επι σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικόν εις τον Δ.Ο.Υ.Α.Β., ως και το τοιούτον το υπηρετούν εις τον Δήμον Νέας Ιωνίας και την Κοινότητα Διμηνίου, το απασχολούμενον εις την υπηρεσίαν υδρεύσεως, απο της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος αποτελεί προσωπικόν της επιχειρήσεως και καταλαμβάνει αντιστοίχους θέσεις εκ των προβλεφθησομένων υπο του οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας περί ου το άρθρον 6 του παρόντος νόμου.

2. Αι καθ` οιονδήποτε τρόπον καταβαλλόμεναι αποδοχαί εις το ανωτέρω προσωπικόν διατηρούνται μέχρι του καθορισμού τούτων υπο του οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας.

Άρθρον 27
Πειθαρχικόν δίκαιον

1. Αι εκάστοτε ισχύουσαι διατάξεις περί πειθαρχικού δικαίου των μονίμων δημοτικών και κοινοτικών υπαλλήλων εφαρμόζονται αναλόγως και επι του προσωπικού του άρθρου 25 του παρόντος.

2. Προκειμένου περί του επι σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού της επιχειρήσεως εφαρμόζονται αι εκάστοτε ισχύουσαι πειθαρχικαί διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Άρθρον 28
Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται μετά τρίμηνον από της δημοσιεύσεως αυτού δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Ο παρών νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ΄ Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.

Εν Αθήναις τη 16 Απριλίου 1979

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ

Εθεωρήθη και ετέθη η μεγάλη του Κράτους σφραγίς