Νόμος 559 ΦΕΚ Α΄78/12.3.1977
Περί κυρώσεως της εν Γενεύη την 19ην Μαϊου 1956 υπογραφείσης Συμβάσεως επί του Συμβολαίου δια την διεθνή μεταφοράν εμπορευμάτων οδικώς (C.M.R) και του Πρωτοκόλου υπογραφής.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής, απεφασίσαμεν

Άρθρον πρώτον
Κυρούται και έχει ισχύν νόμου η εν Γενεύη την 19ην Μαϊου 1956 υπογραφείσα Διεθνής Σύμβασις επί του Συμβολαίου δια την διεθνή μεταφοράν εμπορευμάτων οδικώς (C.M.R.), και το πρωτόκολλον υπογραφής ης το κείμενον εν πρωτοτύπω εις την Αγγλικήν γλώσσαν και εν μεταφράσει εις την Ελληνικήν έχει ως έπεται:
ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ ΔΙΑ ΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΟΔΙΚΩΣ (C.M.R.)
Πρόλογος. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη, Αναγνωρίσαντα το επιθυμητόν της τυποποιήσεως των όρων των διεπόντων το συμβόλαιον δια την διεθνήν μεταφοράν εμπορευμάτων οδικώς, ειδικώτερον εν σχέσει προς τα χρησιμοποιούμενα δια την τοιαύτην μεταφοράν έγγραφα και την ευθύνην του μεταφορέως.
Συνεφώνησαν τα ακόλουθα:
Κεφάλαιον Ι.
Άρθρον 1.
Πλαίσιον Εφαρμογής
1. Η παρούσα Σύμβασις θα έχη εφαρμογήν επί παντός συμβολαίου δια την μεταφοράν εμπορευμάτων οδικώς δι` οχημάτων επ` αμοιβή όταν ο τόπος παραλαβής των εμπορευμάτων και ο οριζόμενος προς παράδοσιν τόπος, ως καθορίζονται εις το συμβόλαιον κείνται εις δύο διαφόρους χώρας, εκ των οποίων μία τουλάχιστον τυγχάνει Συμβαλλομένη χώρα, ασχέτως του τόπου διαμονής και της εθνικότητος των συμβαλλομένων.
2. Δια τους σκοπούς της παρούσης Συμβάσεως, “οχήματα” σημαίνει αυτοκίνητα οχήματα αρθρωτά οχήματα, ρυμουλκούμενα και ημιρυμουκλούμενα ως καθορίζονται εις το άρθρον 4 της περί Οδικής Κυκλοφορίας Συμβάσεως της 19ης Σεπτεμβρίου 1949.
3. Η παρούσα Σύμβασις έχει ωσαύτως εφαρμογήν οσάκις μεταφορά ευρισκομένη εντός των πλαισίων αυτής (Συμβάσεως) διενεργήται υπό Κρατών ή υπό κρατικών ιδρυμάτων ή οργανισμών.
4. Η παρούσα Συμβασις δεν θα έχη εφαρμογήν: (α) επί μεταφοράς εκτελουμένης δυνάμει των όρων οιασδήποτε διεθνούς ταχυδρομικής συμβάσεως. (β) επί νεκρικών αποστολών. (γ) επί μεταφορών επίπλων.
5. Τα Συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν όπως μη μεταβάλλουν οιανδήποτε εκ των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως δι` ειδικών συμφωνιών μεταξύ δύο ή πλειόνων εξ αυτών, πλην να καταστήσουν ταύτην ανεφάρμοστον δια την μεθοριακήν κυκλοφορίαν αυτών ή να επιτρέψουν την χρήσιν δια μεταφορικάς εργασίας απολύτως περιοριζομένας εις την επικράτειαν αυτών, δελτίων παραδόσεως αντιπροσωπευόντων, τίτλον δια τα εμπορεύματα.
Άρθρον 2.
1. Οσάκις το περιέχον τα εμπορεύματα όχημα φέρεται δια μέρος του ταξιδίου δια θαλάσσης, σιδηροδρομικώς δια των εσωτερικών υδατίνων οδών ή αεροπορικώς και εκτός όπου έχουν εφαρμογήν αι διατάξεις του άρθρου 14, τα εμπορεύματα δεν εκφορτώνονται εκ του οχήματος, η παρούσα Σύμβασις θα έχη παρά ταύτα εφαρμογήν επί του συνόλου της μεταφοράς. Υπό τον όρον ότι καθ` ο μέτρον αποδειχθή ότι οιαδήποτε απώλεια, βλάβη ή καθυστέρησις παραδόσεως των εμπορευμάτων ήτις προκύπτει κατά την μεταφοράν δια των λοιπών μέσων μεταφοράς δεν προεκλήθη εκ πράξεως ή αμελείας του οδικού μεταφορέως, αλλ` υπό γεγονότος το οποίον ηδύνατο να συμβή μόνον κατά την διάρκειαν και λόγω της μεταφοράς δια του εν λόγω ετέρου μέσου μεταφοράς, η ευθύνη του οδικού μεταφορέως θα καθορίζηται ουχί υπό της παρούσης Συμβάσως αλλά καθ` ον τρόπον η ευθύνη του μεταφορέως δια των ετέρων μέσων μεταφοράς θα καθωρίζετο εάν είχε καταρτισθή συμβόλαιον υπό του αποστολέως δια την μεταφοράν μόνον των εμπορευμάτων μετά του μεταφορέως δια του ετέρου μέσου μεταφοράς συμφώνως προς τους όρους τους προβλεπομένους υπό του περί μεταφοράς εμπορευμάτων νόμου δια του εν λόγω μέσου μεταφοράς. Εάν, εν τούτοις δεν υφίστανται τοιούτοι όροι η ευθύνη του μεταφορέως οδικώς θα καθορίζηται υπό της παρούσης Συμβάσεως.
2. Εάν ο οδικός μεταφορεύς είναι επίσης ο ίδιος ο μεταφορεύς δια των ετέρων μέσων μεταφοράς, η ευθύνη αυτού θα καθορίζηται επίσης συμφώνως προς τας διατάξεις της παραγράφου Ι του παρόντος άρθρου, αλλ` ως εάν, υπό τας ιδιότητάς του ως οδικού μεταφορέως και ως μεταφορέως δια των ετέρων μέσων μεταφοράς ως εάν αυτός ήτο δύο χωριστά πρόσωπα.
Κεφάλαιον ΙΙ.
Άρθρον 3.
Πρόσωπα δια τα οποία ευθύνεται ο μεταφορεύς
Δια τους σκοπούς της παρούσης συμβάσεως ο μεταφορεύς θα είναι υπεύθυνος δια τας πράξεις και παραλείψεις των πρακτόρων και υπαλλήλων αυτού και οιωνδήποτε ετέρων προσώπων τας υπηρεσίας των οποίων χρησιμοποιεί δια την εκτέλεσιν της μεταφοράς, όταν οι τοιούτοι πράκτορες, υπάλληλοι ή έτερα πρόσωπα ενεργούν εν τω πλαισίω της απασχολήσεως αυτών, ως εάν αι τοιαύται πράξεις ή παραλείψεις ήσαν του ιδίου.
Κεφάλαιον ΙΙΙ.
Άρθρον 4.
Σύναψις και εκτέλεσις Συμβολαίου Μεταφοράς.
Το συμβόλαιον μεταφοράς θα επιβεβαιούται δια της συντάξεως δελτίου παραδόσεως. Η έλλειψις, αντικανονική διατύπωσις ή απώλεια του δελτίου παραδόσεως δεν θα θίγη την ύπαρξιν ή την ισχύν του συμβολαίου μεταφοράς το οποίον θα παραμένη υποκείμενον εις τας διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως.
Άρθρον 5.
1. Το δελτίον παραδόσεως θα εκδίδεται εις τρία πρωτότυπα αντίτυπα υπογραφόμενα υπό του αποστολέως και του μεταφορέως. Αι υπογραφαί αύται δύνανται να είναι έντυποι ή να έχουν αντικατασταθή δια των σφραγίδων του αποστολέως και του μεταφορέως εάν η νομοθεσία της χώρας εις την οποίαν εξεδόθη το δελτίον παραδόσεως το επιτρέπη. Το πρώτον αντίτυπον θα παραδίδεται εις τον αποστολέα, το δεύτερον θα συνοδεύη τα εμπορεύματα και το τρίτον θα κρατείται υπό του μεταφορέως.
2. Οταν τα εμπορεύματα τα οποία πρόκειται να μεταφερθούν πρέπει να φορτωθούν εις διάφορα οχήματα ή είναι διαφόρων ειδών ή είναι χωρισμένα εις διαφόρους παρτίδας, ο αποστολεύς ή ο μεταφορεύς θα έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν να συνταχθή χωριστόν δελτίον παραδόσεως δι` έκαστον χρησιμοποιούμενον όχημα, ή δι` έκαστον είδος ή παρτίδα εμπορεύματος.
Άρθρον 6.
1. Το δελτίον παραδόσεως θα περιέχη τα ακόλουθα στοιχεία:
α) την ημερομηνίαν του δελτίου παραδόσεως και τον τόπον εις τον οποίον εξεδόθη.
β) το όνομα και την διεύθυνσιν του αποστολέως.
γ) το όνομα και την διεύθυνσιν του μεταφορέως.
δ) τον τόπον και την ημερομηνίαν παραλαβής των προς μεταφοράν εμπορευμάτων και τον οριζόμενον προς παράδοσιν τόπον.
ε) το όνομα και την διεύθυνσιν του παραλήπτου.
στ) την κοινώς χρησιμοποιουμένην περιγραφήν της φύσεως των εμπορευμάτων και τον τρόπον συσκευασίας και εν περιπτώσει επικινδύνων εμπορευμάτων, την γενικώς παραδεδεγμένην περιγραφήν αυτών.
ζ) τον αριθμόν των δεμάτων και τα ειδικά σημεία και αριθμούς αυτών.
η) το μικτόν βάρος των εμπορευμάτων ή την ποσότητα αυτών εκπεφρασμένην άλλως.
θ) χρεώσεις, αφορώσας την μεταφοράν (χρεώσεις μεταφοράς, συμπληρωματικαί χρεώσεις, τελωνειακοί δασμοί και λοιπαί επιβαρύνσεις προκύπτουσαι από της συντάξεως του συμβολαίου μέχρι του χρόνου παραδόσεως).
ι) Τας απαιτουμένας οδηγίας δια τας τελωνειακάς και λοιπάς διατυπώσεις.
κ) δήλωσιν ότι η μεταφορά υπόκειται ασχέτως οιουδήποτε αντιθέτου όρου, εις τας διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως.
2. Οσάκις συντρέχη περίπτωσις το δελτίον παραδόσεως θα περιλαμβάνη επίσης τα κάτωθι στοιχεία:
α) δήλωσιν ότι δεν επιτρέπεται μεταφόρτωσις.
β) τας επιβαρύνσεις τας οποίας ο αποστολεύς αναλαμβάνει να πληρώση.
γ) το ποσόν των χρεώσεων των “πληρωτέων επί τη παραδόσει”.
δ) δήλωσιν της αξίας των εμπορευμάτων και του αντιπροσωπεύοντος ειδικόν ενδιαφέρον ποσού κατά την παράδοσιν.
ε) οδηγίας του αποστολέως προς τον μεταφορέα αφορώσας την ασφάλισιν των εμπορευμάτων. στ) το συμφωνηθέν χρονικόν όριον εντός του οποίου δέον να συντελεσθή η μεταφορά.
ζ) πίνακα των εις τον μεταφορέα παραδοθέντων εγγράφων.
3. Οι συμβαλλόμενοι δύνανται να αναγράψουν εις το δελτίον παραδόσεως παν έτερον στοιχείον το οποίον ήθελον κρίνει χρήσιμον.
Άρθρον 7.
1. Ο αποστολεύς θα είναι υπεύθυνος δια παν έξοδον απώλειαν και βλάβην την οποίαν ήθελεν υποστή ο μεταφορεύς λόγω ανακριβείας ή ανεπαρκείας: α) των στοιχείων των αναφερομένων εις το άρθρον 6, παράγραφος Ι, (β), (δ), (ε), (στ), (η) και (ι). β) των στοιχείων των αναφερομένων εις το άρθρον 6, παράγραφος 2. γ) οιωνδήποτε ετέρων στοιχείων ή οδηγιών διδομένων υπ`αυτού δια να καταστή δυνατή η σύνταξις του δελτίου παραδόσεως ή προς τον σκοπόν καταχωρήσεως των εν αυτώ.
2. Εάν, τη αιτήσει του αποστολέως, ο μεταφορεύς καταχωρήση εις το δελτίον παραδόσεως τα στοιχεία τα αναφερόμενα εις την παράγραφον Ι του παρόντος άρθρου, θα θεωρήται, εκτός εάν αποδειχθή το εναντίον, ότι ούτος ενήργησεν ούτω δια λογαριασμόν του αποστολέως.
3. Εάν το δελτίον παραδόσεως δεν περιέχη την δήλωσιν την αναφερομένην εις το άρθρον 6, παράγραφος Ι (κ) ο μεταφορεύς θα ευθύνεται δια παν έξοδον, απώλειαν ή ζημίαν την οποίαν ήθελεν υποστή λόγω της τοιαύτης παραλείψεως από το πρόσωπον το δικαιούμενον να διαθέση τα εμπορεύματα.
Άρθρον 8.
1. Κατά την παραλαβήν των προς μεταφοράν εμπορευμάτων, ο μεταφορεύς θα ελέγχη:
α) την ακρίβειαν των στοιχείων του δελτίου παραδόσεως ως προς τον αριθμόν των δεμάτων και τα σημεία και αριθμούς αυτών και
β) την εμφανή κατάστασιν των εμπορευμάτων και της συσκευασίας αυτών.
2. Οσάκις ο μεταφορεύς δεν διαθέτη εύλογα μέσα ελέγχου της ακριβείας των στοιχείων των αναφερομένων εις την παράγραφον Ι (α) του παρόντος άρθρου, θα καταχωρή τας επιφυλάξεις αυτού εις το δελτίον παραδόσεως ομού μετά των λόγων επί των οποίων βασίζονται αύται. Ούτω θα καθορίζη τους λόγους δι` οιασδήποτε επιφυλάξεις τας οποίας διατυπώνει εν σχέσει προς την εμφανή κατάστασιν των εμπορευμάτων και της συσκευασίας αυτών. Αι εν λόγω επιφυλάξεις δεν θα δεσμεύουν τον αποστολέα ει μη μόνον εφ` όσον συνεφώνησε ρητώς να δεσμευθή δι` αυτών εις το δελτίον παραδόσεως.
3. Ο αποστολεύς θα δικαιούται να ζητήση από τον μεταφορέα να ελέγξη το μικτόν βάρος των εμπορευμάτων ή την άλλως εκπεφρασμένην ποσότητα αυτών. Δύναται επίσης να ζητήση όπως ελεγχθή το περιεχόμενον των δεμάτων. Ο μεταφορεύς θα δικαιούται να ζητήση την καταβολήν της δαπάνης του τοιούτου ελέγχου. Το αποτέλεσμα των ελέγχων θα καταχωρήται εις το δελτίον παραδόσεως.
Άρθρον 9.
1. Το δελτίον παραδόσεως θα αποτελή αποδεικτικόν prima facie της συνάψεως του συμβολαίου μεταφοράς, των όρων του συμβολαίου και της υπο του μεταφορέως παραλαβής των εμπορευμάτων.
2. Εάν το δελτίον παραδόσεως δεν περιλαμβάνη συγκεκριμένας επιφυλάξεις του μεταφορέως, θα προεξοφλήται, εκτός αποδείξεως του εναντίου, ότι τα εμπορευματα και η συσκευασία αυτών εφαίνοντο να είναι εις καλήν κατάστασιν όταν ο μεταφορεύς τα παρέλαβε και ότι ο αριθμός των δεμάτων, τα σημεία και αριθμοί αυτών αντιστοιχούσαν προς τα στοιχεία του δελτίου παραδόσεως.
Άρθρον 10.
Ο αποστολεύς θα ευθύνεται έναντι του μεταφορέως δια βλάβας προς πρόσωπα, εξοπλισμόν ή έτερα εμπορεύματα και δι` οιαδήποτε έξοδα οφειλόμενα εις ελαττωματικήν συσκευασίαν των εμπορευμάτων, εκτός εάν το ελάττωμα ήτο εμφανές ή γνωστόν εις τον μεταφορέα κατά τον χρόνον παραλαβής των εμπορευμάτων προς μεταφοράν και ούτος δεν διετύπωσεν επιφυλάξεις αφορώσας τούτο.
Άρθρον 11.
1. Δια τους σκοπούς των τελωνειακών και λοιπών διατυπώσεων αι οποίαι δέον να συμπληρωθούν προ της παραδόσεως των εμπορευμάτων, ο αποστολεύς θα προσαρτά τα απαραίτητα έγγραφα εις το δελτίον παραδόσεως ή θα θέτη ταύτα εις την διάθεσιν του μεταφορέως και θα παρέχη προς αυτόν πάσαν πληροφορίαν την οποίαν έχει ανάγκην.
2. Ο μεταφορεύς δεν θα έχη υποχρέωσιν να ερευνά είτε την ακρίβειαν ή επάρκειαν των τοιούτων εγγράφων και πληροφοριών. Ο αποστολεύς θα ευθύνεται έναντι του μεταφορέως δι` οιανδήποτε ζημίαν προκαλουμένην λόγω ελλείψεως, ανακριβείας ή αταξίας των τοιούτων εγγράφων και πληροφοριών, πλην της περιπτώσεως εσφαλμένης τινός πράξεως ή αμελείας εκ μέρους του μεταφορέως.
3. Η ευθύνη του μεταφορέως δια τας συνεπείας λόγω απωλείας ή μη ορθής χρήσεως των εγγράφων των αναφερομένων και συνοδευόντων το δελτίον παραδόσεως ή κατατεθέντων εις χείρας του μεταφορέως θα είναι αι του πράκτορος τοιαύται, υπό τον όρον ότι η υπό του μεταφορέως καταβλητέα αποζημίωσις δεν θα υπερβαίνη εκείνην ήτις θα ήτο καταβλητέα εν περιπτώσει απωλείας των εμπορευμάτων.
Άρθρον 12.
1. Ο αποστολεύς έχει το δικαίωμα να διαθέση τα εμπορεύματα, ειδικώτερον ζητών από τον μεταφορέα να σταματήση τα εμπορεύματα υπό διαμετακόμισιν, να αλλάξη τον τόπον εις τον οποίον πρόκειται να λάβη χώραν η παράδοσις ή να παραδώση τα εμπορεύματα εις παραλήπτην έτερον πλην του παραλήπτου του αναφερομένου εις το δελτίον παραδόσεως.
2. Το δικαίωμα τούτο θα παύη υφιστάμενον όταν το δεύτερον αντίγραφον του δελτίου παραδόσεως παραδοθή εις τον παραλήπτην ή όταν ο παραλήπτης ασκήση το δικαίωμα αυτού δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1 από του χρόνου τούτου και μετέπειτα ο μεταφορεύς θα υπακούη εις τας εντολάς του παραλήπτου.
3. Ο παραλήπτης θα έχη εν τούτοις, το δικαίωμα διαθέσεως από του χρόνου κατά τον οποίον συντάσσεται το δελτίον παραδόσεως εάν ο αποστολεύς προβή εις σχετικήν εγγραφήν εις το δελτίον παραδόσεως.
4. Εάν εν τη ενασκήσει του δικαιώματός του διαθέσεως ο παραλήπτης διέταξε την παράδοσιν των εμπορευμάτων εις έτερον πρόσωπον, το έτερον τούτο πρόσωπον δεν θα έχη δικαίωμα να ονομάζη ετέρους παραλήπτας.
5. Η άσκησις του δικαιώματος διαθέσεως θα τελή υπό την επιφύλαξιν των κάτωθι όρων:
α) ότι ο αποστολεύς ή, εις την αναφερομένην εις την παράγραφον 3 του παρόντος άρθρου περίπτωσιν ο παραλήπτης όστις επιθυμεί να ασκήση το δικαίωμα προσκομίζει το πρώτον αντίγραφον του δελτίου παραδόσεως επί του οποίου κατεχωρήθησαν αι νέαι οδηγίαι προς τον μεταφορέα και αποζημιώνει τον μεταφορέα δι` άπαντα τα έξοδα, απώλειαν και βλάβην τα οποία προέκυψαν εκ της εκτελέσεως των εν λόγω οδηγιών.
β) ότι η εκτέλεσις των εν λόγω οδηγιών είναι δυνατή κατά τον χρόνον κατά τον οποίον αι οδηγίαι φθάνουν εις το πρόσωπον το οποίον πρόκειται να εκτελέση ταύτας και ούτε επηρεάζουν την κανονικήν διεξαγωγήν των εργασιών του μεταφορέως ούτε βλάπτουν τους αποστολείς ή παραλήπτας ετέρων αποστολών.
γ) ότι αι οδηγίαι δεν έχουν ως συνέπειαν τον διαχωρισμόν του φορτίου.
6. Οταν, λόγω των διατάξεων της παραγράφου 5 (β) του παρόντος άρθρου ο μεταφορεύς δέν δύναται να εκτελέση τας οδηγίας τας οποίας λαμβάνει, θα ειδοποιή πάραυτα το πρόσωπον το οποίον έδωσε προς αυτόν τας εν λόγω οδηγίας.
7. Μεταφορεύς ο οποίος δεν εξετέλεσε τας δοθείσας οδηγίας υπό τους όρους τους προβλεπομένους δια του παρόντος άρθρου, ή ο οποίος εξετέλεσε ταύτας χωρίς να ζητήση όπως του προσκομισθή το πρώτον αντίγραφον του δελτίου παραδόσεως θα ευθύνεται έναντι του προσώπου του δικαιουμένου να προβάλλη απαίτησιν δι` οιανδήποτε απώλειαν ή ζημίαν προκληθείσαν εκ του λόγου τούτου.
Άρθρον 13.
1. Μετά την άφιξιν των εμπορευμάτων εις τον καθορισθέντα τόπον παραδόσεως, ο παραλήπτης θα δικαιούται να ζητήση από τον μεταφορέα να παραδώση προς αυτόν, έναντι αποδείξεως, το δεύτερον αντίγραφον του δελτίου παραδόσεως και τα εμπορεύματα. Εάν η απώλεια των εμπορευμάτων διαπιστωθή ή εάν τα εμπορεύματα δεν φθάσουν μετά την λήξιν του προβλεπομένου υπό του άρθρου 19 χρονικού διαστήματος, ο παραλήπτης θα δικαιούται να επιβάλλη επ` ονόματί του κατά του μεταφορέως οιαδήποτε δικαιώματα προκύπτοντα εκ του συμβολαίου μεταφοράς.
2. Ο παραλήπτης όστις ποιείται χρήσιν των προς αυτόν παρεχομένων δικαιωμάτων δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου θα καταβάλλη τας δαπάνας αίτινες εμφανίζονται ως οφειλόμεναι επί του δελτίου παραδόσεως εν περιπτώσει όμως διαφωνίας επί του θέματος τούτου ο μεταφορεύς δεν θα υποχρεούται να παραδώση τα εμπορεύματα εκτός εάν παρασχεθή εξασφάλισις εκ μέρους του παραλήπτου.
Άρθρον 14.
1. Εάν δι` οιονδήποτε λόγον είναι ή καθίσταται αδύνατον να εκτελεσθή το συμβόλαιον συμφώνως προς τους όρους τους αναφερομένους εις το δελτίον της παραδόσεως προ της αφίξεως των εμπορευμάτων εις τον καθορισθέντα προς παράδοσιν τόπον, ο μεταφορεύς θα ζητή οδηγίας παρά του προσώπου του δικαιουμένου να διαθέση τα εμπορεύματα συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 12.
2. Παρά ταύτα, εάν αι συνθήκαι είναι τοιαύται ώστε να επιτρέπουν την εκτέλεσιν της μεταφοράς υπό όρους διαφόρους εκείνων οι οποίοι αναφέρονται εις το δελτίον παραδόσεως και εάν ο μεταφορεύς δεν κατέστη δυνατόν να λάβη οδηγίας εντός ευλόγου χρόνου παρά του προσώπου του δικαιουμένου να διαθέση τα εμπορεύματα συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 12 θα λαμβάνη τα μέτρα εκείνα τα οποία κατά την κρίσιν του εξυπηρετούν τα συμφέροντα του προσώπου του δικαιουμένου να διαθέτη τα εμπορεύματα.
Άρθρον 15.
1. Οσάκις αι συνθήκαι εμποδίζουν παράδοσιν των εμπορευμάτων μετά την άφιξιν αυτών εις τον καθοριζόμενον τόπον παραδόσεως, ο μεταφορεύς θα ζητήση παρά του αποστολέως οδηγίας. Εάν ο παραλήπτης αρνήται να παραλάβη τα εμπορεύματα ο αποστολεύς θα δικαιούται να διαθέση ταύτα χωρίς να υποχρεούται να προσκομίση το πρώτον αντίγραφον του δελτίου παραδόσεως.
2. Ακόμη και εάν έχη αρνηθή παραλαβήν των εμπορευμάτων, ο παραλήπτης δύναται παρά ταύτα να ζητήση την παράδοσιν εφ` όσον ο μεταφορεύς δεν έχει λάβει οδηγίας περί του αντιθέτου από τον αποστολέα.
3. Οταν ανακύπτουν συνθήκαι εμποδίζουσαι παράδοσιν των εμπορευμάτων αφού ο παραλήπτης ασκών τα δικαιώματα αυτού δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 3, έδωσε εντολήν να παραδοθούν τα εμπορεύματα εις τρίτον πρόσωπον, αι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου θα έχουν εφαρμογήν ως εάν ο παραλήπτης ήτο ο αποστολεύς και το έτερον εκείνο πρόσωπον ήτο ο παραλήπτης.
Άρθρον 16.
1. Ο μεταφορεύς θα δικαιούται να εισπράξη την δαπάνην την προελθούσαν εκ της αιτήσεως αυτού δια την παροχήν οδηγιών και οιαδήποτε έξοδα εις τα οποία ήθελεν υποβληθή δια την εκτέλεσιν των οδηγιών τούτων, εκτός εάν αι τοιαύται δαπάναι επροξενήθησαν εξ εσφαλμένης ενεργείας ή εξ αμελείας του μεταφορέως.
2. Εις τας περιπτώσεις τας αναφερομένας εις το άρθρον 14, παράγραφος 1, και εις το άρθρον 15, ο φορτωτής δύναται να εκφορτώση αμέσως τα εμπορεύματα δια λογαριασμόν του προσώπου του έχοντος δικαίωμα διαθέσεως τούτων και τότε η μεταφορά θα θεωρήται τερματισθείσα. Ο μεταφορεύς θα κρατή τότε τα εμπορεύματα δια λογαριασμόν του έχοντος τοιούτον δικαίωμα προσώπου. Δύναται εν τούτοις να εμπιστευθή ταύτα εις τρίτον πρόσωπον, εν τοιαύτη δε περιπτώσει δεν θα ευθύνεται καθ` οιονδήποτε τρόπον πλην δια την άσκησιν ευλόγου φροντίδος δια την εκλογήν του τρίτου προσώπου. Αι οφειλόμεναι δυνάμει του δελτίου παραδόσεως δαπάναι και παν έτερον έξοδον θα παραμένουν εις βάρος των εμπορευμάτων.
3. Ο μεταφορεύς δύναται να πωλήση τα εμπορεύματα, χωρίς να αναμείνη οδηγίας εκ μέρους του δικαιουμένου να διαθέση ταύτα προσώπου εάν τα εμπορεύματα είναι ευπαθή ή η κατάστασις αυτών προδικάζει τοιούτον ενδεχόμενον, ή εάν τα έξοδα εναποθηκεύσεως θα ήσαν δυνασανάλογα προς την αξίαν των εμπορευμάτων. Δύναται επίσης να προβή εις την πώλησιν των εμπορευμάτων εις ετέρας περιπτώσεις εάν μετά την λήξιν ευλόγου χρονικού διαστήματος δεν έχη λάβει εκ μέρους του έχοντος δικαίωμα διαθέσεως των εμπορευμάτων προσώπου οδηγίας περί του αντιθέτου, τας οποίας δύναται ευλόγως να απαιτηθή να εκτελέση.
4. Εάν τα εμπορεύματα επωλήθησαν εις εφαρμογήν του παρόντος άρθρου, το προϊόν της πωλήσεως μετά την αφαίρεσιν των βαρυνόντων τα εμπορεύματα δαπανών, θα τίθεται εις την διάθεσιν του δικαιουμένου να διαθέτη τα εμπορεύματα προσώπου. Εάν αι εν λόγω δαπάναι υπερβαίνουν το προϊόν της πωλήσεως, ο μεταφορεύς θα δικαιούται να λάβη την διαφοράν.
5. Η διαδικασία εν περιπτώσει πωλήσεως θα καθορίζηται υπό της νομοθεσίας ή του εθίμου του τόπου εις τον οποίον ευρίσκονται τα εμπορεύματα.
Κεφάλαιον IV
Άρθρον 17.
Ευθύνη του μεταφορέως
1. Ο μεταφορεύς θα ευθύνεται δια την ολικήν ή μερικήν απώλειαν των εμπορευμάτων και δια την βλάβην τούτων την λαμβάνουσαν χώραν μεταξύ του χρόνου κατά τον οποίον παραλαμβάνει τα εμπορεύματα και του της παραδόσεως, ως επίσης και δι` οιανδήποτε καθυστέρησιν παραδόσεως.
2. Ο μεταφορεύς εν τούτοις θα απαλλάσσηται της ευθύνης εάν η απώλεια, βλάβη, ή καθυστέρησις προεκλήθη εξ εσφαλμένης ενεργείας ή αμελείας του προβάλλοντος απαίτησιν, εκ των διδομένων οδηγιών του προβάλλοντος απαίτησιν και ουχί ως συνέπεια εσφαλμένης ενεργείας ή αμελείας εκ μέρους του μεταφορέως, εκ κεκρυμμένου ελαττώματος των εμπορευμάτων ή λόγω συνθηκών τας οποίας ο μεταφορεύς δεν ηδύνατο να αποφύγη και τας συνεπείας των οποίων δεν ηδύνατο να προλάβη.
3. Ο μεταφορεύς δεν θα απαλλάσσεται της ευθύνης λόγω ελαττωματικής καταστάσεως του χρησιμοποιουμένου υπ`αυτού οχήματος προς εκτέλεσιν της μεταφοράς λόγω εσφαλμένης ενεργείας ή αμελείας του προσώπου παρά του οποίου τυχόν εμίσθωσε το όχημα ή των πρακτόρων ή των υπαλλήλων του τελευταίου.
4. Υπό την επιφύλαξιν του άρθρου 18, παράγραφοι 2 μέχρι 5, ο μεταφορεύς θα απαλλάσσηται της ευθύνης όταν η απώλεια ή βλάβη προέρχεται εκ των ειδικών κινδύνων οίτινες ενυπάρχουν εις μίαν ή περισσοτέρας εκ των κατωτέρω περιπτώσεων:
α) χρησιμοποίησις ανοικτών ακαλύπτων οχημάτων, όταν η χρησιμοποίησις αυτών ρητώς συνεφωνήθη και ανεφέρθη εις το δελτίον παραδόσεως.
β) η έλλειψις ή ελαττωματική κατάστασις της συσκευασίας εις την περίπτωσιν εμπορευμάτων τα οποία, εκ της φύσεως αυτών, υπόκεινται εις φθοράν ή βλάβην όταν δεν είναι συσκευασμένα ή καταλλήλως συσκευασμένα.
γ) χειρισμός, φόρτωσις, στοιβασία ή εκφόρτωσις των εμπορευμάτων υπό του αποστολέως, του παραλήπτου ή προσώπων ενεργούντων δια λογαριασμον του αποστολέως ή του παραλήπτου.
δ) η φύσις ωρισμένων ειδών εμπορευμάτων ήτις ειδικώς εκθέτει ταύτα εις ολικήν ή μερικήν απώλειαν ή βλάβην, κυρίως λόγω θραύσεως, σκωρίας, σήψεως, αποξηράνσεως, ροής, συνήθους φύρας ή της επενεργείας σκώρων ή ζωυφίων.
ε) ανεπαρκεία ή ακαταλληλότης σημείων και αριθμών επί των δεμάτων. στ) η μεταφορά ζώντων ζώων.
5. Οσάκις δυνάμει του παρόντος άρθρου ο μεταφορεύς δεν ευθύνεται εν σχέσει προς ενίους εκ των προκαλούντων την απώλειαν, βλάβην, ή καθυστέρησιν συντελεστών, θα ευθύνεται μόνον κατά την έκτασιν, καθ` ην οι συντελεσταί, δια τους οποίους ευθύνεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, συνέβαλλον εις την απώλειαν, βλάβην ή καθυστέρησιν.
Άρθρον 18.
1. Το βάρος της αποδείξεως ότι η απώλεια, η βλάβη, ή η καθυστέρησις ωφείλετο εις ένα εκ των αιτίων των αναφερομένων εις το άρθρον 17 παράγραφος 2 θα εναπόκειται εις τον μεταφορέα.
2. Οταν ο μεταφορεύς αποδείξη, ότι υπό τας συνθήκας της περιπτώσεως, η απώλεια ή βλάβη θα ήτο δυνατόν να αποδοθή εις ένα ή πλείονας εκ των ειδικών κινδύνων των αναφερομένων εις το άρθρον 17, παράγραφος 4, θα συμπεραίνεται ότι προεκλήθη ούτω. Ο προβάλλων απαίτησιν εν τούτοις θα δικαιούται να αποδείξη ότι η απώλεια ή βλάβη δεν οφείλεται, πράγματι, ούτε ολικώς ούτε μερικώς, εις ένα εκ των κινδύνων τούτων.
3. Το τεκμήριον τούτο δεν θα έχη εφαρμογήν εις τας περιπτώσεις τας οριζομένας εις το άρθρον 17, παράγραφος 4 (α), εάν διαπιστωθή ασύνηθες έλλειμμα η απώλεια οιουδήποτε δέματος.
4. Εάν η μεταφορά εκτελήται δι` ειδικώς εξωπλισμένων οχημάτων δια την προστασίαν των εμπορευμάτων εκ των επιδράσεων της θερμότητος, ψύχους, διακυμάνσεως θερμοκρασίας ή της υγρασίας της ατμοσφαίρας, ο μεταφορεύς δεν θα δικαιούται να απαιτήση να τύχη των πλεονεκτημάτων του άρθρου 17, παράγραφος 4 (δ), εκτός εάν αποδείξη ότι άπαντα τα μέτρα τα επιβαλλόμενα εις αυτόν, εν προκειμένω εν σχέσει προς την εκλογήν, συντήρησιν και χρήσιν του τοιούτου εξοπλισμού ελήφθησαν και ότι ούτος συνεμορφώθη προς οιασδήποτε ειδικάς οδηγίας δοθείσας προς αυτόν.
5. Ο μεταφορεύς δεν θα δικαιούται να απαιτήση να τύχη των πλεονεκτημάτων του άρθρου 17, παράγραφος 4 (στ), εκτός εάν αποδείξη ότι άπαντα τα μέτρα τα επιβαλλόμενα συνήθως εις αυτόν εν προκειμένω ελήφθησαν και ότι ούτος συνεμορφώθη προς οιασδήποτε ειδικάς οδηγίας δοθείσας προς αυτόν.
Άρθρον 19.
Καθυστέρησις παραδόσεως θα νοήται ότι έλαβε χώραν όταν τα εμπορεύματα δεν παρεδόθησαν εντός του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου ή όταν, μη υπάρχοντος συμπεφωνημένου χρονικού ορίου η πραγματική διάρκεια της μεταφοράς, λαμβανομένων υπ` όψιν των συνθηκών της περιπτώσεως και ειδικώς, εις την περίπτωσιν τμηματικών φορτίων του απαιτουμένου χρόνου δια την συμπλήρωσιν πλήρους φορτίου κατά κανονικόν τρόπον, υπερβαίνη τον χρόνον όστις θα ήτο εύλογον να γίνη επιτρεπτός δι`επιμελή μεταφορέα.
Άρθρον 20.
1. Το γεγονός ότι εμπορεύματα δεν παρεδόθησαν εντός τριάκοντα ημερών από της λήξεως του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου, ή εάν δεν υπάρχη συμπεφωνημένον χρονικόν όριον, εντός εξήκοντα ημερών από του χρόνου καθ` ον ο μεταφορεύς παρέλαβε τα εμπορεύματα, θα αποτελή οριστικήν απόδειξιν απωλείας των εμπορευμάτων, το δε δικαιούμενον να προβάλη απαίτησιν πρόσωπον δύναται τότε να θεωρή ταύτα ως απολεσθέντα.
2. Το έχον τοιούτον δικαίωμα πρόσωπον δύναται, επί τη εισπράξει αποζημιώσεως δια τα ελλείποντα εμπορεύματα, να ζητήση εγγράφως όπως ειδοποιηθή αμέσως εάν τα εμπορεύματα ανευρεθούν εντός του έτους του επομένου της πληρωμής της αποζημιώσεως. Θα του παρασχεθή έγγραφος βεβαίωσις της τοιαύτης αιτήσεως.
3. Εντός των τριάκοντα ημερών των επομένων της λήψεως της τοιαύτης ειδοποιήσεως το δικαιούμενον ως ανωτέρω πρόσωπον δύναται να ζητήση να παραδοθούν προς αυτόν τα εμπορεύματα έναντι πληρωμής των εμφαινομένων ότι οφείλονται επί του δελτίου παραδόσεως ως επίσης και έναντι αποδόσεως της αποζημιώσεως την οποίαν εισέπραξε μείον οιασδήποτε δαπάνας περιλαμβανομένας εις ταύτην άνευ όμως βλάβης οιωνδήποτε απαιτήσεων προς αποζημίωσιν δια καθυστέρησιν παραδόσεως δυνάμει του άρθρου 23 και, οσάκις συντρέχη περίπτωσις του άρθρου 26.
4. Εν απουσία της εν παραγράφω 2 αναφερομένης αιτήσεως ή οιωνδήποτε οδηγιών παρεχομένων εντός του εν παραγράφω 3 οριζομένου χρονικού διαστήματος, ή εάν τα εμπορεύματα δεν ευρέθησαν μέχρι χρονικού διαστήματος πέραν του έτους από της πληρωμής της αποζημιώσεως, ο μεταφορεύς θα δικαιούται να χειρισθή, ταύτα συμφώνως προς την νομοθεσίαν του τόπου ένθα ευρίσκονται τα εμπορεύματα.
Άρθρον 21.
Εάν τα εμπορεύματα παρεδόθησαν εις τον παραλήπτην άνευ εισπράξεως της χρεώσεως “τοις μετρητοίς άμα της παραδόσει” ήτις θα έδει να εισπραχθή υπό του μεταφορέως δυνάμει των όρων του συμβολαίου μεταφοράς, ο μεταφορεύς θα είναι υπεύθυνος έναντι του αποστολέως δι` αποζημίωσιν μη υπερβαίνουσαν το ποσόν της τοιαύτης χρεώσεως άνευ βλάβης του δικαιώματος αυτού να στραφή κατά του παραλήπτου.
Άρθρον 22.
1. Οταν ο αποστολεύς παραδίδη εμπορεύματα επικινδύνου φύσεως εις τον μεταφορέα, θα οφείλη να πληροφορήση τον μεταφορέα περί της ακριβούς φύσεως του κινδύνου, και να υποδείξη εάν παρίσταται ανάγκη τας προφυλάξεις αι οποίαι πρέπει να ληφθούν. Εάν η πληροφορία αύτη δεν έχη καταχωρηθή εις το δελτίον παραδόσεως, το βάρος της αποδείξεως δι`ετέρων μέσων, ότι ο μεταφορεύς εγνώριζε την ακριβή φύσιν του κινδύνου την προερχομένην από την μεταφοράν των τοιούτων εμπορευμάτων θα εναπόκειται εις τον αποστολέα ή τον παραλήπτην.
2. Εμπορεύματα επικινδύνου φύσεως τα οποία υπό τας εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου αναφερομένας συνθήκας, ο μεταφορεύς δεν εγνώριζεν ότι είναι επικίνδυνα δύνανται, οποτεδήποτε, και οπουδήποτε να εκφορτωθούν, καταστραφούν ή καταστούν ακίνδυνα υπό του μεταφορέως άνευ αποζημιώσεως. Περαιτέρω ο αποστολεύς θα ευθύνεται δια παν έξοδον, απώλειαν ή ζημίαν προκύπτουσαν εκ της παραδόσεως προς μεταφοράν ή εκ της μεταφοράς αυτών.
Άρθρον 23.
1. Οταν, δυνάμει των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως, μεταφορεύς ευθύνεται δι` αποζημίωσιν εν σχέσει προς ολικήν ή μερικήν απώλειαν εμπορευμάτων, η τοιαύτη αποζημίωσις θα υπολογίζεται δι` αναφοράς προς την αξίαν των εμπορευμάτων εις τον τόπον και κατά τον χρόνον κατά τον οποίον εγένοντον δεκτά προς μεταφοράν.
2. Η αξία των εμπορευμάτων θα ορίζηται συμφώνως προς την τιμήν του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων ή εάν δεν υπάρχη τοιαύτη τιμή, συμφώνως προς την τρέχουσαν τιμήν της αγοράς, ή εάν δεν υφίσταται τιμή του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων ή τρέχουσα τιμή της αγοράς, δι` αναφοράς προς την συνήθη τιμήν εμπορευμάτων του αυτού είδους και της ιδίας ποιότητος.
3. Πάντως η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τις 8,33 μονάδες λογαριασμού κατά χιλιόγραμμο του ελλείποντος μικτού βάρους.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του Ν.1533/1985 (ΦΕΚ Α`45).
4. Επιπροσθέτως, αι δαπάναι μεταφοράς, οι τελωνειακοί δασμοί και λοιπαί επιβαρύνσεις αι προκύπτουσαι εν σχέσει με την μεταφοράν των εμπορευμάτων θα αποδίδωνται εξ ολοκλήρου εν περιπτώσει ολικής απωλείας και κατ` αναλογίαν της υφισταμένης απωλείας εν περιπτώσει μερικής απωλείας αλλά ουδεμία περαιτέρω αποζημίωσις δεν θα είναι καταβλητέα.
5. Εις την περίπτωσιν καθυστερήσεως, εάν ο προβάλλων απαίτησιν αποδείξη ότι η βλάβη προήλθεν εξ αυτής ο μεταφορεύς θα καταβάλλη αποζημίωσιν δια την τοιαύτην βλάβην μη υπερβαίνουσαν την δαπάνην μεταφοράς.
6. Μεγαλυτέρα αποζημίωσις δύναται να απαιτηθή μόνον οσάκις η αξία των εμπορευμάτων ή ειδικόν ενδιαφέρον δια την παράδοσιν εδηλώθη συμφώνως προς τα άρθρα 24 και 26.
“7. Η αναφερόμενη στη Σύμβαση αυτή μονάδα λογαριασμού είναι το ειδικό τραβηκτικό δικαίωμα, όπως αυτό ορίζεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το αναφερόμενο στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού ποσό μετατρέπεται στο εθνικό νόμισμα του κράτους από το οποίο εξαρτάται το δικαστήριο που επιλήφθηκε της διαφοράς, με βάση την αξία του νομίσματος αυτού κατά την ημερομηνία της δικαστικής απόφασης ή την υιοθετηθείσα ημερομηνία με κοινή συμφωνία των μερών.
Η αξία, σε ειδικό τραβηκτικό δικαίωμα, του εθνικού νομίσματος ενός Κράτους – Μέλους του Διεθνούς Νομισματικού ταμείου υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο υπολογισμού που εφαρμόζεται από το Διεθνές Νομισματικό.Ταμείο κατά την ημερομηνία αυτή για τις πράξεις και τις συναλλαγές του. Η αξία, σε ειδικό τραβηκτικό δικαίωμα, του εθνικού νομίσματος ενός Κράτους μη μέλους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου υπολογίζεται σύμφωνα με τον τρόπο που καθορίζεται από το κράτος αυτό.
8. Πάντως, ένα κράτος, μη μέλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του οποίου η νομοθεσία δεν επιτρέπει την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 7 του άρθρου αυτού, μπορεί, κατά τη στιγμή της επικύρωσης του Πρωτοκόλλου στην C.Μ.R. ή της προσχώρησης σ` αυτή ή οποτεδήποτε άλλοτε, να δηλώσει ότι το όριο της ευθύνης που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού και που εφαρμόζεται στο έδαφός του ορίζεται σε 25 νομισματικές μονάδες. Η μονάδα αυτή αντιστοιχεί με 10/31 γραμμάρια χρυσού στον τίτλο των εννιακοσίων χιλιοστών λεπτότητας. Η μετατροπή σε εθνικό νόμισμα του εναφερόμενου στην παράγραφο αυτή ποσού ενεργείται σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού.
9. Ο αναφερόμενος στην τελευταία φράση της παραγράφου 7 υπολογισμός και η αναφερόμενη στην παράγραφο 8 του άρθρου αυτού μετατροπή πρέπει να γίνουν κατά τρόπο ώστε η αυτή πραγματικη αξία να εκφραστεί στο εθνικό νόμισμα του κράτους, στο μέτρο του δυνατού, όπως η αξία η εκφρασθείσα σε μονάδες λογαριασμού στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού.
Κατά την κατάθεση ενός εγγράφου, αναφερόμενου στο άρθρο 34 του Πρωτοκόλλου της CMR και κάθε φορά που γίνεται αλλαγή στη μέθοδο υπολογισμού ή στην αξία του εθνικού τους νομίσματος γενικά σε σχέση με τη μονάδα λογαριασμού ή τη νομισματική μονάδα, τα κράτη κοινοποιούν στο Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών τη μέθοδό τους υπολογισμού, σύμφωνα με την παράγραφο 7 ή τα αποτελέσματα της μετατροπής σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου αυτού, ανάλογα με την περίπτωση”.
Σημ.: όπως οι παρ.7,8 και 9 προστέθηκαν από την παρ.2 άρθρ.2 του Ν.1533/85 (ΦΕΚ Α`45).
Άρθρον 24.
Ο αποστολεύς δύναται, έναντι καταβολής συμφωνηθησομένου συμπληρωματικού ποσού, να δηλώση εις το δελτίον παραδόσεως, αξίαν δια τα εμπορεύματα υπερβαίνουσαν το όριον το οριζόμενον εν άρθρω 23 παράγραφον 3, εν τοιαύτη δε περιπτώσει το ποσόν της δηλωθείσης αξίας θα αντικαταστήση το εν λόγω όριον.
Άρθρον 25.
1. Εν περιπτώσει ζημίας, ο μεταφορεύς θα ευθύνεται δια το ποσόν δια του οποίου εμειώθη η αξία των εμπορευμάτων, υπολογιζόμενον εν σχέσει προς την αξίαν των εμπορευμάτων την οριζομένην συμφώνως προς άρθρον 23, παράγραφοι 1, 2 και 4.
2. Η αποζημίωσις δεν δύναται, εν τούτοις να υπερβή:
α) εάν ολόκληρον το φορτίον υπέστη ζημίαν, το πληρωτέον ποσόν εν περιπτώσει ολικής ζημίας.
β) εάν μέρος μόνον του φορτίου υπέστη βλάβην, το πληρωτέον ποσόν εν περιπτώσει απωλείας του περί ου πρόκειται μέρους.
Άρθρον 26.
1. Ο αποστολεύς δύναται, έναντι καταβολής συμφωνηθησομένου συμπληρωματικού ποσού, να καθορίση το ποσόν ειδικού ενδιαφέροντος δια την πραγματοποίησιν παραδόσεως εν περιπτώσει απωλείας ή ζημίας ή υπερβάσεως του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου, δι` εγγραφής του ποσού τούτου εις το δελτίον παραδόσεως.
2. Εάν εγένετο δήλωσις περί ειδικού ενδιαφέροντος δια την πραγματοποίησιν της παραδόσεως, αποζημίωσις δια την πρόσθετον απώλειαν ή ζημίαν δύναται να απαιτηθή μέχρι του συνολικού ποσού του δηλωθέντος ενδιαφέροντος, ανεξαρτήτως της προβλεπομένης υπό των άρθρων 23, 24 και 25 αποζημιώσεως.
Άρθρον 27.
1. Ο προβάλλων απαίτησιν θα δικαιούται να απαιτήση τόκον επί της καταβλητέας αποζημιώσεως. Ο τόκος ούτος υπολογιζόμενος προς πέντε τοις εκατόν ετησίως θα λογίζεται από της ημερομηνίας κατά την οποίαν απεστάλη η έγγραφος απαίτησις προς τον μεταφορέα ή εάν δεν υπεβλήθη τοιαύτη απαίτησις από της ημερομηνίας κατά την οποίαν ήρξαντο δικαστικαί ενέργειαι.
2. Οταν τα ποσά επί των οποίων βασίζεται ο υπολογισμός της αποζημιώσεως δεν είναι εκπεφρασμένα εις το νόμισμα της χώρας εις την οποίαν προβάλλεται απαίτησις πληρωμής, η μετατροπή θα γίνεται προς την ισχύουσαν ισοτιμίαν της ημέρας και εις τον τόπον πληρωμής της αποζημιώσεως.
Άρθρον 28.
1. Εις τας περιπτώσεις κατά τας οποίας βάσει της κειμένης νομοθεσίας απώλεια, ζημία ή καθυστέρησις προκύπτουσα εκ μεταφοράς δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως, δημιουργεί θέμα εξωσυμβατικής απαιτήσεως, ο μεταφορεύς δύναται να επωφεληθή των διατάξεων της παρούσης συμβάσεως αι οποίαι αποκλείουν την ευθύνην αυτού, ή αι οποίαι ορίζουν ή περιορίζουν την οφειλομένην αποζημίωσιν.
2. Εις περιπτώσεις όπου θέμα εξωσυμβατικής ευθύνης, δι` απώλειαν, ζημίαν ή καθυστέρησιν ενός των προσώπων δια τα οποία ο μεταφορεύς είναι υπεύθυνος συμφώνως με τους όρους του άρθρου 3 είναι εν ισχύι τοιούτον πρόσωπον δύναται επίσης να επωφεληθή των διατάξεων της παρούσης συμβάσεως, αι οποίαι εξαιρούν την υπευθυνότητα του μεταφορέως ή αι οποίαι ορίζουν ή περιορίζουν την οφειλομένην αποζημίωσιν.
Άρθρον 29.
1. Ο μεταφορεύς δεν θα δικαιούται να επωφεληθή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αι οποίαι αποκλείουν ή περιορίζουν την ευθύνην αυτού ή αι οποίαι μεταφέρουν το βάρος της αποδείξεως εάν η ζημία προεκλήθη λόγω ηθελημένης κακής διαχειρίσεως αυτού ή εκ τοιαύτης παραλείψεως εκ μέρους του ήτις συμφώνως προς την νομοθεσίαν του έχοντος την δικαιοδοσίαν της υποθέσεως δικαστηρίου θεωρείται ως ισοδυναμούσα προς ηθελημένην κακήν διαχείρισιν εκ μέρους αυτού.
2. Η ιδία διάταξις θα έχη εφαρμογήν εάν η ηθελημένη κακή διαχείρισις ή παράλειψις διαπραχθούν υπό των πρακτόρων ή υπαλλήλων του μεταφορέως ή υπό οιωνδήποτε ετέρων προσώπων των οποίων ποιείται χρήσιν των υπηρεσιών δια την εκτέλεσιν της μεταφοράς, όταν οι εν λόγω πράκτορες, υπηρέται ή λοιπά πρόσωπα, ενεργούν εντός του πλαισίου της απασχολήσεώς των. Περαιτέρω, εν τοιαύτη περιπτώσει οι εν λόγω πράκτορες, υπάλληλοι ή έτερα πρόσωπα δεν θα δικαιούνται να επωφεληθούν όσον αφορά την προσωπικήν των ευθύνην, των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου των αναφερομένων εις την παράγραφον Ι.
Κεφάλαιον V.
Άρθρον 30.
Απαιτήσεις και Αγωγαί
1. Εάν ο παραλήπτης προβή εις παραλαβήν των εμπορευμάτων χωρίς να ελέγξη την κατάστασιν αυτών μετά του μεταφορέως ή χωρίς να κοινοποιήση προς αυτόν επιφυλάξεις δίδων προς αυτόν γενικήν ένδειξιν της απωλείας ή της βλάβης, ουχί αργότερον του χρόνου παραδόσεως εν περιπτώσει εμφανούς απωλείας ή ζημίας και εντός επτά ημερών από της παραδόσεως εξαιρουμένων των Κυριακών και επισήμων αργιών, εν περιπτώσει απωλείας ή ζημίας μη εμφανούς, το γεγονός της υπ` αυτού παραλαβής θα αποτελή απόδειξιν prima facie ότι ούτος παρέλαβε τα εμπορεύματα εις ην κατάστασιν αναφέρεται εις το δελτίον παραδόσεως. Εν περιπτώσει απωλείας ή ζημίας ήτις δεν είναι εμφανής αι περί ων πρόκειται επιφυλάξεις δέον να γίνωνται εγγράφως.
2. Οταν η κατάστασις των εμπορευμάτων έχει δεόντως ελεγχθή υπό του παραλήπτου και του μεταφορέως, αποδεικτικά στοιχεία αντικρούοντα το αποτέλεσμα του ελέγχου τούτου θα είναι αποδεκτά μόνον εν περιπτώσει απωλείας ή ζημίας η οποία δεν είναι εμφανής και υπό τον όρον ότι ο παραλήπτης έχει δεόντως κοινοποιήσει εγγράφως επιφυλάξεις προς τον μεταφορέα εντός επτά ημερών, εξαιρουμένων των Κυριακών και των επισήμων αργιών, από της ημερομηνίας του ελέγχου.
3. Ουδεμία αποζημίωσις θα είναι καταβλητέα δια καθυστέρησιν παραδόσεως εκτός εάν έχη κοινοποιηθή εγγράφως επιφύλαξις προς τον μεταφορέα, εντός είκοσι μιας ημερών από του χρόνου καθ` ον τα εμπορεύματα ετέθησαν εις την διάθεσιν του παραλήπτου.
4. Κατά τον υπολογισμόν των χρονικών ορίων των προβλεπομένων υπό του παρόντος άρθρου, η ημερομηνία παραδόσεως ή η ημερομηνία ελέγχου ή η ημερομηνία καθ` ην τα εμπορεύματα ετέθησαν εις την διάθεσιν του παραλήπτου κατά περίπτωσιν, δεν θα περιλαμβάνωνται.
5. Ο μεταφορεύς και ο παραλήπτης θα παρέχουν προς αλλήλους πάσαν λογικήν διευκόλυνσιν δια την διενέργειαν των αναγκαίων ερευνών και ελέγχων.
Άρθρον 31.
1. Επί δικαστικών ενεργειών επί μεταφοράς δυνάμει της παρούσης συμβάσεως ο ενάγων δύναται να εγείρη αγωγήν ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου συμβαλλομένης χώρας οριζομένου βάσει συμφωνίας μεταξύ των αντιδίκων και, επιπροσθέτως, ενώπιον των δικαστηρίων χώρας εις την επικράτειαν της οποίας,
α) Ο εναγόμενος διαμένει συνήθως, ή έχει την έδραν των εργασιών του ή το υποκατάστημα ή πρακτορείον μέσω του οποίου εγένετο το συμβόλαιον της μεταφοράς, ή
β) ευρίσκεται ο τόπος εις τον οποίον παρελήφθησαν τα εμπορεύματα υπό του μεταφορέως ή ο ορισθείς τόπος δια την παράδοσιν, και ενώπιον ουδενός ετέρου δικαστηρίου.
2. Οσάκις εν σχέσει προς απαίτησιν περί ης η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου εκκρεμή αγωγή ενώπιον δικαστηρίου αρμοδίου δυνάμει της εν λόγω παραγράφου, ή οσάκις εν σχέσει προς τοιαύτην απαίτησιν εξεδόθη απόφασις υπό του εν λόγω δικαστηρίου ουδεμία νέα αγωγή θέλει εγερθή μεταξύ των ιδίων αντιδίκων εκ των αυτών αιτίων εκτός εάν η απόφασις του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου κατετέθη η πρώτη αγωγή δεν είναι εκτελεστή εις την χώραν εις την οποίαν εγείρονται αι νέαι δικαστικαί ενέργειαι.
3. Οσάκις απόφασις εκδιδομένη υπό δικαστηρίου συμβαλλομένης χώρας επί οιασδήποτε αγωγής ως η αναφερομένη εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου έχει καταστή εφαρμοστέα εις την εν λόγω χώραν, θα καθίσταται ωσαύτως εφαρμοστέα εις έκαστον των λοιπών συμβαλλομένων Κρατών, ευθύς ως αι απαιτούμεναι εις την περί ης πρόκειται χώραν διατυπώσεις εκπληρωθούν. Αι διατυπώσεις αύται δεν θα επιτρέπουν την επανεξέτασιν της ουσίας της υποθέσεως.
4. Αι διατάξεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου θα έχουν εφαρμογήν επί αποφάσεων ληφθεισών κατόπιν εκδικάσεως, αποφάσεων ερήμην και συμβιβασμών βεβαιουμένων δια δικαστικής αποφάσεως, δεν θα έχουν εφαρμογήν όμως επί προσωρινών αποφάσεων ή επί επιδικάσεων δια ζημίας πέραν των εξόδων εις βάρος ενάγοντος ο οποίος ολικώς ή μερικώς δεν τυγχάνει ικανοποιήσεως επί της αγωγής του.
5. Διασφάλισις δια τα έξοδα δεν θα απαιτήται επί δικαστικών ενεργειών συνεπεία μεταφοράς δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως υπό υπηκόων συμβαλλομένων χωρών διαμενόντων ή εχόντων την έδραν των εργασιών αυτών εις μίαν των εν λόγω χωρών.
Άρθρον 32.
1. Ο περιοριστικός χρόνος δια την έγερσιν αγωγής συνεπεία μεταφοράς δυνάμει της παρούσης Συμβάσεως θα είναι ενός έτους. Παρά ταύτα, εν περιπτώσει ηθελημένης κακής διαχειρίσεως ή τοιαύτης αμελείας ήτις, συμφώνως προς την νομοθεσίαν του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου, θεωρείται ως αντιστοιχούσα προς ηθελημένην κακήν διαχείρισιν, το περιοριστικόν χρονικόν διάστημα θα είναι τρία έτη. Το περιοριστικόν χρονικόν διάστημα θα άρχεται υπολογιζόμενον:
α) Εν περιπτώσει μερικής απωλείας, βλάβης ή καθυστερήσεως παραδόσεως, από της ημερομηνίας παραδόσεως. Εν περιπτώσει ολικής απωλείας, από την τριακοστήν ημέραν μετά την λήξιν του συμφωνηθέντος χρονικού ορίου ή, οσάκις δεν υφίσταται συμφωνηθέν χρονικόν όριον, από τη εξηκοστήν ημέραν από της ημερομηνίας κατά την οποίαν τα εμπορεύματα παρελήφθησαν υπό του μεταφορέως.
γ) Εις απάσας τας λοιπάς περιπτώσεις, κατά την λήξιν χρονικού διαστήματος τριών μηνών μετά την υπογραφήν του συμβολαίου μεταφοράς. Η ημέρα κατά την οποίαν το περιοριστικόν χρονικόν διάστημα άρχεται υπολογιζόμενον δεν θα περιλαμβάνεται εις αυτό.
2. Υποβαλλομένη έγγραφος απαίτησις θα διακόπτη το περιοριστικόν χρονικόν όριον μέχρι της ημερομηνίας καθ` ην ο μεταφορεύς απορρίψη την απαίτησιν δι` εγγράφου κοινοποιήσεως και επιστρέψη τα προσηρτημένα εις αυτήν έγγραφα. Εάν μέρος της απαιτήσεως γίνη αποδεκτόν, το περιοριστικόν χρονικόν διάστημα θα άρχεται υπολογιζόμενον εκ νέου μόνον εν σχέσει προς το παραμένον εισέτι υπό αμφισβήτησιν μέρος της απαιτήσεως. Το βάρος της αποδείξεως λήψεως της απαιτήσεως, ή της απαντήσεως και της επιστροφής των εγγράφων θα εναπόκειται εις τον διάδικον ο οποίος βασίζεται επί των δεδομένων τούτων. Η πορεία του περιοριστικού χρονικού ορίου δεν θα διακόπτεται υπό περαιτέρω απαιτήσεων εχουσών το αυτό αντικείμενον.
3. Υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων της ανωτέρω παραγράφου 2, η παράτασις του περιοριστικού χρονικού διαστήματος θα διέπεται υπό της νομοθεσίας του επιληφθέντος της υποθέσεως δικαστηρίου. Η εν λόγω νομοθεσία θα διέπη επίσης τα δημιουργούμενα νέα δικαιώματα αγωγής.
4. Δικαίωμα αγωγής το οποίον παρεγράφη λόγω παρελεύσεως του χρόνου δεν δύναται να ασκηθή δι` ανταπαιτήσεως.
Άρθρον 33.
Το συμβόλαιον μεταφοράς δύναται να περιέχη όρον απονομής δικαιοδοσίας προς διαιτητικόν δικαστήριον εάν ο απονέμων δικαιοδοσίαν προς δικαστήριον όρος προβλέπη ότι το δικαστήριον θα εφαρμόση την παρούσαν Σύμβασιν.
Κεφάλαιον VI
Άρθρον 34.
Διατάξεις αφορώσαι μεταφοράν εκτελουμένην υπό διαδοχικών μεταφορέων
Εάν μεταφορά διεπομένη υπό μοναδικού συμβολαίου εκτελεσθή υπό διαδοχικών οδικών μεταφορέων, έκαστος εξ αυτών θα είναι υπεύθυνος δια την εκτέλεσιν ολοκλήρου της εργασίας, του δευτέρου μεταφορέως και εκάστου επομένου τοιούτου καθισταμένων συμβαλλομένων εις το συμβόλαιον μεταφοράς, δυνάμει των όρων του δελτίου παραδόσεως, λόγω αποδοχής υπ` αυτών των εμπορευμάτων και του δελτίου παραδόσεως.
Άρθρον 35.
1. Μεταφορεύς αποδεχόμενος τα εμπορεύματα από προηγούμενον μεταφορέα θα χορηγή προς τον τελευταίον χρονολογημένην και υπογεγραμμένην απόδειξιν. Θα καταχωρή το όνομα αυτού εις το δεύτερον αντίγραφον του δελτίου παραδόσεως. Οσάκις έχη εφαρμογήν, θα καταχωρή εις το δεύτερον αντίγραφον του δελτίου παραδόσεως και επί της αποδείξεως επιφυλάξεις του είδους του προβλεπομένου υπό του άρθρου 8 παράγραφος 2.
2. Αι διατάξεις του άρθρου 9, θα έχουν εφαρμογήν επί των σχέσεων μεταξύ διαδοχικών μεταφορέων.
Άρθρον 36.
Πλην της περιπτώσεως ανταπαιτήσεως επί αγωγής αφορώσης απαίτησιν βασιζομένην επί του ιδίου συμβολαίου μεταφοράς, δικαστικαί ενέργειαι εν σχέσει προς ευθύνην δι` απώλειαν, βλάβην ή καθυστέρησιν δύνανται να εγερθούν μόνον κατά του πρώτου μεταφορέως, του τελευταίου μεταφορέως ή του μεταφορέως ο οποίος εξετέλει το μέρος εκείνο της μεταφοράς κατά την διάρκειαν του οποίου έλαβε χώραν το προκαλέσαν την απώλειαν, βλάβην, ή καθυστέρησιν συμβάν, αγωγή δύναται να εγερθή συγχρόνως κατά πλειόνων των εν λόγω μεταφορέων.
Άρθρον 37.
Μεταφορεύς όστις κατέβαλεν αποζημίωσιν εις συμμόρφωσιν προς τας διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως, θα δικαιούται να ανακτήση την τοιαύτην αποζημίωσιν εντόκως και μετά των δαπανών και εξόδων τα οποία προέκυψαν λόγω της απαιτήσεως, παρά των λοιπών μεταφορέων οι οποίοι συμμετέσχον εις την μεταφοράν, υπο την επιφύλαξιν των κατωτέρω διατάξεων:
α) Ο υπεύθυνος δια την απώλειαν ή ζημίαν μεταφορεύς θα είναι αποκλειστικώς υπεύθυνος δια την αποζημίωσιν είτε καταβαλλομένην υπό του ιδίου είτε υπό ετέρου μεταφορέως.
β) Οταν η απώλεια ή ζημία προεκλήθη εκ των ενεργειών δύο ή περισσοτέρων μεταφορέων, έκαστος εξ αυτών θα καταβάλλη ποσόν κατ`αναλογίαν του μεριδίου ευθύνης αυτού εάν δεν είναι δυνατός ο καταμερισμός ευθύνης, έκαστος μεταφορεύς θα ευθύνεται κατ` αναλογίαν του μεριδίου της πληρωμής δια την μεταφοράν, το οποίον του οφείλεται.
γ) Εάν δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθή εις ποίους μεταφορείς αποδίδεται η ευθύνη δια την απώλειαν ή ζημίαν, το ποσόν της αποζημιώσεως θα κατανέμεται μεταξύ απάντων των μεταφορέων ως ορίζεται εις το εδάφιον (β) ανωτέρω.
Άρθρον 38.
Εάν εις εκ των μεταφορέων είναι αφερέγγυος, το μερίδιον αποζημιώσεως το οφειλόμενον υπ` αυτού και μη καταβληθέν υπ`αυτού θα κατανέμηται μεταξύ των λοιπών μεταφορέων κατ` αναλογίαν του μεριδίου της πληρωμής δια την μεταφοράν του οφειλομένου προς αυτούς.
Άρθρον 39.
1. Ουδείς μεταφορεύς κατά του οποίου ηγέρθη απαίτησις δυνάμει των άρθρων 37 και 38, θα δικαιούται να αμφισβητήση την ισχύν της πληρωμής της γενομένης υπό του εγείροντος την απαίτησιν μεταφορέως, εάν το ποσόν της αποζημιώσεως είχε καθορισθή υπό δικαστικής εξουσίας αφού επεδόθη προς τον πρώτον αναφερόμενον μεταφορέα νόμιμος ειδοποίησις περί της αγωγής και του παρεσχέθη η ευκαιρία να υποβάλλη αίτησιν εμφανίσεως ενώπιον του δικαστηρίου.
2. Μεταφορεύς επιθυμών να εγείρη αγωγήν προς άσκησιν του δικαιώματός του ανακτήσεως δύναται να προβάλλη την απαίτησίν του ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου της χώρας εις την οποίαν εις εκ των ενδιαφερομένων μεταφορέων διαμένει συνήθως, ή έχει την έδραν των εμπορικών εργασιών του ή το υποκατάστημα ή το πρακτορείον δια των οποίων εγένετο το συμβόλαιον μεταφοράς. Απαντες οι ενδιαφερόμενοι μεταφορείς δύνανται να καταστούν εναγόμενοι εις την ιδίαν αγωγήν.
3. Αι διατάξεις του άρθρου 32, παράγραφοι 3 και 4, θα έχουν εφαμρογήν επί δικαστικών αποφάσεων λαμβανομένων κατά την διαδικασίν περί ης τα άρθρα 37 και 38.
4. Αι διατάξεις του άρθρου 32 θα έχουν εφαρμογήν επί απαιτήσεων μεταξύ μεταφορέων. Το περιοριστικόν χρονικόν διάστημα θα άρχεται, εν τούτοις, να διανύεται είτε κατά την ημερομηνίαν της οριστικής δικαστικής αποφάσεως της καθοριζούσης το ποσόν της αποζημιώσεως της πληρωτέας δυνάμει των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως είτε, εάν δεν υφίσταται τοιαύτη δικαστική απόφασις, από της πραγματικής ημερομηνίας πληρωμής.
Άρθρον 40.
Οι Μεταφορείς θα είναι ελεύθεροι να συμφωνήσουν μεταξύ των επί διατάξεων ετέρων πλην των οριζομένων εις τα άρθρα 37 και 38.
Κεφάλαιον VII
Άρθρον 41.
Ακυρότης διατάξεων αντιθέτων προς την Σύμβασιν
1. Υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων του άρθρου 40, οιοσδήποτε όρος ο οποίος αμέσως ή εμμέσως μειώνει την ισχύν των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως θα είναι άκυρος και άνευ ισχύος. Η ακυρότης του τοιούτου όρου δεν θα συνεπάγεται ακυρότητα των λοιπών διατάξεων του συμβολαίου.
2. Ειδικώτερον, ασφαλιστικόν όφελος υπέρ του μεταφορέως ή οιοσδήποτε έτερος παρεμφερής όρος, ή οιοσδήποτε όρος μεταβιβάζων το βάρος της αποδείξεως θα είναι άκυρα και άνευ ισχύος.
Κεφάλαιον VIII
Άρθρον 42.
Τελικαί Διατάξεις
1. Η παρούσα Σύμβασις είναι ανοικτή προς υπογραφήν ή προσχώρησιν υπο χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Επιτροπής και χωρών γενομένων δεκτών εις την Κοινότητα υπό συμβουλευτικήν ιδιότητα δυνάμει της παραγράφου 8 των όρων Αναφοράς της Επιτροπής (COMMISSION`S TERMS OF REFERENCE).
2. Αι τοιαύται χώραι αίτινες δυνατόν να μετέχουν εις ωρισμένας δραστηριότητας της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Επιτροπής συμφώνως προς την παράγραφον ΙΙ των Ορων Αναφοράς της Επιτροπής (COMMISSION`S TERMS OF REFERENCE) δύνανται να καταστούν Συμβαλλόμενα μέρη της παρούσης Συμβάσεως προσχωρούσαι εις αυτήν μετά την θέσιν εν ισχύϊ ταύτης.
3. Η Σύμβασις θα είναι ανοικτή προς υπογραφήν, μέχρι της 31ης Αυγούστου 1956 περιλαμβανομένης. Μετά ταύτα, θα είναι ανοικτή δια προσχώρησιν.
4. Η παρούσα Σύμβασις θα επικυρωθή.
5. Η επικύρωσις ή η προσχώρησις θα πραγματοποιήται δια της καταθέσεως εγγράφου παρά τω Γενικώ Γραμματεί των Ηνωμένων Εθνών.
Άρθρον 43.
1. Η παρούσα Σύμβασις, θα τεθή εν ισχύϊ την εν ενενηκοστήν ημέραν μετά την κατάθεσιν των εγγράφων επικυρώσεως ή προσχωρήσεως υπο πέντε εκ των χωρών των αναφερομένων εις το άρθρον 42, παράγραφος Ι.
2. Δι` οιανδήποτε χώραν επικυρούσαν ή προσχωρούσαν εις αυτήν αφού πέντε χώραι κατέθεσαν τα έγγραφα επικυρώσεως ή προσχωρήσεως αυτών, η παρούσα Σύμβασις θα τίθεται εν ισχύϊ την ενενηκοστήν ημέραν μετά την υπό της ρηθείσης χώρας κατάθεσιν του εγγράφου της επικυρώσεως ή προσχωρήσεως αυτής.
Άρθρον 44.
1. Οιονδήποτε Συμβαλλόμενον Μέρος δύναται να καταγγείλη την παρούσαν Σύμβασιν ειδοποιούν περί τούτου τον Γενικόν Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.
2. Η καταγγελία θα έχη εφαρμογήν δώδεκα μήνας μετά την ημερομηνίαν λήψεως υπό του Γενικού Γραμματέως της κοινοποιήσεως της καταγγελίας.
Άρθρον 45.
Εάν μετά την θέσιν εν ισχύϊ της παρούσης Συμβάσεως, ο αριθμός των Συμβαλλομένων Μερών μειωθή, λόγω καταγγελιών εις ολιγωτέρους των πέντε, η Σύμβασις θα παύη να ισχύη από της ημερομηνίας κατά την οποίαν η τελευταία των τοιούτων καταγγελιών τίθεται εν ισχύϊ.
Άρθρον 46.
1. Οιαδήποτε χώρα δύναται, κατά τον χρόνον καταθέσεως του εγγράφου της επικυρώσεως ή προσχωρήσεως ή οποτεδήποτε έκτοτε, να δηλώση δια κοινοποιήσεως απευθυνομένης προς τον Γενικόν Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών ότι η παρούσα Σύμβασις θα επεκτείνηται επί όλων ή οιουδήποτε εκ των εδαφών δια τας διεθνείς σχέσεις των οποίων είναι αύτη υπεύθυνος. Η Σύμβασις θα επεκτείνεται επί του εδάφους ή των εδαφών των αναφερομένων εις την κοινοποίησιν από της ενενηκοστής ημέρας μετά την λήψιν αυτής υπό του Γενικού Γραμματέως ή, εάν κατά την ημέραν εκείνην η Σύμβασις δεν έχει τεθή εν ισχύ εισέτι, κατά τον χρόνον θέσεώς της εν ισχύϊ.
2. Οιαδήποτε χώρα η οποία προέβη εις δήλωσιν δυνάμει της προηγουμένης παραγράφου επεκτείνουσα την παρούσαν Σύμβασιν επί οιουδήποτε εδάφους δια τας διεθνείς σχέσεις του οποίου είναι αύτη υπεύθυνος, δύναται να καταγγείλη την Σύμβασιν κεχωρισμένως εν σχέσει προς το εν λόγω έδαφος συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 44.
Άρθρον 47.
Οιαδήποτε διαφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων Συμβαλλομένων σχετική με την ερμηνείαν ή εφαρμογήν της παρούσης Συμβάσεως την οποίαν οι συμβαλλόμενοι αδυνατούν να λύσουν δια διαπραγματεύσεων ή ετέρων μέσων δύναται, τη αιτήσει οιουδήποτε εκ των ενδιαφερομένων Μερών, να παραπεμφθή προς επίλυσιν εις το Διεθνές Δικαστήριον.
Άρθρον 48.
1. Εκαστον Συμβαλλόμενον Μέρος δύναται, κατά τον χρόνον της υπογραφής, επικυρώσεως ή προσχωρήσεως εις την παρούσαν Σύμβασιν, να δηλώση ότι δεν θεωρεί εαυτόν δεσμευόμενον υπό του άρθρου 47 της Συμβάσεως. Ετερα Συμβαλλόμενα Μέρη δεν θα δεσμεύωνται υπό του άρθρου 47 εν σχέσει προς οιονδήποτε Συμβαλλόμενον Μέρος το οποίον διετύπωσε τοιαύτην επιφύλαξιν.
2. Οιονδήποτε Συμβαλλόμενον Μέρος έχον διατυπώσει επιφύλαξιν ως προβλέπεται εις την παράγραφον Ι, δύναται οποτεδήποτε να ανακαλέση την τοιαύτην επιφύλαξιν ειδοποιούν σχετικώς τον Γενικόν Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.
3. Ουδεμία ετέρα επιφύλαξις επί της παρούσης Συμβάσεως επιτρέπεται.
Άρθρον 49.
1. Μετά την ισχύν της παρούσης Συμβάσεως επί τριετίαν, οιονδήποτε Συμβαλλόμενον Μέρος δύναται, δια κοινοποιήσεως προς τον Γενικόν Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, να ζητήση την σύγκλησιν διασκέψεως προς τον σκοπόν αναθεωρήσεως της Συμβάσεως. Ο Γενικός Γραμματεύς θα ειδοποιή άπαντα τα Συμβαλλόμενα Μέρη περί του αιτήματος, θα συγκαλήται δε σύσκεψις αναθεωρήσεως υπό του Γενικού Γραμματέως εάν, εντός χρονικού διαστήματος τεσσάρων μηνών από της ειδοποιήσεως υπό του Γενικού Γραμματέως, το εν τέταρτον τουλάχιστον των Συμβαλλομένων Μερών ειδοποιήση τούτον περί της συμφωνίας αυτών επί του αιτήματος.
2. Εάν συγκληθή διάσκεψις συμφώνως προς την προηγουμένην παράγραφον, ο Γενικός Γραμματεύς θα ειδοποιή άπαντα τα Συμβαλλόμενα Μέρη και θα καλή ταύτα να υποβάλλουν εντός χρονικού διαστήματος τριών μηνών τας προτάσεις τας οποίας επιθυμούν να εξετάση η Διάσκεψις. Ο Γενικός Γραμματεύς θα διανείμη προς άπαντα τα Συμβαλλόμενα Μέρη την προσωρινήν ημερησίαν διάταξιν της διασκέψεως ομού μετά των κειμένων των εν λόγω προτάσεων τρεις τουλάχιστον μήνας προ της ημερομηνίας κατά την οποίαν πρόκειται να συνέλθη η διάσκεψις.
3. Ο Γενικός Γραμματεύς θα καλή εις οιανδήποτε διάσκεψιν συγκαλουμένην συμφώνως προς το παρόν άρθρον της χώρας τας αναφερομένας εις το άρθρον 42, παράγραφος Ι και χώρας αι οποίαι κατέστησαν Συμβαλλόμενα Μέρη δυνάμει του άρθρου 42, παράγραφος 2.
Άρθρον 50.
Πέραν των προβλεπομένων υπό του άρθρου 49 κοινοποιήσεων, ο Γενικός Γραμματεύς των Ηνωμένων Εθνών θα κοινοποιή προς τας εις το άρθρον 42, παράγραφος 1 αναφερομένας χώρας και τας χώρας αίτινες κατέστησαν Συμβαλλόμενα Μέρη δυνάμει του άρθρου 42, παράγραφος 2, τα εξής:
α) επικυρώσεις και προσχωρήσεις δυνάμει του άρθρου 42.
β) τας ημερομηνίας θέσεως εν ισχύϊ της παρούσης Συμβάσεως συμφώνως προς το άρθρον 43.
γ) καταγγελίας δυνάμει του άρθρου 44
δ) την λήξιν της παρούσης Συμβάσεως συμφώνως προς το άρθρον 45
ε) κοινοποιήσεις λαμβανομένας συμφώνως προς το άρθρον 46
στ) δηλώσεις και κοινοποιήσεις λαμβανομένας συμφώνως προς το άρθρον 48, παράγραφοι 1 και 2.
Άρθρον 51.
Μετά την 31ην Αυγούστου 1956, το πρωτότυπον της παρούσης Συμβάσεως θα κατατεθή παρά τω Γενικώ Γραμματεί των Ηνωμένων Εθνών, ο οποίον θα διαβιβάση κεκυρωμένα ακριβή αντίγραφα προς εκάστην των χωρών των αναφερομένων εις το άρθρον 42, παράγραφοι 1 και 2. Εις πίστωσιν των ανωτέρω, οι υπογεγραμμένοι δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν την παρούσαν Σύμβασιν. Εγένετο εν Γενεύη, σήμερον δεκάτην ενάτην Μαϊου χίλια εννεακόσια πεντήκοντα εξ, εις εν αντίτυπον εις την Αγγλικήν και την Γαλλικήν, έκαστον κείμενον έχον την ιδίαν ισχύν.
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ
Κατά την στιγμήν της υπογραφής της Συμβάσεως της σχετικής με το συμβόλαιον διεθνούς οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων, οι υπογεγραμμένοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι, συνεφώνησαν την κάτωθι δήλωσιν και διευκρίνισιν:
1. Η παρούσα Σύμβασις δεν έχει εφαρμογήν επί μεταφορών μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεταννίας και Βορείου Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας.
2. Προσθήκη εις άρθρον 1, παράγραφος 4. Οι υπογεγραμμένοι αναλαμβάνομεν να διαπραγματευθώμεν συνθήκας διεπούσας συμβόλαια δια μετακομίσεις επίπλων και συνδυασμένων μεταφορών. Εις πίστωσιν των ανωτέρω, οι υπογεγραμμένοι, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο υπεγράψαμεν το παρόν πρωτόκολλον. Εγένετο εν Γενεύη, σήμερον δεκάτην ενάτην Μαϊου του χίλια εννεακόσια πεντήκοντα εξ, εις εν αντίτυπον Αγγλιστί και Γαλλιστί, εκάστου κειμένου έχοντος την ιδίαν ισχύν.

Άρθρον δεύτερον
Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Ο παρών νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ΄ Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.

Εν Αθήναις τη 10 Μαρτίου 1977

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ