NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4920 ΦΕΚ Α 74/15.4.2022

Ενσωμάτωση α) της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και τη δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων και την τροποποίηση των Οδηγιών 2009/65/ ΕΚ και 2014/59/ΕΕ, β) της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κανόνων με σκοπό τη διευκόλυνση της χρήσης χρηματοοικονομικών και άλλων πληροφοριών για την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη ορισμένων ποινικών αδικημάτων και την κατάργηση της Απόφασης 2000/642/ΔΕΥ του Συμβουλίου, γ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων, την τροποποίηση των Οδηγιών 2002/87/ ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ ΕΕ και 2014/65/ΕΕ και την προσαρμογή στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των Kανονισμών (ΕΕ) 1093/2010, (ΕΕ) 575/2013, (ΕΕ) 600/2014 και (ΕΕ) 806/2014, δ) του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2177 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, ε) της Oδηγίας (ΕΕ) 2020/1504 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την προσαρμογή στον Κανονισμό (ΕΕ) 2020/1503 σχετικά με τους Ευρωπαίους παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης για επιχειρήσεις, στ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1160 για την τροποποίηση των Οδηγιών 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ όσον αφορά τη διασυνοριακή διανομή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ζ) της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/338 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2021 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ όσον αφορά τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών, την παρακολούθηση των προϊόντων και τα όρια θέσης, και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/878 όσον αφορά την εφαρμογή τους στις εταιρείες επενδύσεων, με σκοπό τη διευκόλυνση της ανάκαμψης από την κρίση της COVID-19, Συμπληρωματικός Κρατικός Προϋπολογισμός οικονομικού έτους 2022 και συναφείς διατάξεις.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΜΕΡΟΣ Α΄ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/2162 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 27ΗΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2019 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΛΥΜΜΕΝΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΛΥΜΜΕΝΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ TΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ 2009/65/ΕΚ ΚΑΙ 2014/59/ΕΕ

Άρθρο 1 Σκοπός

Άρθρο 2 Αντικείμενο (άρθρο 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 3 Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 4 Εποπτεία καλυμμένων ομολόγων (άρθρο 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 5 Ορισμοί (άρθρο 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 6 Διπλή προσφυγή (άρθρο 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 7 Προστασία καλυμμένων ομολόγων έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας (άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 8 Επιλέξιμα στοιχεία καλύμματος (άρθρο 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 9 Στοιχεία εξασφάλισης που βρίσκονται εκτός της ΕΕ (άρθρο 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 10 Ενδοομιλικές δομές ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων (άρθρο 8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 11 Κοινή χρηματοδότηση (άρθρο 9 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 12 Σύνθεση των συνολικών στοιχείων καλύμματος (άρθρο 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 13 Συμβάσεις παραγώγων στα συνολικά στοιχεία καλύμματος (άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162

Άρθρο 14 Διαχωρισμός των στοιχείων καλύμματος (άρθρο 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 15 Υπεύθυνος παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων καλύμματος (άρθρο 13 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 16 Πληροφόρηση των επενδυτών (άρθρο 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 17 Απαιτήσεις κάλυψης (άρθρο 15 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 18 Απαίτηση για απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία καλύμματος (άρθρο 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 19 Προϋποθέσεις για δομές επεκτάσιμης ληκτότητας (άρθρο 17 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 20 Άδεια για προγράμματα καλυμμένων ομολόγων (άρθρο 19 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 21 Εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης (άρθρο 20 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 22 Υποβολή αναφορών στην Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 21 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 23 Εξουσίες της Τράπεζας της Ελλάδος για τους σκοπούς της εποπτείας των καλυμμένων ομολόγων (άρθρο 22 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 24 Διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα (άρθρο 23 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 25 Δημοσίευση διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών μέτρων (άρθρο 24 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 26 Υποχρεώσεις συνεργασίας (άρθρο 25 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 27 Σήμανση (άρθρο 27 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 28 Απαιτήσεις δημοσίευσης (άρθρο 26 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 29 Επενδυτικά όρια του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. Τροποποίηση άρθρου 61 ν. 4099/2012 (άρθρο 28 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 30 Ορισμοί Τροποποίηση εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 ν. 4335/2015 (άρθρο 29 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 31 Μεταβατικά μέτρα (άρθρο 30 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 32 Επανεξέταση και εκθέσεις (άρθρο 31 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

Άρθρο 33 Καταργούμενες διατάξεις

ΜΕΡΟΣ Β΄ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/1153 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΚΑΝΟΝΩΝ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ, ΤΗΝ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ, ΤΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ Η ΤΗ ΔΙΩΞΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 2000/642/ΔΕΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 34 Σκοπός

Άρθρο 35 Αντικείμενο (άρθρο 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 36 Ορισμοί (άρθρο 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 37 Αρμόδιες αρχές (άρθρο 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Άρθρο 38 Πρόσβαση σε πληροφορίες τραπεζικών λογαριασμών και δυνατότητα αναζήτησης (άρθρο 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 39 Προϋποθέσεις πρόσβασης και αναζήτησης πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών (άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 40 Αρχείο καταχωρίσεων αιτημάτων (άρθρο 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΜΧΠ ΚΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΜΧΠ

Άρθρο 41 Αιτήματα παροχής πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές προς την Α΄ Μονάδα της Αρχής (άρθρο 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 42 Αιτήματα παροχής πληροφοριών από την Α΄ Μονάδα της Αρχής προς τις αρμόδιες αρχές (άρθρο 8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 43 Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Α΄ Μονάδας της Αρχής και ΜΧΠ άλλων κρατών μελών (άρθρο 9 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 44 Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών (άρθρο 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΟΛ

Άρθρο 45 Παροχή πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών στην Ευρωπόλ (άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 46 Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ Α΄ Μονάδας Αρχής και Ευρωπόλ (άρθρο 12 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 47 Ειδικότερες ρυθμίσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ευρωπόλ (άρθρο 13 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 48 Προϋποθέσεις ανταλλαγής χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή αναλύσεων (παρ. 2 έως 4 του άρθρου 7, εδάφια δεύτερο και τρίτο της παρ. 1 του άρθρου 10 και παρ. 3 του άρθρου 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Άρθρο 49 Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 15 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 50 Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 51 Περιεχόμενο και αρχεία αιτημάτων παροχής πληροφοριών (άρθρο 17 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 52 Περιορισμοί των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων (άρθρο 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, ΣΥΝΑΦΕΙΑΣ ΜΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 53 Συλλογή, τήρηση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων (άρθρο 19 και παρ. 6 άρθρου 21 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 54 Συνάφεια με λοιπές διατάξεις και διεθνείς συμβάσεις (παρ. 2 του άρθρου 1 και άρθρο 20 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

Άρθρο 55 Εθνική Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών Τροποποίηση άρθρου 3 του ν. 4557/2018

ΜΕΡΟΣ Γ΄ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/2034 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ, ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ ΕΕ, 2014/59/ΕΕ ΚΑΙ 2014/65/ΕΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΕΕ) 2019/2033 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ KΑΝΟΝΙΣΜΩΝ (ΕΕ) 1093/2010, (ΕΕ) 575/2013, (ΕΕ) 600/2014 ΚΑΙ (ΕΕ) 806/2014

ΤΙΤΛΟΣ Ι: ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 56 Σκοπός

Άρθρο 57 Αντικείμενο (άρθρο 1 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 58 Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 59 Ορισμοί (άρθρο 3 της Οδηγίας 2019/2034/ ΕΕ)

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ: ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 60 Εξουσίες της αρμόδιας αρχής (άρθρο 4 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 61 Διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων αρχών για την υπαγωγή ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 (άρθρο 5 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 62 Συνεργασία αρμοδίων αρχών (άρθρο 6 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 63 Συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (άρθρο 7 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 64 Ενωσιακή διάσταση της εποπτείας (άρθρο 8 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

ΤΙΤΛΟΣ III ΑΡΧΙΚΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Άρθρο 65 Αρχικό κεφάλαιο (άρθρο 9 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 66 Αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο στην Οδηγία 2013/36/ΕΕ και τον ν. 4261/2014 (άρθρο 10 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 67 Σύνθεση του αρχικού κεφαλαίου (άρθρο 11 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

ΤΙΤΛΟΣ IV: ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: ΑΡΧΕΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ 1: ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ

Άρθρο 68 Αρμοδιότητα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής (άρθρο 12 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 69 Συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών (άρθρο 13 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 70 Επιτόπιος έλεγχος και επιθεώρηση υποκαταστημάτων εγκατεστημένων στην Ελλάδα (άρθρο 14 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) ΤΜΗΜΑ 2: ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

Άρθρο 71 Επαγγελματικό απόρρητο και ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών (άρθρο 15 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 72 Ρυθμίσεις συνεργασίας με τρίτες χώρες για την ανταλλαγή πληροφοριών (άρθρο 16 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 73 Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών (άρθρο 17 της Οδηγίας 2019/ 2034/ΕΕ) ΤΜΗΜΑ 3 : ΚΥΡΩΣΕΙΣ, ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Άρθρο 74 Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα (άρθρο 18 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 75 Εξουσίες διερεύνησης (άρθρο 19 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 76 Δημοσίευση των διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων (άρθρο 20 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 77 Αναφορά κυρώσεων στην ΕΑΤ (άρθρο 21 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 78 Καταγγελίες παραβάσεων (άρθρο 22 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 79 Δικαίωμα προσφυγής (άρθρο 23 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΜΗΜΑ 1: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΡΚΕΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ

Άρθρο 80 Εσωτερικά κεφάλαια και ρευστά στοιχεία ενεργητικού (άρθρο 24 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) ΤΜΗΜΑ 2: ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ, ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΧΕΣ

Άρθρο 81 Πεδίο εφαρμογής του παρόντος τμήματος (άρθρο 25 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 82 Εσωτερική διακυβέρνηση (άρθρο 26 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 83 Αναφορά στοιχείων ανά χώρα (άρθρο 27 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 84 Αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου στη διαχείριση κινδύνων (άρθρο 28 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 85 Αντιμετώπιση κινδύνων (άρθρο 29 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 86 Πολιτικές αποδοχών (άρθρο 30 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034)

Άρθρο 87 Α.Ε.Π.Ε.Υ. που επωφελούνται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη (άρθρο 31 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 88 Μεταβλητές αποδοχές (άρθρο 32 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 89 Επιτροπή αποδοχών (άρθρο 33 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 90 Επίβλεψη των πολιτικών αποδοχών (άρθρο 34 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) ΤΜΗΜΑ 3: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΟΠΤΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Άρθρο 91 Εποπτική εξέταση και αξιολόγηση (άρθρο 36 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 92 Διαρκής εξέταση της άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων (άρθρο 37 της Οδηγίας 2019/ 2034/ΕΕ) ΤΜΗΜΑ 4: ΕΠΟΠΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

Άρθρο 93 Εποπτικά μέτρα (άρθρο 38 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 94 Εποπτικές εξουσίες (άρθρο 39 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 95 Απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων (άρθρο 40 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 96 Καθοδήγηση ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια (άρθρο 41 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 97 Συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας (άρθρο 42 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 98 Συνεργασία με τις αρχές εξυγίανσης (άρθρο 43 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 99 Απαιτήσεις δημοσίευσης (άρθρο 44 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 100 Υποχρέωση ενημέρωσης της ΕΑΤ (άρθρο 45 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΤΜΗΜΑ 1 ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΣΕ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΒΑΣΗ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΜΕ ΤΗ ΔΟΚΙΜΗ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΟΜΙΛΟΥ

Άρθρο 101 Καθορισμός της αρχής εποπτείας του ομίλου (άρθρο 46 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 102 Απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (άρθρο 47 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 103 Σώματα εποπτών (άρθρο 48 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 104 Απαιτήσεις συνεργασίας (άρθρο 49 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 105 Εξακρίβωση πληροφοριών σχετικά με οντότητες εγκατεστημένες στην Ελλάδα (άρθρο 50 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) ΤΜΗΜΑ 2 ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ, ΜΙΚΤΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΜΙΚΤΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ

Άρθρο 106 Ένταξη εταιρειών συμμετοχών στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου (άρθρο 51 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 107 Επάρκεια διευθυντικών στελεχών (άρθρο 52 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 108 Μεικτές εταιρείες συμμετοχών (άρθρο 53 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 109 Κυρώσεις (άρθρο 54 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 110 Εκτίμηση της εποπτείας τρίτης χώρας και άλλες εποπτικές τεχνικές (άρθρο 55 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

ΤΙΤΛΟΣ V: ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Άρθρο 111 Απαιτήσεις δημοσίευσης (άρθρο 57 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

ΤΙΤΛΟΣ VI : ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2019/2034/ΕΕ

Άρθρο 112 Ορισμός τομεακών κανόνων Τροποποίηση του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (άρθρο 59 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 113 Ελάχιστα ίδια κεφάλαια Α.Ε.Δ.Α.Κ. Τροποποίηση του άρθρου 13 του ν. 4099/2012 (άρθρο 60 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 114 Ελάχιστα ίδια κεφάλαια Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. Τροποποίηση του άρθρου 9 του ν. 4209/2013 (άρθρο 61 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 115 Αντικατάσταση τίτλου του ν. 4261/2014 (παρ. 1 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 116 Αντικατάσταση τίτλου του κεφαλαίου Α΄ του ν. 4261/2014

Άρθρο 117 Αντικείμενο Σκοπός Αντικατάσταση του άρθρου 1 του ν. 4261/2014 (παρ. 2 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 118 Πεδίο εφαρμογής Τροποποίηση του άρθρου 2 του ν. 4261/2014 (παρ. 3 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 119 Ειδικές απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων Προσθήκη άρθρου 8α στον ν. 4261/2014 (παρ. 6 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 120 Ανάκληση άδειας λειτουργίας Τροποποίηση άρθρου 19 του ν. 4261/2014 (παρ. 7 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 121 Ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ Τροποποίηση του άρθρου 22Β του ν. 4261/2014 (παρ. 9 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ ΕΕ)

Άρθρο 122 Σημαντικά υποκαταστήματα Τροποποίηση του άρθρου 52 του ν. 4261/2014 (παρ. 11 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 123 Υπηρεσιακό Επαγγελματικό απόρρητο Τροποποίηση του άρθρου 54 του ν. 4261/2014 (παρ. 12 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 124 Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις των απαιτήσεων παροχής άδειας λειτουργίας και των απαιτήσεων για απόκτηση ειδικών συμμετοχών επί πιστωτικών ιδρυμάτων Τροποποίηση του άρθρου 58 του ν. 4261/2014 (παρ. 13 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 125 Δικαιοδοσία της αρχής ενοποιημένης εποπτείας Τροποποίηση του άρθρου 104 του ν. 4261/2014 (παρ. 17 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 126 Απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης -Τροποποίηση του άρθρου 107 του ν. 4261/2014 (παρ. 18 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 127 Σώματα εποπτών Τροποποίηση του άρθρου 109 του ν. 4261/2014 (παρ. 19 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 128 Συνεργασία Τροποποίηση του άρθρου 118 του ν. 4261/2014 (παρ. 20 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 129 Γενικές απαιτήσεις δημοσιοποίησης πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές Τροποποίηση του άρθρου 134 του ν. 4261/2014 (παρ. 24 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 130 Ορισμός επιχείρησης επενδύσεων Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (παρ. 1 άρθρου 63 της Οδηγίας 2019/ 2034/ΕΕ)

Άρθρο 131 Εφαρμογή και υπολογισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις Τροποποίηση στο εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (παρ. 2 άρθρου 63 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 132 Ανάκληση άδειας λειτουργίας Α.Ε.Π.Ε.Υ. Τροποποίηση του άρθρου 8 του ν. 4514/2018 (παρ. 1 άρθρου 64 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 133 Αρχικό κεφάλαιο Τροποποίηση του άρθρου 15 του ν. 4514/2018 (παρ. 2 άρθρου 64 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 134 Χορήγηση της άδειας λειτουργίας Τροποποίηση του άρθρου 41 του ν. 4514/2018 (παρ. 3 άρθρου 64 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 135 Παροχή υπηρεσιών με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη -Τροποποίηση του άρθρου 42 του ν. 4514/2018 (παρ. 4 άρθρου 64 της Οδηγίας 2019/ 2034/ΕΕ)

Άρθρο 136 Ανταλλαγή πληροφοριών Τροποποίηση του άρθρου 79 του ν. 4514/2018 (παρ. 6 άρθρου 64 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 137 Μεταβατική διάταξη σχετικά με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 4 παρ. 1 σημείο 1) στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 Προσθήκη άρθρου 95Β στον ν. 4514/2018 (παρ. 7 άρθρου 64 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 138 Παραπομπές στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και σε άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις (άρθρο 65 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Άρθρο 139 Καταργούμενες διατάξεις (παρ. 3, 4, 10, 14, 16, 21 έως 23 του άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034)

ΜΕΡΟΣ Δ΄ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/2177 ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/65/ΕΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ

Άρθρο 140 Σκοπός

Άρθρο 141 Αντικείμενο

Άρθρο 142 Πεδίο εφαρμογής Τροποποίηση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 4514/2018 (παρ. 1 άρθρου 1 Οδηγίας 2177/2019)

Άρθρο 143 Ορισμοί Τροποποίηση παρ. 36 και 37, κατάργηση παρ. 52, 53, 54, 63 και περ. γ) της παρ. 55,του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (παρ. 2 άρθρου 1 Οδηγίας 2177/2019)

Άρθρο 144 Γενικές υποχρεώσεις όσον αφορά τη συνεχή εποπτεία Προσθήκη παρ. 2 στο άρθρο 22 του ν. 4514/2018 (παρ. 3 άρθρου 1 Οδηγίας 2177/2019)

Άρθρο 145 Κυρώσεις και μέτρα Τροποποίηση παρ. 1 και 6 του άρθρου 69 του ν. 4514/2018 (παρ. 5 άρθρου 1 Οδηγίας 2177/2019)

Άρθρο 146 Σχέσεις με ελεγκτές Τροποποίηση του άρθρου 75 του ν. 4514/2018 (παρ. 7 άρθρου 1 Οδηγίας 2177/2019)

Άρθρο 147 Μεταβατικές Καταργούμενες διατάξεις (παρ. 4 και 11 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/2177)

ΜΕΡΟΣ Ε΄ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2020/1504 ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/65/ΕΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΕΕ) 2020/1503 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΠΑΡΟΧΟΥΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Άρθρο 148 Σκοπός

Άρθρο 149 Αντικείμενο

Άρθρο 150 Εξαιρέσεις Προσθήκη περ. ιδ) στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4514/2018 (άρθρο 1 Οδηγίας 2020/1504)

Άρθρο 151 Αρμόδιες αρχές για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503 (άρθρο 29 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

Άρθρο 152 Εξουσίες των αρμόδιων αρχών (άρθρο 30 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

Άρθρο 153 Συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών (άρθρο 31 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

Άρθρο 154 Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα (άρθρο 39 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

Άρθρο 155 Άσκηση εξουσιών εποπτείας και επιβολής κυρώσεων (άρθρο 40 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

Άρθρο 156 Δικαίωμα προσφυγής (άρθρο 41 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

Άρθρο 157 Δημοσίευση αποφάσεων (άρθρο 42 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

Άρθρο 158 Μεταβατική περίοδος σχετικά με υπηρεσίες συμμετοχικής χρηματοδότησης που παρέχονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία (άρθρο 48 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

Άρθρο 159 Ποινικές κυρώσεις (παρ. 1 άρθρου 39 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

Άρθρο 160 Καταργούμενες διατάξεις

ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/1160 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΗΣ 20ΗΣ ΙΟΥΝΙΟΥ 2019, ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ 2009/65/ΕΚ ΚΑΙ 2011/61/ΕΕ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

Άρθρο 161 Σκοπός

Άρθρο 162 Αντικείμενο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΣΕ ΚΙΝΗΤΕΣ ΑΞΙΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Ν. 4099/2012

Άρθρο 163 Εγκατάσταση υποκαταστήματος εταιρείας διαχείρισης άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα και εγκατάσταση υποκαταστήματος Ανώνυμων Εταιρειών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων σε άλλο κράτος μέλος Τροποποίηση της παρ. 6 του άρθρου 26 και της παρ. 5 του άρθρου 29 του ν. 4099/2012 (παρ. 1 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)

Άρθρο 164 Ανακοινώσεις και διαφημίσεις Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες Τροποποίηση του άρθρου 79 του ν. 4099/2012 (παρ. 2 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)

Άρθρο 165 Διάθεση μεριδίων Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα Τροποποίηση του άρθρου 89 του ν. 4099/2012 (παρ. 3 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/ 1160/ΕΚ)

Άρθρο 166 Απαιτήσεις για την παροχή διευκολύνσεων στους ιδιώτες επενδυτές από Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες άλλου κράτους μέλους που προτίθεται να διαθέσει τα μερίδιά του στην Ελλάδα, καθώς και από Οργανισμό Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες αδειοδοτημένο στην Ελλάδα που προτίθεται να διαθέσει μερίδια σε άλλο κράτος μέλος Προσθήκη άρθρων 89Α και 89Β στον ν. 4099/2012 (παρ. 4 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)

Άρθρο 167 Διαδικασία διάθεσης μεριδίων ή μετοχών από Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα, καθώς και από αδειοδοτημένο στην Ελλάδα Οργανισμό Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες που διαθέτει μερίδια ή μετοχές σε άλλο κράτος μέλος και σε τρίτο κράτος Τροποποίηση των άρθρων 90 και 91 του ν. 4099/2012 (παρ. 5 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)

Άρθρο 168 Ανάκληση γνωστοποίησης και παύση των διαδικασιών σχετικά με την εμπορική προώθηση μεριδίων, ή κατά περίπτωση, κατηγοριών μεριδίων από Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα, καθώς και από Οργανισμό Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες αδειοδοτημένο στην Ελλάδα – Προσθήκη άρθρων 91Α και 91Β στον ν. 4099/2012 (παρ. 6 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)

Άρθρο 169 Κυρώσεις Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 94 του ν. 4099/2012 (άρθρο 14 Κανονισμού 2019/1156/ΕΚ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Ν. 4209/2013

Άρθρο 170 Ορισμός ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση Προσθήκη περ. λαα) στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 (παρ. 1 άρθρου 2 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)

Άρθρο 171 Προϋποθέσεις ενεργειών από Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων πριν από την εμπορική προώθηση στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος Προσθήκη άρθρου 30Α στον ν. 4209/2013 (παρ. 2 άρθρου 2 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)

Άρθρο 172 Εμπορική προώθηση σε άλλα κράτη μέλη μεριδίων Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαχειρίζονται Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Τροποποίηση παρ. 2 και 6 του άρθρου 32 του ν. 4209/ 2013 (παρ. 3 και 8 άρθρου 2 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)

Άρθρο 173 Ανάκληση γνωστοποίησης και παύση των διαδικασιών για την εμπορική προώθηση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεριδίων ή μετοχών Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Προσθήκη άρθρων 32A και 32Β στον ν. 4209/2013 (παρ. 4 άρθρου 2 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)

Άρθρο 174 Προϋποθέσεις για τη διαχείριση Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη Τροποποίηση της παρ. 5 του άρθρου 33 του ν. 4209/2013 (παρ. 5 άρθρου 2 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)

Άρθρο 175 Εμπορική προώθηση Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων από Διαχειριστή Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων σε ιδιώτες επενδυτές Προσθήκη άρθρων 41Α και 41Β στον ν. 4209/2013 (παρ. 6 άρθρου 2 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)

Άρθρο 176 Διοικητικές κυρώσεις Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 4209/2013 (άρθρο 14 του Κανονισμού 2019/1156/ΕΚ)

ΜΕΡΟΣ Ζ΄ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2021/338 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 16ΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2021 ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/65/ΕΕ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ, ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΘΕΣΗΣ, ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ (ΕΕ) 2013/36 ΚΑΙ (ΕΕ) 2019/878 ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ, ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ COVID-19

Άρθρο 177 Σκοπός

Άρθρο 178 Αντικείμενο

Άρθρο 179 Εξαιρέσεις Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 3 του ν. 4514/2018 (περ. α΄ παρ. 1 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)

Άρθρο 180 Ορισμοί Αντικατάσταση παρ. 59, προσθήκη παρ. 8Α, 44Α, 62Α και 65 στο άρθρο 4 του ν. 4514/2018 (παρ. 2 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)

Άρθρο 181 Εξαιρέσεις από τις απαιτήσεις παρακολούθησης προϊόντων Προσθήκη άρθρου 16α στον ν. 4514/2018 (παρ. 3 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)

Άρθρο 182 Γενικές αρχές και πληροφόρηση των πελατών Τροποποίηση άρθρου 24 του ν. 4514/2018 (παρ. 4 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)

Άρθρο 183 Αξιολόγηση της καταλληλότητας και της συμβατότητας και ενημέρωση προς πελάτες Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 25 του ν. 4514/2018 (παρ. 5 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)

Άρθρο 184 Υποχρέωση εκτέλεσης των εντολών με τους πλέον ευνοϊκούς για τον πελάτη όρους Τροποποίηση άρθρου 27 του ν. 4514/2018 (παρ. 6 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)

Άρθρο 185 Παροχή υπηρεσιών σε επαγγελματίες πελάτες Προσθήκη άρθρου 29Α στον ν. 4514/2018 (παρ. 8 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)

Άρθρο 186 Συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4514/2018 (παρ. 9 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)

Άρθρο 187 Όρια θέσεων και έλεγχοι για τη διαχείριση θέσεων σε παράγωγα επί εμπορευμάτων Τροποποίηση του άρθρου 57 του ν. 4514/2018 (παρ. 10 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)

Άρθρο 188 Γνωστοποίηση θέσης ανά κατηγορία κατόχου θέσης Τροποποίηση του άρθρου 58 του ν. 4514/2018 (παρ. 11 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)

Άρθρο 189 Καταγγελίες παραβάσεων Αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 71 του ν. 4514/2018 (παρ. 12 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)

ΜΕΡΟΣ Η΄ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ 4099/2012, 4209/2013, 4261/2014 ΚΑΙ 4706/2020

Άρθρο 190 Σκοπός

Άρθρο 191 Αντικείμενο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4261/2014 ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 62 ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/2034 ΚΑΙ ΤΟΥ Ν. 4514/2018 ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 65 ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΟΔΗΓΙΑΣ

Άρθρο 192 Αρμόδιες αρχές Τροποποιήσεις άρθρου 4 του ν. 4261/2014

Άρθρο 193 Συντονισμός των αρμόδιων αρχών Τροποποίηση παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 4261/2014

Άρθρο 194 Αντιμετώπιση κινδύνων Τροποποίηση παρ. 8 και κατάργηση παρ. 11 του άρθρου 68 του ν. 4261/2014

Άρθρο 195 Καθορισμός ποσοστών αντικυκλικών αποθεμάτων ασφαλείας Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 127 του ν. 4261/2014

Άρθρο 196 Απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας Ανωνύμων Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών Αντικατάσταση παρ. 5 άρθρου 5 του ν. 4514/2018

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΣΕ ΑΛΛΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΜΕΡΙΔΙΩΝ ΟΕΕ ΤΗΣ ΕΕ ΠΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΝΤΑΙ ΑΕΔΟΕΕ, ΔΙΑΘΕΣΗ ΜΕΡΙΔΙΩΝ ΟΣΕΚΑ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4099/2012 ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ 4209/2013 ΚΑΙ 4099/2012

Άρθρο 197 Εμπορική προώθηση σε άλλα κράτη μέλη μεριδίων ΟΕΕ της ΕΕ που διαχειρίζονται Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. Τροποποίηση της παρ. 7 του άρθρου 32 του ν. 4209/2013

Άρθρο 198 Διάθεση μεριδίων Ο.Σ.Ε.Κ.Α. Τροποποίηση της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 4099/2012

Άρθρο 199 Κυρώσεις Τροποποίηση παρ. 1 και 2 του άρθρου 94 του ν. 4099/2012 (περ. ζ΄ παρ. 6 άρθρου 99 και παρ. 2 άρθρου 99γ της Οδηγίας ΕΕ/2014/91)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΔΙΑΘΕΣΗ ΜΕΡΙΔΙΩΝ Ο.Ε.Ε., ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2017/2402 ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΕΝΤΟΣ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 26Α ΕΩΣ 26Ε ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2017/2402, ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4706/2020

Άρθρο 200 Διάθεση μεριδίων Ο.Ε.Ε. Τροποποίηση παρ. 9 του άρθρου 43 του ν. 4706/2020

Άρθρο 201 Αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 -Τροποποίηση της παρ. 1 άρθρου 69 του ν. 4706/2020

Άρθρο 202 Αρμόδιες αρχές για τις σύνθετες τιτλοποιήσεις εντός ισολογισμού των άρθρων 26α έως 26ε του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 Προσθήκη άρθρου 69Α στον ν. 4706/2020 (περ. 13 άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/557)

Άρθρο 203 Πληροφοριακό Δελτίο Τροποποίηση της παρ. 3 του άρθρου 59 του ν. 4706/2020

ΜΕΡΟΣ Θ΄ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΣΤΕΛΕΧΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α. ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Άρθρο 204 Ετήσια οικονομική έκθεση και μη χρηματοοικονομική πληροφόρηση Αντικατάσταση της παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 3556/2007

Άρθρο 205 Πεδίο εφαρμογής της αναδιάρθρωσης παθητικού Τροποποίηση της παρ. 2 του εσωτερικού άρθρου 44 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015

Άρθρο 206 Κατάταξη των απαιτήσεων στην ειδική εκκαθάριση Προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 145Α του ν. 4261/2014

Άρθρο 207 Μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης Τροποποίηση άρθρου 145Β του ν. 4261/2014

Άρθρο 208 Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α. )

Άρθρο 209 Θέσεις προσωπικού της Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α.

Άρθρο 210 Προσόντα κάλυψης θέσεων

Άρθρο 211 Τρόπος Διαδικασία κάλυψης θέσεων

Άρθρο 212 Ρύθμιση λοιπών θεμάτων λειτουργίας της Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α.

Άρθρο 213 Προσωρινή ανάθεση αρμοδιοτήτων στη Γ.Δ.Ο.Υ. του Υπουργείου Οικονομικών

Άρθρο 214 Εξουσιοδοτικές διατάξεις

Άρθρο 215 Μεταβατικές διατάξεις

Άρθρο 216 Εξαίρεση από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος για αγρότες και αλιείς παράκτιας αλιείας υπό όρους

Άρθρο 217 Άρση ακινησίας οχημάτων έτους 2022 με αναλογική καταβολή τελών κυκλοφορίας -Τροποποίηση άρθρου 36 του ν. 2093/1992

Άρθρο 218 Προσωρινό μέτρο ενίσχυσης λόγω των συνεπειών της διάδοσης του κορωνοϊού COVID-19

Άρθρο 219 Παράταση της προθεσμίας υποβολής των πιστοποιητικών φερεγγυότητας – Τροποποίηση περ. β΄ παρ. 5 άρθρου 68 του ν. 4790/2021

Άρθρο 220 Φορολόγηση εισοδήματος από Α.Κ.Ε.Σ.

Άρθρο 221 Παραχώρηση δημοσίων κτημάτων σε δημόσιες υπηρεσίες και αρχές

Άρθρο 222 Παραχώρηση εκτάσεων της Δημοτικής Κοινότητας Ριζωμάτων της Δημοτικής Ενότητας Μακεδονίδος του Δήμου Βέροιας σε δικαιούχους αγροτικής αποκατάστασης

Άρθρο 223 Παράταση της ειδικής διαχείρισης της ΛΑΡΚΟ Γ.Μ.Μ.Α.Ε. για την ολοκλήρωση της διαγωνιστικής διαδικασίας – Τροποποίηση παρ. 10 άρθρου 21 του ν. 4664/2020

Άρθρο 224 Ρυθμίσεις για την Επιτροπή «Ελλάδα 2021»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Άρθρο 225 Επενδυτική και λειτουργική ενίσχυση σε σταθμούς αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας

Άρθρο 226 Ειδικός Λογαριασμός Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης και υπολογαριασμοί Τροποποίηση του άρθρου 143 του ν. 4001/2011

Άρθρο 227 Εγκατάσταση και λειτουργία σταθμών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας τεχνολογίας αντλησιοταμίευσης

Άρθρο 228 Διεύρυνση του σκοπού και της πηγής εσόδων της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρίας Υδρογονανθράκων Α.Ε. Τροποποίηση παρ. 1 του άρθρου 146 και παρ. 2 του άρθρου 147 του ν. 4001/2011

Άρθρο 229 Ειδικό τέλος υπέρ Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α΄ βαθμού για το έτος 2021 Εξουσιοδοτική διάταξη

ΜΕΡΟΣ I΄ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΣ ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟY EΤΟΥΣ 2022

Άρθρο 230 Συμπληρωματικός Κρατικός Προϋπολογισμός οικονομικού έτους 2022

ΜΕΡΟΣ ΙΑ΄ EΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Άρθρο 231 Έναρξη ισχύος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΜΕΡΟΣ Α΄
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/2162 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 27ης ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2019 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΛΥΜΜΕΝΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΚΑΛΥΜΜΕΝΩΝ ΟΜΟΛΟΓΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ OΔΗΓΙΩΝ 2009/65/ΕΚ ΚΑΙ 2014/59/ΕΕ

Άρθρο 1
Σκοπός
Σκοπός του παρόντος είναι η ενίσχυση του πλαισίου για την έκδοση καλυμμένων ομολόγων, ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των επενδυτών. Ο σκοπός επιτυγχάνεται μέσω της ενσωμάτωσης στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβούλιου της 27ης Νοεμβρίου 2019 (L 328), σχετικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και την εποπτεία τους.

Άρθρο 2
Αντικείμενο (άρθρο 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)
Αντικείμενο του παρόντος είναι η θέσπιση κανόνων για την προστασία των επενδυτών σχετικά με:

α) τις απαιτήσεις για την έκδοση καλυμμένων ομολόγων,

β) τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των καλυμμένων ομολόγων,

γ) την εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων,

δ) τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης, σε σχέση με τα καλυμμένα ομόλογα.

Άρθρο 3
Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Ο παρών νόμος εφαρμόζεται στα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα που έχουν έδρα στην Ελλάδα.

2. Τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα, σύμφωνα με τον παρόντα και σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 2 και το άρθρο 14 του ν. 3156/2003 (Α΄ 157) και τα άρθρα 59 έως και 74 του ν. 4548/2018 (Α΄ 104).

Άρθρο 4
Εποπτεία καλυμμένων ομολόγων (άρθρο 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Αρμόδια αρχή για την εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων είναι η Τράπεζα της Ελλάδος. Για τους σκοπούς του παρόντος, κάθε αναφορά στην Τράπεζα της Ελλάδος παραπέμπει στην αρμοδιότητά της ως αρχής εποπτείας των καλυμμένων ομολόγων.

2. Για την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας των καλυμμένων ομολόγων, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, με απόφασή της, να θεσπίζει ειδικότερες απαιτήσεις και κανόνες ως προς την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος.

3. Οι κατά τον παρόντα αποφάσεις και αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος λαμβάνονται και ασκούνται με πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του καταστατικού της (Α΄ 298/1927) ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου. Με όμοια πράξη μπορούν να θεσπίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη περί ενσωμάτωσης ενωσιακής νομοθεσίας στην ελληνική έννομη τάξη, οι ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή και τη συμμόρφωση προς οδηγίες, αποφάσεις, κανονισμούς και συστάσεις, που εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για θέματα που αφορούν στις κατά τον παρόντα αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος.

4. Η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει την έκδοση καλυμμένων ομολόγων, με σκοπό την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του παρόντος και των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του.

5. Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα, καταγράφουν όλες τις συναλλαγές τους που σχετίζονται με το πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων και διαθέτουν επαρκή και κατάλληλα συστήματα και διαδικασίες τεκμηρίωσης.

6. Η Τράπεζα της Ελλάδος συλλέγει από τα πιστωτικά ιδρύματα τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του παρόντος και των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, ερευνά παραβάσεις των εν λόγω απαιτήσεων και επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα, που προβλέπονται στον παρόντα.

Άρθρο 5
Ορισμοί (άρθρο 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)
Για τους σκοπούς του παρόντος, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1) «Καλυμμένο ομόλογο»: Τίτλος δανειακής υποχρέωσης που εκδίδεται από πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος και εξασφαλίζεται από στοιχεία καλύμματος στα οποία οι επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα έχουν δικαίωμα άμεσης προσφυγής, ως προνομιακοί πιστωτές.

2) «Πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων»: Τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά μιας έκδοσης καλυμμένων ομολόγων, τα οποία καθορίζονται από νομικούς κανόνες και συμβατικούς όρους και προϋποθέσεις, σύμφωνα με την άδεια που χορηγείται στο πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα.

3) «Συνολικά στοιχεία καλύμματος»: Σαφώς καθορισμένο σύνολο στοιχείων ενεργητικού που εξασφαλίζουν τις υποχρεώσεις πληρωμής που συνδέονται με καλυμμένα ομόλογα, τα οποία διαχωρίζονται από τα άλλα στοιχεία ενεργητικού που κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα.

4) «Στοιχεία καλύμματος»: Στοιχεία ενεργητικού που περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος.

5) «Στοιχεία εξασφάλισης»: Τα ενσώματα στοιχεία ενεργητικού και τα στοιχεία ενεργητικού υπό μορφή ανοιγμάτων που εξασφαλίζουν στοιχεία καλύμματος.

6) «Διαχωρισμός»: Ενέργειες που πραγματοποιούνται από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα, προκειμένου να προσδιοριστούν τα στοιχεία καλύμματος και να οριοθετηθούν νόμιμα, ώστε να μην έχουν πρόσβαση σε αυτά άλλοι πιστωτές, πέραν των επενδυτών σε καλυμμένα ομόλογα και των αντισυμβαλλομένων σε συμβάσεις παραγώγων.

7) «Πιστωτικό ίδρυμα»: Πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στην περ. 1 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 176).

8) «Εξειδικευμένο ίδρυμα ενυπόθηκης πίστης»: Το πιστωτικό ίδρυμα που χρηματοδοτεί δάνεια αποκλειστικά ή κυρίως μέσω της έκδοσης καλυμμένων ομολόγων, που μπορεί σύμφωνα με τον νόμο να προβαίνει μόνο σε ενυπόθηκο δανεισμό και δανεισμό σε οντότητες του δημόσιου τομέα και που δεν επιτρέπεται να αποδέχεται καταθέσεις, αλλά μπορεί να αποδέχεται άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια από το κοινό.

9) «Αυτόματη επίσπευση»: Η περίπτωση στην οποία, με την αφερεγγυότητα ή την εξυγίανση του εκδότη, ένα καλυμμένο ομόλογο καθίσταται αυτομάτως άμεσα ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και στην οποία οι επενδυτές στο καλυμμένο ομόλογο διαθέτουν εκτελεστή απαίτηση εξόφλησης σε χρόνο προγενέστερο της αρχικής ημερομηνίας λήξης.

10) «Ημερομηνία λήξης»: Η αρχική ημερομηνία λήξης που αναγράφεται στους συμβατικούς όρους του καλυμμένου ομολόγου.

11) «Τελική ημερομηνία λήξης»: Η νέα ημερομηνία λήξης στην οποία μεταφέρεται η πληρωμή όλου ή μέρους του τελικού ποσού εξόφλησης του καλυμμένου ομολόγου, αρχικά πληρωτέου στην ημερομηνία λήξης, υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται σχετική πρόβλεψη στους συμβατικούς όρους του ομολόγου.

12) «Αγοραία αξία»: Για τους σκοπούς της ακίνητης περιουσίας, η αγοραία αξία, όπως ορίζεται στην περ. 76 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

13) «Αξία του ενυπόθηκου ακινήτου»: Για τους σκοπούς της ακίνητης περιουσίας, η αξία του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως ορίζεται στην περ. 74 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

14) «Πρωτογενή στοιχεία ενεργητικού»: Κυρίαρχα στοιχεία καλύμματος, που καθορίζουν τη φύση των συνολικών στοιχείων καλύμματος.

15) «Στοιχεία ενεργητικού υποκατάστασης»: Στοιχεία καλύμματος που συμβάλλουν στις απαιτήσεις κάλυψης, εκτός των πρωτογενών στοιχείων ενεργητικού.

16) «Υπερεξασφάλιση»: Το συνολικό εκ του νόμου, συμβατικό ή εθελοντικό επίπεδο εξασφάλισης που υπερβαίνει την απαίτηση κάλυψης που καθορίζεται στο άρθρο 17.

17) «Καθαρές εκροές ρευστότητας»: Όλες οι εκροές πληρωμών που καθίστανται απαιτητές σε μία ημέρα, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών κεφαλαίου και τόκων και των πληρωμών, στο πλαίσιο συμβάσεων παραγώγων του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων, αφαιρουμένων όλων των εισροών πληρωμών, που καθίστανται απαιτητές την ίδια ημέρα για απαιτήσεις που συνδέονται με τα στοιχεία καλύμματος.

18) «Δομή επεκτάσιμης ληκτότητας»: Ο μηχανισμός που προβλέπει τη δυνατότητα επέκτασης της προγραμματισμένης λήξης των καλυμμένων ομολόγων, για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα και σε περίπτωση επέλευσης συγκεκριμένου γεγονότος ενεργοποίησης.

19) «Εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων»: Η εποπτεία των προγραμμάτων καλυμμένων ομολόγων, με την οποία εξασφαλίζονται η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ισχύουν για την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και η επιβολή των απαιτήσεων αυτών.

20) «Ειδικός διαχειριστής»: Το πρόσωπο ή η οντότητα που έχει διοριστεί για τη διαχείριση προγράμματος καλυμμένων ομολόγων, σε περίπτωση αφερεγγυότητας πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα σε σχέση με τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος, ή όταν έχει διαπιστωθεί ότι το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας, σύμφωνα με την παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 32 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α΄ 87) ή σε εξαιρετικές περιστάσεις, εάν η αρμόδια αρχή εποπτείας διαπιστώσει ότι απειλείται σοβαρά η εύρυθμη λειτουργία του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος.

21) «Εξυγίανση»: Η εξυγίανση, όπως ορίζεται στην περ. 30 της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015.

22) «Όμιλος»: Ο όμιλος, όπως ορίζεται στην περ. 138 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

23) «Δημόσιες επιχειρήσεις»: Οι δημόσιες επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στην περ. β΄ του άρθρου 2 της Οδηγίας 2006/111/ΕΚ της Επιτροπής (L 318).

24) «Στενοί δεσμοί»: Στενοί δεσμοί, όπως ορίζονται στην περ. 38 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

25) «Αρμόδια αρχή εποπτείας»: Η αρμόδια αρχή, όπως ορίζεται στην περ. 36 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107).

26) «Αρχή εξυγίανσης»: Η αρχή εξυγίανσης, όπως ορίζεται στην περ. 8 της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015.

27) «Εκπρόσωπος των ομολογιούχων»: Πιστωτικό ίδρυμα ή συνδεδεμένη εταιρεία πιστωτικού ιδρύματος, κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α΄ 251) που παρέχει νομίμως υπηρεσίες στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (Ε.Ο.Χ.) και ασκεί τα καθήκοντα του εκπροσώπου των ομολογιούχων, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στα άρθρα 64 έως και 67 του ν. 4548/ 2018 (Α΄ 104).

Άρθρο 6
Διπλή προσφυγή (άρθρο 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Οι επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα και οι αντισυμβαλλόμενοι σε συμβάσεις παραγώγων που συμμορφώνονται με το άρθρο 13 έχουν δικαίωμα στις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) Απαίτηση έναντι του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα,

β) στην περίπτωση της αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα, απαίτηση με προτεραιότητα έναντι του κεφαλαίου και τυχόν δεδουλευμένων και μελλοντικών τόκων σε στοιχεία καλύμματος,

γ) στην περίπτωση της αφερεγγυότητας του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα και σε περίπτωση που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως η απαίτηση προτεραιότητας της περ. β), απαίτηση έναντι της περιουσίας του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος που τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας, της αυτής προτεραιότητας (pari passu) με τις απαιτήσεις των κοινών μη εξασφαλισμένων πιστωτών του πιστωτικού ιδρύματος που καθορίζονται σύμφωνα με τη νομοθεσία για την κατάταξη σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

2. Οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 περιορίζονται στην πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων που συνδέονται με τα καλυμμένα ομόλογα.

Άρθρο 7
Προστασία καλυμμένων ομολόγων έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας (άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)
Oι υποχρεώσεις πληρωμής που συνδέονται με καλυμμένα ομόλογα, δεν υπόκεινται σε αυτόματη επίσπευση σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα.

Άρθρο 8
Επιλέξιμα στοιχεία καλύμματος (άρθρο 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. α) Τα καλυμμένα ομόλογα είναι ανά πάσα στιγμή εξασφαλισμένα με:

αα) Στοιχεία ενεργητικού που είναι επιλέξιμα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 129 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, υπό την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα, πληροί τις απαιτήσεις των παρ. 1 έως και 3 του άρθρου 129 του Κανονισμού,

αβ) με την επιφύλαξη της περ. γ) της παρούσας, στοιχεία καλύμματος υψηλής ποιότητας, με τα οποία διασφαλίζεται ότι το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα διαθέτει απαίτηση πληρωμής, όπως προβλέπεται στην παρ. 2, και τα οποία εξασφαλίζονται με στοιχεία εξασφάλισης, όπως προβλέπεται στην παρ. 3.

β) Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, με απόφασή της, να περιορίζει τα στοιχεία ενεργητικού της υποπερ. αα), σε συγκεκριμένες κατηγορίες επιλέξιμων στοιχείων ενεργητικού, για τη συμπερίληψή τους στα συνολικά στοιχεία καλύμματος.

γ) Τα στοιχεία καλύμματος της υποπερ. αβ) επιτρέπεται να συμπεριλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος, μόνο εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, προσδιορίσει τα είδη των στοιχείων καλύμματος που εντάσσονται στην εν λόγω περίπτωση.

2. α) Η απαίτηση πληρωμής που αναφέρεται στην υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 1 υπόκειται στις ακόλουθες νομικές απαιτήσεις:

αα) Το στοιχείο ενεργητικού αντιπροσωπεύει απαίτηση για την πληρωμή ποσών με ελάχιστη αξία, η οποία είναι προσδιοριστέα ανά πάσα στιγμή, είναι νομικά έγκυρη και εκτελεστή, δεν υπόκειται σε άλλους όρους πέραν της προϋπόθεσης ότι η απαίτηση λήγει σε μελλοντική ημερομηνία και είναι εξασφαλισμένη με υποθήκη, βάρος, προνόμιο ή άλλη εγγύηση,

αβ) η υποθήκη, το βάρος, το προνόμιο ή άλλη εγγύηση που εξασφαλίζει την απαίτηση πληρωμής είναι εκτελεστή,

αγ) έχουν εκπληρωθεί όλες οι νομικές απαιτήσεις για την εγγραφή της υποθήκης, του βάρους, του προνομίου ή της εγγύησης που εξασφαλίζει την απαίτηση πληρωμής,

αδ) η υποθήκη, το βάρος, το προνόμιο ή η εγγύηση, που εξασφαλίζει την απαίτηση πληρωμής, επιτρέπει στο πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα να ανακτήσει την αξία της απαίτησης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

β) Τα πιστωτικά ιδρύματα, που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα, αξιολογούν την εκτελεστότητα των απαιτήσεων πληρωμής και τη δυνατότητα ρευστοποίησης των στοιχείων εξασφάλισης, πριν τα συμπεριλάβουν στα συνολικά στοιχεία καλύμματος.

3. α) Τα στοιχεία εξασφάλισης που αναφέρονται στην υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 1 πληρούν μία από τις ακόλουθες απαιτήσεις:

αα) Για τα ενσώματα στοιχεία εξασφάλισης, υφίστανται πρότυπα αποτίμησης γενικώς αποδεκτά από τους εμπειρογνώμονες, τα οποία είναι κατάλληλα για το συγκεκριμένο ενσώματο στοιχείο εξασφάλισης και υπάρχει δημόσιο μητρώο στο οποίο καταγράφονται η κυριότητα και οι απαιτήσεις επί των ενσώματων στοιχείων εξασφάλισης ή

αβ) για τα στοιχεία ενεργητικού υπό μορφή ανοιγμάτων, η ασφάλεια και η ευρωστία του αντισυμβαλλομένου στο άνοιγμα τεκμαίρονται από τη φοροδοτική ικανότητά του, ή από το γεγονός ότι η επιχειρησιακή ευρωστία και η οικονομική φερεγγυότητά του τελούν υπό συνεχή δημόσια εποπτεία.

β) Τα ενσώματα στοιχεία εξασφάλισης που αναφέρονται στην υποπερ. αα) της περ. α) συμβάλλουν στην κάλυψη των υποχρεώσεων που συνδέονται με το καλυμμένο ομόλογο, μέχρι το μικρότερο ποσό κεφαλαίου μεταξύ των ενυπόθηκων απαιτήσεων, που συνδέονται με οποιαδήποτε ενυπόθηκη απαίτηση κύριας εξοφλητικής προτεραιότητας και του εβδομήντα τοις εκατό (70 %) της αξίας των εν λόγω ενσώματων στοιχείων εξασφάλισης.

γ) Τα ενσώματα στοιχεία εξασφάλισης που αναφέρονται στην υποπερ. αα) της περ. α), τα οποία εξασφαλίζουν στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στην υποπερ. αα) της περ. α) της παρ. 1 δεν χρειάζεται να συμμορφώνονται με το όριο του εβδομήντα τοις εκατό (70 %) ή με τα όρια της παρ. 1 του άρθρου 129 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

δ) Όταν, για τους σκοπούς της υποπερ. αα) της περ. α), δεν υπάρχει δημόσιο μητρώο για ένα συγκεκριμένο ενσώματο στοιχείο εξασφάλισης, τα πιστωτικά ιδρύματα δύναται να κάνουν χρήση εναλλακτικής μορφής πιστοποίησης της κυριότητας και των απαιτήσεων επί του ενσώματου στοιχείου εξασφάλισης. Η χρήση εναλλακτικής μορφής πιστοποίησης είναι δυνατή, εφόσον έχει αναγνωριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, και στον βαθμό που η εν λόγω μορφή πιστοποίησης παρέχει προστασία που μπορεί να είναι συγκρίσιμη με την προστασία που παρέχεται από δημόσιο μητρώο, υπό την έννοια ότι επιτρέπει σε ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που σχετίζονται με την ταυτοποίηση των βεβαρημένων ενσώματων στοιχείων εξασφάλισης, τον προσδιορισμό της κυριότητας, την τεκμηρίωση και τον προσδιορισμό των επιβαρύνσεων και την εκτελεστότητα των εμπράγματων δικαιωμάτων.

4. α) Για τα ενσώματα στοιχεία που εξασφαλίζουν τα στοιχεία ενεργητικού των υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 1, διασφαλίζεται ότι:

αα) Για κάθε ενσώματο στοιχείο εξασφάλισης υπάρχει μια τρέχουσα αποτίμηση στην αγοραία αξία ή στην αξία ενυπόθηκου ακινήτου ή σε χαμηλότερη αξία από αυτές, κατά τη συμπερίληψη του στοιχείου καλύμματος στα συνολικά στοιχεία καλύμματος,

αβ) ότι η αποτίμηση διενεργείται από εκτιμητή, ο οποίος διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα, την απαραίτητη ικανότητα και εμπειρία, και

αγ) ότι ο εκτιμητής είναι ανεξάρτητος από τη διαδικασία λήψης πιστωτικών αποφάσεων, δεν λαμβάνει υπόψη κερδοσκοπικά στοιχεία στην αποτίμηση της αξίας του ενσώματου στοιχείου εξασφάλισης και τεκμηριώνει την αξία του ενσώματου στοιχείου εξασφάλισης με διαφανή και σαφή τρόπο.

β) Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να θεσπίζει, με απόφασή της, ειδικότερους κανόνες για την μεθοδολογία και τη διαδικασία αποτίμησης.

5. Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα, διαθέτουν διαδικασίες για να ελέγχουν ότι τα ενσώματα στοιχεία που εξασφαλίζουν στοιχεία ενεργητικού, που αναφέρονται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 1, είναι επαρκώς ασφαλισμένα έναντι του κινδύνου ζημίας και ότι η απαίτηση ασφάλισης διαχωρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 14.

6. Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα, τεκμηριώνουν τα στοιχεία καλύμματος που αναφέρονται στις υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρ. 1 και τη συμμόρφωση των δανειοδοτικών πολιτικών τους με τον παρόντα.

7. Η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, θεσπίζει κανόνες σχετικά με τη διαφοροποίηση των κινδύνων στα συνολικά στοιχεία καλύμματος, σε σχέση με τη διασπορά και τη σημαντική συγκέντρωση, για στοιχεία ενεργητικού που είναι επιλέξιμα δυνάμει της υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 1.

8. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, με απόφασή της, να ορίζει ειδικότερα θέματα εφαρμογής του παρόντος και να εξειδικεύει τους κανόνες για την εφαρμογή του.

Άρθρο 9
Στοιχεία εξασφάλισης που βρίσκονται εκτός της ΕΕ (άρθρο 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Με την επιφύλαξη της παρ. 3, τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να περιλαμβάνουν στα συνολικά στοιχεία

καλύμματος στοιχεία ενεργητικού εξασφαλισμένα με στοιχεία εξασφάλισης που βρίσκονται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

2. Στην περίπτωση της παρ. 1, τα πιστωτικά ιδρύματα επαληθεύουν ότι:

α) τα εν λόγω στοιχεία εξασφάλισης πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 8,

β) τα εν λόγω στοιχεία παρέχουν παρόμοιο επίπεδο ασφαλείας με αυτό των στοιχείων εξασφάλισης που βρίσκονται εντός της ΕΕ, και

γ) η ρευστοποίηση των στοιχείων αυτών είναι νόμιμα εκτελεστή κατά τρόπο ισοδύναμο στην πράξη, με τη ρευστοποίηση των στοιχείων εξασφάλισης που βρίσκονται εντός της ΕΕ.

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, καθορίζει τα εξασφαλισμένα, με στοιχεία εξασφάλισης που βρίσκονται εκτός της ΕΕ, στοιχεία ενεργητικού, που δύνανται να συμπεριληφθούν στα συνολικά στοιχεία καλύμματος βάσει της παρ. 1, καθώς και προϋποθέσεις που πληρούνται για την εφαρμογή του παρόντος.

Άρθρο 10
Ενδοομιλικές δομές ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων (άρθρο 8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί από πιστωτικό ίδρυμα που ανήκει σε όμιλο («καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί εντός ομίλου») επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ως στοιχεία καλύμματος για την εξωτερική έκδοση καλυμμένων ομολόγων από άλλο πιστωτικό ίδρυμα που ανήκει στον ίδιο όμιλο («καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εκτός ομίλου») εφόσον πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εντός ομίλου πωλούνται στο πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα εκτός ομίλου,

β) τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εντός ομίλου χρησιμοποιούνται ως στοιχεία καλύμματος στα συνολικά στοιχεία καλύμματος για τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εκτός ομίλου και εγγράφονται στον ισολογισμό του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα εκτός ομίλου,

γ) τα συνολικά στοιχεία καλύμματος για τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται εκτός ομίλου περιλαμβάνουν μόνο καλυμμένα ομόλογα τα οποία έχουν εκδοθεί από ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα εντός του ομίλου,

δ) το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα εκτός ομίλου σκοπεύει να τα πωλήσει εκτός του ομίλου σε επενδυτές σε καλυμμένα ομόλογα,

ε) τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται τόσο εντός όσο και εκτός ομίλου θεωρείται ότι πληρούν τις προϋποθέσεις για την πρώτη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, όπως αναφέρεται στο Κεφάλαιο 2 του τίτλου II του τρίτου μέρους του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, κατά την έκδοση και είναι εξασφαλισμένα με επιλέξιμα στοιχεία καλύμματος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8,

στ) στην περίπτωση των διασυνοριακών ενδοομιλικών δομών ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων, τα στοιχεία καλύμματος των καλυμμένων ομολόγων που

εκδίδονται εντός ομίλου πληρούν τις απαιτήσεις επιλεξιμότητας και κάλυψης των καλυμμένων ομολόγων που εκδίδονται εκτός ομίλου,

ζ) το πιστωτικό ίδρυμα που ανήκει στον όμιλο έχει έδρα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. α) Για τους σκοπούς της περ. ε) της παρ. 1, σε περίπτωση που επέλθει υποβάθμιση της πιστωτικής ποιότητας των καλυμμένων ομολόγων, αυτή γνωστοποιείται στην Τράπεζα της Ελλάδος και η τελευταία δύναται, με απόφασή της, να επιτρέπει στα καλυμμένα ομόλογα που κατατάσσονται στη δεύτερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, να συνεχίσουν να αποτελούν μέρος της ενδοομιλικής δομής ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων, εφόσον διαπιστώσει ότι η υποβάθμιση της πιστωτικής ποιότητας δεν οφείλεται σε μη τήρηση της νομοθεσίας που καθορίζει τις απαιτήσεις για την άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 20.

β) Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνει στο πλαίσιο της περ. α) της παρούσας.

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να εξειδικεύσει με απόφασή της, τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του παρόντος.

Άρθρο 11
Κοινή χρηματοδότηση (άρθρο 9 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Επιλέξιμα στοιχεία καλύμματος, τα οποία έχουν δημιουργηθεί από πιστωτικό ίδρυμα και έχουν αγοραστεί από πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα, επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ως στοιχεία καλύμματος για την έκδοση καλυμμένων ομολόγων, εφόσον πληρούν τις απαιτήσεις των άρθρων 8 και 14.

2. Με την επιφύλαξη της παρ. 1, επιτρέπεται η μεταφορά επιλέξιμων στοιχείων καλύμματος μέσω συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, σύμφωνα με το κεφάλαιο Α΄ του ν. 3301/2004 (Α΄ 263).

3. Με την επιφύλαξη της παρ. 1, στοιχεία ενεργητικού που έχουν δημιουργηθεί αρχικά από πιστωτικό ίδρυμα, έχουν μεταβιβαστεί σε οντότητα με έδρα στην ΕΕ, η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και μεταβιβάζονται εκ νέου σε πιστωτικό ίδρυμα με έδρα στην Ελλάδα, δύνανται να χρησιμοποιούνται ως στοιχεία καλύμματος. Σε αυτή την περίπτωση, το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα υποχρεούται είτε να αξιολογεί τα πιστοδοτικά πρότυπα της οντότητας από την οποία προήλθαν τα στοιχεία καλύμματος, είτε να διενεργεί το ίδιο ενδελεχή αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη.

4. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να εξειδικεύσει, με απόφασή της, τους όρους και τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12
Σύνθεση των συνολικών στοιχείων καλύμματος (άρθρο 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα συμπεριλαμβάνουν στα συνολικά στοιχεία καλύμματος καλυμμένων ομολόγων μόνο μια κατηγορία πρωτογενών στοιχείων ενεργητικού.

2. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, με απόφασή της, να επιτρέπει τη συμπερίληψη στα στοιχεία καλύμματος περισσότερων κατηγοριών πρωτογενών στοιχείων ενεργητικού.

3. Στην περίπτωση της παρ. 2, η Τράπεζα της Ελλάδος, για τη διασφάλιση της προστασίας των επενδυτών, θεσπίζει κανόνες σχετικά με τη σύνθεση των συνολικών στοιχείων καλύμματος. Οι εν λόγω κανόνες καθορίζουν, κατά περίπτωση, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα μπορούν να περιλαμβάνουν πρωτογενή στοιχεία ενεργητικού με διαφορετικά γνωρίσματα, όσον αφορά στα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, τη διάρκεια ζωής ή το προφίλ κινδύνου στα συνολικά στοιχεία καλύμματος.

4. Στην περίπτωση της παρ. 2, η αναλογία των διαφορετικών κατηγοριών στοιχείων καλύμματος μέσα στα συνολικά στοιχεία καλύμματος, υπόκειται σε μέγιστα όρια ανά κατηγορία, καθ’ όλη τη διάρκεια της έκδοσης, όπως καθορίζονται σε απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος.

Άρθρο 13
Συμβάσεις παραγώγων στα συνολικά στοιχεία καλύμματος (άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Στα συνολικά στοιχεία καλύμματος δύνανται να περιλαμβάνονται συμβάσεις παραγώγων μόνο εφόσον αυτές πληρούν τουλάχιστον τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος αποκλειστικά για σκοπούς αντιστάθμισης κινδύνων, ο όγκος τους προσαρμόζεται σε περίπτωση μείωσης του αντισταθμιζόμενου κινδύνου και αφαιρούνται από τα συνολικά στοιχεία καλύμματος, όταν παύει να υφίσταται ο αντισταθμιζόμενος κίνδυνος,

β) τεκμηριώνονται επαρκώς,

γ) διαχωρίζονται, σύμφωνα με το άρθρο 14,

δ) δεν μπορούν να καταγγελθούν, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος που εξέδωσε τα καλυμμένα ομόλογα,

ε) συμμορφώνονται με τους κανόνες που θεσπίζονται, σύμφωνα με την παρ. 2.

2. α) Για τους σκοπούς της εξασφάλισης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της παρ. 1, η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, θεσπίζει κανόνες για τις συμβάσεις παραγώγων, που περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος.

β) Οι παραπάνω κανόνες, μεταξύ άλλων, προσδιορίζουν:

βα) Τα είδη των αποδεκτών συμβάσεων παραγώγων για τη συμπερίληψή τους στα συνολικά στοιχεία καλύμματος,

ββ) τα κριτήρια επιλεξιμότητας των αντισυμβαλλόμενων,

βγ) την απαραίτητη τεκμηρίωση που παρέχεται, σχετικά με τις συμβάσεις παραγώγων.

Άρθρο 14
Διαχωρισμός των στοιχείων καλύμματος (άρθρο 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. α) Προκειμένου να επιτυγχάνεται επαρκώς ο διαχωρισμός των στοιχείων καλύμματος, απαιτείται να

πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις: αα) Όλα τα στοιχεία καλύμματος μπορούν να αναγνωριστούν ανά πάσα στιγμή από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα,

αβ) όλα τα στοιχεία καλύμματος υπόκεινται σε νομικά δεσμευτικό και εκτελεστό διαχωρισμό από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα,

αγ) όλα τα στοιχεία καλύμματος προστατεύονται από τυχόν απαιτήσεις τρίτων μερών και κανένα στοιχείο καλύμματος δεν αποτελεί μέρος της υπό εκκαθάριση περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος, που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα, μέχρι να ικανοποιηθεί η απαίτηση προτεραιότητας, που αναφέρεται στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 6.

β) Για τους σκοπούς της περ. α) της παρούσας, τα στοιχεία καλύμματος περιλαμβάνουν και τυχόν εξασφαλίσεις που λαμβάνονται σε σχέση με θέσεις συμβάσεων παραγώγων.

2. Επί των συνολικών στοιχείων καλύμματος συνίσταται νόμιμο ενέχυρο υπέρ των ομολογιούχων και άλλων δανειστών, οι απαιτήσεις των οποίων συνδέονται με την έκδοση των καλυμμένων ομολόγων και οι οποίοι αναφέρονται ως εξασφαλιζόμενοι δανειστές στο πρόγραμμα των καλυμμένων ομολόγων. Σε περίπτωση που ορισμένα στοιχεία καλύμματος, που συνιστούν τα συνολικά στοιχεία καλύμματος, διέπονται από ξένο δίκαιο, συστήνεται εμπράγματη εξασφάλιση επ’ αυτών υπέρ των ομολογιούχων και των λοιπών εξασφαλιζόμενων δανειστών, σύμφωνα με τις διατάξεις του οικείου δικαίου.

3. Με το πρόγραμμα μπορεί να ορίζεται η εξασφάλιση από το ίδιο νόμιμο ενέχυρο ομολογιούχων ή και άλλων δανειστών, οι απαιτήσεις των οποίων συνδέονται με καλυμμένα ομόλογα διαφορετικής έκδοσης ή σειράς, καθώς και κάθε σχετικό ζήτημα, όπως ενδεικτικά η μεταξύ τους σχέση, ο τρόπος και η προτεραιότητα ικανοποίησης και ο τρόπος οργάνωσής τους σε ομάδα και εκπροσώπησής τους, κατά παρέκκλιση των άρθρων 63 και 64 του ν. 4548/2018 (Α΄ 104), εφόσον δεν επιλεγεί σχετικώς η εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου. Ο διορισμός περισσοτέρων εκπροσώπων ομολογιούχων, κοινών ή ανά σειρά ή έκδοση, δεν αποκλείεται. Ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων ευθύνεται έναντι των ομολογιούχων για δόλο και βαριά αμέλεια.

4. Τα στοιχεία καλύμματος που συγκαταλέγονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος αναφέρονται ονομαστικά σε έγγραφο που υπογράφεται από τον εκδότη και τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων και καταχωρείται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη σημεία του, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (Α΄ 220). Με τον ίδιο τρόπον μπορούν να αντικαθίστανται τα στοιχεία καλύμματος που συνιστούν μέρος των συνολικών στοιχείων καλύμματος με άλλα ή να προστίθενται στοιχεία καλύμματος στα συνολικά στοιχεία καλύμματος.

5. Από την καταχώρηση του εγγράφου της παρ. 4, το κύρος της έκδοσης καλυμμένου ομολόγου, της σύστασης του νόμιμου ενεχύρου και της τυχόν διεπόμενης από ξένο δίκαιο εμπράγματης ασφάλειας, των πληρωμών προς τους ομολογιούχους και τους λοιπούς δανειστές που εξασφαλίζονται από το νόμιμο ενέχυρο, καθώς και της σύναψης κάθε σχετικής σύμβασης, δεν θίγεται από την έναρξη διαδικασιών αφερεγγυότητας σε σχέση με τον εκδότη.

6. Δεν επιτρέπεται η κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων που συγκαταλέγονται στα στοιχεία καλύμματος. Οποιαδήποτε διάθεσή τους από τον εκδότη χωρίς την έγγραφη συναίνεση του εκπροσώπου των ομολογιούχων είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στους όρους του καλυμμένου ομολόγου.

7. Ο διαχωρισμός των στοιχείων καλύμματος, που αναφέρεται στην παρ. 1, ισχύει και στην περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα.

Άρθρο 15
Υπεύθυνος παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων καλύμματος (άρθρο 13 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα διορίζουν υπεύθυνο παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων καλύμματος για τη συνεχή παρακολούθηση των στοιχείων καλύμματος ως προς την εκπλήρωση των απαιτήσεων των άρθρων 8 έως και 14 και των άρθρων 16 έως και 19, καθώς και των αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, που εξειδικεύουν τα εν λόγω άρθρα.

2. Η παρακολούθηση των συνολικών στοιχείων καλύμματος, σύμφωνα με την παρ. 1, πραγματοποιείται από ορκωτό ελεγκτή λογιστή, ανεξάρτητο από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα και από τον ορκωτό ελεγκτή λογιστή του ν. 4449/2017 (Α΄ 7) του πιστωτικού ιδρύματος.

3. Για τον διορισμό του υπεύθυνου παρακολούθησης της παρ. 1, καθώς και για την παύση αυτού, λαμβάνεται απόφαση από το Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα.

4. Ο υπεύθυνος παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων καλύμματος έχει δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

5. Σε περίπτωση που οποτεδήποτε, κατά τη διάρκεια της έκδοσης των καλυμμένων ομολόγων, ο υπεύθυνος παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων καλύμματος διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις των άρθρων 8 έως και 14 και 16 έως και 19, καθώς και των αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, που εξειδικεύουν τα εν λόγω άρθρα, ενημερώνει άμεσα το πιστωτικό ίδρυμα και το τελευταίο υποχρεούται να προβεί, χωρίς καμία καθυστέρηση, στις απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες.

6. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος εξειδικεύονται περαιτέρω ο ρόλος και τα καθήκοντα του υπεύθυνου παρακολούθησης, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος, που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα, καθώς και οι υποχρεώσεις υποβολής αναφορών ως προς το είδος και τη συχνότητα, στην Τράπεζα της Ελλάδος.

7. Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνεται σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων που πραγματοποιεί ο υπεύθυνος παρακολούθησης στο πλαίσιο των καθηκόντων του.

Άρθρο 16
Πληροφόρηση των επενδυτών (άρθρο 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν προγράμματα καλυμμένων ομολόγων παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα καλυμμένα ομόλογα εκδόσεώς τους που είναι επαρκώς λεπτομερείς, ώστε να μπορούν οι επενδυτές να αξιολογήσουν το προφίλ και τους κινδύνους των προγραμμάτων και να επιδείξουν από τη μεριά τους τη δέουσα επιμέλεια.

2. α) Για τους σκοπούς της παρ. 1, οι πληροφορίες παρέχονται στους επενδυτές τουλάχιστον ανά τρίμηνο και περιλαμβάνουν κατ’ ελάχιστον:

αα) Την ονομαστική και παρούσα αξία των συνολικών στοιχείων καλύμματος και των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων με ειδική αναφορά στην καθαρά παρούσα αξία των παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων που περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος ανά κατηγορία αντισυμβαλλόμενου,

αβ) ποσοστιαία ανάλυση των παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων που περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος, ανά κατηγορία αντισυμβαλλόμενου,

αγ) κατάλογο των διεθνών αριθμών αναγνώρισης τίτλων (ISIN) για όλες τις εκδόσεις καλυμμένων ομολόγων στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος, στις οποίες έχει αποδοθεί ένας ISIN,

αδ) τη γεωγραφική κατανομή και το είδος των στοιχείων καλύμματος, το ύψος των σχετικών δανείων και τη μέθοδο αποτίμησης,

αε) λεπτομερή πληροφόρηση σχετικά με τον κίνδυνο αγοράς, συμπεριλαμβανομένων του κινδύνου επιτοκίου και του συναλλαγματικού κινδύνου, με τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο ρευστότητας,

αστ) τη δομή ληκτότητας των στοιχείων καλύμματος, με διάκριση, όπου υπάρχει, σε ευρώ και σε ξένο νόμισμα, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της επισκόπησης των γεγονότων ενεργοποίησης της επέκτασης της ληκτότητας,

αζ) τα επίπεδα απαιτούμενης και διαθέσιμης κάλυψης, καθώς και τα επίπεδα εκ του νόμου, συμβατικής και εθελοντικής υπερεξασφάλισης,

αη) το ποσοστό των δανείων, στα οποία θεωρείται ότι έχει επέλθει αθέτηση υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 178 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και, σε κάθε περίπτωση, των δανείων που παρουσιάζουν καθυστέρηση άνω των ενενήντα (90) ημερών,

αθ) συνολική αξία των εισπρακτέων τόκων των δανείων που περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος και παρουσιάζουν καθυστέρηση άνω των ενενήντα (90) ημερών.

β) Αναφορικά με τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται, στο πλαίσιο ενδοομιλικών δομών ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων, σύμφωνα με το άρθρο 10, παρέχονται στους επενδυτές οι ανωτέρω πληροφορίες ή σχετικός σύνδεσμος σε αυτές, για το σύνολο των καλυμμένων ομολόγων του ομίλου που εκδίδονται εντός αυτού τουλάχιστον σε αθροιστική βάση.

3. Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα, δημοσιεύουν στον ιστότοπό τους και στις ετήσιες οικονομικές τους καταστάσεις, τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στους επενδυτές, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2.

4. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, δύναται να ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

Άρθρο 17
Απαιτήσεις κάλυψης (άρθρο 15 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Τα προγράμματα καλυμμένων ομολόγων, ανά πάσα στιγμή, συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις κάλυψης του παρόντος.

2. Όλες οι υποχρεώσεις των καλυμμένων ομολόγων καλύπτονται από απαιτήσεις για πληρωμή που συνδέονται με τα στοιχεία καλύμματος.

3. α) Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 2 περιλαμβάνουν:

αα) Τις υποχρεώσεις για την πληρωμή του ποσού του κεφαλαίου των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων,

αβ) τις υποχρεώσεις για την πληρωμή τυχόν τόκων επί ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων,

αγ) τις υποχρεώσεις πληρωμής που συνδέονται με συμβάσεις παραγώγων που τηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 13 και

αδ) τα αναμενόμενα έξοδα που σχετίζονται με τη διατήρηση και τη διαχείριση, για την εκκαθάριση, του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων.

β) Για τους σκοπούς της υποπερ. αδ) της περ. α), επιτρέπεται ο υπολογισμός ενός κατ’ αποκοπή ποσού.

4. α) Στην απαίτηση κάλυψης συμβάλλουν τα ακόλουθα στοιχεία καλύμματος:

αα) Τα πρωτογενή στοιχεία ενεργητικού, αβ) τα στοιχεία ενεργητικού υποκατάστασης, αγ) τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού, που τηρούνται,

σύμφωνα με το άρθρο 18 και αδ) απαιτήσεις για πληρωμή που συνδέονται με συμβάσεις παραγώγων που τηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 13.

β) Απαιτήσεις, για τις οποίες έχει λάβει χώρα αθέτηση των υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 178 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και σε κάθε περίπτωση απαιτήσεις που παρουσιάζουν καθυστέρηση άνω των ενενήντα (90) ημερών δεν συμβάλλουν στην κάλυψη.

γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, με απόφασή της, να προσδιορίζει τα είδη και τα μέγιστα όρια των στοιχείων ενεργητικού υποκατάστασης που δύνανται να συμπεριλαμβάνονται στην απαίτηση κάλυψης.

5. Για τους σκοπούς της υποπερ. αγ) της περ. α) της παρ. 3 και της υποπερ. αδ) της περ. α) της παρ. 4, η Τράπεζα της Ελλάδος θεσπίζει, με απόφασή της, κανόνες για την αποτίμηση των συμβάσεων παραγώγων.

6. α) Κατά τον υπολογισμό της απαιτούμενης κάλυψης διασφαλίζεται ότι το συνολικό ονομαστικό ποσό για όλα τα στοιχεία καλύμματος υπερβαίνει κατά τουλάχιστον πέντε τοις εκατό (5%) το συνολικό ονομαστικό ποσό των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων («αρχή της ονομαστικής αξίας»).

β) Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται το ανωτέρω ποσοστό υπερεξασφάλισης να ορίζεται μεγαλύτερο στην περίπτωση που τα στοιχεία του καλύμματος εμπίπτουν στην υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 8 και ανάλογα με το είδος αυτών.

γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, με απόφασή της, να επιτρέπει άλλες αρχές υπολογισμού, υπό την προϋπόθεση να μην έχουν ως αποτέλεσμα υψηλότερο ποσοστό κάλυψης από αυτό που υπολογίστηκε, σύμφωνα με την αρχή της ονομαστικής αξίας.

δ) Η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, θεσπίζει κανόνες σχετικά με τον υπολογισμό τυχόν πληρωτέων τόκων σε σχέση με ανεξόφλητα καλυμμένα ομόλογα και εισπρακτέων τόκων σε σχέση με στοιχεία καλύμματος, οι οποίοι αντικατοπτρίζουν αρχές χρηστής προληπτικής εποπτείας, σύμφωνα με τα εφαρμοστέα λογιστικά πρότυπα.

7. Κατά παρέκκλιση από την περ. α) της παρ. 6, και σύμφωνα με τα εφαρμοστέα λογιστικά πρότυπα, επιτρέπεται να λαμβάνονται υπόψη μελλοντικοί εισπρακτέοι τόκοι επί του κάθε στοιχείου καλύμματος, αφαιρουμένων των μελλοντικών καταβλητέων τόκων επί του αντίστοιχου καλυμμένου ομολόγου, για την αντιστάθμιση τυχόν ελλείψεων στην κάλυψη της υποχρέωσης πληρωμής κεφαλαίου που συνδέεται με το καλυμμένο ομόλογο, εφόσον υπάρχει στενή αντιστοιχία, όπως ορίζεται στον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 523/2014 της Επιτροπής της 12ης Μαρτίου 2014 για συμπλήρωση του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τον προσδιορισμό του τι συνιστά στενή αντιστοιχία μεταξύ της αξίας των καλυμμένων ομολόγων και της αξίας των στοιχείων ενεργητικού ενός πιστωτικού ιδρύματος (L 148), υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Οι πληρωμές που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια ζωής του στοιχείου καλύμματος, οι οποίες είναι απαραίτητες για την κάλυψη της υποχρέωσης πληρωμής, που συνδέεται με το αντίστοιχο καλυμμένο ομόλογο, διαχωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 14 ή περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος, με τη μορφή των στοιχείων καλύμματος που αναφέρονται στο άρθρο 8, έως ότου καταστούν απαιτητές οι πληρωμές, και

β) η προεξόφληση του στοιχείου καλύμματος είναι δυνατή μόνο με την άσκηση του δικαιώματος παράδοσης, όπως ορίζεται στον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 523/2014, ή, στην περίπτωση καλυμμένων ομολόγων που είναι εξοφλητέα στο άρτιο από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα, μέσω της καταβολής, εκ μέρους του δανειολήπτη του στοιχείου καλύμματος, του ονομαστικού ποσού του εξοφλούμενου καλυμμένου ομολόγου.

8. Με την επιφύλαξη της παρ. 9, ο υπολογισμός των στοιχείων καλύμματος και των υποχρεώσεων βασίζεται στην ίδια μέθοδο.

9. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, με απόφασή της, να επιτρέψει διαφορετικές μεθόδους υπολογισμού των στοιχείων κάλυψης από τη μια πλευρά και των υποχρεώσεων από την άλλη, υπό την προϋπόθεση η χρήση των εν λόγω διαφορετικών μεθόδων να μην έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερο ποσοστό κάλυψης από αυτό που υπολογίστηκε χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο για τον υπολογισμό τόσο των στοιχείων κάλυψης, όσο και των υποχρεώσεων.

10. Για τους σκοπούς του παρόντος, η μετατροπή της αξίας των στοιχείων ενεργητικού, που είναι εκφρασμένα σε ξένο νόμισμα, πραγματοποιείται με βάση τη δημοσιευμένη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συναλλαγματική ισοτιμία.

11. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, δύναται να ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, καθώς και να θεσπίζονται επιπλέον υποχρεώσεις ως προς την εφαρμογή του παρόντος.

Άρθρο 18
Απαίτηση για απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία καλύμματος (άρθρο 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Τα συνολικά στοιχεία καλύμματος περιέχουν, ανά πάσα στιγμή, απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας που αποτελείται από ρευστά στοιχεία ενεργητικού που μπορούν να καλύψουν την καθαρή εκροή ρευστότητας του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων.

2. Το απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία καλύμματος καλύπτει τη μέγιστη σωρευτική καθαρή εκροή ρευστότητας για τις επόμενες εκατόν ογδόντα (180) ημέρες.

3. α) Το απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία καλύμματος της παρ. 1 αποτελείται από τις ακόλουθες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού, που διαχωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 14:

αα) Στοιχεία ενεργητικού που θεωρούνται στοιχεία ενεργητικού επιπέδου 1, επιπέδου 2Α ή επιπέδου 2Β, σύμφωνα με τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής της 10ης Οκτωβρίου 2014 για τη συμπλήρωση του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, όσον αφορά την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα (L 11), τα οποία αποτιμώνται σύμφωνα με τον εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό και δεν έχουν εκδοθεί από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει το ίδιο τα καλυμμένα ομόλογα, τη μητρική του επιχείρηση, εκτός εάν αυτή είναι οντότητα του δημόσιου τομέα που δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα, τη θυγατρική του ή άλλη θυγατρική της μητρικής του επιχείρησης ή από οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση, με την οποία το πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί στενούς δεσμούς,

αβ) βραχυπρόθεσμα ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων που κατατάσσονται στην πρώτη ή στη δεύτερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας ή βραχυπρόθεσμες καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα που κατατάσσονται στην πρώτη, τη δεύτερη ή την τρίτη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, σύμφωνα με την περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 129 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

β) Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, με απόφασή της, να περιορίζει τα είδη των ρευστών στοιχείων ενεργητικού που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς των υποπερ. αα) και αβ) της περ. α) της παρούσας.

γ) Οι απαιτήσεις για τις οποίες έχει λάβει χώρα αθέτηση των υποχρεώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 178 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, και σε κάθε περίπτωση απαιτήσεις που παρουσιάζουν καθυστέρηση άνω των ενενήντα (90) ημέρων, δεν συμβάλλουν στο απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία καλύμματος.

4. Στις περιπτώσεις που τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα υπόκεινται σε απαιτήσεις ρευστότητας που προβλέπονται σε άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις και οι οποίες οδηγούν σε επικάλυψη με το απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία καλύμματος, οι παρ. 1, 2 και 3 δεν έχουν εφαρμογή για την περίοδο που προβλέπεται στις εν λόγω ενωσιακές νομικές πράξεις, καθώς και μέχρι την ημερομηνία τροποποίησής τους και για όσο διάστημα υφίσταται η επικάλυψη.

5. Ο υπολογισμός του κεφαλαίου για δομές επεκτάσιμης ληκτότητας βασίζεται στην τελική ημερομηνία λήξης σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους του καλυμμένου ομολόγου.

Άρθρο 19
Προϋποθέσεις για δομές επεκτάσιμης ληκτότητας (άρθρο 17 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα με δομές επεκτάσιμης ληκτότητας, εφόσον πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Η ληκτότητα μπορεί να επεκταθεί λόγω αδυναμίας πληρωμής του κεφαλαίου, καθώς και λόγω αντικειμενικών παραγόντων ενεργοποίησης που δύνανται να προσδιορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και όχι κατά τη διακριτική ευχέρεια του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα,

β) τα γεγονότα ενεργοποίησης της επέκτασης της ληκτότητας καθορίζονται στους συμβατικούς όρους και προϋποθέσεις του καλυμμένου ομολόγου,

γ) οι πληροφορίες που παρέχονται σε επενδυτές, σχετικά με τη δομή ληκτότητας, είναι επαρκείς, ώστε οι τελευταίοι να μπορούν να προσδιορίσουν τον κίνδυνο του καλυμμένου ομολόγου, και περιλαμβάνουν λεπτομερή περιγραφή:

γα) των γεγονότων ενεργοποίησης της επέκτασης της ληκτότητας,

γβ) των συνεπειών όσον αφορά στην επέκταση της ληκτότητας σε περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα βρίσκεται σε καθεστώς αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης,

γγ) του ρόλου της Τράπεζας της Ελλάδος και, κατά περίπτωση, του ειδικού διαχειριστή όσον αφορά στην επέκταση της ληκτότητας,

δ) η τελική ημερομηνία λήξης του καλυμμένου ομολόγου είναι προσδιορίσιμη ανά πάσα στιγμή,

ε) στην περίπτωση της αφερεγγυότητας ή της εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει εκδώσει τα καλυμμένα ομόλογα, οι επεκτάσεις ληκτότητας δεν επηρεάζουν την κατάταξη των επενδυτών σε καλυμμένα ομόλογα, ούτε τροποποιούν την ακολουθία των αρχικών προθεσμιών λήξης του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων,

στ) η επέκταση της ληκτότητας δεν επηρεάζει τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των καλυμμένων ομολόγων όσον αφορά στη διπλή προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 6, και την προστασία έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 7.

2. Σε περιπτώσεις που λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα ενεργοποίησης της επέκτασης της ληκτότητας της παρ. 1, το πιστωτικό ίδρυμα ενημερώνει άμεσα την Τράπεζα της Ελλάδος.

Άρθρο 20
Άδεια για προγράμματα καλυμμένων ομολόγων (άρθρο 19 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Για την έκδοση προγράμματος καλυμμένων ομολόγων λαμβάνεται προηγουμένως άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος.

2. Τα πιστωτικά ιδρύματα που αιτούνται την άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος για την έκδοση προγράμματος καλυμμένων ομολόγων, σύμφωνα με τον παρόντα, διαθέτουν τουλάχιστον:

α) Επαρκές πρόγραμμα λειτουργιών που υλοποιούνται για τους σκοπούς πραγματοποίησης της έκδοσης των καλυμμένων ομολόγων,

β) επαρκείς και καταγεγραμμένες πολιτικές, διαδικασίες και μεθόδους για την έγκριση, την τροποποίηση, την ανανέωση και την αναχρηματοδότηση δανείων που περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος,

γ) διοικητικά στελέχη και προσωπικό που ασχολούνται με το πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων και που διαθέτουν επαρκή προσόντα και γνώσεις όσον αφορά στην έκδοση και τη διαχείριση του προγράμματος,

δ) επαρκή οργάνωση και μηχανογραφική υποδομή για τη διαχείριση των συνολικών στοιχείων καλύμματος και την παρακολούθησή τους, ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος νόμου και των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του,

ε) προκαθορισμένη πολιτική για τον περιορισμό των αναλαμβανόμενων κινδύνων και κατάλληλους μηχανισμούς για την παρακολούθηση και διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από την έκδοση των καλυμμένων ομολόγων και την παρακολούθησή τους,

στ) αναλυτική περιγραφή και σαφή καθορισμό των αρμοδιοτήτων και ορίων ευθύνης των εμπλεκόμενων υπηρεσιακών μονάδων και τυχόν Επιτροπών του πιστωτικού ιδρύματος, από όπου προκύπτει ότι υπάρχει διαρκής παρακολούθηση της έκδοσης του προγράμματος.

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να εξειδικεύει περαιτέρω τις προϋποθέσεις της παρ. 2 και να ορίζει επιπλέον προϋποθέσεις, καθώς και να ορίζει τη διαδικασία και τις προθεσμίες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, τα στοιχεία που υποβάλλουν τα πιστωτικά ιδρύματα και κάθε άλλο σχετικό με την έκδοση θέμα.

4. Τα πιστωτικά ιδρύματα ενημερώνουν εκ των προτέρων την Τράπεζα της Ελλάδος για τροποποιήσεις επί των εγκριθέντων προγραμμάτων, επισημαίνοντας ουσιαστικές αλλαγές που πιθανώς καθιστούν αναγκαία την επαναξιολόγηση των όρων, υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια, και την έγκριση των αλλαγών αυτών από την Τράπεζα της Ελλάδος. Επιπροσθέτως, τα πιστωτικά ιδρύματα ενημερώνουν την Τράπεζα της Ελλάδος για τις επιμέρους εκδόσεις καλυμμένων ομολόγων που πραγματοποιούνται εντός του εγκριθέντος προγράμματος.

Άρθρο 21
Εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης (άρθρο 20 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Σε περίπτωση εξυγίανσης πιστωτικού ιδρύματος που έχει εκδώσει καλυμμένα ομόλογα, η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται με την αρχή εξυγίανσης, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να επαληθεύεται η συνεχής και χρηστή διαχείριση του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξυγίανσης.

2. α) Σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης πιστωτικού ιδρύματος που έχει εκδώσει καλυμμένα ομόλογα, απαιτείται ο διορισμός ειδικού διαχειριστή, ο οποίος διασφαλίζει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των επενδυτών στα εν λόγω ομόλογα, μεταξύ άλλων τουλάχιστον μέσω της επαλήθευσης της συνεχούς και χρηστής διαχείρισης του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων για την περίοδο που αυτό κρίνεται αναγκαίο.

β) Ο ειδικός διαχειριστής διορίζεται από τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων. Για τον εν λόγω διορισμό και την παύση του ειδικού διαχειριστή, ζητείται η σύμφωνη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος. Καθήκοντα ειδικού διαχειριστή μπορεί να αναλάβει και ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να διορίσει τον ειδικό διαχειριστή, εάν δεν το πράξει ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων.

3. Τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες του εν λόγω ειδικού διαχειριστή, είναι:

α) Η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που συνδέονται με τα καλυμμένα ομόλογα,

β) η διαχείριση και η ρευστοποίηση στοιχείων καλύμματος, συμπεριλαμβανομένης της μεταβίβασής τους, μαζί με τις υποχρεώσεις των καλυμμένων ομολόγων, σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα,

γ) η διασφάλιση ότι τα ποσά που προκύπτουν από την είσπραξη των απαιτήσεων που συγκαταλέγονται στο νόμιμο ενέχυρο και η ρευστοποίηση των λοιπών περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε αυτό διατίθενται για την εξόφληση των ομολόγων και των λοιπών εξασφαλιζόμενων με το νόμιμο ενέχυρο απαιτήσεων, σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων,

δ) η διενέργεια των νομικών πράξεων που είναι απαραίτητες για την ορθή διαχείριση των συνολικών στοιχείων καλύμματος, για τη συνεχή παρακολούθηση της κάλυψης των υποχρεώσεων που συνδέονται με τα καλυμμένα ομόλογα, για την κίνηση διαδικασιών για την επαναφορά στοιχείων ενεργητικού στα συνολικά στοιχεία καλύμματος και για τη μεταβίβαση των στοιχείων ενεργητικού που απομένουν στην υπό εκκαθάριση περιουσία του πιστωτικού ιδρύματος που εξέδωσε τα καλυμμένα ομόλογα, μετά την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων των καλυμμένων ομολόγων.

4. Ο ειδικός διαχειριστής διαθέτει τα προσόντα, τις ικανότητες και τις γνώσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του.

5. Για τους σκοπούς της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης, δύναται να λαμβάνει χώρα ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος, του ειδικού διαχειριστή, και, σε περίπτωση εξυγίανσης, της αρχής εξυγίανσης.

Άρθρο 22
Υποβολή αναφορών στην Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 21 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα, υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος τακτικές και, κατά περίπτωση, έκτακτες αναφορές με τις πληροφορίες που καθορίζονται στην παρ. 2, σχετικά με τα προγράμματα καλυμμένων ομολόγων.

2. Οι αναφορές της παρ. 1 περιλαμβάνουν πληροφορίες τουλάχιστον ως προς τα ακόλουθα:

α) Την επιλεξιμότητα των στοιχείων ενεργητικού και τις απαιτήσεις των συνολικών στοιχείων καλύμματος, σύμφωνα με τα άρθρα 8 έως και 13,

β) τον διαχωρισμό των στοιχείων καλύμματος, σύμφωνα με το άρθρο 14,

γ) τη λειτουργία του υπεύθυνου παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων καλύμματος, σύμφωνα με το άρθρο 15,

δ) τις απαιτήσεις κάλυψης, σύμφωνα με το άρθρο 17,

ε) το απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία καλύμματος, σύμφωνα με το άρθρο 18,

στ) τις προϋποθέσεις για δομές επεκτάσιμης ληκτότητας, σύμφωνα με το άρθρο 19.

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, δύναται να θεσπίζει κανόνες, σχετικά με τη συχνότητα και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την τακτική υποβολή των αναφορών της παρ. 1, να εξειδικεύει τις πληροφορίες της παρ. 2 και να καθορίζει επιπλέον πληροφορίες που υποβάλλονται από τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα.

4. Η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες που παρέχονται σε αυτήν, σύμφωνα με την παρ. 2, σε περίπτωση που τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα τίθενται σε καθεστώς αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης.

Άρθρο 23
Εξουσίες της Τράπεζας της Ελλάδος για τους σκοπούς της εποπτείας των καλυμμένων ομολόγων (άρθρο 22 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)
1. Για την άσκηση των καθηκόντων της, στο πλαίσιο του παρόντος, η Τράπεζα της Ελλάδος διαθέτει τις ακόλουθες εξουσίες εποπτείας, ελέγχων και επιβολής κυρώσεων:

α) Τη χορήγηση ή μη της άδειας για την έκδοση προγραμμάτων καλυμμένων ομολόγων σύμφωνα με το άρθρο 20,

β) την τακτική επισκόπηση των προγραμμάτων καλυμμένων ομολόγων, με σκοπό την αξιολόγηση της συμμόρφωσής τους με τον παρόντα και των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του,

γ) την πραγματοποίηση επιτόπιων και άλλων ελέγχων, δ) την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 24, ε) την υιοθέτηση εποπτικών κατευθυντήριων γραμμών, σχετικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και την έκδοση σχετικών αποφάσεων, όπου απαιτείται,

στ) την εξειδίκευση κανόνων και θεμάτων εφαρμογής του παρόντος.

Άρθρο 24
Διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα (άρθρο 23 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών της Τράπεζας της Ελλάδος που αναφέρονται στην ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και της ποινικής νομοθεσίας, η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει, διαζευκτικά ή σωρευτικά, διοικητικές κυρώσεις και διοικητικά μέτρα για παραβάσεις του παρόντος και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων και, ιδίως, στις περιπτώσεις που το πιστωτικό ίδρυμα:

α) Έχει λάβει άδεια για πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων μέσω ψευδών δηλώσεων ή με οποιοδήποτε άλλο μη σύννομο τρόπον,

β) δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια για πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων,

γ) έχει εκδώσει καλυμμένα ομόλογα, χωρίς να λάβει άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 20,

δ) δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 6, ε) δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 7, στ) έχει εκδώσει καλυμμένα ομόλογα που δεν είναι

εξασφαλισμένα, σύμφωνα με το άρθρο 8, ζ) έχει εκδώσει καλυμμένα ομόλογα, που είναι εξασφαλισμένα με στοιχεία ενεργητικού που βρίσκονται εκτός της ΕΕ, κατά παράβαση των απαιτήσεων του άρθρου 9,

η) χρησιμοποιεί καλυμμένα ομόλογα, ως στοιχεία καλύμματος σε ενδοομιλική δομή ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων, κατά παράβαση των απαιτήσεων του άρθρου 10,

θ) δεν πληροί τις προϋποθέσεις για κοινή χρηματοδότηση του άρθρου 11,

ι) δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 12, για τη σύνθεση των συνολικών στοιχείων καλύμματος,

ια) δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 13, σχετικά με τις συμβάσεις παραγώγων, που συμπεριλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος,

ιβ) δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 14, για τον διαχωρισμό των στοιχείων καλύμματος,

ιγ) δεν παρέχει πληροφορίες ή παρέχει ελλιπείς ή ανακριβείς πληροφορίες, που αποσκοπούν στην πληροφόρηση των επενδυτών, κατά παράβαση των απαιτήσεων του άρθρου 16,

ιδ) επανειλημμένα και συστηματικά δεν διατηρεί απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία καλύμματος, κατά παράβαση των απαιτήσεων του άρθρου 18,

ιε) για καλυμμένα ομόλογα που έχει εκδώσει με δομή επεκτάσιμης ληκτότητας, δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 19,

ιστ) δεν υποβάλλει πληροφορίες ή υποβάλλει ελλιπείς ή ανακριβείς πληροφορίες, κατά παράβαση των απαιτήσεων για την υποβολή αναφορών του άρθρου 22.

2. Με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 59 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), οι κυρώσεις και τα μέτρα για τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά και περιλαμβάνουν, ιδίως:

α) Ανάκληση της έγκρισης για το πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων,

β) δημόσια ανακοίνωση, η οποία αναφέρει την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου και τη φύση της παράβασης,

γ) διαταγή προς το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της,

δ) διοικητικά χρηματικά πρόστιμα.

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων και του ύψους των διοικητικών χρηματικών προστίμων, λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα, ανάλογα με την περίπτωση:

α) Τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης,

β) τον βαθμό ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου, που ευθύνεται για την παράβαση,

γ) την οικονομική επιφάνεια του φυσικού ή νομικού προσώπου, που ευθύνεται για την παράβαση, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τον συνολικό κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα του φυσικού προσώπου,

δ) τη σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν, λόγω της παράβασης από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ευθύνεται για την παράβαση, στον βαθμό που τα εν λόγω κέρδη ή ζημίες μπορούν να προσδιοριστούν,

ε) τις ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,

στ) τον βαθμό συνεργασίας του φυσικού ή νομικού προσώπου, που ευθύνεται για την παράβαση με την Τράπεζα της Ελλάδος,

ζ) οποιεσδήποτε προηγούμενες παραβάσεις του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση,

η) τυχόν πραγματικές ή πιθανές συστημικές συνέπειες της παράβασης.

4. Σε περίπτωση που η παρ. 1 εφαρμόζεται σε νομικά πρόσωπα, η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει τις διοικητικές κυρώσεις και τα λοιπά διοικητικά μέτρα της παρ. 2 σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του νομικού προσώπου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα που, βάσει του εθνικού νομικού πλαισίου, φέρουν ευθύνη για την παράβαση, πράξη ή παράλειψη, εφόσον αυτή έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί. Κατά τα λοιπά, ισχύει ο ν. 4261/2014, ιδίως οι παρ. 2 και 4 του άρθρου 62.

5. Πριν την απόφαση για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων, σύμφωνα με την παρ. 2, η Τράπεζα της Ελλάδος δίνει στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο τη δυνατότητα ακρόασης. Δύνανται να εφαρμόζονται εξαιρέσεις από το δικαίωμα ακρόασης, όταν τα εν λόγω λοιπά διοικητικά μέτρα επιβάλλονται σε περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται, αιτιολογημένα, η ανάληψη επείγουσας δράσης για την πρόληψη σημαντικών ζημιών σε τρίτους ή σημαντικής ζημίας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στις περιπτώσεις αυτές, παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα ακρόασης το συντομότερο δυνατό μετά την επιβολή του διοικητικού μέτρου και, εάν κριθεί απαραίτητο, το εν λόγω μέτρο αναθεωρείται.

6. Η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων της παρ. 2 αιτιολογείται νομίμως και υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Άρθρο 25
Δημοσίευση διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών μέτρων (άρθρο 24 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Οι διοικητικές κυρώσεις και τα λοιπά διοικητικά μέτρα δημοσιοποιούνται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον επίσημο ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος.

2. Η δημοσιοποίηση της παρ. 1 περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τη δημοσίευση οποιασδήποτε κύρωσης για την παράβαση του παρόντος, κατά της οποίας είτε δεν έχει ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως είτε η ασκηθείσα αίτηση έχει απορριφθεί, σύμφωνα με τα παραπάνω.

3. α) Οι ανωτέρω δημοσιοποιήσεις περιλαμβάνουν πληροφορίες, σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης, καθώς και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου, στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή το μέτρο.

β) Με την επιφύλαξη της παρ. 4, οι εν λόγω πληροφορίες δημοσιοποιούνται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, μετά την ενημέρωση του αποδέκτη, σχετικά με την εν λόγω κύρωση ή το μέτρο, καθώς και σχετικά με τη δημοσιοποίηση της απόφασης περί επιβολής της κύρωσης ή του μέτρου, στον επίσημο ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος.

4. Σε περίπτωση δημοσιοποίησης απόφασης με την οποία επιβάλλονται κυρώσεις ή άλλα μέτρα εναντίον των οποίων εκκρεμεί αίτηση ακυρώσεως, η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποιεί επίσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον επίσημο ιστότοπό της, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της αίτησης ακυρώσεως και την έκβασή της.

5. Η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποιεί την απόφαση με την οποία επιβάλλονται οι κυρώσεις ή τα μέτρα σε ανωνυμοποιημένη βάση και κατά τρόπο σύμφωνο με τη νομοθεσία, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Όταν η κύρωση ή το μέτρο επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο και η δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θεωρείται δυσανάλογη,

β) όταν η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή μια διεξαγόμενη ποινική έρευνα,

γ) όταν η δημοσιοποίηση θα προξενούσε, στον βαθμό που είναι δυνατόν να προσδιοριστεί αυτό, δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα πιστωτικά ιδρύματα ή φυσικά πρόσωπα.

6. Στην περίπτωση που η απόφαση με την οποία επιβάλλεται κύρωση ή μέτρο δημοσιοποιείται σε ανωνυμοποιημένη βάση, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να αναβάλει τη δημοσιοποίηση των σχετικών δεδομένων.

7. Σε περίπτωση που υπάρχει αμετάκλητη δικαστική απόφαση που ακυρώνει απόφαση επιβολής κύρωσης ή μέτρου, η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποιεί το γεγονός αυτό.

8. α) Οι πληροφορίες που δημοσιοποιούνται, σύμφωνα με τις παρ. 2 έως και 6 παραμένουν στον επίσημο ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος για πέντε (5) έτη.

β) Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στη δημοσιοποίηση, παραμένουν στον ανωτέρω επίσημο ιστότοπο μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

9. Με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 61 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, σχετικά με οποιεσδήποτε επιβαλλόμενες διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων, όποτε συντρέχει περίπτωση, τυχόν αιτήσεων ακυρώσεως αυτών, καθώς και της έκβασής τους.

Άρθρο 26
Υποχρεώσεις συνεργασίας (άρθρο 25 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται στενά με την αρμόδια αρχή εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και με την αρχή εξυγίανσης, σε περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα που έχει εκδώσει τα καλυμμένα ομόλογα έχει τεθεί σε καθεστώς εξυγίανσης.

2. Η Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον αντιληφθεί ότι κάποιου είδους πληροφόρηση, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την αξιολόγηση της έκδοσης καλυμμένων ομολόγων σε άλλα κράτη μέλη, γνωστοποιεί με δική της πρωτοβουλία αυτή την πληροφόρηση προς τις αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σε αυτά τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162.

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών για τους σκοπούς του παρόντος.

Άρθρο 27
Σήμανση (άρθρο 27 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα μπορούν να κάνουν χρήση του σήματος «Ευρωπαϊκό Καλυμμένο Ομόλογο» και της επίσημης μετάφρασής του σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ μόνο για καλυμμένα ομόλογα, που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα.

2. Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα μπορούν να κάνουν χρήση του σήματος «Ευρωπαϊκό Καλυμμένο Ομόλογο (Ανωτέρας Ποιότητας)» και της επίσημης μετάφρασής του στις επίσημες γλώσσες της ΕΕ μόνο για καλυμμένα ομόλογα που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος και τις απαιτήσεις του άρθρου 129 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2160.

3. Τα πιστωτικά ιδρύματα γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, στο πλαίσιο της έκδοσης των καλυμμένων ομολόγων, εάν πληρούν τις προϋποθέσεις για τη χρήση του σήματος της παρ. 1 ή της παρ. 2 και εάν προτίθενται να κάνουν χρήση του αντίστοιχου σήματος.

4. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, δύναται να ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 28
Απαιτήσεις δημοσίευσης (άρθρο 26 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιεύει στον επίσημο ιστότοπό της:

α) Τα κείμενα της εθνικής νομοθεσίας και των αποφάσεων που έχει εκδώσει που αφορούν σε ειδικότερες απαιτήσεις και κανόνες, ως προς την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος, σε σχέση με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων,

β) τον κατάλογο των πιστωτικών ιδρυμάτων, που μπορούν να εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα,

γ) κατάλογο των καλυμμένων ομολόγων, που πληρούν τις προδιαγραφές, ώστε να χρησιμοποιούν το σήμα «Ευρωπαϊκό Καλυμμένο Ομόλογο», και κατάλογο των καλυμμένων ομολόγων που πληρούν τις προδιαγραφές, ώστε να χρησιμοποιούν το σήμα «Ευρωπαϊκό Καλυμμένο Ομόλογο (Ανωτέρας Ποιότητας)».

2. Οι πληροφορίες της παρ. 1 επικαιροποιούνται, ώστε να λαμβάνονται υπόψη αλλαγές.

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών σε ετήσια βάση τον κατάλογο των πιστωτικών ιδρυμάτων, που αναφέρεται στην περ. β) της παρ. 1 και τους καταλόγους καλυμμένων ομολόγων, που αναφέρονται στην περ. γ) της παρ. 1.

Άρθρο 29
Επενδυτικά όρια του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. Τροποποίηση άρθρου 61 ν. 4099/2012 (άρθρο 28 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)
Η περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 61 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) αντικαθίσταται ως εξής:

«β) Κατά παρέκκλιση της παρ. 1, επιτρέπεται η τοποθέτηση μέχρι είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του καθαρού ενεργητικού του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. σε ομολογίες που εκδίδονται πριν από τις 8.7.2022 και πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρούσα περίπτωση, όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής τους, ή σε περίπτωση που οι ομολογίες εμπίπτουν στον ορισμό των καλυμμένων ομολόγων, όπως αυτός προβλέπεται στην περ. 1 του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162 (L 328) και τα εθνικά μέτρα ενσωμάτωσής της.

Οι επενδύσεις του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. σε ομολογίες της παρούσας που ανά εκδότη είναι άνω του πέντε τοις εκατό (5%) δεν επιτρέπεται, αθροιζόμενες, να υπερβαίνουν το ογδόντα τοις εκατό (80%) του καθαρού ενεργητικού του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., τηρουμένου του ορίου του 25% ανά εκδότη.».

Άρθρο 30
Ορισμοί Τροποποίηση εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 ν. 4335/2015 (άρθρο 29 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)
Η περ. 48 της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 αντικαθίσταται ως εξής:

«48) «καλυμμένο ομόλογο»: όπως ορίζεται στην περ. 1 του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162 (L 328) και στα εθνικά μέτρα ενσωμάτωσής της ή όσον αφορά σε μέσο που εκδίδεται πριν από τις 8.7.2022 ομόλογο, όπως αναφέρεται στην περ. β΄ της παρ. 4 του άρθρου 61 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής του.»

Άρθρο 31
Μεταβατικά μέτρα (άρθρο 30 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1. Τα καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί πριν από τις 8.7.2022 και πληρούν τις απαιτήσεις της περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 61 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής τους, δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις των άρθρων 7 έως και 14 και 17 έως και 20 του παρόντος, μπορούν όμως να συνεχίσουν να αναφέρονται ως καλυμμένα ομόλογα, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο έως τη λήξη τους.

2. Η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί τη συμμόρφωση των καλυμμένων ομολόγων που αναφέρονται στην παρ. 1, με τις απαιτήσεις του άρθρου 152 του ν. 4261/2014 (Α΄107), όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής τους, καθώς και με τις απαιτήσεις του παρόντος, εφόσον εφαρμόζονται σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος.

3. Η πρόβλεψη της παρ. 1 εφαρμόζεται και σε συνεχείς εκδόσεις καλυμμένων ομολόγων για τις οποίες το άνοιγμα του κωδικού ISIN (International Securities Identification Number) πραγματοποιήθηκε πριν από τις 8.7.2022 και για έως και είκοσι τέσσερις (24) μήνες μετά από αυτή την ημερομηνία, υπό την προϋπόθεση ότι οι εκδόσεις αυτές συμμορφώνονται με όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) Η ημερομηνία λήξης του καλυμμένου ομολόγου είναι πριν από τις 8.7.2027,

β) το συνολικό μέγεθος έκδοσης των συνεχών εκδόσεων που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 8.7.2022 δεν υπερβαίνει το διπλάσιο του συνολικού μεγέθους έκδοσης των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων κατά την ημερομηνία αυτή,

γ) το συνολικό μέγεθος έκδοσης του καλυμμένου ομολόγου στη λήξη δεν υπερβαίνει τα έξι δισεκατομμύρια (6.000.000.000) ευρώ,

δ) τα στοιχεία εξασφάλισης βρίσκονται στην Ελλάδα.

Άρθρο 32
Επανεξέταση και εκθέσεις (άρθρο 31 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)
1. Έως τις 8.7.2024 το Υπουργείο Οικονομικών υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τα παρακάτω θέματα:

α) Τις εξελίξεις όσον αφορά στον αριθμό των αδειών έκδοσης καλυμμένων ομολόγων,

β) τις εξελίξεις όσον αφορά στον αριθμό των καλυμμένων ομολόγων που εκδίδονται, σύμφωνα με τον παρόντα και το άρθρο 129 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013,

γ) τις εξελίξεις όσον αφορά στα στοιχεία ενεργητικού που δίνονται ως εξασφάλιση της έκδοσης καλυμμένων ομολόγων,

δ) τις εξελίξεις όσον αφορά στο επίπεδο υπερεξασφάλισης,

ε) τις διασυνοριακές επενδύσεις σε καλυμμένα ομόλογα, περιλαμβανομένων των εισερχόμενων επενδύσεων από τρίτες χώρες και των εξερχόμενων επενδύσεων προς τρίτες χώρες,

στ) τις εξελίξεις όσον αφορά στην έκδοση καλυμμένων ομολόγων με δομές επεκτάσιμης ληκτότητας,

ζ) τις εξελίξεις όσον αφορά στους κινδύνους και τα οφέλη της χρήσης των ανοιγμάτων, όπως αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 129 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013,

η) τη λειτουργία της αγοράς καλυμμένων ομολόγων.

Άρθρο 33
Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καταργείται το άρθρο 152 του ν. 4261/2014 (Α΄107), περί καλυμμένων ομολογιών, και οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό νοείται ως αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος.

ΜΕΡΟΣ Β΄
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/1153 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΚΑΝΟΝΩΝ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ, ΤΗΝ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ, ΤΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ Η ΤΗ ΔΙΩΞΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ AΠΟΦΑΣΗΣ 2000/642/ΔΕΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 34
Σκοπός
Σκοπός του παρόντος είναι η αποτελεσματική και έγκαιρη πρόσβαση σε χρηματοοικονομικές πληροφορίες και η ανταλλαγή τους, η ενίσχυση τόσο της εγχώριας και της διασυνοριακής συνεργασίας, κατά τη διεξαγωγή χρηματοοικονομικών ερευνών, σχετικά με τη σοβαρή εγκληματικότητα και την τρομοκρατία, όσο και της επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ των μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται μέσω της ενσωμάτωσης στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για τη θέσπιση κανόνων με σκοπό τη διευκόλυνση της χρήσης χρηματοοικονομικών και άλλων πληροφοριών για την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη ορισμένων ποινικών αδικημάτων και την κατάργηση της απόφασης 2000/642/ΔΕΥ του Συμβουλίου (L 186).

Άρθρο 35
Αντικείμενο (άρθρο 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)
Αντικείμενο του παρόντος είναι η εισαγωγή ενιαίου θεσμικού πλαισίου για την πρόσβαση, ανταλλαγή και χρήση χρηματοοικονομικών πληροφοριών και πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη σοβαρών εγκλημάτων, καθώς και για τη διευκόλυνση της πρόσβασης και της συνεργασίας της Α΄ Μονάδας της Αρχής και των λοιπών μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών σε πληροφορίες σχετικές με την εφαρμογή του νόμου για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των συναφών βασικών αδικημάτων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και η θέσπιση σαφών διαδικασιών και εγγυήσεων κατά την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ευρωπόλ.

Άρθρο 36
Ορισμοί (άρθρο 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)
Για τους σκοπούς του παρόντος, νοούνται ως: α) «Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών»: Το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών (Σ.Μ.Τ.Λ. και Λ.Π.) του άρθρου 62 του ν. 4170/2013 (Α΄ 163), το οποίο ορίζεται ως το εθνικό κεντρικό μητρώο τραπεζικών λογαριασμών και συνιστά τον κεντρικό αυτοματοποιημένο μηχανισμό ηλεκτρονικής ανάκτησης δεδομένων, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 21Α του ν. 4557/2018 (Α΄ 139).

β) «Υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων»: Το Τμήμα Δ Ανάκτησης Περιουσιακών Στοιχείων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Αμοιβαίας Συνδρομής της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού και Προγραμματισμού Ερευνών της Γενικής Διεύθυνσης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος του Υπουργείου Οικονομικών του άρθρου 80 του π.δ. 142/2017 (Α΄181).

γ) «Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών («Μ.Χ.Π.»)»: Η αρμόδια εθνική μονάδα των κρατών μελών της ΕΕ για την πρόληψη, την ανίχνευση και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η οποία έχει συσταθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της Οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής. Για την Ελλάδα, ως «Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (Μ.Χ.Π.)» νοείται η Α΄ Μονάδα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του άρθρου 47 του ν. 4557/2018.

δ) «Αρχή»: Η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του άρθρου 47 του ν. 4557/2018.

ε) «Υπόχρεα πρόσωπα»: Όσα ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4557/2018.

στ) «Χρηματοοικονομικές πληροφορίες»: Κάθε είδος πληροφοριών ή δεδομένων, ιδίως δεδομένα σχετικά με χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, κινήσεις κεφαλαίων ή χρηματοοικονομικές επιχειρηματικές σχέσεις, τα οποία τηρούνται από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του άρθρου 47 του ν. 4557/2018.

ζ) «Πληροφορίες σχετικές με την επιβολή του νόμου»: ζα) Κάθε είδος πληροφοριών ή δεδομένων, που τηρούν οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 37, στο πλαίσιο της πρόληψης, ανίχνευσης, διερεύνησης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων,

ζβ) κάθε είδος πληροφοριών ή δεδομένων που κατέχουν δημόσιες αρχές ή ιδιωτικές οντότητες και μπορεί να τεθούν στη διάθεση των αρμόδιων αρχών του άρθρου 37, στο πλαίσιο της πρόληψης, διερεύνησης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων, χωρίς να ληφθούν αναγκαστικά μέτρα. Στις πληροφορίες του πρώτου εδαφίου περιλαμβάνονται, ιδίως, ποινικά μητρώα, πληροφορίες σχετικά με διενεργούμενες έρευνες, με τη δέσμευση ή κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων ή άλλα ερευνητικά ή προσωρινά μέτρα και με καταδίκες και δημεύσεις περιουσιακών στοιχείων.

η) «Πληροφορίες τραπεζικών λογαριασμών»: Οι ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς, λογαριασμούς πληρωμών και θυρίδες ασφαλείας που περιλαμβάνονται στο Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών:

ηα) Για τον κάτοχο λογαριασμού πελάτη και για κάθε πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι ενεργεί για λογαριασμό του πελάτη: Το ονοματεπώνυμο, συνοδευόμενο είτε από τα άλλα στοιχεία αναγνώρισης, που απαιτούνται, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4557/2018, για την εξακρίβωση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη, είτε από έναν μοναδικό αναγνωριστικό αριθμό, ιδίως τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.),

ηβ) για τον πραγματικό δικαιούχο του κατόχου λογαριασμού πελάτη: το ονοματεπώνυμο, συνοδευόμενο είτε από τα άλλα στοιχεία αναγνώρισης, που απαιτούνται, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4557/2018, για την εξακρίβωση και επαλήθευση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου, είτε από έναν μοναδικό αναγνωριστικό αριθμό,

ηγ) για τον τραπεζικό λογαριασμό ή τον λογαριασμό πληρωμών: τον αριθμό IBAN και την ημερομηνία ανοίγματος και κλεισίματος του λογαριασμού,

ηδ) για τη θυρίδα ασφαλείας: το ονοματεπώνυμο του μισθωτή, συνοδευόμενο από τα άλλα στοιχεία ταυτοποίησης που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 4557/2018 για την εξακρίβωση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου, ή από έναν μοναδικό αναγνωριστικό αριθμό και τη διάρκεια της περιόδου μίσθωσης.

θ) «Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες»: Η αξιόποινη πράξη που προβλέπεται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση στα άρθρα 2 και 39 του ν. 4557/2018.

ι) «Βασικά αδικήματα»: Τα εγκλήματα που καθορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 4557/2018.

ια) «Χρηματοδότηση της τρομοκρατίας»: Η αξιόποινη πράξη που περιγράφεται στην περ. β) του άρθρου 4 του ν. 4557/2018, δηλαδή, η αξιόποινη υποστήριξη των τρομοκρατικών πράξεων και της τρομοκρατικής οργάνωσης, όπως ορίζονται στα άρθρα 187Α και 187Β ΠΚ και στα άρθρα 32 έως και 35 του ν. 4689/2020 (Α΄ 103).

ιβ) «Χρηματοοικονομική ανάλυση»: Τα αποτελέσματα της επιχειρησιακής και στρατηγικής ανάλυσης που έχει ήδη διεξαχθεί από τις Μ.Χ.Π. για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με το άρθρο 48 του ν. 4557/2018.

ιγ) «Σοβαρά εγκλήματα»: Οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 (L 135), το οποίο προσαρτάται ως Παράρτημα στον παρόντα και οι οποίες προβλέπονται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση στον Ποινικό Κώδικα και τους ειδικούς ποινικούς νόμους και τιμωρούνται με τις προβλεπόμενες ποινές ως εξής:

ιγα) Οι τρομοκρατικές πράξεις, η τρομοκρατική οργάνωση και η αξιόποινη υποστήριξη και χρηματοδότησή τους, κατά τα άρθρα 187Α, 187Β ΠΚ και 32 έως και 35 του ν. 4689/2020,

ιγβ) η εγκληματική οργάνωση, κατά το άρθρο 187 ΠΚ, ιγγ) τα εγκλήματα διακίνησης ναρκωτικών, που προβλέπονται στα άρθρα 20 έως και 23 του Κεφαλαίου Δ΄ του ν. 4139/2013 (A΄ 74),

ιγδ) η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 39 του ν. 4557/2018,

ιγε) τα εγκλήματα που προβλέπονται στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 8 του ν.δ. 181/1974 (Α΄ 347),

ιγστ) τα εγκλήματα που προβλέπονται στις παρ. 5 έως και 8 του άρθρου 29 και στο άρθρο 30 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80),

ιγζ) η εμπορία ανθρώπων, κατά το άρθρο 323Α ΠΚ, ιγη) η αυθαίρετη χρήση μεταφορικού μέσου, κατά το

άρθρο 374Α ΠΚ και τα εγκλήματα τα σχετικά με μηχανοκίνητα οχήματα,

ιγθ) η ανθρωποκτονία με πρόθεση, κατά το άρθρο 299 ΠΚ, η βαριά σωματική βλάβη, κατά το άρθρο 310 ΠΚ, η θανατηφόρα βλάβη, κατά το άρθρο 311 ΠΚ,

ιγι) τα εγκλήματα του άρθρου 35 του ν. 3984/2011 (Α΄ 150), σε συνδυασμό με το άρθρο 323Α ΠΚ,

ιγια) η αρπαγή, κατά το άρθρο 322 ΠΚ, η αρπαγή ανηλίκων, κατά το άρθρο 324 ΠΚ, η παράνομη κατακράτηση, κατά το άρθρο 325 ΠΚ, η ακούσια απαγωγή, κατά το άρθρο 327 ΠΚ και η εκούσια απαγωγή, κατά το άρθρο 328 ΠΚ,

ιγιβ) το έγκλημα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά, κατά το άρθρο 82Α ΠΚ και τα εγκλήματα που προβλέπονται στον ν. 927/1979 (Α΄ 139),

ιγιγ) η διακεκριμένη κλοπή, κατά το άρθρο 374 ΠΚ, η ληστεία, κατά το άρθρο 380 ΠΚ,

ιγιδ) τα εγκλήματα, που προβλέπονται στα άρθρα 53, 54, 55, 61 και 63 του ν. 4858/2021 (Α΄ 220),

ιγιε) η υπεξαίρεση, κατά το άρθρο 375 ΠΚ, η απάτη, κατά το άρθρο 386 ΠΚ, η απάτη με υπολογιστή, κατά το άρθρο 386Α ΠΚ και η απάτη σχετικά με τις επιχορηγήσεις, κατά το άρθρο 386Β ΠΚ,

ιγιστ) τα εγκλήματα για την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που προβλέπονται στα άρθρα 23 και 24 του ν. 4689/2020 (Α΄ 103),

ιγιζ) τα χρηματιστηριακά εγκλήματα, που προβλέπονται στα άρθρα 28 έως και 31 του ν. 4443/2016 (Α΄ 232),

ιγιη) η εκβίαση, κατά το άρθρο 385 ΠΚ, ιγιθ) τα εγκλήματα του άρθρου 66 του ν. 2121/1993 (Α΄ 25) και των παρ. 1 και 2 του άρθρου 45 του ν. 4679/2020 (Α΄ 71), για τα εμπορικά σήματα,

ιγκ) η πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων, κατά την παρ. 1 του άρθρου 208Γ ΠΚ, οι προπαρασκευαστικές πράξεις του άρθρου 211 ΠΚ, η πλαστογραφία, κατά το άρθρο 216 ΠΚ, η διακεκριμένη πλαστογραφία πιστοποιητικών, κατά την παρ. 3 του άρθρου 217 ΠΚ,

ιγκα) η παραχάραξη νομίσματος και άλλων μέσων πληρωμής, κατά το άρθρο 207 ΠΚ, η κυκλοφορία πλαστών νομισμάτων και άλλων μέσων πληρωμής, κατά το άρθρο 208 ΠΚ, η καθ’ υπέρβαση κατασκευή νομίσματος, κατά το άρθρο 208Α ΠΚ,

ιγκβ) τα εγκλήματα κατά των τηλεπικοινωνιών, κατά τις παρ. 1 έως και 4 του άρθρου 292Α, τα άρθρα 292Β, 292Γ, 292Δ, τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 292Ε ΠΚ και η παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή σε δεδομένα, κατά τα άρθρα 370Β, 370Γ, τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 370Δ και το άρθρο 370Ε ΠΚ,

ιγκγ) η δωροληψία και η δωροδοκία πολιτικών προσώπων και δικαστικών λειτουργών, κατά τα άρθρα 159, 159Α και 237 ΠΚ και η δωροληψία και η δωροδοκία υπαλλήλου, κατά τα άρθρα 235 και 236 ΠΚ, η εμπορία επιρροής και η δωροληψία και δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, κατά τα άρθρα 237Α και 396 ΠΚ και η δωροδοκία και η δωροληψία για αλλοίωση αποτελέσματος αγώνα, κατά το άρθρο 132 του ν. 2725/1999 (Α΄ 121),

ιγκδ) τα εγκλήματα των άρθρων 6, 15 και 17 του ν. 2168/1993 (Α΄ 147),

ιγκε) τα εγκλήματα των παρ. 1 έως και 3 του άρθρου 28 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160) και των παρ. 1 έως και 5 του άρθρου 6 του ν. 4037/2012 (Α΄ 10) για τη θαλάσσια ρύπανση,

ιγκστ) η διευκόλυνση προσβολών της ανηλικότητας, κατά το άρθρο 348 ΠΚ, η πορνογραφία ανηλίκων, κατά το άρθρο 348Α ΠΚ, η προσέλκυση παιδιών για γενετήσιους λόγους κατά το άρθρο 348Β ΠΚ, οι πορνογραφικές παραστάσεις ανηλίκων, κατά το άρθρο 348Γ ΠΚ, η μαστροπεία, κατά το άρθρο 349 ΠΚ και η γενετήσια πράξη με ανήλικο έναντι αμοιβής, κατά το άρθρο 351Α ΠΚ,

ιγκζ) το παράνομο εμπόριο απειλούμενων ζωϊκών ειδών,

ιγκη) το παράνομο εμπόριο απειλούμενων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών,

ιγκθ) η παράνομη διακίνηση ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων, κατά το άρθρο 128 Θ του ν. 2725/1999 (Α΄ 121),

ιγλ) η λαθρεμπορία, όπως ορίζεται στο άρθρο 155 και στις περ. β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 157 του ν. 2960/2001 (Α΄ 265),

ιγλα) το έγκλημα της γενοκτονίας, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου κατά τα άρθρα 6, 7 και 8 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, όπως έχει κυρωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τον ν. 3003/2002 (Α΄ 75).

Το παρόν εφαρμόζεται και για την περίπτωση εγκλημάτων τα οποία αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794, το οποίο έχει προσαρτηθεί ως Παράρτημα, και δεν ορίζονται στις περιπτώσεις ιγαα΄ έως ιγλα΄. Διαφορές μεταξύ των ορισμών των σοβαρών εγκλημάτων στον κατάλογο του Παραρτήματος Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794, στον Ποινικό Κώδικα και στους ειδικούς ποινικούς νόμους δεν εμποδίζουν την εφαρμογή του παρόντος νόμου.

ιδ) Υπεύθυνος επεξεργασίας: Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων είναι υπεύθυνος επεξεργασίας του Συστήματος Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών ως διαχειριστής αυτού σύμφωνα με το άρθρο 62 του ν. 4170/2013. Οι αρμόδιες αρχές παραμένουν υπεύθυνοι επεξεργασίας για τις επεξεργασίες που διενεργούν κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους για πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση ή δίωξη σοβαρών εγκλημάτων.

Άρθρο 37
Αρμόδιες αρχές (άρθρο 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων τους, και σε κάθε περίπτωση με αρμοδιότητα την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη των σοβαρών εγκλημάτων ή την υποστήριξη ποινικής έρευνας που αφορά τέτοιου είδους σοβαρά εγκλήματα ή την ανίχνευση, τον εντοπισμό και τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με μια τέτοια ποινική έρευνα, ορίζονται οι ακόλουθες:

α) οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές,

β) το Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών,

γ) η Ελληνική Αστυνομία,

δ) το Λιμενικό Σώμα,

ε) η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας,

στ) η Εθνική Αρχή Διαφάνειας,

ζ) η Ειδική Υπηρεσία Επιτροπής Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Βουλής των Ελλήνων,

η) το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών,

θ) η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών,

ι) η Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος του Υπουργείου Οικονομικών,

ια) το Τμήμα Δ΄ Ανάκτησης Περιουσιακών Στοιχείων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Αμοιβαίας Συνδρομής της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού και Προγραμματισμού Ερευνών της Γενικής Διεύθυνσης Σ.Δ.Ο.Ε. του Υπουργείου Οικονομικών,

ιβ) η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία διαχειρίζεται το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών, σύμφωνα με το άρθρο 62 του ν. 4170/2013 (Α΄ 163),

ιγ) η Β΄ και η Γ΄ Μονάδα της Αρχής.

2. Οι αρμόδιες αρχές της παρ. 1 δύναται να ζητούν και να λαμβάνουν χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή χρηματοοικονομική ανάλυση από την Α΄ Μονάδα της Αρχής.

3. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις αρμόδιες αρχές των παρ. 1 και 2 έως τις 30.6.2022, καθώς και κάθε σχετική τροποποίηση. Εντός του μηνός Ιανουαρίου εκάστου έτους δημοσιεύεται στην επίσημη ιστοσελίδα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ο κατάλογος των αρμοδίων αρχών του πρώτου εδαφίου της παρούσας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Άρθρο 38
Πρόσβαση σε πληροφορίες τραπεζικών λογαριασμών και δυνατότητα αναζήτησης (άρθρο 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Οι αρμόδιες αρχές έχουν πρόσβαση στο Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών, άμεσα και απευθείας, για την αναζήτηση στις πληροφορίες τραπεζικών λογαριασμών, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση ή δίωξη σοβαρού εγκλήματος ή την υποστήριξη ποινικής έρευνας που αφορά σε σοβαρό έγκλημα για τους σκοπούς του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων της ανίχνευσης, του εντοπισμού και της δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με τέτοια έρευνα. Η πρόσβαση και η αναζήτηση πραγματοποιούνται άμεσα και απευθείας και σε κάθε περίπτωση εντός μιας εργάσιμης ημέρας με ηλεκτρονικό τρόπο, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 62 του ν. 4170/2013 (Α΄ 163), με την ταχεία διαβίβαση των πληροφοριών των τραπεζικών λογαριασμών στις αρμόδιες αρχές του άρθρου 37 μέσω αυτοματοποιημένου μηχανισμού, χωρίς ενδιάμεση παρέμβαση φορέα στα ζητούμενα δεδομένα ή στις πληροφορίες που παρέχονται.

2. Οι πρόσθετες πληροφορίες που θεωρούνται απαραίτητες και παρέχονται από το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών, δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 21α του ν. 4557/2018 (Α΄ 139) και των κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 62 του ν. 4170/2013 προβλεπόμενων αποφάσεων, δεν είναι προσβάσιμες και αναζητήσιμες από τις αρμόδιες αρχές, υπό την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων της νομοθεσίας για την άρση του τραπεζικού απορρήτου,σύμφωνα με όσα ορίζονται στο ν.δ. 1059/1971 (Α΄ 270) και σε κάθε ειδικότερη διάταξη. Οι πληροφορίες που θεωρούνται απαραίτητες και παρέχονται από το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών για άλλους σκοπούς ή σε σχέση με άλλα ποινικά αδικήματα, εκτός όσων αναφέρονται στο άρθρο 36, δεν είναι προσβάσιμες και αναζητήσιμες από τις αρμόδιες αρχές κατά τον παρόντα.

Άρθρο 39
Προϋποθέσεις πρόσβασης και αναζήτησης πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών (άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Η πρόσβαση και η αναζήτηση πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών διενεργείται μόνο από ειδικά ορισμένα και εξουσιοδοτημένα για τον σκοπό αυτό πρόσωπα κάθε, κατά περίπτωση, αρμόδιας αρχής.

2. Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα της παρ. 1 διατηρούν υψηλά επαγγελματικά πρότυπα σε ζητήματα εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 63 του ν. 4170/2013 (Α΄ 163), τις διατάξεις περί εχεμύθειας του άρθρου 26 του ν. 3528/2007 (A΄ 26) και τον ν. 4624/2019 (Α΄ 137), διακρίνονται για την ακεραιότητά τους, διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και λαμβάνουν, εφόσον απαιτείται, ειδική εκπαίδευση για τη διασφάλιση των προτύπων αυτών. Η εξουσιοδότηση των χρηστών γίνεται μετά από αίτημα των αρμοδίων αρχών του άρθρου 37 στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην υπ’ αριθμ. 1258/2013 (Β΄ 3101) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή κάθε μεταγενέστερη αυτής κανονιστική πράξη, εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 62 του ν. 4170/2013.

3. Η πρόσβαση και η αναζήτηση πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών από τις αρμόδιες αρχές πραγματοποιούνται υπό τους όρους και τις εγγυήσεις εφαρμογής των κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων και διαδικασιών, ώστε να διασφαλίζονται ο απόρρητος χαρακτήρας της επεξεργασίας και το κατάλληλο επίπεδο ασφαλείας σε σχέση με τους κινδύνους που παρουσιάζουν η επεξεργασία και η φύση των δεδομένων, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του ν. 4624/2019 και τηρουμένων των όρων και προϋποθέσεων που ορίζονται στην υπ’ αριθμ. 1258/2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή κάθε μεταγενέστερη αυτής κανονιστική πράξη, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 62 του ν. 4170/2013, ιδίως στο Παράρτημα Δ΄ αυτής, σχετικά με τον Κανονισμό Διαχείρισης και Λειτουργίας του Σ.Μ.Τ.Λ. και Λ.Π.

4. Οι πληροφορίες τραπεζικών λογαριασμών είναι διαθέσιμες υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας για την άρση του τραπεζικού απορρήτου, για την άρση του απορρήτου των στοιχείων έναντι των παραπάνω αρμόδιων αρχών και για την αυτοματοποιημένη πρόσβασή τους σε αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 62 του ν. 4170/2013, το άρθρο 3 του ν.δ. 1059/1971 (Α΄ 270) και το άρθρο 32 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152), καθώς και κάθε άλλη ειδικότερη διάταξη για κάθε αρμόδια αρχή.

5. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων υποχρεούται πριν από την εκχώρηση δικαιωμάτων πρόσβασης στο Σύστημα να εξετάζει αναλυτικά τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, ώστε η πρόσβαση να πραγματοποιείται μόνο για τους σκοπούς του παρόντος και να περιορίζεται μόνο στις ορισθείσες αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 40
Αρχείο καταχωρίσεων αιτημάτων (άρθρο 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων διασφαλίζει την τήρηση αρχείων καταγραφής αιτημάτων κάθε πρόσβασης των αρμοδίων αρχών σε πληροφορίες τραπεζικών λογαριασμών. Οι καταχωρίσεις αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

α) Τα στοιχεία της υπόθεσης,

β) την ημερομηνία και ώρα του ερωτήματος ή της αναζήτησης,

γ) το είδος των δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για την υποβολή του ερωτήματος ή την πραγματοποίηση της αναζήτησης,

δ) τους μοναδικούς κωδικούς αναγνώρισης των αποτελεσμάτων,

ε) το όνομα της αρχής που συμβουλεύτηκε το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών,

στ) τον μοναδικό κωδικό αναγνώρισης χρήστη του υπαλλήλου που πραγματοποίησε το ερώτημα ή την αναζήτηση του προϊσταμένου που έδωσε τη σχετική προς τούτο έγκριση και τον μοναδικό κωδικό αναγνώρισης χρήστη του παραλήπτη των αποτελεσμάτων του ερωτήματος ή της αναζήτησης.

2. Τα αρχεία καταγραφής αιτημάτων ελέγχονται τακτικά από τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων διαθέτει τα αρχεία του πρώτου εδαφίου, κατόπιν αιτήματος, στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

3. Τα αρχεία καταγραφής των αιτημάτων που αναφέρονται στην παρ. 1 χρησιμοποιούνται μόνο για τον έλεγχο της προστασίας των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου του παραδεκτού ενός αιτήματος και της νομιμότητας της επεξεργασίας δεδομένων, καθώς και για τη διασφάλιση των δεδομένων. Προστατεύονται με κατάλληλα μέτρα έναντι της μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης και διαγράφονται πέντε (5) έτη μετά τη δημιουργία τους, εκτός εάν είναι απαραίτητα για διαδικασίες ελέγχου που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και επιτρέπεται ή επιβάλλεται αιτιολογημένα από άλλη διάταξη νόμου ή κανονιστική απόφαση η φύλαξή τους για μακρότερο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τη δεκαετία.

4. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, ιδίως διοργανώνει ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, ώστε οι αρμόδιοι υπάλληλοι να έχουν γνώση της νομοθεσίας,συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κανόνων για την προστασία των δεδομένων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΜΧΠ, ΚΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΜΧΠ

Άρθρο 41
Αιτήματα παροχής πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές προς την Α΄ Μονάδα της Αρχής (άρθρο 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Η Α΄ Μονάδα της Αρχής συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές της παρ. 2 του άρθρου 37 και απαντά, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, σε αιτιολογημένα αιτήματα παροχής χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή αναλύσεων, που λαμβάνει από τις ανωτέρω αρχές, όταν οι εν λόγω χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή αναλύσεις είναι αναγκαίες, βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση ή δίωξη σοβαρών εγκλημάτων για τον σκοπό του παρόντος, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 34 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139) και με την επιφύλαξη των περιορισμών του άρθρου 48 του παρόντος. Κατά την ανταλλαγή των πληροφοριών του πρώτου εδαφίου της παρούσας, λαμβάνεται υπόψη η μυστικότητα της ποινικής προδικασίας και διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα των παρεχόμενων πληροφοριών.

2. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στις χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή αναλύσεις που διαμοιράστηκαν από την Α΄ Μονάδα της Αρχής, με σκοπό την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση ή δίωξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων, μπορεί να υποβάλλονται σε επεξεργασία από τις αρμόδιες αρχές επιπλέον των σκοπών για τους οποίους συλλέχθηκαν, σε κάθε περίπτωση αποκλειστικά για τους συγκεκριμένους σκοπούς της πρόληψης, ανίχνευσης, διερεύνησης ή δίωξης των ποινικών αδικημάτων, δυνάμει του παρόντος και σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 47 του ν. 4624/2019 (Α΄ 137).

Άρθρο 42
Αιτήματα παροχής πληροφοριών από την Α΄ Μονάδα της Αρχής προς τις αρμόδιες αρχές (άρθρο 8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)
Οι αρμόδιες αρχές της παρ. 2 του άρθρου 37 απαντούν, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, σε αιτήματα παροχής πληροφοριών σχετικών με την επιβολή του νόμου που λαμβάνουν από την Α΄ Μονάδα της Αρχής, όταν οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την πρόληψη, ανίχνευση και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των συναφών βασικών αδικημάτων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, πέραν όσων ορίζονται στα άρθρα 34 και 49 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139) και με τις προϋποθέσεις αυτών. Κατά την ανταλλαγή των πληροφοριών του πρώτου εδαφίου της παρούσας, λαμβάνεται υπόψη η μυστικότητα της ποινικής προδικασίας και διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα των παρεχόμενων πληροφοριών.

Άρθρο 43
Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Α΄ Μονάδας της Αρχής και ΜΧΠ άλλων κρατών μελών (άρθρο 9 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Σε εξαιρετικές και επείγουσες περιπτώσεις, η Α΄ Μονάδα της Αρχής δύναται να ανταλλάσσει με Μονάδες Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών άλλων κρατών μελών χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή αναλύσεις που μπορεί να σχετίζονται με την επεξεργασία ή την ανάλυση πληροφοριών σχετικών με την τρομοκρατία ή το οργανωμένο έγκλημα που συνδέεται με την τρομοκρατία.

2. Στις περιπτώσεις της παρ. 1 και με την επιφύλαξη πιθανών επιχειρησιακών περιορισμών, η Αρχή επιδιώκει να ανταλλάσσει αυτού του είδους τις πληροφορίες αμελλητί.

Άρθρο 44
Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών (άρθρο 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Οι αρμόδιες αρχές της παρ. 2 του άρθρου 37 δύνανται να ανταλλάσσουν χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή αναλύσεις που τους διαμοιράστηκαν από την Α΄ Μονάδα της Αρχής, κατόπιν σχετικού αιτήματος και βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, με τις ορισθείσες αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών, όταν οι εν λόγω χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή αναλύσεις είναι αναγκαίες για την πρόληψη, ανίχνευση και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των συναφών βασικών αδικημάτων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

2. Για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας των δεδομένων, η διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών ή αναλύσεων του παρόντος άρθρου πραγματοποιείται με τη χρήση ειδικών για τον σκοπό αυτό ασφαλών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΟΛ

Άρθρο 45
Παροχή πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών στην Ευρωπόλ (άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)
Υπό τις προϋποθέσεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ (L 135), οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαντούν, βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, σε επαρκώς αιτιολογημένα αιτήματα της Ευρωπόλ για παροχή πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών, που πραγματοποιούνται εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της και για την εκτέλεση των καθηκόντων της, είτε μέσω της εθνικής μονάδας Ευρωπόλ, είτε μέσω απευθείας επαφών με την Ευρωπόλ, με την προϋπόθεση της πρόσβασης στους διαύλους επικοινωνίας του άρθρου 47 και σύμφωνα με όσα ορίζονται σε αυτό.

Άρθρο 46
Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ Α΄ Μονάδας Αρχής και Ευρωπόλ (άρθρο 12 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)
Η Α΄ Μονάδα της Αρχής δύναται να απαντά, βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, σε επαρκώς αιτιολογημένα αιτήματα της Ευρωπόλ για παροχή χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή αναλύσεων, που πραγματοποιούνται εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της και για την εκτέλεση των καθηκόντων της είτε μέσω της εθνικής μονάδας Ευρωπόλ είτε απευθείας, σύμφωνα με το άρθρο 47 του παρόντος, υπό τις προϋποθέσεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 και του άρθρου 34 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139).

Άρθρο 47
Ειδικότερες ρυθμίσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ευρωπόλ (άρθρο 13 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Η ανταλλαγή πληροφοριών δυνάμει των άρθρων 45 και 46 πραγματοποιείται ηλεκτρονικά και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, είτε μέσω του συστήματος SIENA ή του διαδόχου του στη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο σύστημα SIENA, είτε μέσω του συστήματος FIU. Net ή του διαδόχου του, υπό τις προϋποθέσεις του Κανονισμού (EE) 2016/794 και των άρθρων 34 και 49 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139).

2. Τα αιτήματα της Ευρωπόλ προς την Α΄ Μονάδα της Αρχής αντιμετωπίζονται ως προερχόμενα από Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 48
Προϋποθέσεις ανταλλαγής χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή αναλύσεων (παρ. 2 έως 4 του άρθρου 7, εδάφια δεύτερο και τρίτο της παρ. 1 του άρθρου 10 και παρ. 3 του άρθρου 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Στις περιπτώσεις αιτημάτων παροχής πληροφοριών ή αναλύσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 41 και 46, η ικανοποίηση των οποίων ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες σε διεξαγόμενες έρευνες ή αναλύσεις ή να είναι σαφώς δυσανάλογη προς τα έννομα συμφέροντα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου ή να μην εξυπηρετεί τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκε, η Α΄ Μονάδα της Αρχής δεν υποχρεούται να ανταποκριθεί.

2. Οποιαδήποτε χρήση των χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή αναλύσεων για σκοπούς πέρα από αυτούς για τους οποίους παρασχέθηκαν, καθώς και οποιαδήποτε περαιτέρω διαβίβασή τους σε άλλη αρχή ή φορέα, απαιτεί την προηγούμενη συγκατάθεση της Α΄ Μονάδας της Αρχής. Κάθε άρνηση απάντησης σε αιτήματα που λαμβάνονται δυνάμει των άρθρων 41, 43, 44 και 46 αιτιολογείται από την Α΄ Μονάδα της Αρχής.

3. Η τελική απόφαση για τη διαμοίραση των χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή αναλύσεων εναπόκειται στην Α΄ Μονάδα της Αρχής.

4. Δυνάμει του άρθρου 34 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139), οι χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή αναλύσεις που διαμοιράζονται από την Α΄ Μονάδα της Αρχής είναι εμπιστευτικές, προορίζονται αποκλειστικά για πληροφοριακή χρήση και δεν μπορούν να θεωρηθούν ή να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα ποινικών διαδικασιών, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 178 ΚΠΔ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Άρθρο 49
Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 15 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)
Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται μόνο κατά την ανταλλαγή χρηματοοικονομικών πληροφοριών και πληροφοριών χρηματοοικονομικής ανάλυσης, σύμφωνα με τα άρθρα 41 έως και 48.

Άρθρο 50
Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την οποία αποκαλύπτονται η φυλετική ή εθνική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, οι θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, η συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, δεδομένα που αφορούν στην υγεία ή δεδομένα που αφορούν στη σεξουαλική ζωή ή στον γενετήσιο προσανατολισμό ενός φυσικού προσώπου επιτρέπεται μόνο από πρόσωπα που έχουν λάβει ειδική εξουσιοδότηση από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας και υπό την προϋπόθεση ότι η επεξεργασία είναι αναγκαία και αναλογική για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους για τους σκοπούς του παρόντος, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, τον ν. 4624/2019 (Α΄ 137) και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στο αντίστοιχο πεδίο εφαρμογής τους.

2. Τα πρόσωπα της παρ. 1 λαμβάνουν ειδική εκπαίδευση για θέματα προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και πρακτικές ασφαλείας όσον αφορά στην πρόσβαση, επεξεργασία και ανταλλαγή των δεδομένων με την καθοδήγηση του υπευθύνου προστασίας δεδομένων του φορέα τους.

Άρθρο 51
Περιεχόμενο και αρχεία αιτημάτων παροχής πληροφοριών (άρθρο 17 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Οι αρμόδιες αρχές και η Α΄ Μονάδα της Αρχής τηρούν αρχεία σχετικά με τα αιτήματα παροχής πληροφοριών και λαμβάνουν ειδικά μέτρα ασφαλείας, ιδίως, όσον αφορά στην τήρηση των φυσικών φακέλων. Τα αρχεία τηρούνται για περίοδο πέντε (5) ετών από τη δημιουργία τους και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για σκοπούς εξακρίβωσης, αυτοελέγχου και κατοχύρωσης της ακεραιότητας και της ασφάλειας των δεδομένων, καθώς και για σκοπούς επαλήθευσης της νομιμότητας της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατόπιν αιτήματος, οι αρχές παρέχουν πρόσβαση στα συγκεκριμένα αρχεία στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

2. Τα αρχεία των αιτημάτων παροχής πληροφοριών περιλαμβάνουν:

α) Το όνομα της αρχής ή υπηρεσίας, το ονοματεπώνυμο και τα στοιχεία επικοινωνίας του μέλους της αρχής ή της υπηρεσίας, που υποβάλλει το αίτημα παροχής πληροφοριών, καθώς και το ονοματεπώνυμο και τα στοιχεία επικοινωνίας του παραλήπτη της απάντησης επί του αιτήματος ή της αναζήτησης,

β) την παραπομπή στην εθνική υπόθεση, σχετικά με την οποία υποβάλλεται το αίτημα παροχής πληροφοριών,

γ) το αντικείμενο του αιτήματος παροχής πληροφοριών και

δ) τις ενέργειες που έλαβαν χώρα, κατόπιν της υποβολής του αιτήματος.

Άρθρο 52
Περιορισμοί των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων (άρθρο 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Ο περιορισμός εν όλω ή εν μέρει, του δικαιώματος πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, δηλαδή, στις χρηματοοικονομικές πληροφορίες και στις πληροφορίες χρηματοοικονομικής ανάλυσης που ανταλλάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 41 έως και 44 του παρόντος, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις, όπου οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 37 ή η Α΄ Μονάδα της Αρχής ως κατά περίπτωση υπεύθυνοι επεξεργασίας των αρχείων που αναφέρονται στα άρθρα 41 έως και 48 εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς του παρόντος, κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην παρεμποδίζεται η διενέργεια επίσημων ή νομικών ερευνών, αναλύσεων ή διαδικασιών και για να εξασφαλιστεί ότι δεν διακυβεύονται η πρόληψη, η διερεύνηση και ο εντοπισμός των ποινικών αδικημάτων του παρόντος, η εκτέλεση των ποινικών κυρώσεων αυτών, η προστασία της δημόσιας και εθνικής ασφάλειας, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των έννομων συμφερόντων των υποκειμένων του δικαιώματος πρόσβασης και σε κάθε περίπτωση τηρουμένων των υποχρεώσεων που ορίζονται στα άρθρα 50 και 51.

2. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει εγγράφως και αμελλητί το υποκείμενο των δεδομένων για κάθε άρνηση ή περιορισμό πρόσβασης και για τους λόγους της άρνησης ή του περιορισμού. Η ενημέρωση αυτή μπορεί να παραλείπεται, εάν η παροχή των σχετικών πληροφοριών υπονομεύει έναν από τους σκοπούς της παρ. 1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για τη δυνατότητα να προβεί σε καταγγελία προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και να ασκήσει δικαστική προσφυγή.

3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας τεκμηριώνει τους πραγματικούς ή νομικούς λόγους επί των οποίων βασίζεται η απόφαση. Οι πληροφορίες αυτές τίθενται στη διάθεση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

4. Οι αρχές της παρ. 1 επανεξετάζουν σε τακτική βάση τον περιορισμό της πρόσβασης του παρόντος, προκειμένου να διακριβώνεται ότι οι προϋποθέσεις της παρ. 1 εξακολουθούν να συντρέχουν.

5. Στο πλαίσιο ποινικής έρευνας και διαδικασίας, τα δικαιώματα ενημέρωσης για την επεξεργασία, τα δικαιώματα πρόσβασης, διόρθωσης ή διαγραφής και περιορισμού των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά τα άρθρα 54 έως και 56 του ν. 4624/2019 (Α΄ 137), ασκούνται σύμφωνα με όσα ορίζουν ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ειδικές δικονομικές διατάξεις και ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α΄ 35).

6. Τα ανωτέρω ισχύουν υπό την επιφύλαξη ότι το δικαίωμα πρόσβασης των υποκειμένων των δεδομένων δεν περιορίζεται σύμφωνα με ειδικότερη ρύθμιση, η οποία ισχύει για τις αρχές της παρ. 1 σχετικά με σκοπούς ανίχνευσης, διερεύνησης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, ΣΥΝΑΦΕΙΑΣ ΜΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 53
Συλλογή, τήρηση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων (άρθρο 19 και παρ. 6 άρθρου 21 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Στο πλαίσιο ελέγχου της αποτελεσματικότητας των εφαρμοζόμενων συστημάτων για την καταπολέμηση των σοβαρών εγκλημάτων τηρούνται σε εθνικό επίπεδο ολοκληρωμένα στατιστικά στοιχεία, ως εξής:

α) Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων τηρεί πλήρη και ενημερωμένα στατιστικά στοιχεία, που περιλαμβάνουν τις πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό αναζητήσεων, οι οποίες πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 38.

β) Οι αρμόδιες αρχές και η Α΄ Μονάδα της Αρχής τηρούν πλήρη και ενημερωμένα στατιστικά στοιχεία, που αφορούν σε δεδομένα μέτρησης του αριθμού των αιτημάτων, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού αναζητήσεων των φυσικών και νομικών προσώπων, που διατυπώνονται από κάθε αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 38, τη συνέχεια που δίδεται στα αιτήματα αυτά, τον αριθμό των υποθέσεων που διερευνώνται, τα δεδομένα μέτρησης του χρόνου που χρειάζεται μια αρχή από την παραλαβή ενός αιτήματος έως την απάντησή της, δεδομένα μέτρησης του κόστους σε ανθρώπινους πόρους και πόρους τεχνολογίας πληροφορικής που χρησιμοποιούνται για εγχώρια και διασυνοριακά αιτήματα, τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες.

γ) Το Υπουργείο Δικαιοσύνης τηρεί πλήρη και ενημερωμένα στατιστικά στοιχεία, που περιλαμβάνουν τις πληροφορίες, σχετικά με τον αριθμό των προσώπων κατά των οποίων ασκείται ποινική δίωξη και τον αριθμό των προσώπων που καταδικάζονται για τα σοβαρά εγκλήματα του παρόντος, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες.

2. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, οι αρμόδιες αρχές και η Α΄ Μονάδα της Αρχής διαβιβάζουν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης τα πλήρη και ενημερωμένα στατιστικά στοιχεία της παρ. 1 εντός του μηνός Ιανουαρίου εκάστου έτους και διατηρούν την ευθύνη τήρησης και ακρίβειας αυτών. To Υπουργείο Δικαιοσύνης διαβιβάζει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα στοιχεία της παρ. 1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Προστασίας του Πολίτη και Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος, ιδίως τα θέματα οργάνωσης, παραγωγής, συγκέντρωσης και διαβίβασης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή α) των ετήσιων στατιστικών στοιχείων της παρ. 1, καθώς και πρόσθετων πληροφοριών επί αυτών, β) των απαραίτητων πληροφοριών για την κατάρτιση των εκθέσεων και τη διενέργεια των αξιολογήσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 21 της Οδηγίας (ΕΕ) 1153/2019 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για τη θέσπιση κανόνων με σκοπό τη διευκόλυνση της χρήσης χρηματοοικονομικών και άλλων πληροφοριών για την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη ορισμένων ποινικών αδικημάτων και την κατάργηση της απόφασης 2000/642/ΔΕΥ του Συμβουλίου (L 186).

Άρθρο 54
Συνάφεια με λοιπές διατάξεις και διεθνείς συμβάσεις (παρ. 2 του άρθρου 1 και άρθρο 20 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1. Η σύναψη ή η διατήρηση της ισχύος διεθνών διμερών ή πολυμερών συμβάσεων ή μνημονίων κατανόησης ή συνεργασίας για ρύθμιση ζητημάτων τεχνικού χαρακτήρα με άλλα κράτη μέλη της ΕΕ για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών επιτρέπεται, υπό την προϋπόθεση ότι τα οριζόμενα σε αυτές δεν αντιβαίνουν στο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο, ιδίως στον παρόντα.

2. Ο παρών νόμος εφαρμόζεται με την επιφύλαξη όσων ορίζονται σε εν ισχύ διμερείς ή πολυμερείς συμβάσεις ή μνημόνια κατανόησης ή συνεργασίας με τρίτα κράτη που έχουν συναφθεί είτε από την Ελλάδα είτε από την ΕΕ.

3. Με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5 της Συνθήκης για την ΕΕ, κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η πρόθεση έναρξης διαπραγματεύσεων και σύναψης συμβάσεων ή μνημονίων κατανόησης ή συνεργασίας με τρίτα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου για θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 38 έως και 40 του παρόντος. Για τις διαπραγματεύσεις του πρώτου εδαφίου της παρούσας, η Επιτροπή ενημερώνεται τακτικά και, κατά περίπτωση, καλείται να συμμετάσχει σε αυτές ως παρατηρήτρια. Όσα ορίζονται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο, δεν εμποδίζουν την προσωρινή εφαρμογή ή σύναψη των συμβάσεων ή των μνημονίων συνεργασίας του πρώτου εδαφίου, υπό την προϋπόθεση ότι όσα προβλέπονται σε αυτές, είναι συμβατά με την ενωσιακή νομοθεσία και δεν θίγουν τον στόχο και τον σκοπό των σχετικών πολιτικών της ΕΕ.

4. Ο παρών νόμος δεν θίγει διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς μεταξύ της Ελλάδας και άλλων κρατών μελών της ΕΕ ή τρίτων χωρών, ούτε την ενωσιακή νομοθεσία, σχετικά με την αμοιβαία δικαστική συνδρομή ή την αμοιβαία αναγνώριση των ποινικών αποφάσεων, περιλαμβανομένων των όρων που ενδεχομένως θέτουν οι τρίτες χώρες για τη χρήση των παρεχομένων πληροφοριών, ούτε και το π.δ. 135/2013 (Α΄ 209).

Άρθρο 55
Εθνική Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών Τροποποίηση άρθρου 3 του ν. 4557/2018
Η παρ. 22 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139) αντικαθίσταται ως εξής:

«22. «Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (Μ.Χ.Π.)»: Η αρμόδια εθνική Μονάδα των κρατών μελών της ΕΕ για την πρόληψη, την ανίχνευση και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η οποία έχει συσταθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 της Οδηγίας (EE) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (L 141). Για την Ελλάδα, ως «Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (Μ.Χ.Π.)» νοείται η Α΄ Μονάδα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του άρθρου 47 του παρόντος.».

ΜΕΡΟΣ Γ΄
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/2034 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ, ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ OΔΗΓΙΩΝ 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ ΕΕ ΚΑΙ 2014/65/ΕΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΟΝ KΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΕΕ) 2019/2033 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ KΑΝΟΝΙΣΜΩΝ (ΕΕ) 1093/2010, (ΕΕ) 575/2013, (ΕΕ) 600/2014 ΚΑΙ (ΕΕ) 806/2014

ΤΙΤΛΟΣ I
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ,ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 56
Σκοπός
Με τις διατάξεις των άρθρων 57 έως και 139 ενσωματώνεται στη νομοθεσία η Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ και η εθνική έννομη τάξη προσαρμόζεται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010, (ΕΕ) 575/2013, (ΕΕ) 600/2014 και (ΕΕ) 806/2014.

Άρθρο 57
Αντικείμενο (άρθρο 1 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Αντικείμενο του παρόντος είναι η θέσπιση κανόνων σχετικά:

α) με το αρχικό κεφάλαιο των Ανωνύμων Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.),

β) με τις εποπτικές εξουσίες και τα εργαλεία για την προληπτική εποπτεία των Α.Ε.Π.Ε.Υ. από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς,

γ) με την προληπτική εποπτεία των Α.Ε.Π.Ε.Υ. από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033,

δ) με τις απαιτήσεις δημοσίευσης για την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όσον αφορά την προληπτική ρύθμιση και εποπτεία των Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 58
Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Το μέρος Γ΄ εφαρμόζεται στις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται βάσει του ν. 4514/2018 (A΄ 14).

2. Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1, τα άρθρα 68 έως και 111 δεν εφαρμόζονται στις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που αναφέρονται στις παρ. 2 και 5 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, οι οποίες εποπτεύονται όσον αφορά στη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει των άρθρων 50 έως και 136 και 154 του ν. 4261/2014 (Α΄107), σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 1 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

Άρθρο 59
Ορισμοί (άρθρο 3 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Για τους σκοπούς του παρόντος, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1. «Επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: Η επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση περιουσίας, στη διαχείριση υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων ή σε παρεμφερή δραστηριότητα επικουρικής φύσης ως προς την κύρια δραστηριότητα μίας ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων.

2. «Άδεια λειτουργίας»: Άδεια λειτουργίας Α.Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4514/2018 (Α΄14).

3. «Υποκατάστημα»: Υποκατάστημα, όπως ορίζεται στην παρ. 30 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

4. «Στενοί δεσμοί»: Στενοί δεσμοί, όπως ορίζονται στην παρ. 35) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

5. «Αρμόδια αρχή»: Η δημόσια αρχή ή το όργανο που έχει αναγνωριστεί επίσημα και έχει εξουσιοδοτηθεί βάσει του εθνικού δικαίου να εποπτεύει επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με την Οδηγία 2019/2034/ΕΕ, ως υπαγόμενες στο εφαρμοζόμενο σύστημα εποπτείας του κράτους μέλους. Ως αρμόδια αρχή στην Ελλάδα ορίζεται η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

6. «Διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής»: Διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, όπως ορίζεται στην περ. 150) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

7. «Έλεγχος»: Σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, όπως περιγράφεται στην παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α΄251) ή στα λογιστικά πρότυπα στα οποία υπόκειται επιχείρηση επενδύσεων δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ή παρόμοια σχέση μεταξύ κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης. Κάθε θυγατρική θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών.

8. «Συμμόρφωση με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου»: Συμμόρφωση μητρικής επιχείρησης ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με τις απαιτήσεις του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

9. «Πιστωτικό ίδρυμα»: Πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στην περ. 1) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

10. «Παράγωγα»: Παράγωγα, όπως ορίζονται στην περ. 29) της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ)

600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

11. «Χρηματοδοτικό ίδρυμα»: Χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στην περ. 14) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

12. «Πολιτική αποδοχών ουδέτερη ως προς το φύλο»: Πολιτική αποδοχών ουδέτερη ως προς το φύλο, όπως ορίζεται στην περ. 67 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107).

13. «Όμιλος»: Ο όμιλος κατά την έννοια του ομίλου του Παραρτήματος Α΄ του ν. 4308/2014 (Α΄ 251).

14. «Κατάσταση ενοποίησης»: Η κατάσταση ενοποίησης, όπως ορίζεται στην περ. 11) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

15. «Αρχή εποπτείας του ομίλου»: Η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου των μητρικών επιχειρήσεων επενδύσεων εγκατεστημένων στην Ένωση και των επιχειρήσεων επενδύσεων που ελέγχονται από μητρικές επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση ή μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση.

16. «Κράτος μέλος καταγωγής»: Κράτος μέλος καταγωγής (κράτος μέλος προέλευσης), όπως ορίζεται στην περ. α) της παρ. 55) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

17. «Κράτος μέλος υποδοχής»: Κράτος μέλος υποδοχής, όπως ορίζεται στην παρ. 56) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

18. «Αρχικό κεφάλαιο»: Το κεφάλαιο που απαιτείται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ως Α.Ε.Π.Ε.Υ., το ποσό και το είδος του οποίου προσδιορίζονται στα άρθρα 65 και 67 του παρόντος.

19. «Επιχείρηση επενδύσεων»: Επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

20. «Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.)»: Α.Ε.Π.Ε.Υ., όπως ορίζεται στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

21. «Όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων»: Όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων, όπως ορίζεται στην παρ. 25) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

22. «Επενδυτική εταιρεία συμμετοχών»: Επενδυτική εταιρεία συμμετοχών, όπως ορίζεται στην περ. 23) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

23. «Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες»: Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες, όπως ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

24. «Διοικητικό όργανο»: Όργανο διοίκησης όπως ορίζεται στην παρ. 36) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

25. «Διοικητικό όργανο με την εποπτική του λειτουργία»: Το διοικητικό όργανο κατά την άσκηση του ρόλου του σχετικά με την επίβλεψη και την παρακολούθηση της λήψης αποφάσεων από τη διοίκηση.

26. «Μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»: Μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών (εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών), όπως ορίζεται στην παρ. 15) του άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

27. «Μικτή εταιρεία συμμετοχών»: Μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, επενδυτική εταιρεία συμμετοχών, πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών κατά την έννοια της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, εφόσον τουλάχιστον μια από τις θυγατρικές της είναι επιχείρηση επενδύσεων.

28. «Ανώτερα διοικητικά στελέχη»: Διευθυντικά στελέχη, όπως ορίζονται στην παρ. 37) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

29. «Μητρική επιχείρηση»: Μητρική επιχείρηση, όπως ορίζεται στην παρ. 32) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

30. «Θυγατρική»: Θυγατρική (θυγατρική επιχείρηση), όπως ορίζεται στην παρ. 33) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

31. «Συστημικός κίνδυνος»: Συστημικός κίνδυνος, όπως ορίζεται στην περ. 10) της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014.

32. «Μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση»: Μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, όπως ορίζεται στην περ. 56) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

33. «Μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: Μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, όπως ορίζεται στην περ. 57) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

34. «Μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: Μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, όπως ορίζεται στην περ. 58) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

ΤΙΤΛΟΣ II
ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 60
Εξουσίες της αρμόδιας αρχής (άρθρο 4 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή, εποπτεύει τις δραστηριότητες των Α.Ε.Π.Ε.Υ. και, κατά περίπτωση, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, προκειμένου να εκτιμήσει τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει όλες τις απαραίτητες εξουσίες εποπτείας, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας διεξαγωγής επιτόπιων ελέγχων, σύμφωνα με το άρθρο 70, και επιβάλλει μέτρα και κυρώσεις, αναγκαία για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, προκειμένου να λαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζεται για την εκτίμηση της συμμόρφωσης των Α.Ε.Π.Ε.Υ. και, κατά περίπτωση, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών προς τις απαιτήσεις του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/ 2033, και να ερευνά πιθανές παραβάσεις των εν λόγω απαιτήσεων.

3. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. οφείλουν να παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτίμηση της συμμόρφωσής τους προς τον παρόντα και προς τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033. Οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και οι διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες των Α.Ε.Π.Ε.Υ. επιτρέπουν, ανά πάσα στιγμή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τις εν λόγω διατάξεις.

4. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. καταγράφουν όλες τις συναλλαγές τους και καταχωρίζουν τα συστήματα και τις διαδικασίες που διέπονται από τον παρόντα και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, ούτως ώστε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να μπορεί να ελέγξει, ανά πάσα στιγμή, τη συμμόρφωση των Α.Ε.Π.Ε.Υ. με τον παρόντα νόμο και με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.

Άρθρο 61
Διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων αρχών για την υπαγωγή ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 (άρθρο 5 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να αποφασίσει να εφαρμόσει τις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 δυνάμει της περ. γ) του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 σε Α.Ε.Π.Ε.Υ. που ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στις παρ. 3 και 6 του τμήματος Α΄ του παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018 (Α΄14), όταν η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης επενδύσεων, υπολογιζόμενη ως μέσος όρος για την περίοδο των δώδεκα (12) προηγούμενων μηνών, είναι ίση με πέντε δισεκατομμύρια (5.000.000.000) ευρώ ή τα υπερβαίνει και ισχύει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια:

α) Η Α.Ε.Π.Ε.Υ. ασκεί τις εν λόγω δραστηριότητες σε τέτοια κλίμακα που η πτώχευση ή η δυσχέρεια της επιχείρησης επενδύσεων θα μπορούσε να αποτελέσει συστημικό κίνδυνο,

β) η Α.Ε.Π.Ε.Υ. είναι εκκαθαριστικό μέλος, σύμφωνα με τον ορισμό της περ. 3 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

γ) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θεωρεί ότι δικαιολογείται, με βάση το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της σχετικής Α.Ε.Π.Ε.Υ., λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και σε σχέση με έναν ή περισσότερους από τους εξής παράγοντες:

γα) Τη σημασία της Α.Ε.Π.Ε.Υ. για την οικονομία της Ένωσης ή της Ελλάδας,

γβ) τη σημασία των διασυνοριακών δραστηριοτήτων της Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

γγ) τη διασύνδεση της Α.Ε.Π.Ε.Υ. με το χρηματοοικονομικό σύστημα.

2. Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται στους διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, στους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων ή στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

3. Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει να εφαρμόσει τις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 (L 176/1) σε Α.Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με την παρ. 1, η εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. εποπτεύεται, όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, βάσει των άρθρων 50 έως και 96, 98 έως και 132, 134 και 135 του ν. 4261/2014 (Α΄107).

4. Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει να ανακαλέσει απόφαση που έχει ληφθεί σύμφωνα με την παρ. 1, ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την Α.Ε.Π.Ε.Υ. Οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δυνάμει της παρ. 1, παύει να εφαρμόζεται στην περίπτωση που μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν πληροί πλέον το κριτήριο του ορίου που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, το οποίο υπολογίζεται σε περίοδο δώδεκα (12) συναπτών μηνών.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών για κάθε απόφαση που λαμβάνει δυνάμει των παρ. 1, 3 και 4.

Άρθρο 62
Συνεργασία αρμοδίων αρχών (άρθρο 6 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται στενά με την Τράπεζα της Ελλάδος και ανταλλάσσουν, χωρίς καθυστέρηση, κάθε πληροφορία ιδιαίτερης σημασίας ή σχετική με την επιτέλεση των λειτουργιών και την άσκηση των καθηκόντων τους, μέσω του μηχανισμού που καθιερώνεται στο άρθρο 67 του ν. 4514/2018 (A΄ 14).

Άρθρο 63
Συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (άρθρο 7 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Κατά την άσκηση των καθηκόντων της, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη τη σύγκλιση των εποπτικών εργαλείων και των εποπτικών πρακτικών, σύμφωνα με τον παρόντα και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς: α) Ως μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ), συνεργάζεται με εμπιστοσύνη και απόλυτο αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η ανταλλαγή κατάλληλων, αξιόπιστων και διεξοδικών πληροφοριών μεταξύ αυτών και με τα άλλα μέρη του ΕΣΧΕ,

β) συμμετέχει στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) και, κατά περίπτωση, στα σώματα εποπτών που αναφέρονται στο άρθρο 103 του παρόντος και το άρθρο 109 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107),

γ) καταβάλλει κάθε προσπάθεια, ώστε να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδονται από την ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010, και να ανταποκρίνεται στις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις που εκδίδονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), σύμφωνα με το άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 (L 331/1),

δ) συνεργάζεται στενά με το ΕΣΣΚ,

ε) δεν εμποδίζεται να εκτελεί τα καθήκοντά της, ως μέλος της ΕΑΤ ή του ΕΣΣΚ, ή βάσει του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, από τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες που της ανατίθενται.

Άρθρο 64
Ενωσιακή διάσταση της εποπτείας (άρθρο 8 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Κατά την άσκηση των γενικών καθηκόντων της η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εκτιμά τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών της στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος άλλων εμπλεκομένων κρατών μελών, καθώς και στην Ένωση συνολικά, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες τη δεδομένη στιγμή.

ΤΙΤΛΟΣ III
ΑΡΧΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Άρθρο 65
Αρχικό κεφάλαιο (άρθρο 9 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Το αρχικό κεφάλαιο που απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 4514/2018 (A΄ 14), για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας σε Α.Ε.Π.Ε.Υ. με σκοπό την παροχή οποιωνδήποτε από τις επενδυτικές υπηρεσίες ή την άσκηση οποιωνδήποτε από τις επενδυτικές δραστηριότητες που παρατίθενται στις παρ. 3 και 6 του τμήματος Α του παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018, ανέρχεται σε επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ.

2. Το αρχικό κεφάλαιο, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 4514/2018 για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας σε Α.Ε.Π.Ε.Υ. με σκοπό την παροχή οποιωνδήποτε από τις επενδυτικές υπηρεσίες ή την άσκηση οποιωνδήποτε από τις επενδυτικές δραστηριότητες που παρατίθενται στις παρ. 1, 2, 4, 5 και 7 του τμήματος Α του παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018, η οποία δεν επιτρέπεται να κατέχει χρήματα ή τίτλους που ανήκουν στους πελάτες της, ανέρχεται σε εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ.

3. Το αρχικό κεφάλαιο που απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 4514/2018 για τις λοιπές Α.Ε.Π.Ε.Υ., πέραν αυτών που αναφέρονται στις παρ. 1, 2 και 4 του παρόντος, ανέρχεται σε εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.

4. Το αρχικό κεφάλαιο Α.Ε.Π.Ε.Υ., που διαθέτει άδεια για να παρέχει τις επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκεί τις επενδυτικές δραστηριότητες που παρατίθενται στην παρ. 9 του τμήματος Α του παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018, όταν η εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. διενεργεί ή της επιτρέπεται να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, ανέρχεται σε επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ.

Άρθρο 66
Αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο στην Οδηγία 2013/36/ΕΕ και τον ν. 4261/2014 (άρθρο 10 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Από τις 26 Ιουνίου 2021, θεωρείται ότι οι αναφορές στα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που καθορίζονται στο άρθρο 65, αντικαθιστούν τις αναφορές σε άλλες νομικές πράξεις στα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που καθορίζονται στην Οδηγία 2013/36/ΕΕ ή στον ν. 4261/2014 (Α΄107), ως εξής:

α) Οι αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρεται στο άρθρο 28 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή των Α.Ε.Π.Ε.Υ. της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4261/2014 νοούνται ως αναφορές στην παρ. 1 του άρθρου 65 του παρόντος,

β) οι αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων στα άρθρα 29 και 31 της Οδηγίας 2013/36/ ΕΕ ή των Α.Ε.Π.Ε.Υ. των λοιπών παραγράφων, πλην της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4261/2014, νοούνται ως αναφορές στις παρ. 2, 3 ή 4 του άρθρου 65 του παρόντος, ανάλογα με τα είδη των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων,

γ) οι αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο στο άρθρο 30 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή του ν. 4261/2014 νοούνται ως αναφορές στην παρ. 1 του άρθρου 65 του παρόντος.

Άρθρο 67
Σύνθεση του αρχικού κεφαλαίου (άρθρο 11 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Το αρχικό κεφάλαιο των Α.Ε.Π.Ε.Υ. συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

ΤΙΤΛΟΣ IV
ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
ΑΡΧΕΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ 1
ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ

Άρθρο 68
Αρμοδιότητα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής (άρθρο 12 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η προληπτική εποπτεία επί των Α.Ε.Π.Ε.Υ. ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2019/2034 για την προληπτική εποπτεία των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής. Η προληπτική εποπτεία επί των επιχειρήσεων επενδύσεων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ασκείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος που αναθέτουν αρμοδιότητα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

Άρθρο 69
Συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών (άρθρο 13 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών για την εκπλήρωση των καθηκόντων που προβλέπονται στην Οδηγία 2019/2034/ΕΕ, στον παρόντα νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών, χωρίς καθυστέρηση, σχετικά με τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή τις επιχειρήσεις επενδύσεων, μεταξύ άλλων των ακολούθων:

α) Πληροφοριών σχετικά με τη διοίκηση και το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή της επιχείρησης επενδύσεων,

β) πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή της επιχείρησης επενδύσεων με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων,

γ) πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις για τον κίνδυνο συγκέντρωσης και τις απαιτήσεις για τη ρευστότητα της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή της επιχείρησης επενδύσεων,

δ) πληροφοριών σχετικά με τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή της επιχείρησης επενδύσεων,

ε) οποιωνδήποτε άλλων σχετικών παραγόντων που μπορεί να επηρεάσουν τον κίνδυνο που ενέχει η Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή η επιχείρηση επενδύσεων.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, κοινοποιεί πάραυτα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής κάθε πληροφορία ή διαπίστωση σχετικά με ενδεχόμενα προβλήματα και κινδύνους που ενέχει η Α.Ε.Π.Ε.Υ. για την προστασία των πελατών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής, που έχει εντοπίσει στο πλαίσιο της εποπτείας των δραστηριοτήτων της Α.Ε.Π.Ε.Υ.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ανταποκρίνεται στις πληροφορίες που κοινοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, με τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την αποτροπή ή την αντιμετώπιση των ενδεχόμενων προβλημάτων και κινδύνων που αναφέρονται στην παρ. 2. Εφόσον της ζητηθεί, εξηγεί λεπτομερώς στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής με ποιον τρόπο έλαβε υπόψη τις πληροφορίες και τις διαπιστώσεις που της κοινοποιήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

4. Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, μετά την κοινοποίηση των πληροφοριών και διαπιστώσεων που αναφέρονται στην παρ. 2 από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών, θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα που προβλέπονται στην παρ. 3, μπορεί, αφού πρώτα ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), να λάβει κατάλληλα μέτρα για την προστασία των πελατών στους οποίους παρέχονται υπηρεσίες ή για την προστασία της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή, μπορεί να παραπέμπει στην ΕΑΤ περιπτώσεις στις οποίες ένα αίτημα συνεργασίας και ιδίως ένα αίτημα για ανταλλαγή πληροφοριών έχει απορριφθεί ή δεν έχει διεκπεραιωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εφόσον διαφωνεί με τα μέτρα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής, μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ, η οποία ενεργεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010.

6. Προκειμένου να αξιολογηθεί η προϋπόθεση της περ. γ) του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μιας Α.Ε.Π.Ε.Υ., μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενός εκκαθαριστικού μέλους την παροχή πληροφοριών σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου και τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης περιθωρίου ασφαλείας της σχετικής Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 70
Επιτόπιος έλεγχος και επιθεώρηση υποκαταστημάτων εγκατεστημένων στην Ελλάδα (άρθρο 14 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ασκεί τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν, αφού ενημερώσουν προηγουμένως την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, να προβαίνουν, οι ίδιες ή μέσω ενδιαμέσων που διορίζουν για τον σκοπό αυτό, σε επιτόπιο έλεγχο των πληροφοριών που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 69 και να επιθεωρούν τα εν λόγω υποκαταστήματα.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, για σκοπούς εποπτείας και εφόσον το κρίνει σκόπιμο για λόγους σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ελλάδας, έχει την εξουσία να διεξάγει, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων στη χώρα, και να απαιτεί πληροφόρηση από το εκάστοτε υποκατάστημα σχετικά με τις δραστηριότητές του. Πριν από τη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, πραγματοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής. Το συντομότερο δυνατό μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν και τις διαπιστώσεις που είναι σημαντικές για την εκτίμηση κινδύνου της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων.

ΤΜΗΜΑ 2
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

Άρθρο 71
Επαγγελματικό απόρρητο και ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών (άρθρο 15 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργαστεί για αυτήν, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, για τους σκοπούς του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033. Οι εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες περιέρχονται εις γνώσιν της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και προσώπων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, μπορούν να δημοσιοποιούνται μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκύπτει η ταυτότητα της συγκεκριμένης Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή συγκεκριμένων προσώπων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο. Σε περίπτωση που η Α.Ε.Π.Ε.Υ. έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή βρίσκεται υπό ειδική εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες δεν αφορούν τρίτους, μπορούν να δημοσιοποιηθούν στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού ή εμπορικού δικαίου, όπου τέτοια δημοσιοποίηση απαιτείται για τη διεξαγωγή των εν λόγω διαδικασιών.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χρησιμοποιεί τις εμπιστευτικές πληροφορίες που συλλέγονται, ανταλλάσσονται ή διαβιβάζονται βάσει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της και ιδίως για τους ακόλουθους σκοπούς:

α) Την παρακολούθηση των κανόνων προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033,

β) την επιβολή κυρώσεων,

γ) στο πλαίσιο διοικητικών προσφυγών κατά αποφάσεων αρμόδιων αρχών,

δ) στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί βάσει του άρθρου 79 του παρόντος.

3. Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα και άλλοι φορείς, εκτός της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες βάσει του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο για τους σκοπούς που προβλέπει ρητά η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

4. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ανταλλάσσει εμπιστευτικές πληροφορίες με τις οικείες αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών για τους σκοπούς της παρ. 2, να ορίζει ρητά τον τρόπο χειρισμού των εν λόγω πληροφοριών και να περιορίζει ρητά οποιαδήποτε περαιτέρω διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών.

5. Η υποχρέωση που αναφέρεται στην παρ. 1 δεν εμποδίζει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να διαβιβάζει εμπιστευτικές πληροφορίες στην Επιτροπή, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες για την άσκηση των εξουσιών της Επιτροπής.

6. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά περίπτωση μπορεί να παρέχει στην ΕΑΤ, στην ΕΑΚΑΑ, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών, στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, και, όπου είναι αναγκαίο, σε δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, εμπιστευτικές πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 72
Ρυθμίσεις συνεργασίας με τρίτες χώρες για την ανταλλαγή πληροφοριών (άρθρο 16 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων της βάσει του παρόντος ή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 και για την ανταλλαγή πληροφοριών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, μπορεί να προβαίνει σε ρυθμίσεις συνεργασίας με τις εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, καθώς και με αρχές ή φορείς τρίτων χωρών που έχουν επιφορτιστεί με τα ακόλουθα καθήκοντα, υπό τον όρο ότι οι πληροφορίες που παρέχονται καλύπτονται από εγγυήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 71 του παρόντος:

α) Την εποπτεία των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών αγορών, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που διαθέτουν άδεια για να λειτουργούν ως κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, όταν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΕ)648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 (L 201/1),

β) την εκκαθάριση και την πτώχευση επιχειρήσεων επενδύσεων και παρόμοιες διαδικασίες,

γ) την εποπτεία των φορέων που υπεισέρχονται στις διαδικασίες εκκαθάρισης και πτώχευσης επιχειρήσεων επενδύσεων και σε παρόμοιες διαδικασίες,

δ) τη διεξαγωγή των υποχρεωτικών ελέγχων των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή των ιδρυμάτων που διαχειρίζονται συστήματα αποζημίωσης,

ε) την εποπτεία προσώπων, τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον υποχρεωτικό έλεγχο των λογαριασμών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων,

στ) την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται σε αγορές δικαιωμάτων εκπομπής, με σκοπό την εξασφάλιση ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης,

ζ) την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται σε αγορές παραγώγων επί εμπορευμάτων, με σκοπό την εξασφάλιση ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης.

Άρθρο 73
Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών (άρθρο 17 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια, σύμφωνα με τον ν. 4449/2017 (Α΄ 7), και διενεργεί ελέγχους σε ΑΕΠΕΥ, σύμφωνα με την παρ. 1 και τις περ. γ΄ έως και ε΄ της παρ. 5 της υποπαρ. Α.1 της παρ. Α΄ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94), ή σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 77 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), ή ασκεί οποιαδήποτε άλλα ελεγκτικά καθήκοντα, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, υποχρεούται να γνωστοποιεί ταχέως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάθε γεγονός ή απόφαση που αφορά στην εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή αφορά επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με την εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. και που:

α) αποτελεί ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων που θεσπίζονται βάσει του παρόντος νόμου,

β) ενδέχεται να επηρεάσει τη συνέχεια της λειτουργίας της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή

γ) ενδέχεται να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των λογαριασμών ή μπορεί να οδηγήσει σε διατύπωση επιφυλάξεων.

ΤΜΗΜΑ 3
ΚΥΡΩΣΕΙΣ, ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Άρθρο 74
Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα (άρθρο 18 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών που αναφέρονται στα άρθρα 94 έως και 101, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών διερεύνησης και επιβολής επανορθωτικών μέτρων, καθώς και της πρόβλεψης και επιβολής ποινικών κυρώσεων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει την εξουσία να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, μεταξύ άλλων όταν μία Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή επιχείρηση επενδύσεων:

α) Δεν έχει καθιερώσει πλαίσιο εσωτερικής διακυβέρνησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 82,

β) δεν αναφέρει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πληροφορίες ή παρέχει ελλιπείς ή ανακριβείς πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωσή της με την υποχρέωση τήρησης των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, κατά παράβαση της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 54 αυτού,

γ) δεν αναφέρει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά παράβαση της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 54 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης, ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες,

δ) παρουσιάζει κίνδυνο συγκέντρωσης πέραν των ορίων που τίθενται στο άρθρο 37 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, υπό την επιφύλαξη των άρθρων 38 και 39 αυτού,

ε) κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο ή επίμονο, δεν διατηρεί ρευστά στοιχεία ενεργητικού, κατά παράβαση του άρθρου 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 44 αυτού,

στ) δεν δημοσιοποιεί πληροφορίες ή δημοσιοποιεί ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες, κατά παράβαση του έκτου μέρους του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

ζ) καταβάλλει πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια της Α.Ε.Π.Ε.Υ., σε περιπτώσεις στις οποίες τα άρθρα 28, 52 ή 63 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 απαγορεύουν τις εν λόγω πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια,

η) έχει κριθεί υπεύθυνη για σοβαρές παραβάσεις του ν. 4557/2018 (Α΄ 139),

θ) επιτρέπει σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δεν συμμορφώνονται με το άρθρο 83 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107) να καταστούν ή να παραμείνουν μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου.

Οι επιβαλλόμενες από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα.

2. Οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 περιλαμβάνουν τα εξής:

α) Δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή η υπεύθυνη Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή επιχείρηση επενδύσεων, επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και η φύση της παράβασης,

β) εντολή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της στο μέλλον,

γ) προσωρινή απαγόρευση κατά των μελών του διοικητικού οργάνου της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή οποιωνδήποτε άλλων υπαίτιων φυσικών προσώπων να ασκούν καθήκοντα σε Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

δ) σε περίπτωση νομικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο ύψους έως το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού ετήσιου καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και προμήθειες ή αμοιβές της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση,

ε) σε περίπτωση νομικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο μέχρι και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου τα εν λόγω κέρδη ή ζημίες μπορούν να προσδιοριστούν,

στ) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο μέχρι και πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ.

Σε περίπτωση που επιχείρηση η οποία αναφέρεται στην περ. δ) είναι θυγατρική, το σχετικό ακαθάριστο εισόδημα είναι το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει από τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη διαχειριστική χρήση.

Σε περίπτωση παράβασης του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 από Α.Ε.Π.Ε.Υ., η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις στα μέλη του διοικητικού της οργάνου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία ευθύνονται για την παράβαση.

3. Κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή των άλλων διοικητικών μέτρων που αναφέρονται στην παρ. 1 και κατά την επιμέτρηση του ύψους των χρηματικών προστίμων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές συνθήκες, στις οποίες περιλαμβάνονται αναλόγως:

α) Η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης, β) ο βαθμός ευθύνης των φυσικών ή νομικών προσώπων που ευθύνονται για την παράβαση, γ) η οικονομική ισχύς των φυσικών ή νομικών προσώπων που ευθύνονται για την παράβαση, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού κύκλου εργασιών των νομικών προσώπων ή του ετήσιου εισοδήματος των φυσικών προσώπων,

δ) η σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από τα νομικά πρόσωπα που ευθύνονται για την παράβαση,

ε) τυχόν ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση,

στ) ο βαθμός συνεργασίας με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς,

ζ) προηγούμενες παραβάσεις από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ευθύνονται για την παράβαση,

η) τυχόν πιθανές συστημικές συνέπειες της παράβασης.

Άρθρο 75
Εξουσίες διερεύνησης (άρθρο 19 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει όλες τις εξουσίες συγκέντρωσης πληροφοριών και διερεύνησης που είναι αναγκαίες για την άσκηση των λειτουργιών της, ιδίως:

α) Την εξουσία να απαιτεί πληροφορίες από τα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα:

(αα) Α.Ε.Π.Ε.Υ. και επιχειρήσεις επενδύσεων εγκατεστημένες στην Ελλάδα,

(αβ) επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ελλάδα,

(αγ) μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ελλάδα,

(αδ) μικτές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ελλάδα,

(αε) πρόσωπα που ανήκουν στις οντότητες που αναφέρονται στις υποπερ. αα) έως και αδ),

(αστ) τρίτους στους οποίους οι οντότητες που αναφέρονται στις υποπερ. αα) έως και αδ) έχουν αναθέσει επιχειρησιακές λειτουργίες ή δραστηριότητες,

β) την εξουσία διεξαγωγής όλων των αναγκαίων ερευνών για οποιοδήποτε πρόσωπο που αναφέρεται στην περ. α), εγκατεστημένο ή ευρισκόμενο στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος:

(βα) να απαιτεί την υποβολή εγγράφων από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην περ. α),

(ββ) να εξετάζει τα βιβλία και αρχεία των προσώπων που αναφέρονται στην περ. α) και να δημιουργεί αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα εν λόγω βιβλία και αρχεία,

(βγ) να λαμβάνει προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην περ. α) ή από τους εκπροσώπους τους ή τα μέλη του προσωπικού τους,

(βδ) να προβαίνει σε συνέντευξη με κάθε άλλο σχετικό πρόσωπο, με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας,

γ) την εξουσία διεξαγωγής όλων των αναγκαίων επιθεωρήσεων στις εγκαταστάσεις των νομικών προσώπων που αναφέρονται στην περ. α) και οποιασδήποτε

άλλης επιχείρησης που περιλαμβάνεται στην εποπτεία της συμμόρφωσης προς τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνονται προηγουμένως οι άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 76
Δημοσίευση των διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων (άρθρο 20 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιεύει στον επίσημο δικτυακό της τόπο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 74. Η δημοσίευση αυτή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο. Οι πληροφορίες δημοσιεύονται μόνο μετά την ενημέρωση του εν λόγω προσώπου σχετικά με τις κυρώσεις και τα μέτρα αυτά και στον βαθμό που η δημοσίευση είναι αναγκαία και αναλογική.

2. Σε περίπτωση που κατά των διοικητικών κυρώσεων ή των άλλων διοικητικών μέτρων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 74 έχει ασκηθεί αίτηση ακύρωσης ή προσφυγή, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιεύει, επίσης, στον επίσημο δικτυακό της τόπο, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της ασκηθείσας αίτησης ακύρωσης ή προσφυγής, αντίστοιχα, και με την έκβασή της.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιεύει τις διοικητικές κυρώσεις ή τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 74 ανωνύμως σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Η κύρωση ή το μέτρο επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο και η δημοσίευση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του εν λόγω προσώπου θεωρείται δυσανάλογη,

β) η δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο διεξαγόμενη ποινική έρευνα ή τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών αγορών,

γ) η δημοσίευση θα προξενούσε δυσανάλογη ζημία στις ενδιαφερόμενες Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή επιχειρήσεις επενδύσεων ή τα ενδιαφερόμενα φυσικά πρόσωπα.

4. Οι πληροφορίες που δημοσιεύονται δυνάμει του παρόντος άρθρου παραμένουν στον επίσημο δικτυακό τόπο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τουλάχιστον πέντε (5) έτη. Στον επίσημο δικτυακό τόπο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορούν να διατηρούνται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και του ν. 4624/2019 (Α΄118).

Άρθρο 77
Αναφορά κυρώσεων στην ΕΑΤ (άρθρο 21 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 74, καθώς και σχετικά με κάθε αίτηση ακύρωσης ή προσφυγή κατά των εν λόγω κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων και την έκβασή της.

Άρθρο 78
Καταγγελίες παραβάσεων (άρθρο 22 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται αποτελεσματικοί και αξιόπιστοι μηχανισμοί που επιτρέπουν την έγκαιρη καταγγελία προς αυτή ενδεχόμενων ή τελεσθεισών παραβάσεων διατάξεων του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033. Στους εν λόγω μηχανισμούς περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

α) Ειδικές διαδικασίες για την παραλαβή, τον χειρισμό και τις ενέργειες σε συνέχεια τέτοιων καταγγελιών, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας ασφαλών διαύλων επικοινωνίας,

β) κατάλληλη προστασία έναντι αντιποίνων, διακρίσεων ή άλλων μορφών άνισης μεταχείρισης από μέρους της Α.Ε.Π.Ε.Υ. για εργαζομένους της, οι οποίοι καταγγέλλουν παραβάσεις που διαπράττονται εντός της επιχείρησης,

γ) προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τόσο του προσώπου που καταγγέλλει την παράβαση, όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε την εν λόγω παράβαση, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016,

δ) σαφείς κανόνες ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα σε όλες τις περιπτώσεις σχετικά με το πρόσωπο που καταγγέλλει τις παραβάσεις οι οποίες έχουν διαπραχθεί εντός της Α.Ε.Π.Ε.Υ., εκτός εάν απαιτείται δημοσιοποίηση από την κείμενη νομοθεσία στο πλαίσιο περαιτέρω ερευνών ή επακόλουθης διοικητικής ή ποινικής διαδικασίας.

2. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες για να μπορούν οι εργαζόμενοι σε αυτές να καταγγέλλουν παραβάσεις εσωτερικά, μέσω ειδικού ανεξάρτητου διαύλου. Οι διαδικασίες αυτές μπορούν να παρέχονται από τους κοινωνικούς εταίρους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διαδικασίες προσφέρουν την ίδια προστασία με εκείνη που αναφέρεται στις περ. β), γ) και δ) της παρ. 1.

Άρθρο 79
Δικαίωμα προσφυγής (άρθρο 23 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που εκδίδονται και τα μέτρα που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου, των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδιδόμενων πράξεων και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 υπόκεινται, κατά περίπτωση, σε αίτηση ακύρωσης ή προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005 (Α΄178).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ

TMHMA 1
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΡΚΕΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ

Άρθρο 80
Εσωτερικά κεφάλαια και ρευστά στοιχεία ενεργητικού (άρθρο 24 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες ρυθμίσεις, στρατηγικές και διαδικασίες για να εκτιμούν και να διατηρούν σε διαρκή βάση τα ποσά, τα είδη και την κατανομή των εσωτερικών κεφαλαίων και των ρευστών στοιχείων ενεργητικού που θεωρούν κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους ενδέχεται να ενέχουν για τρίτους και στους οποίους βρίσκονται ή θα μπορούσαν να βρεθούν εκτεθειμένες οι ίδιες οι Α.Ε.Π.Ε.Υ.

2. Οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές και οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 1, είναι κατάλληλες και ανάλογες προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της σχετικής Α.Ε.Π.Ε.Υ. και υποβάλλονται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση. Με απόφασή της, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ζητά από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου, στον βαθμό που αυτή το κρίνει σκόπιμο.

TMHMA 2
ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ, ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΧΕΣ

Άρθρο 81
Πεδίο εφαρμογής του παρόντος τμήματος (άρθρο 25 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που, βάσει της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. προσδιορίζει ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτό για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη.

2. Σε περίπτωση που μια Α.Ε.Π.Ε.Υ., που δεν έχει εκπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, εκπληρώσει τις προϋποθέσεις αυτές αργότερα, το παρόν τμήμα παύει να εφαρμόζεται μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία εκπληρώθηκαν οι εν λόγω προϋποθέσεις και μόνο στην περίπτωση που η Α.Ε.Π.Ε.Υ. συνέχισε να πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 αδιαλείπτως κατά τη διάρκεια του εν λόγω διαστήματος και ενημέρωσε σχετικώς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

3. Σε περίπτωση που μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. προσδιορίσει ότι δεν πληροί πλέον όλες τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, ενημερώνει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και συμμορφώνεται με το παρόν τμήμα εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η εκτίμηση αυτή.

4. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. εφαρμόζουν το άρθρο 88 στις αποδοχές που χορηγούνται για υπηρεσίες που έχουν παρασχεθεί ή για επιδόσεις κατά το οικονομικό έτος που έπεται του οικονομικού έτους κατά το οποίο έγινε η εκτίμηση της παρ. 3 του παρόντος. Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το παρόν τμήμα και γίνεται εφαρμογή του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. εφαρμόζουν το παρόν τμήμα σε ατομική βάση. Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το παρόν τμήμα και γίνεται εφαρμογή εποπτικής ενοποίησης όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. εφαρμόζουν το παρόν τμήμα σε ατομική και ενοποιημένη βάση. Κατά παρέκκλιση από το τρίτο εδάφιο, το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται σε θυγατρικές επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται σε κατάσταση ενοποίησης και είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, εάν η εγκατεστημένη στην Ελλάδα μητρική επιχείρηση μπορεί να αποδείξει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι η εφαρμογή του παρόντος τμήματος αντίκειται στη νομοθεσία της τρίτης χώρας όπου είναι εγκατεστημένες οι εν λόγω θυγατρικές επιχειρήσεις.

Άρθρο 82
Εσωτερική διακυβέρνηση (άρθρο 26 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. διαθέτουν άρτιο σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα κατωτέρω:

α) Σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές αναφοράς και κατανομής των αρμοδιοτήτων,

β) αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων στους οποίους βρίσκονται ή θα μπορούσαν να βρεθούν εκτεθειμένες οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή των κινδύνων τους οποίους ενέχουν ή θα μπορούσαν να ενέχουν για τρίτους,

γ) επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών,

δ) πολιτικές και πρακτικές αποδοχών, οι οποίες είναι συνεπείς και προάγουν την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και την προωθούν.

Οι πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που αναφέρονται στην περ. δ) είναι ουδέτερες ως προς το φύλο.

2. Το πλαίσιο που αναφέρεται στην παρ. 1 είναι κατάλληλο και αναλογικό προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενέχουν το επιχειρηματικό μοντέλο και οι δραστηριότητες της ΑΕΠΕΥ, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που προβλέπονται στα άρθρα 84 έως και 89.

Άρθρο 83
Αναφορά στοιχείων ανά χώρα (άρθρο 27 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. που διαθέτουν υποκατάστημα ή θυγατρική, η οποία είναι χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στην περ. 26 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, πλην αυτής όπου έχει χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας της Α.Ε.Π.Ε.Υ., δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες ανά κράτος μέλος και ανά τρίτη χώρα σε ετήσια βάση:

α) Την επωνυμία, τη φύση των δραστηριοτήτων και τον τόπο των θυγατρικών και των υποκαταστημάτων,

β) τον κύκλο εργασιών, γ) τον αριθμό υπαλλήλων σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης,

δ) τα αποτελέσματα προ φόρων, ε) τους φόρους επί των αποτελεσμάτων,

στ) τις εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις.

2. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παρ. 1 ελέγχονται, σύμφωνα με τον ν. 4449/2017 (Α΄7) και προσαρτώνται, εφόσον είναι δυνατό, ως παράρτημα στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ή, όπου συντρέχει περίπτωση, στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 84
Αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου στη διαχείριση κινδύνων (άρθρο 28 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Α.Ε.Π.Ε.Υ. εγκρίνει και επανεξετάζει περιοδικά τις στρατηγικές και τις πολιτικές για τη διάθεση ανάληψης κινδύνων της Α.Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και για τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τον μετριασμό των κινδύνων στους οποίους βρίσκεται ή μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένη η Α.Ε.Π.Ε.Υ., λαμβανομένων υπόψη του μακροοικονομικού περιβάλλοντος και του οικονομικού κύκλου της επιχείρησης.

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Α.Ε.Π.Ε.Υ. αφιερώνει επαρκή χρόνο για τη διασφάλιση της προσήκουσας συνεκτίμησης των θεμάτων που αναφέρονται στην παρ. 1 και διαθέτει επαρκείς πόρους στη διαχείριση όλων των σημαντικών κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένη η Α.Ε.Π.Ε.Υ.

3. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. εισάγουν διαύλους αναφοράς στο Διοικητικό Συμβούλιο για όλους τους σημαντικούς κινδύνους και όλες τις πολιτικές διαχείρισης κινδύνων, καθώς και για κάθε μεταβολή τους.

4. Όλες οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληρούν τα κριτήρια της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 88, συστήνουν επιτροπή διαχείρισης κινδύνων, αποτελούμενη από μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, που δεν ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες. Τα μέλη της επιτροπής διαχείρισης κινδύνων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο έχουν κατάλληλες γνώσεις, δεξιότητες και εξειδίκευση, ώστε να αντιλαμβάνονται πλήρως, να διαχειρίζονται και να παρακολουθούν τη στρατηγική κινδύνου και τη διάθεση ανάληψης κινδύνων της Α.Ε.Π.Ε.Υ. Τα μέλη της επιτροπής διασφαλίζουν ότι η επιτροπή διαχείρισης κινδύνων συμβουλεύει το Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με τη συνολική τρέχουσα και μελλοντική διάθεση ανάληψης κινδύνων και τη στρατηγική κινδύνου της Α.Ε.Π.Ε.Υ., και βοηθά το Διοικητικό Συμβούλιο στην επίβλεψη της υλοποίησης της εν λόγω στρατηγικής από τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη. Το Διοικητικό Συμβούλιο διατηρεί τη συνολική ευθύνη για τις στρατηγικές και τις πολιτικές κινδύνου της Α.Ε.Π.Ε.Υ.

5. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που δεν ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες και η επιτροπή διαχείρισης κινδύνων του εν λόγω Διοικητικού Συμβουλίου, σε περίπτωση που έχει συσταθεί επιτροπή διαχείρισης κινδύνων, έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες ως προς τους κινδύνους στους οποίους βρίσκεται ή μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένη η Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 85
Αντιμετώπιση κινδύνων (άρθρο 29 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διασφαλίζει ότι οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. διαθέτουν άρτιες στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες και συστήματα για να εντοπίζουν, να μετρούν, να διαχειρίζονται και να παρακολουθούν:

α) Τις σημαντικές πηγές και επιπτώσεις των κινδύνων για τους πελάτες, καθώς και κάθε σημαντικό αντίκτυπο στα ίδια κεφάλαια,

β) τις σημαντικές πηγές και επιπτώσεις των κινδύνων για την αγορά, καθώς και κάθε σημαντικό αντίκτυπο στα ίδια κεφάλαια,

γ) τις σημαντικές πηγές και επιπτώσεις του κινδύνου για τις Α.Ε.Π.Ε.Υ., ιδίως όσες μπορούν να εξαντλήσουν το επίπεδο των διαθέσιμων ιδίων κεφαλαίων,

δ) τον κίνδυνο ρευστότητας για κατάλληλα χρονικά διαστήματα, μεταξύ άλλων εντός της ίδιας ημέρας, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η Α.Ε.Π.Ε.Υ. διατηρεί επαρκές επίπεδο ρευστότητας, μεταξύ άλλων όσον αφορά την αντιμετώπιση των σημαντικών πηγών κινδύνων που αναφέρονται στις περ. α), β) και γ).

Οι στρατηγικές, οι πολιτικές, οι διαδικασίες και τα συστήματα είναι αναλογικά προς την πολυπλοκότητα, το προφίλ κινδύνου και το πεδίο λειτουργίας της Α.Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και το επίπεδο ανοχής κινδύνου που έχει οριστεί από το Διοικητικό Συμβούλιο, απηχούν δε τη σημασία της Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο δραστηριοποιείται επιχειρηματικά.

Για τους σκοπούς του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της περ. α), η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη τον ν. 4514/2018 (Α΄ 14) και την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 1/808/2018 (Β΄ 812) που διέπουν τον διαχωρισμό που εφαρμόζεται στα υπό κατοχή χρήματα πελατών.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της περ. α), οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. εξετάζουν το ενδεχόμενο λήψης ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ως αποτελεσματικού εργαλείου για τη διαχείριση των κινδύνων.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της περ. γ), στις σημαντικές πηγές κινδύνου για την ίδια την Α.Ε.Π.Ε.Υ. περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση, σημαντικές μεταβολές της λογιστικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένων των αξιώσεων επί συνδεδεμένων αντιπροσώπων, της πτώχευσης πελατών ή αντισυμβαλλομένων, των θέσεων σε χρηματοοικονομικά μέσα, ξένα νομίσματα και εμπορεύματα, καθώς και των υποχρεώσεων έναντι συνταξιοδοτικών προγραμμάτων καθορισμένων παροχών.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. λαμβάνουν δεόντως υπόψη κάθε σημαντικό αντίκτυπο επί των ιδίων κεφαλαίων, εφόσον οι κίνδυνοι αυτοί δεν καλύπτονται καταλλήλως από τα ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

2. Εάν οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. τίθενται σε εκκαθάριση ή παύση δραστηριοτήτων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, συνεκτιμώντας τη βιωσιμότητα και τη διατηρησιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων και στρατηγικών τους, τις απαιτήσεις και τους αναγκαίους πόρους που είναι ρεαλιστικοί, ως προς τη χρονική διάρκεια και τη διατήρηση ιδίων κεφαλαίων και ρευστότητας, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εξόδου από την αγορά.

3. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 81, οι περ. α), γ) και δ) της παρ. 1 εφαρμόζονται στις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες.

Άρθρο 86
Πολιτικές αποδοχών (άρθρο 30 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034)

1. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ., κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών αποδοχών τους για κατηγορίες προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων των ανώτερων διοικητικών στελεχών, των προσώπων που αναλαμβάνουν κινδύνους, των μελών του προσωπικού που ασχολούνται με τις λειτουργίες ελέγχου και οποιωνδήποτε εργαζομένων των οποίων οι συνολικές αποδοχές ισούνται τουλάχιστον με τις χαμηλότερες αποδοχές που λαμβάνουν τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ή τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή των στοιχείων ενεργητικού που διαχειρίζεται, συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες αρχές:

α) Η πολιτική αποδοχών είναι σαφώς καταγεγραμμένη και ανάλογη με το μέγεθος, την εσωτερική οργάνωση και τη φύση, καθώς και το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

β) η πολιτική αποδοχών είναι ουδέτερη ως προς το φύλο,

γ) η πολιτική αποδοχών συνάδει με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και την προωθεί,

δ) η πολιτική αποδοχών είναι σύμφωνη με την επιχειρηματική στρατηγική και τους στόχους της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και λαμβάνει επίσης υπόψη τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα των επενδυτικών αποφάσεων που λαμβάνονται,

ε) η πολιτική αποδοχών περιλαμβάνει μέτρα για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων, ενθαρρύνει την υπεύθυνη επιχειρηματική συμπεριφορά και προάγει την επίγνωση των κινδύνων και τη συνετή ανάληψη κινδύνων,

στ) το διοικητικό συμβούλιο της Α.Ε.Π.Ε.Υ. υιοθετεί και αναθεωρεί περιοδικά την πολιτική αποδοχών και έχει τη γενική ευθύνη για την επίβλεψη της εφαρμογής της,

ζ) η εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών υπόκειται, τουλάχιστον ετησίως, σε κεντρικό και ανεξάρτητο εσωτερικό έλεγχο από τις λειτουργίες ελέγχου,

η) τα μέλη του προσωπικού που ασχολούνται με τις λειτουργίες ελέγχου είναι ανεξάρτητα από τις επιχειρηματικές μονάδες τις οποίες εποπτεύουν, έχουν τις κατάλληλες εξουσίες και αμείβονται με βάση την επίτευξη των στόχων που συνδέονται με τις λειτουργίες τους, ανεξαρτήτως των επιδόσεων των επιχειρηματικών τομέων τους οποίους ελέγχουν,

θ) οι αποδοχές των ανωτέρων στελεχών που ασχολούνται με τις λειτουργίες διαχείρισης κινδύνων και συμμόρφωσης εποπτεύονται άμεσα από την επιτροπή αποδοχών του άρθρου 89 ή, εφόσον δεν έχει συσταθεί τέτοια επιτροπή, από το διοικητικό συμβούλιο,

ι) η πολιτική αποδοχών, λαμβάνοντας υπόψη τους εθνικούς κανόνες καθορισμού των μισθών, κάνει σαφή διάκριση μεταξύ των κριτηρίων που εφαρμόζονται για τον καθορισμό των ακόλουθων:

ια) των σταθερών βασικών αποδοχών, που αντανακλούν κυρίως τη συναφή επαγγελματική πείρα και την οργανωτική ευθύνη, όπως ορίζεται στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου ως μέρος των όρων απασχόλησής του,

ιβ) των μεταβλητών αποδοχών, που αντανακλούν βιώσιμες και προσαρμοσμένες στον κίνδυνο επιδόσεις του υπαλλήλου, καθώς και επιδόσεις καθ’ υπέρβαση των προβλεπόμενων στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου,

ιγ) η σταθερή συνιστώσα αντιπροσωπεύει επαρκώς υψηλό ποσοστό των συνολικών αποδοχών, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή μιας πλήρως ευέλικτης πολιτικής ως προς τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας μη καταβολής της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών.

2. Για τους σκοπούς της περ. ια) της παρ. 1 οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. καθορίζουν στις πολιτικές αποδοχών τους τη δέουσα αναλογία μεταξύ της σταθερής και της μεταβλητής συνιστώσας των συνολικών αποδοχών, λαμβάνοντας υπόψη τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και τους συναφείς κινδύνους, καθώς και τον αντίκτυπο που έχουν στο προφίλ κινδύνου της Α.Ε.Π.Ε.Υ. οι διάφορες κατηγορίες προσωπικού που αναφέρεται στην παρ. 1.

3. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. καθορίζουν και εφαρμόζουν τις αρχές της παρ. 1 κατά τρόπο κατάλληλο προς το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και προς τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

Άρθρο 87
Α.Ε.Π.Ε.Υ. που επωφελούνται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη (άρθρο 31 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Όταν μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. επωφελείται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, όπως ορίζεται στην περ. 20) της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α΄ 87):

α) Η εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν καταβάλλει μεταβλητές αποδοχές σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου της,

β) όταν οι μεταβλητές αποδοχές που καταβάλλονται σε προσωπικό πλην των μελών του διοικητικού συμβουλίου δεν συμβιβάζονται με τη διατήρηση στέρεης κεφαλαιακής βάσης στην Α.Ε.Π.Ε.Υ. και με την έγκαιρη έξοδό της από την έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, οι μεταβλητές αποδοχές περιορίζονται σε μέρος των καθαρών εσόδων.

Άρθρο 88
Μεταβλητές αποδοχές (άρθρο 32 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Οι μεταβλητές αποδοχές που χορηγούνται και καταβάλλονται από Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε κατηγορίες προσωπικού αναφερόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 86 είναι σύμφωνες με όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις υπό τους ίδιους όρους με τους τασσόμενους στην παρ. 3 του άρθρου 86:

α) Στην περίπτωση που οι μεταβλητές αποδοχές συνδέονται με τις επιδόσεις, το συνολικό ποσό των μεταβλητών αποδοχών βασίζεται σε ένα συνδυασμό εκτίμησης των επιδόσεων του ατόμου, της σχετικής επιχειρηματικής μονάδας και των συνολικών αποτελεσμάτων της Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

β) κατά την εκτίμηση των ατομικών επιδόσεων, λαμβάνονται υπόψη χρηματοοικονομικά και μη κριτήρια,

γ) η εκτίμηση των επιδόσεων που αναφέρεται στην περ. α) βασίζεται σε πολυετή περίοδο, που λαμβάνει υπόψη τον οικονομικό κύκλο της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και τους επιχειρηματικούς της κινδύνους,

δ) οι μεταβλητές αποδοχές δεν επηρεάζουν την ικανότητα των Α.Ε.Π.Ε.Υ. να διασφαλίζουν στέρεη κεφαλαιακή βάση,

ε) δεν υπάρχουν εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές παρά μόνο για το νέο προσωπικό για το πρώτο μόνο έτος απασχόλησής του και εφόσον η επιχείρηση επενδύσεων διαθέτει ισχυρή κεφαλαιακή βάση,

στ) οι πληρωμές που συνδέονται με την πρόωρη καταγγελία σύμβασης εργασίας αντικατοπτρίζουν τις επιδόσεις που επιτεύχθηκαν από το εκάστοτε πρόσωπο σε βάθος χρόνου και δεν ανταμείβουν την αποτυχία ή τη διάπραξη παραπτωμάτων,

ζ) τα πακέτα αποδοχών που αφορούν αποζημίωση ή εξαγορά από συμβάσεις σε προηγούμενη απασχόληση ευθυγραμμίζονται με το μακροπρόθεσμο συμφέρον της Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

η) η μέτρηση των επιδόσεων που χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό των ομαδοποιημένων συνιστωσών για τις μεταβλητές αποδοχές λαμβάνει υπόψη κάθε είδους τρέχοντες και μελλοντικούς κινδύνους, καθώς και το κόστος του κεφαλαίου και της ρευστότητας που απαιτούνται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033,

θ) η κατανομή της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών εντός της Α.Ε.Π.Ε.Υ. λαμβάνει υπόψη το πλήρες φάσμα των τρεχόντων και μελλοντικών κινδύνων,

ι) τουλάχιστον 50 % των μεταβλητών αποδοχών αποτελείται από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:

ια) μετοχές ή ισοδύναμα δικαιώματα ιδιοκτησίας, ανάλογα με τη νομική δομή της σχετικής Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

ιβ) μέσα που συνδέονται με μετοχές ή ισοδύναμα μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα, ανάλογα με τη νομική δομή της σχετικής Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

ιγ) πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 ή άλλα μέσα τα οποία μπορούν να μετατραπούν

πλήρως σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή να απομειωθούν και τα οποία αντανακλούν δεόντως την πιστωτική ποιότητα της Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε συνθήκες δρώσας οικονομικής κατάστασης,

ιδ) μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα που αντανακλούν τα μέσα των υπό διαχείριση χαρτοφυλακίων,

ια) κατά παρέκκλιση από την περ. ι), όταν μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν εκδίδει κανένα από τα μέσα που αναφέρονται στην εν λόγω περίπτωση, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, με απόφασή της, να εγκρίνει τη χρήση εναλλακτικών ρυθμίσεων που εκπληρώνουν τους ίδιους στόχους,

ιβ) τουλάχιστον ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40 %) των μεταβλητών αποδοχών αναβάλλεται για περίοδο τριών (3) έως πέντε (5) ετών, κατά περίπτωση, ανάλογα με τον οικονομικό κύκλο της Α.Ε.Π.Ε.Υ., τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τους κινδύνους της και τις δραστηριότητες του εν λόγω προσώπου, εκτός από την περίπτωση μεταβλητών αποδοχών ιδιαίτερα υψηλού ποσού, όπου το ποσοστό των μεταβλητών αποδοχών που αναβάλλεται ανέρχεται τουλάχιστον σε ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60 %),

ιγ) ποσοστό έως και εκατό τοις εκατό (100 %) των μεταβλητών αποδοχών συρρικνώνεται, σε περίπτωση υποτονικών ή αρνητικών χρηματοοικονομικών επιδόσεων της επιχείρησης επενδύσεων, μεταξύ άλλων μέσω ρυθμίσεων malus ή ρυθμίσεων περί επιστροφής αμοιβών βάσει κριτηρίων καθοριζόμενων από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που καλύπτουν ειδικότερα καταστάσεις όπου το εν λόγω πρόσωπο:

ιγα) συμμετείχε ή ήταν υπεύθυνο για συμπεριφορά η οποία προξένησε σημαντικές ζημίες στην Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

ιγβ) δεν θεωρείται πλέον ότι πληροί τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους,

ιδ) οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές είναι σύμφωνες με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Α.Ε.Π.Ε.Υ.

2. Για τους σκοπούς της παρ. 1, ισχύουν τα ακόλουθα: α) Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 86 δεν χρησιμοποιούν προσωπικές στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου ή ασφάλιση συνδεδεμένη με αποδοχές ή ευθύνη, για να καταστρατηγούν τις αρχές που αναφέρονται στην παρ. 1,

β) οι μεταβλητές αποδοχές δεν καταβάλλονται μέσω χρηματοδοτικών εταιρειών ειδικού σκοπού ή μεθόδων που διευκολύνουν τη μη συμμόρφωση με τον παρόντα νόμο ή με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.

3. Για τους σκοπούς της περ. ι) της παρ. 1 τα μέσα που αναφέρονται στο εν λόγω στοιχείο υπόκεινται σε ενδεδειγμένη πολιτική διακράτησης, με σκοπό την ευθυγράμμιση των κινήτρων του προσώπου με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Α.Ε.Π.Ε.Υ., των πιστωτών και των πελατών της. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, με απόφασή της, να θέτει περιορισμούς στο είδος και στον σχεδιασμό αυτών των μέσων ή να απαγορεύει τη χρήση ορισμένων μέσων για τους σκοπούς των μεταβλητών αποδοχών.

Για τους σκοπούς της περ. ιβ) της παρ. 1, η αναβολή των μεταβλητών αποδοχών κατοχυρώνεται το πολύ κατ’ αναλογία του χρόνου.

Για τους σκοπούς της περ. ιδ) της παρ. 1, εάν ο υπάλληλος αποχωρήσει από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές διατηρούνται από την επιχείρηση επενδύσεων για διάστημα πέντε (5) ετών, με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στην περ. ι). Στην περίπτωση υπαλλήλου που συμπληρώνει την ηλικία συνταξιοδότησης και συνταξιοδοτείται, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές καταβάλλονται στον υπάλληλο με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στην περ. ι), με την επιφύλαξη πενταετούς περιόδου διακράτησης.

4. Οι περ. ι) και ιβ) της παρ. 1 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 3 δεν εφαρμόζονται σε:

α) Α.Ε.Π.Ε.Υ., όταν η αξία των εντός και εκτός ισολογισμού στοιχείων ενεργητικού της είναι κατά μέσο όρο ίση ή μικρότερη από εκατό (100) εκατομμύρια ευρώ κατά τη διάρκεια της τετραετούς περιόδου που προηγείται άμεσα του δεδομένου οικονομικού έτους,

β) φυσικό πρόσωπο του οποίου οι ετήσιες μεταβλητές αποδοχές δεν υπερβαίνουν το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και δεν αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τέταρτο των συνολικών ετήσιων αποδοχών του εν λόγω προσώπου.

5. Για τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληρούν τα κριτήρια της παρ. 1 του άρθρου 88 εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 52 του Κανονισμού 2020/2033.

6. Κατά παρέκκλιση από την περ. α) της παρ. 4, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, με απόφασή της, να αυξήσει το όριο που αναφέρεται στην εν λόγω περίπτωση υπό την προϋπόθεση ότι η Α.Ε.Π.Ε.Υ. πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α) Δεν συγκαταλέγεται στις τρεις μεγαλύτερες Α.Ε.Π.Ε.Υ. στην Ελλάδα ως προς τη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού,

β) δεν υπόκειται σε υποχρεώσεις ή υπόκειται σε απλουστευμένες υποχρεώσεις όσον αφορά τον σχεδιασμό της ανάκαμψης και της εξυγίανσης σύμφωνα με το εσωτερικό άρθρο 4 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α΄ 87),

γ) ο όγκος των δραστηριοτήτων χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός και εκτός ισολογισμού της ΑΕΠΕΥ είναι ίσος ή μικρότερος από εκατόν πενήντα (150) εκατομμύρια ευρώ,

δ) ο όγκος των δραστηριοτήτων σε παράγωγα εντός και εκτός ισολογισμού της Α.Ε.Π.Ε.Υ. είναι ίσος ή μικρότερος από εκατό (100) εκατομμύρια ευρώ,

ε) το όριο δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) εκατομμύρια ευρώ και

στ) είναι σκόπιμο να αυξηθεί το όριο, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και του πεδίου των δραστηριοτήτων της Α.Ε.Π.Ε.Υ., της εσωτερικής της οργάνωσης και, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκει.

7. Κατά παρέκκλιση από την περ. α) της παρ. 4 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, με απόφασή της, να μειώσει το όριο που αναφέρεται στην εν λόγω περίπτωση, εφόσον αυτό είναι σκόπιμο, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και του πεδίου των δραστηριοτήτων της Α.Ε.Π.Ε.Υ., της εσωτερικής της οργάνωσης και, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκει.

8. Κατά παρέκκλιση από την περ. β) της παρ. 4, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, με απόφασή της, να αποφασίσει ότι τα μέλη του προσωπικού που δικαιούνται ετήσιες μεταβλητές αποδοχές κάτω από το όριο και το μερίδιο που αναφέρονται στην εν λόγω περίπτωση δεν εμπίπτουν στην απαλλαγή που ορίζεται σε αυτό λόγω των ιδιαιτεροτήτων της εθνικής αγοράς όσον αφορά τις πρακτικές αποδοχών ή λόγω της φύσης των αρμοδιοτήτων και της περιγραφής καθηκόντων των εν λόγω μελών του προσωπικού.

Άρθρο 89
Επιτροπή αποδοχών (άρθρο 33 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ που δεν πληρούν τα κριτήρια της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 88, προβαίνουν στη σύσταση επιτροπής αποδοχών. Η εν λόγω επιτροπή αποδοχών χαρακτηρίζεται από ίση εκπροσώπηση των φύλων και εκφέρει αρμοδίως και ανεξαρτήτως γνώμη για τις πολιτικές και τις πρακτικές αποδοχών, καθώς και για τα κίνητρα που δημιουργούνται για τη διαχείριση του κινδύνου, του κεφαλαίου και της ρευστότητας. Η επιτροπή αποδοχών μπορεί να συσταθεί σε επίπεδο ομίλου.

2. Η επιτροπή αποδοχών είναι υπεύθυνη για την προετοιμασία των αποφάσεων σχετικά με τις αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που έχουν επιπτώσεις στους κινδύνους και τη διαχείριση των κινδύνων της σχετικής Α.Ε.Π.Ε.Υ. και που λαμβάνονται από το διοικητικό συμβούλιο. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής αποδοχών είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου που δεν ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες στη σχετική Α.Ε.Π.Ε.Υ. Εάν προβλέπεται εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό όργανο, στην επιτροπή αποδοχών συμπεριλαμβάνεται ένας ή περισσότεροι εκπρόσωποι των εργαζομένων.

3. Κατά την προπαρασκευή των αποφάσεων που αναφέρονται στην παρ. 2, η επιτροπή αποδοχών λαμβάνει υπόψη το δημόσιο συμφέρον και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μετόχων, των επενδυτών και άλλων εμπλεκομένων στην Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 90
Επίβλεψη των πολιτικών αποδοχών (άρθρο 34 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συγκεντρώνει τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με τις περ. γ) και δ) του πρώτου εδαφίου του άρθρου 51 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, καθώς και τις πληροφορίες που παρέχουν οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. σχετικά με το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων, και χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για τη συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών ως προς τις αποδοχές. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει αυτές τις πληροφορίες στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών.

2. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των φυσικών προσώπων ανά Α.Ε.Π.Ε.Υ. με αποδοχές ύψους ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ και άνω ανά οικονομικό έτος, με ανάλυση σε κλιμάκια αμοιβών ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τις αρμοδιότητες των θέσεων απασχόλησης αυτών, τον σχετικό επιχειρηματικό τομέα και τα βασικά στοιχεία του μισθού, των πρόσθετων αμοιβών, των μακροπρόθεσμων επιβραβεύσεων και των συνταξιοδοτικών εισφορών.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατόπιν αιτήματος της, τα στοιχεία για τις συνολικές αποδοχές κάθε μέλους του διοικητικού οργάνου ή ανώτερου διοικητικού στελέχους.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει τις πληροφορίες του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών.

TMHMA 3
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΟΠΤΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Άρθρο 91
Εποπτική εξέταση και αξιολόγηση (άρθρο 36 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξετάζει, στον βαθμό που αρμόζει και απαιτείται, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, το προφίλ κινδύνου και το επιχειρηματικό μοντέλο κάθε Α.Ε.Π.Ε.Υ., τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. για τη συμμόρφωσή τους με τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, και αξιολογεί τα κατωτέρω, όπως κρίνεται σκόπιμο και αρμόζει, με σκοπό την εξασφάλιση της ορθής διαχείρισης και κάλυψης των κινδύνων τους:

α) Τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 85, β) τη γεωγραφική θέση των ανοιγμάτων των Α.Ε.Π.Ε.Υ., γ) το επιχειρηματικό μοντέλο των Α.Ε.Π.Ε.Υ., δ) την εκτίμηση του συστημικού κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου βάσει του άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010 ή των συστάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ),

ε) τους κινδύνους για την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών των Α.Ε.Π.Ε.Υ., με σκοπό την εξασφάλιση της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των διαδικασιών, των δεδομένων και των στοιχείων ενεργητικού τους,

στ) το άνοιγμα των Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε κίνδυνο επιτοκίου που απορρέει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

ζ) το πλαίσιο διακυβέρνησης των Α.Ε.Π.Ε.Υ. και την ικανότητα των μελών του διοικητικού οργάνου να εκτελούν τα καθήκοντά τους.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει δεόντως υπόψη το κατά πόσον οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καθορίζει τη συχνότητα και την ένταση της εξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παρ. 1, συνεκτιμώντας το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των σχετικών Α.Ε.Π.Ε.Υ. και, όπου αρμόζει, τη

συστημική σημασία τους, και λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, και τον ν. 4514/2018 (Α΄ 14) και την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 1/808/2018 που διέπουν τον διαχωρισμό που εφαρμόζεται στα υπό κατοχή χρήματα πελατών.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει, κατά περίπτωση, αν και με ποια μορφή θα διενεργηθούν η εξέταση και η αξιολόγηση όσον αφορά Α.Ε.Π.Ε.Υ. που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες Α.Ε.Π.Ε.Υ. μόνον εφόσον το κρίνει απαραίτητο λόγω του μεγέθους, της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων των εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. Κατά τη διενέργεια της εξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην περ. ζ) της παρ. 1, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει πρόσβαση στα θέματα προς συζήτηση, τα πρακτικά και τα δικαιολογητικά έγγραφα των συνεδριάσεων του διοικητικού οργάνου και των επιτροπών αυτού, καθώς και στα αποτελέσματα της εσωτερικής ή εξωτερικής αξιολόγησης των επιδόσεων του διοικητικού οργάνου της Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 92
Διαρκής εξέταση της άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων (άρθρο 37 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξετάζει τακτικά, και τουλάχιστον κάθε τρία (3) έτη, τη συμμόρφωση των Α.Ε.Π.Ε.Υ. προς τις απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 22 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δίνει ιδιαίτερη προσοχή στις αλλαγές της επιχειρηματικής δραστηριότητας μιας Α.Ε.Π.Ε.Υ. και στην εφαρμογή των εν λόγω εσωτερικών υποδειγμάτων σε νέα προϊόντα, και εξετάζει και εκτιμά κατά πόσον η Α.Ε.Π.Ε.Υ. χρησιμοποιεί άρτια αναπτυγμένες και επικαιροποιημένες τεχνικές και πρακτικές για τα εν λόγω εσωτερικά υποδείγματα. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διασφαλίζει τη διόρθωση σημαντικών ελλείψεων που εντοπίζονται στην κάλυψη κινδύνων από τα εσωτερικά υποδείγματα μιας Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή λαμβάνει μέτρα για τον μετριασμό των επιπτώσεών τους, μεταξύ άλλων επιβάλλοντας κεφαλαιακές προσαυξήσεις ή υψηλότερους πολλαπλασιαστικούς συντελεστές.

2. Εάν, σε εσωτερικά υποδείγματα κινδύνου αγοράς, πληθώρα υπερβάσεων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 366 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, δείχνει ότι τα εσωτερικά υποδείγματα δεν είναι ή δεν είναι πλέον ακριβή, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακαλεί την άδεια χρήσης των εσωτερικών υποδειγμάτων ή επιβάλλει κατάλληλα μέτρα για να διασφαλισθεί ότι τα εσωτερικά υποδείγματα θα βελτιωθούν ταχέως, εντός ορισμένου χρονικού πλαισίου.

3. Αν μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. που έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί εσωτερικά υποδείγματα δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις για την εφαρμογή των εν λόγω εσωτερικών υποδειγμάτων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ζητά από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. είτε να αποδείξει ότι η μη συμμόρφωση έχει ασήμαντη επίπτωση είτε να υποβάλει σχέδιο και να ορίσει προθεσμία για τη συμμόρφωση προς τις εν λόγω απαιτήσεις. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί να γίνουν βελτιώσεις στο σχέδιο που έχει υποβάλει η Α.Ε.Π.Ε.Υ., αν δεν αναμένεται να επιφέρει πλήρη συμμόρφωση ή αν η προθεσμία είναι ακατάλληλη.

Αν η Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν αναμένεται να συμμορφωθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ή δεν έχει αποδείξει ικανοποιητικά ότι η επίπτωση από τη μη συμμόρφωση είναι ασήμαντη, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακαλεί την άδεια χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων ή την περιορίζει στα συμμορφούμενα τμήματα ή στα τμήματα στα οποία η συμμόρφωση είναι εφικτή εντός κατάλληλης προθεσμίας.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να λαμβάνει υπόψη αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών σχετικά με τα εσωτερικά υποδείγματα των διαφόρων επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται παρόμοιοι κίνδυνοι ή ανοίγματα από επιχειρήσεις επενδύσεων που χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα, καθώς και κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ για την εξέταση που αναφέρεται στην παρ. 1.

TMHMA 4
ΕΠΟΠΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

Άρθρο 93
Εποπτικά μέτρα (άρθρο 38 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να λαμβάνουν, σε πρώιμο στάδιο, τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπίσουν τα ακόλουθα προβλήματα:

α) Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

β) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει στοιχεία ότι μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. ενδέχεται να παραβεί τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 εντός των επόμενων δώδεκα (12) μηνών.

Άρθρο 94
Εποπτικές εξουσίες (άρθρο 39 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει τις απαραίτητες εποπτικές εξουσίες για να παρεμβαίνει, κατά την άσκηση των λειτουργιών της, στις δραστηριότητες των Α.Ε.Π.Ε.Υ. με αποτελεσματικό και αναλογικό τρόπο.

2. Για τους σκοπούς του άρθρου 91, της παρ. 3 του άρθρου 92 και του άρθρου 93 του παρόντος νόμου, καθώς και της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει τις ακόλουθες εξουσίες:

α) Nα απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να διαθέτουν ίδια κεφάλαια επιπλέον των απαιτήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 95 του παρόντος, ή να αναπροσαρμόζουν τα ίδια κεφάλαια και τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που απαιτούνται σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

β) να απαιτεί την ενίσχυση των ρυθμίσεων, διαδικασιών, μηχανισμών και στρατηγικών που έχουν τεθεί σε εφαρμογή σύμφωνα με τα άρθρα 80 και 82 του παρόντος,

γ) να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να καταθέτουν, εντός ενός έτους, σχέδιο αποκατάστασης της συμμόρφωσης προς τις εποπτικές απαιτήσεις βάσει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, να ορίζουν προθεσμία για την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου και να απαιτούν βελτιώσεις του σχεδίου αυτού όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την προθεσμία,

δ) να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να εφαρμόζουν ειδική πολιτική προβλέψεων ή μεταχείριση των στοιχείων του ενεργητικού από την άποψη των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων,

ε) να θέτει περιορισμούς ή όρια στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, τις ενέργειες ή το δίκτυο των Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή να ζητά την αφαίρεση δραστηριοτήτων που ενέχουν υπερβολικό κίνδυνο για τη χρηματοοικονομική ευρωστία μιας Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

στ) να απαιτεί τη μείωση του κινδύνου τον οποίο ενέχουν οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα συστήματα των Α.Ε.Π.Ε.Υ., συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που ανατίθενται σε τρίτους,

ζ) να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να περιορίζουν τις μεταβλητές αποδοχές ως ποσοστό των καθαρών εσόδων, όταν οι αποδοχές αυτές δεν συνάδουν με τη διατήρηση στέρεης κεφαλαιακής βάσης,

η) να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να χρησιμοποιούν τα καθαρά κέρδη για την ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων,

θ) να περιορίζει ή να απαγορεύει τη διανομή κερδών ή την καταβολή τόκων από μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. στους μετόχους, στα μέλη ή στους κατόχους πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1, εφόσον ο εν λόγω περιορισμός ή η απαγόρευση δεν συνιστά γεγονός αθέτησης υποχρέωσης της Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

ι) να επιβάλλει απαιτήσεις υποβολής πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών από αυτές που καθορίζονται στον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, συμπεριλαμβανομένων των αναφορών για την κεφαλαιακή και την ταμειακή κατάσταση,

ια) να επιβάλλει συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας σύμφωνα με το άρθρο 97 του παρόντος,

ιβ) να απαιτεί τη δημοσιοποίηση πρόσθετων πληροφοριών,

ιγ) να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να μειώσουν τους κινδύνους για την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών των Α.Ε.Π.Ε.Υ., με σκοπό την εξασφάλιση της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των διαδικασιών, των δεδομένων και των στοιχείων ενεργητικού τους.

3. Για τους σκοπούς της περ. ι) της παρ. 2, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλλει στις ΑΕΠΕΥ απαιτήσεις υποβολής πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών μόνο εφόσον δεν υπάρχει αλληλοεπικάλυψη όσον αφορά τις προς αναφορά πληροφορίες και πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Ισχύει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στις περ. α) και β) του άρθρου 93,

β) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θεωρεί αναγκαία τη συλλογή των στοιχείων που αναφέρονται στην περ. β) του άρθρου 93,

γ) οι πρόσθετες πληροφορίες απαιτούνται για τον σκοπό της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης και αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 93.

Αλληλοεπικάλυψη των πληροφοριών θεωρείται ότι συντρέχει όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει ήδη τις ίδιες ή ουσιαστικά τις ίδιες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες μπορούν να παραχθούν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή όταν μπορούν να αποκτηθούν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με άλλα μέσα εκτός της υποχρέωσης υποβολής τους από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν απαιτεί πρόσθετες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες είναι στη διάθεσή της σε διαφορετικό μορφότυπο ή βαθμό λεπτομέρειας από τις πρόσθετες προς αναφορά πληροφορίες, και ο εν λόγω διαφορετικός μορφότυπος ή βαθμός λεπτομέρειας δεν την εμποδίζει να παραγάγει ουσιαστικά παρόμοιες πληροφορίες.

Άρθρο 95
Απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων (άρθρο 40 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει την απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94 μόνο εάν, βάσει της εξέτασης που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 91 και 92, διαπιστώνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις σε σχέση με μια Α.Ε.Π.Ε.Υ.:

α) Η Α.Ε.Π.Ε.Υ. είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων ή ενέχει κινδύνους για τρίτους που είναι σημαντικοί και δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την κεφαλαιακή απαίτηση και ιδίως τις απαιτήσεις των παραγόντων Κ, όπως καθορίζονται στο τρίτο ή το τέταρτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

β) η Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 80 και 82 και η εφαρμογή άλλων εποπτικών μέτρων δεν είναι πιθανό να βελτιώσει επαρκώς, εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου, τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες, τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές,

γ) οι προσαρμογές σε σχέση με τη συνετή αποτίμηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών δεν επαρκούν για να μπορέσει η Α.Ε.Π.Ε.Υ. να πωλήσει ή να αντισταθμίσει τις θέσεις της σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς σημαντικές ζημίες, υπό κανονικές συνθήκες αγοράς,

δ) από την εξέταση που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 92 προκύπτει ότι η μη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για την εφαρμογή των επιτρεπόμενων εσωτερικών υποδειγμάτων ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεπαρκή επίπεδα κεφαλαίου,

ε) η Α.Ε.Π.Ε.Υ. επανειλημμένως δεν δημιουργεί ή δεν διατηρεί επαρκές επίπεδο πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων, όπως ορίζεται στο άρθρο 96.

2. Για τους σκοπούς της περ. α) της παρ. 1 του παρόντος, οι κίνδυνοι ή τα στοιχεία κινδύνων θεωρείται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο τρίτο και το τέταρτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο όταν τα ποσά, τα είδη και η κατανομή των κεφαλαίων που θεωρούνται κατάλληλα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μετά τον εποπτικό έλεγχο της εκτίμησης που διενεργούν οι Α.Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 80 του παρόντος, είναι υψηλότερα από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων της Α.Ε.Π.Ε.Υ. που καθορίζεται στο τρίτο ή το τέταρτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, τα κεφάλαια που θεωρούνται κατάλληλα μπορούν να περιλαμβάνουν κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων που εξαιρούνται ρητά από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται στο τρίτο ή το τέταρτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προσδιορίζει το επίπεδο των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται βάσει της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94 ως τη διαφορά μεταξύ των κεφαλαίων που θεωρούνται κατάλληλα βάσει της παρ. 2 του παρόντος και της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται στο τρίτο ή το τέταρτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/ 2033.

4. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να πληρούν την απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94 με ίδια κεφάλαια, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Τουλάχιστον τα τρία τέταρτα (3/4) της απαίτησης πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων καλύπτονται με κεφάλαιο της κατηγορίας 1,

β) τουλάχιστον τα τρία τέταρτα (3/4) του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 αποτελούνται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

γ) τα εν λόγω ίδια κεφάλαια δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη καμίας από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στις περ. α), β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τεκμηριώνει εγγράφως την απόφασή της να επιβάλει απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94 περιγράφοντας με σαφήνεια την πλήρη εκτίμηση των περιπτώσεων που αναφέρονται στις παρ. 1 έως 4 του παρόντος. Ειδικά για την περ. δ) της παρ. 1, αυτό περιλαμβάνει ειδική έκθεση των λόγων για τους οποίους δεν θεωρείται πλέον επαρκές το επίπεδο κεφαλαίου που έχει καθοριστεί σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 96.

6. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλλει απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τις παρ. 1 έως και 5 σε Α.Ε.Π.Ε.Υ. που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες Α.Ε.Π.Ε.Υ. βάσει εκτίμησης κατά περίπτωση και όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το κρίνει δικαιολογημένο.

Άρθρο 96
Καθοδήγηση ως προς τα πρόσθετα ίδια Κεφάλαια (άρθρο 41 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και ανάλογα με το μέγεθος, τη συστημική σημασία, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες Α.Ε.Π.Ε.Υ., η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να απαιτεί από τις εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. να έχουν επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που, βάσει του άρθρου 80, είναι επαρκώς υψηλότερο από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο τρίτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 και στον παρόντα νόμο, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι κυκλικές οικονομικές διακυμάνσεις δεν οδηγούν σε παράβαση των εν λόγω απαιτήσεων ούτε απειλούν την ικανότητα της Α.Ε.Π.Ε.Υ. να προχωρήσει σε εκκαθάριση ή παύση δραστηριοτήτων με συντεταγμένο τρόπο.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επανεξετάζει, όπου αρμόζει, το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται από κάθε Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη Α.Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος και, κατά περίπτωση, γνωστοποιεί τα αποτελέσματα της εν λόγω επανεξέτασης στη σχετική Α.Ε.Π.Ε.Υ., περιλαμβανομένης κάθε προσδοκίας για την προσαρμογή του επιπέδου των ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος. Η γνωστοποίηση αυτή περιλαμβάνει την ημερομηνία έως την οποία η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί να ολοκληρωθεί η προσαρμογή.

Άρθρο 97
Συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας (άρθρο 42 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει τις συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας που αναφέρονται στην περ. ια) της παρ. 2 του άρθρου 94 μόνο εφόσον, βάσει της εξέτασης που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 91 και 92, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή που πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, αλλά δεν έχει απαλλαγεί από την απαίτηση ρευστότητας κατά την παρ. 1 του άρθρου 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 βρίσκεται σε μία από τις ακόλουθες καταστάσεις:

α) Είναι εκτεθειμένη σε κίνδυνο ρευστότητας ή σε στοιχεία κινδύνου ρευστότητας που είναι σημαντικά και δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την απαίτηση ρευστότητας που καθορίζεται στο πέμπτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

β) δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 80 και 82 του παρόντος και η εφαρμογή άλλων διοικητικών μέτρων δεν είναι πιθανό να βελτιώσει επαρκώς, εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου, τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες, τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές.

2. Για τους σκοπούς της περ. α) της παρ. 1, ο κίνδυνος ρευστότητας ή τα στοιχεία κινδύνου ρευστότητας θεωρείται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την απαίτηση ρευστότητας που καθορίζεται στο πέμπτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο όταν τα ποσά και τα είδη της ρευστότητας που θεωρούνται κατάλληλα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μετά τον εποπτικό έλεγχο της εκτίμησης που διενεργούν οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 80 είναι υψηλότερα από την απαίτηση ρευστότητας της Α.Ε.Π.Ε.Υ. που καθορίζεται στο πέμπτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προσδιορίζει το επίπεδο της συγκεκριμένης ρευστότητας που απαιτείται βάσει της περ. ια) της παρ. 2 του άρθρου 94 ως τη διαφορά μεταξύ της ρευστότητας που θεωρείται κατάλληλη βάσει της παρ. 2 του παρόντος και της απαίτησης ρευστότητας που καθορίζεται στο πέμπτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

4. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να πληρούν την ειδική απαίτηση ρευστότητας που αναφέρεται στην περ. ια) της παρ. 2 του άρθρου 94 με ρευστά στοιχεία ενεργητικού. όπως ορίζεται στο άρθρο 42 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τεκμηριώνει εγγράφως την απόφασή της να επιβάλει συγκεκριμένη απαίτηση ρευστότητας που αναφέρεται στην περ. ια) της παρ. 2 του άρθρου 94, περιγράφοντας με σαφήνεια την πλήρη εκτίμηση των στοιχείων που αναφέρονται στις παρ. 1 έως και 3 του παρόντος.

Άρθρο 98
Συνεργασία με τις αρχές εξυγίανσης (άρθρο 43 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί στις σχετικές αρχές εξυγίανσης οποιαδήποτε απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλεται βάσει της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94 για Α.Ε.Π.Ε.Υ. που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4335/2015 (Α΄ 87) και σχετικά με κάθε προσδοκία για προσαρμογή, όπως αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 96, σε σχέση με την εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 99
Απαιτήσεις δημοσίευσης (άρθρο 44 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει την εξουσία:

α) Να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες Α.Ε.Π.Ε.Υ. και από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 46 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 να δημοσιεύουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 46 του εν λόγω Κανονισμού συχνότερα από μία φορά ετησίως και να θέτουν προθεσμίες για τη δημοσίευση αυτή,

β) να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες Α.Ε.Π.Ε.Υ. και τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 46 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 να χρησιμοποιούν ειδικά μέσα και τοποθεσίες, ιδίως τους δικτυακούς τόπους των Α.Ε.Π.Ε.Υ., για δημοσιεύσεις εκτός των οικονομικών καταστάσεων,

γ) να απαιτεί από τις μητρικές επιχειρήσεις να δημοσιεύουν σε ετήσια βάση, είτε ως πλήρες κείμενο ή με αναφορές σε αντίστοιχα στοιχεία, μια περιγραφή της νομικής δομής και διακυβέρνησης και της οργανωτικής δομής του ομίλου Α.Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 82 του παρόντος και το άρθρο 10 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14).

Άρθρο 100
Υποχρέωση ενημέρωσης της ΕΑΤ (άρθρο 45 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών σχετικά με:

α) Τη διαδικασία εξέτασης και αξιολόγησης του άρθρου 91,

β) τη μεθοδολογία που ακολουθεί για τη λήψη των αποφάσεων που αναφέρονται στα άρθρα 94, 95 και 96,

γ) το επίπεδο των διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα με το άρθρο 74.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), εφόσον της ζητηθούν, πρόσθετες πληροφορίες, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 45 της Οδηγίας 2019/2034.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

TMHMA 1
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΣΕ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΒΑΣΗ ΚΑΙ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΜΕ ΤΗ ΔΟΚΙΜΗ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΟΜΙΛΟΥ

Άρθρο 101
Καθορισμός της αρχής εποπτείας του ομίλου (άρθρο 46 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Όταν επικεφαλής του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων είναι μητρική Α.Ε.Π.Ε.Υ., η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Όταν μία Α.Ε.Π.Ε.Υ. είναι μέλος ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων του οποίου επικεφαλής είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων.

2. Όταν η μητρική επιχείρηση μιας Α.Ε.Π.Ε.Υ. είναι μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

3. Στην περίπτωση κατά την οποία μία ή περισσότερες Α.Ε.Π.Ε.Υ. και μία ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο ή άλλα κράτη μέλη έχουν την ίδια μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ελλάδα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Εάν η μητρική επενδυτική εταιρείας συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ομίλου με θυγατρική μία ή περισσότερες Α.Ε.Π.Ε.Υ. είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.

4. Όταν πρόκειται για μητρικές επιχειρήσεις δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, οι οποίες περιλαμβάνουν περισσότερες της μίας επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών με κεντρικά γραφεία σε διαφορετικά κράτη μέλη και εφόσον υπάρχει επιχείρηση επενδύσεων σε καθένα από τα εν λόγω κράτη μέλη, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού. Όταν η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο του ισολογισμού είναι Α.Ε.Π.Ε.Υ., αρμόδια αρχή για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή για την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

5. Όταν δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση και έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ και όταν καμία από τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων δεν έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο συστάθηκε η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού. Όταν η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο του ισολογισμού είναι Α.Ε.Π.Ε.Υ., αρμόδια αρχή για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή για την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

6. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κοινή συναινέσει με τις λοιπές αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων, δύναται να παρεκκλίνει από τα κριτήρια που αναφέρονται στις παρ. 3, 4 και 5, σε περίπτωση που η εφαρμογή τους δεν ενδείκνυται για την αποτελεσματική εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύσεων και τη σπουδαιότητα των δραστηριοτήτων τους στα οικεία κράτη μέλη, και να αναθέσει σε διαφορετική αρμόδια αρχή την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση ή εποπτείας της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου. Στις εν λόγω περιπτώσεις, προτού λάβει οποιαδήποτε τέτοια απόφαση, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει στη μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή την ΕΕ ή στη μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή την ΕΕ ή στην Α.Ε.Π.Ε.Υ. με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, κατά περίπτωση, τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη σχετικά με την εν λόγω σκοπούμενη απόφαση. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών κάθε τέτοια απόφαση.

Άρθρο 102
Απαιτούμενες πληροφορίες σ ε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (άρθρο 47 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης που περιγράφεται στο άρθρο 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010 ή αρνητικών εξελίξεων σε χρηματοοικονομικές αγορές, που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου Α.Ε.Π.Ε.Υ. έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εφόσον είναι αρχή εποπτείας του ομίλου, βάσει του άρθρου 101, ειδοποιεί, σύμφωνα με τα άρθρα 71 έως και 73, το συντομότερο δυνατό, την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου και οποιαδήποτε σχετική αρμόδια αρχή και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των εργασιών τους.

Άρθρο 103
Σώματα εποπτών (άρθρο 48 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι αρχή εποπτείας του ομίλου που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 101, εφόσον ενδείκνυται, συστήνει σώματα εποπτών, ώστε να διευκολύνεται η άσκηση των καθηκόντων του παρόντος άρθρου και να εξασφαλίζονται ο συντονισμός και η συνεργασία με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, ιδίως όταν αυτό απαιτείται για τους σκοπούς της εφαρμογής της περ. γ) του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρου 23 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033 για την ανταλλαγή και την ενημέρωση των συναφών πληροφοριών σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου με τις εποπτικές αρχές των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

2. Τα σώματα εποπτών παρέχουν ένα πλαίσιο για την αρχή εποπτείας του ομίλου, την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και τις άλλες αρμόδιες αρχές, για την εκτέλεση των κάτωθι εργασιών:

α) Των εργασιών που αναφέρονται στο άρθρο 102, β) του συντονισμού των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, όταν αυτός απαιτείται για τη διευκόλυνση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033,

γ) του συντονισμού των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, όταν διάφορες αρμόδιες αρχές επιχειρήσεων επενδύσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο πρέπει να ζητούν είτε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του εκκαθαριστικού μέλους είτε από την αρμόδια αρχή του αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλόμενου πληροφορίες σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου και τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης περιθωρίου ασφαλείας των σχετικών επιχειρήσεων επενδύσεων,

δ) της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ όλων των αρμόδιων αρχών και με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010, καθώς και με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 1095/2010,

ε) της επίτευξης συμφωνίας σχετικά με την εκούσια ανάθεση εργασιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμόδιων αρχών, κατά περίπτωση,

στ) της αύξησης της αποτελεσματικότητας της εποπτείας, με σκοπό την αποφυγή της περιττής επικάλυψης των εποπτικών απαιτήσεων.

3. Κατά περίπτωση, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή εποπτείας ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 101, μπορεί να συστήνει σώματα εποπτών επίσης όταν οι θυγατρικές ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής Α.Ε.Π.Ε.Υ., μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ελλάδα βρίσκονται σε τρίτη χώρα.

4. Οι ακόλουθες αρχές κατέχουν θέση μέλους στο σώμα εποπτών:

α) Οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία θυγατρικών ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ,

β) εφόσον συντρέχει λόγος, εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 71, 72 και 73.

5. Η αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 101, προεδρεύει στις συνεδριάσεις του σώματος εποπτών και εκδίδει αποφάσεις. Η εν λόγω αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει εκ των προτέρων και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με τη διοργάνωση αυτών των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις δραστηριότητες προς εξέταση. Επίσης, η αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις ή τα μέτρα που εφαρμόζονται.

Κατά τη λήψη αποφάσεων, η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει υπόψη τη σημασία της εποπτικής δραστηριότητας που προγραμματίζεται ή συντονίζεται από τις αρχές που αναφέρονται στην παρ. 4. Η σύσταση και η λειτουργία των σωμάτων εποπτών επισημοποιούνται με γραπτές ρυθμίσεις.

6. Σε περίπτωση διαφωνίας, με απόφαση που λαμβάνει η αρχή εποπτείας του ομίλου σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και να ζητήσει τη συνδρομή της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010.

Άρθρο 104
Απαιτήσεις συνεργασίας (άρθρο 49 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρχή εποπτείας του ομίλου, και οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 103, ανταλλάσσουν όλες τις σχετικές πληροφορίες που απαιτούνται, μεταξύ άλλων για τα εξής:

α) Τον προσδιορισμό της νομικής δομής και της δομής διακυβέρνησης του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, περιλαμβανομένης της οργανωτικής δομής του, που καλύπτουν όλες τις ρυθμιζόμενες και μη ρυθμιζόμενες οντότητες, τις μη ρυθμιζόμενες θυγατρικές και τις μητρικές επιχειρήσεις, καθώς και των αρμόδιων αρχών των ρυθμιζόμενων οντοτήτων του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων,

β) τις διαδικασίες συλλογής πληροφοριών από τις επιχειρήσεις επενδύσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων και τις διαδικασίες εξακρίβωσης αυτών των πληροφοριών,

γ) οποιεσδήποτε αρνητικές εξελίξεις σε επιχειρήσεις επενδύσεων ή άλλες οντότητες ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων που δύνανται να επηρεάσουν σοβαρά τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων,

δ) οποιεσδήποτε σημαντικές κυρώσεις και έκτακτα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις των χωρών τους για τη μεταφορά της Οδηγίας 2019/2034,

ε) την επιβολή ειδικής απαίτησης ιδίων κεφαλαίων βάσει του άρθρου 94 του παρόντος νόμου και του άρθρου 39 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είτε ως αρμόδια αρχή είτε ως η αρχή εποπτείας του ομίλου, μπορεί να απευθύνεται στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010, όταν δεν έχουν διαβιβαστεί οι σχετικές πληροφορίες βάσει της παρ. 1 χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή όταν ένα αίτημα συνεργασίας, ιδίως για την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών, έχει απορριφθεί ή δεν έχει απαντηθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προτού λάβει απόφαση, η οποία μπορεί να είναι σημαντική για τα εποπτικά καθήκοντα άλλων αρμόδιων αρχών, διαβουλεύεται μαζί τους όσον αφορά στα ακόλουθα:

α) Μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διαχειριστική διάρθρωση των επιχειρήσεων επενδύσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, που απαιτούν την έγκριση ή την άδεια των αρμόδιων αρχών,

β) σημαντικές κυρώσεις που επιβάλλουν οι αρμόδιες αρχές στις επιχειρήσεις επενδύσεων ή οποιαδήποτε άλλα έκτακτα μέτρα που λαμβάνουν οι εν λόγω αρχές και

γ) ειδικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 94.

4. Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πρόκειται να επιβάλει σημαντικές κυρώσεις ή να λάβει άλλα έκτακτα μέτρα, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 3, ζητά τη γνώμη της αρχής εποπτείας του ομίλου.

5. Κατά παρέκκλιση από την παρ. 3, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν υποχρεούται να διαβουλευθεί με άλλες αρμόδιες αρχές, σε επείγουσες περιπτώσεις ή σε περιπτώσεις που μια τέτοια διαβούλευση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της απόφασής της. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει, αμελλητί, τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές σχετικά με την εν λόγω απόφαση περί μη διαβούλευσης.

Άρθρο 105
Εξακρίβωση πληροφοριών σχετικά με οντότητες εγκατεστημένες στην Ελλάδα (άρθρο 50 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Όταν αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους χρειάζεται να εξακριβώσει πληροφορίες σχετικά με Α.Ε.Π.Ε.Υ., επιχειρήσεις επενδύσεων, επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μικτές εταιρείες συμμετοχών ή θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων θυγατρικών που είναι ασφαλιστικές εταιρείες και υποβάλλει αίτημα προς τούτο, η εξακρίβωση αυτή πραγματοποιείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με την παρ. 2.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν λαμβάνει αίτημα σύμφωνα με την παρ. 1, προβαίνει σε οποιοδήποτε από τα εξής:

α) Διενεργεί η ίδια την εξακρίβωση στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της,

β) επιτρέπει στην αρμόδια αρχή που υπέβαλε το αίτημα να διενεργήσει εκείνη την εξακρίβωση,

γ) ζητά από ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα να διενεργήσει την εξακρίβωση αμερόληπτα και να γνωστοποιήσει τα αποτελέσματα ταχέως.

Για τους σκοπούς των περ. α) και γ), η αρμόδια αρχή που υπέβαλε το αίτημα επιτρέπεται να συμμετέχει στην εξακρίβωση.

3. Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χρειάζεται να εξακριβώσει πληροφορίες σχετικά με επιχειρήσεις επενδύσεων, επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μικτές εταιρείες συμμετοχών ή θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων θυγατρικών που είναι ασφαλιστικές εταιρείες, υποβάλλει αίτημα προς τούτο στη σχετική αρμόδια αρχή του εν λόγω άλλου κράτους μέλους.

TMHMA 2
ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ, ΜΙΚΤΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΜΙΚΤΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ

Άρθρο 106
Ένταξη εταιρειών συμμετοχών στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου (άρθρο 51 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Οι επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών υπάγονται στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου.

Άρθρο 107
Επάρκεια διευθυντικών στελεχών (άρθρο 52 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Τα μέλη του διοικητικού οργάνου μιας επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών οφείλουν να έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία γνώση, ικανότητες και πείρα, για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού ρόλου μιας επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.

Άρθρο 108
Μικτές εταιρείες συμμετοχών (άρθρο 53 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Όταν μητρική επιχείρηση μιας ΑΕΠΕΥ είναι μικτή εταιρεία συμμετοχών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται:

α) Να απαιτεί από τη μικτή εταιρεία συμμετοχών την ανακοίνωση κάθε χρήσιμης πληροφορίας για την εποπτεία της εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

β) να ασκεί εποπτεία στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων και της μικτής εταιρείας συμμετοχών και των θυγατρικών της τελευταίας και να απαιτεί από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. να διαθέτει κατάλληλες διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανόμενων των ορθών διαδικασιών υποβολής στοιχείων και λογιστικής, για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση και τον έλεγχο αυτών των συναλλαγών.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να προβαίνει η ίδια ή να αναθέτει σε εξωτερικούς ελεγκτές την επιτόπια επιθεώρηση για την εξακρίβωση των πληροφοριών που απέστειλαν οι μικτές εταιρείες συμμετοχών και οι θυγατρικές τους.

Άρθρο 109
Κυρώσεις (άρθρο 54 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις ή διοικητικά μέτρα, σύμφωνα με τα άρθρα 74 έως και 79 του παρόντος, που στοχεύουν στην παύση ή στον περιορισμό παραβάσεων του παρόντος κεφαλαίου, του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 σε επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μικτές εταιρείες συμμετοχών, ή στα υπεύθυνα διευθυντικά στελέχη τους.

Άρθρο 110
Εκτίμηση της εποπτείας τρίτης χώρας και άλλες εποπτικές τεχνικές (άρθρο 55 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Όταν δύο ή περισσότερες Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι θυγατρικές της ίδιας μητρικής επιχείρησης, η οποία εδρεύει σε τρίτη χώρα, δεν υπόκεινται σε αποτελεσματική εποπτεία σε επίπεδο ομίλου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εκτιμά κατά πόσον οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται σε εποπτεία από την εποπτική αρχή της τρίτης χώρας, ισοδύναμη προς την εποπτεία που προβλέπεται στον παρόντα νόμο και στο πρώτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

2. Όταν από την εκτίμηση της παρ. 1 του παρόντος προκύπτει ότι δεν υφίσταται ισοδύναμη εποπτεία, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να εφαρμόσει τις κατάλληλες εποπτικές τεχνικές που επιτυγχάνουν τους εποπτικούς στόχους σύμφωνα με το άρθρο 7 ή το άρθρο 8 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033. Οι εν λόγω εποπτικές τεχνικές συμφωνούνται από την αρμόδια αρχή που θα ήταν η αρχή εποπτείας του ομίλου, αν η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην ΕΕ, έπειτα από διαβούλευση με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Οποιαδήποτε μέτρα λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα κοινοποιούνται στις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

3. Η αρμόδια αρχή που θα ήταν η αρχή εποπτείας του ομίλου, αν η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην ΕΕ, μπορεί, ιδίως, να απαιτεί τη σύσταση επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών στην ΕΕ και να εφαρμόζει το άρθρο 7 ή το άρθρο 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 στην εν λόγω επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.

ΤΙΤΛΟΣ V
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Άρθρο 111
Απαιτήσεις δημοσίευσης (άρθρο 57 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιεύει όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) Τα κείμενα νόμων, κανονισμών, διοικητικών πράξεων και εγκυκλίων που εκδίδονται βάσει του παρόντος και της Οδηγίας 2019/2034,

β) τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων και των διακριτικών ευχερειών που παρέχει ο παρόν και ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033,

γ) τα γενικά κριτήρια και τις μεθόδους που χρησιμοποιεί για τον εποπτικό έλεγχο και την αξιολόγηση που αναφέρονται στο άρθρο 91 του παρόντος,

δ) συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία περί των βασικών σημείων της εφαρμογής του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων του αριθμού και της φύσης των εποπτικών μέτρων που λήφθηκαν, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94 του παρόντος, και των διοικητικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 74 του παρόντος.

2. Οι δημοσιευόμενες πληροφορίες σύμφωνα με την παρ. 1 πρέπει να είναι επαρκώς λεπτομερείς και ακριβείς για την αξιόπιστη σύγκριση της εφαρμογής των περ. β), γ) και δ) της παρ. 1 από τις αρμόδιες αρχές των διαφόρων κρατών μελών.

3. Η δημοσίευση πληροφοριών πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κοινό μορφότυπο της παρ. 4 του άρθρου 57 της Οδηγίας 2034/2019/ΕΕ, μέσω μιας και μόνης ηλεκτρονικής τοποθεσίας, προσβάσιμης στο κοινό, η οποία ενημερώνεται τακτικά.

ΤΙΤΛΟΣ VI
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ 2019/2034/ΕΕ

Άρθρο 112
Ορισμός τομεακών κανόνων Τροποποίηση του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (άρθρο 59 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 3455/2006 (Α΄84) αντικαθίσταται ως εξής:

«7) «Τομεακοί κανόνες»: οι νομικές πράξεις της Ένωσης σχετικά με την προληπτική εποπτεία των ρυθμιζόμενων οντοτήτων, ιδίως οι Κανονισμοί του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EΕ) 575/2013 και (ΕΕ) 2019/2033 και οι ν. 4364/2016 (Α΄13), 4261/2014 (Α΄107) και 4514/2018 (Α΄14), με τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσες κανονιστικές αποφάσεις μέσω των οποίων έχουν ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο οι Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2009/138/EΚ, 2013/36/EΕ, 2014/65/EΕ και (ΕΕ) 2019/2034.

Άρθρο 113
Ελάχιστα ίδια κεφάλαια Α.Ε.Δ.Α.Κ. Τροποποίηση του άρθρου 13 του ν. 4099/2012 (άρθρο 60 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), ως προς τα ελάχιστα ίδια κεφάλαια της Ανώνυμης Εταιρείας Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ), αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Σε κάθε περίπτωση, τα ίδια κεφάλαια της ΑΕΔΑΚ δεν πρέπει να υπολείπονται του ποσού που προβλέπεται στο άρθρο 13 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.».

Άρθρο 114
Ελάχιστα ίδια κεφάλαια Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. Τροποποίηση του άρθρου 9 του ν. 4209/2013 (άρθρο 61 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 4209/2013 (Α΄253), ως προς τα ελάχιστα ίδια κεφάλαια της Ανώνυμης Εταιρείας Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (ΑΕΔΟΕΕ), αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Ανεξαρτήτως της παρ. 4, τα ίδια κεφάλαια της ΑΕΔΟΕΕ δεν πρέπει να υπολείπονται του ποσού που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κανονισμού (EΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.».

Άρθρο 115
Αντικατάσταση τίτλου του ν. 4261/2014 (παρ. 1 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Ο τίτλος του ν. 4261/2014 (Α΄107) αντικαθίσταται ως εξής:

«Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις.».

Άρθρο 116
Αντικατάσταση τίτλου του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 4261/2014
Ο τίτλος του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 4261/2014 (Α΄107) αντικαθίσταται ως εξής:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ».

Άρθρο 117
Αντικείμενο Σκοπός Αντικατάσταση του άρθρου 1 του ν. 4261/2014 (παρ. 2 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
H παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4261/2014 (Α΄107), περί αντικειμένου του νόμου, αντικαθίσταται και το άρθρο 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 1 Αντικείμενο Σκοπός (άρθρο 1 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. Με τα άρθρα 1 έως και 166 του νόμου αυτού σκοπείται η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ ΕΚ» (ΕΕ L 176).

2. Ειδικότερα, θεσπίζονται κανόνες σχετικά με:

α) την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων,

β) τις εποπτικές εξουσίες και τα εργαλεία για την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές,

γ) την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 575/2013,

δ) τις απαιτήσεις δημοσίευσης για τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά την προληπτική ρύθμιση και εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.».

Άρθρο 118
Πεδίο εφαρμογής Τροποποίηση του άρθρου 2 του ν. 4261/2014 (παρ. 3 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Στο άρθρο 2 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), α) καταργούνται οι παρ. 2, 3 και η περ. α) της παρ. 5, β) η παρ. 6 τροποποιείται, προκειμένου να προσαρμοσθεί στην κατάργηση της περ. α) της παρ. 5, και το άρθρο 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 2 Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. Οι διατάξεις των άρθρων 1-166 εφαρμόζονται σε ιδρύματα κατά την έννοια της περ. 3 της παρ. 1 του άρθρου 3.

2. [Καταργείται]

3. [Καταργείται]

4. Τα άρθρα 41,42 και 104 έως 120 εφαρμόζονται στις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, στις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και στις μικτές εταιρείες συμμετοχών που έχουν την έδρα τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

5. Οι διατάξεις του παρόντος δεν έχουν εφαρμογή ως προς:

α) [Καταργείται]

β) την Τράπεζα της Ελλάδος,

γ) τα γραφεία ταχυδρομικών επιταγών,

δ) το «Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων», πλην του άρθρου 150.

6. Οι οντότητες που αναφέρονται στις περ. γ) και δ) της παρ. 5 αντιμετωπίζονται ως χρηματοδοτικά ιδρύματα για την εφαρμογή των άρθρων 41, 42 και 104 έως 120.

7. Εξαιρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 34 και 38 περί ελεύθερης εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλα κράτη μέλη και έχουν ρητά εξαιρεθεί δυνάμει του άρθρου 2 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ από το πεδίο εφαρμογής της.».

Άρθρο 119
Ειδικές απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων Προσθήκη άρθρου 8α στον ν. 4261/2014 (παρ. 6 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Στον ν. 4261/2014 (Α΄107), μετά το άρθρο 8, προστίθεται άρθρο 8α, ως εξής:

«Άρθρο 8α Ειδικές απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στην περ. β σημείο 1) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013

1. Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην περ. β σημείο 1) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και οι οποίες έχουν ήδη λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως και 43 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), οφείλουν να υποβάλουν αίτηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8, το αργότερο την ημέρα κατά την οποία λαμβάνει χώρα οποιοδήποτε από τα ακόλουθα γεγονότα:

α) Ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενος σε περίοδο δώδεκα (12) συναπτών μηνών, είναι ίσος με ή υπερβαίνει το ποσό των τριάντα δισεκατομμυρίων (30.000.000.000) ευρώ ή

β) ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενος σε περίοδο δώδεκα (12) συναπτών μηνών, είναι χαμηλότερος από τριάντα δισεκατομμύρια (30.000.000.000) ευρώ και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου, οι οποίες μεμονωμένα διαθέτουν στοιχεία ενεργητικού συνολικής αξίας χαμηλότερης των τριάντα δισεκατομμυρίων (30.000.000.000) ευρώ και ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα σημεία 3 και 6 του Τμήματος Α του Παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018, είναι ίση με ή υπερβαίνει τα τριάντα δισεκατομμύρια (30.000.000.000) ευρώ, αμφότερα υπολογιζόμενα κατά μέσο όρο σε περίοδο δώδεκα (12) συναπτών μηνών.

2. Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παρ. 1, μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην περ. β) σημείο 1) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, μέχρι να λάβουν την άδεια λειτουργίας της παρ. 1.

3. Σε περίπτωση που η Τράπεζα Ελλάδος, αφού λάβει τις πληροφορίες από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με το άρθρο 95β του ν. 4514/2018, κρίνει ότι μια επιχείρηση πρέπει να λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος, ενημερώνει την επιχείρηση και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, και εκκινεί τη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας από την ημερομηνία της εν λόγω ενημέρωσης.

4. Σε περιπτώσεις χορήγησης νέας άδειας, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η Τράπεζα Ελλάδος διασφαλίζει ότι η διαδικασία είναι εξορθολογισμένη και ότι λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες από τις υφιστάμενες άδειες που έχει χορηγήσει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Για τον σκοπό αυτό η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μετά την παραλαβή της ενημέρωσης της παρ. 4, διαβιβάζει στην Τράπεζα της Ελλάδος τις πληροφορίες που ήδη έχει στην διάθεσή της και σχετίζονται με τη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας του άρθρου 8.

5. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να καθορίζει, με απόφασή της, την απαιτούμενη πληροφόρηση και τις λεπτομέρειες εφαρμογής για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του παρόντος άρθρου.».

Άρθρο 120
Ανάκληση άδειας λειτουργίας Τροποποίηση άρθρου 19 του ν. 4261/2014 (παρ. 7 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Στο άρθρο 19 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), περί ανάκλησης άδειας λειτουργίας, προστίθεται υποπερ. αα) και το άρθρο διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 19 Ανάκληση άδειας λειτουργίας (άρθρο 18 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος μόνο όταν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα:

α) παραιτείται ρητώς από αυτή, έπαυσε να ασκεί τη δραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών ή δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας σε διάστημα δώδεκα (12) μηνών από τη λήψη της αδείας λειτουργίας του,

αα) χρησιμοποιεί την άδεια λειτουργίας του αποκλειστικά για την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην περ. β) σημείο 1) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και έχει, για περίοδο πέντε (5) συναπτών ετών, μέσο όρο συνολικών στοιχείων ενεργητικού μικρότερο από τα όρια που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο,

β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλον μη σύννομο τρόπο,

γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους του χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας,

δ) δεν πληροί πλέον το σύνολο των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στα άρθρα 92 έως 403 και 411 έως 428 ν.β εκτός από τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 92α και 92β, του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 (L 176) ή επιβάλλονται δυνάμει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 ή του άρθρου 98 του παρόντος ή δεν παρέχει πλέον την εγγύηση ότι μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του και, κυρίως, δεν εξασφαλίζει πλέον την ασφάλεια των κεφαλαίων που του έχουν εμπιστευθεί οι καταθέτες του,

ε) υπάγεται σε μία από τις άλλες περιπτώσεις ανάκλησης που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία,

στ) διαπράττει μία από τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 59,

ζ) αδυνατεί ή αρνείται να αυξήσει τα ίδια κεφάλαιά του,

η) παρακωλύει με οποιονδήποτε τρόπο τον έλεγχο που ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος,

θ) παραβαίνει διατάξεις νόμων σχετικών με την εποπτεία ή την άσκηση της δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων ή αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, σε βαθμό που είναι δυνατόν να τίθενται σε διακινδύνευση η φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος ή εν γένει η επίτευξη των στόχων της ασκούμενης από την Τράπεζα της Ελλάδος εποπτείας, ή

ι) δημιουργούνται καταστάσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 14 ή η διάρθρωση του ομίλου του πιστωτικού ιδρύματος έχει μεταβληθεί κατά τρόπο που να παρεμποδίζεται η αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων.».

Άρθρο 121
Ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ -Τροποποίηση του άρθρου 22Β του ν. 4261/2014 (παρ. 9 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η παρ. 5 του άρθρου 22Β του ν. 4261/2014 (Α΄107) περί ενδιάμεσης μητρικής επιχείρησης εγκατεστημένης στην Ευρωπαϊκή Ένωση αντικαθίσταται και το άρθρο 22Β διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 22Β Ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ (άρθρο 21β της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. Δύο (2) ή περισσότερα ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και εκ των οποίων τουλάχιστον ένα (1) είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα, τα οποία αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου τρίτης χώρας, έχουν μία μόνο ενδιάμεση μητρική επιχείρηση η οποία είναι εγκατεστημένη στην ΕΕ.

2. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά λόγο αρμοδιότητας δύναται να επιτρέπει στα ιδρύματα που αναφέρονται στην παρ. 1 να έχουν δύο (2) ενδιάμεσες μητρικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην ΕΕ εάν διαπιστώσουν ότι η εγκατάσταση μιας (1) μόνο ενδιάμεσης μητρικής επιχείρησης εγκατεστημένης στην ΕΕ:

α) θα ήταν ασυμβίβαστη με την υποχρεωτική απαίτηση για διαχωρισμό των δραστηριοτήτων που επιβάλλει η νομοθεσία ή οι εποπτικές αρχές της τρίτης χώρας στην οποία έχει την έδρα της η τελική μητρική επιχείρηση του ομίλου τρίτης χώρας, ή

β) θα καθιστούσε λιγότερο αποτελεσματική τη δυνατότητα εξυγίανσης από ό,τι στην περίπτωση που υπήρχαν δύο (2) ενδιάμεσες μητρικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην ΕΕ, σύμφωνα με αξιολόγηση που διενεργεί η αρμόδια αρχή εξυγίανσης της ενδιάμεσης μητρικής επιχείρησης εγκατεστημένης στην ΕΕ.

3. Η ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ είναι είτε πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας, σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος ή το άρθρο 8 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ (L 176) είτε χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών η οποία έχει λάβει έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 22Α του παρόντος ή το άρθρο 21α της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, εάν κανένα από τα ιδρύματα που αναφέρονται στην παρ. 1 δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα ή εάν η δεύτερη ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ πρέπει να συσταθεί σε σχέση με επενδυτικές δραστηριότητες, προκειμένου να συμμορφωθεί με την υποχρεωτική απαίτηση για διαχωρισμό των δραστηριοτήτων της παρ. 2, η ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ ή η δεύτερη ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ, δύναται να είναι επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 5 του v. 4514/2018 (Α΄ 14) ή την παρ. 1 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2014/65/ ΕΕ (L 173) και η οποία υπόκειται στον v. 4335/2015 (Α΄ 87) ή στην Οδηγία 2014/59/ΕΕ (L 173).

4. Οι παρ. 1,2 και 3 δεν εφαρμόζονται όταν η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού του ομίλου τρίτης χώρας στην ΕΕ είναι χαμηλότερη από σαράντα δισεκατομμύρια (40.000.000.000) ευρώ.

5. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου: α) Η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού του ομίλου τρίτης χώρας στην ΕΕ είναι το άθροισμα των ακολούθων:

αα) της συνολικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού κάθε ιδρύματος του ομίλου τρίτης χώρας στην ΕΕ, όπως αυτό προκύπτει από τον ενοποιημένο ισολογισμό του ή τον ατομικό ισολογισμό τους, όταν ο ισολογισμός του ιδρύματος δεν είναι ενοποιημένος, και

αβ) της συνολικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού κάθε υποκαταστήματος του ομίλου τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην EE, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, την Οδηγία 2013/36/ΕΕ τον ν. 4514/2018, την Οδηγία 2014/65/ΕΕ ή τον Κανονισμό (ΕΕ) 600/2014 (L 173).

β) Ο όρος «ίδρυμα» περιλαμβάνει επίσης τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

6. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), κατά λόγο αρμοδιότητας, τις ακόλουθες πληροφορίες για κάθε όμιλο τρίτης χώρας που λειτουργεί στην Ελλάδα:

α) τις επωνυμίες και τη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού των εποπτευόμενων ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα και ανήκουν σε όμιλο τρίτης χώρας,

β) τις επωνυμίες και τη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού που αντιστοιχούν στα υποκαταστήματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, τον v. 4514/2018 ή τον Κανονισμό (ΕΕ) 600/2014 και τα είδη των δραστηριοτήτων για τα οποία έχουν λάβει την εν λόγω άδεια λειτουργίας,

γ) την επωνυμία και το είδος, όπως αναφέρεται στην παρ. 3, οποιασδήποτε ενδιάμεσης μητρικής επιχείρησης εγκατεστημένης στην ΕΕ που έχει συσταθεί στην Ελλάδα και την επωνυμία του ομίλου τρίτης χώρας στον οποίο ανήκει.

7. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διασφαλίζει ότι κάθε ίδρυμα με έδρα στην Ελλάδα που ανήκει σε όμιλο τρίτης χώρας πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) έχει ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ,

β) είναι ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ,

γ) είναι το μόνο ίδρυμα του ομίλου τρίτης χώρας στην ΕΕ, ή

δ) ανήκει σε όμιλο τρίτης χώρας με συνολική αξία στοιχείων ενεργητικού στην ΕΕ κάτω από σαράντα δισεκατομμύρια (40.000.000.000) ευρώ.

8. Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1, οι όμιλοι τρίτης χώρας που λειτουργούσαν μέσω περισσότερων του ενός ιδρυμάτων στην ΕΕ, με τουλάχιστον ένα ίδρυμα ή υποκατάστημα στην Ελλάδα και με συνολική αξία στοιχείων ενεργητικού ίση ή μεγαλύτερη από σαράντα δισεκατομμύρια (40.000.000.000) ευρώ στις 27 Ιουνίου 2019, πρέπει να έχουν έως τις 30 Δεκεμβρίου 2023 ενδιάμεση μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη στην ΕΕ ή, εφόσον ισχύει η παρ. 2, δύο (2) ενδιάμεσες μητρικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην ΕΕ.

9. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να καθορίζει με απόφασή της την απαιτούμενη πληροφόρηση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του παρόντος άρθρου.».

Άρθρο 122
Σημαντικά υποκαταστήματα Τροποποίηση του άρθρου 52 του ν. 4261/2014 (παρ. 11 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Στο άρθρο 52 του ν. 4261/2014 (Α΄107) περί σημαντικών υποκαταστημάτων, διαγράφονται οι αναφορές στην

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρμόδια αρχή, καταργείται το δεύτερο εδάφιο της περ. α) της παρ. 1 και το άρθρο 52 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 52 Σημαντικά υποκαταστήματα (άρθρο 51 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. α) Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να υποβάλει αίτημα προς την αρχή ενοποιημένης εποπτείας στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 105 ή προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης ώστε να θεωρηθεί σημαντικό το εγκατεστημένο στην Ελλάδα υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος.

β) Στο παραπάνω αίτημα εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους το υποκατάστημα πρέπει να θεωρηθεί σημαντικό, αναφορικά ιδίως με τις εξής παραμέτρους:

αα) αν το μερίδιο αγοράς του υποκαταστήματος ως προς τις καταθέσεις στην Ελλάδα υπερβαίνει ποσοστό 2%,

ββ) τις πιθανές επιπτώσεις από την αναστολή ή την παύση των εργασιών του ιδρύματος στη συστημική ρευστότητα και στα συστήματα πληρωμών, διακανονισμού και εκκαθάρισης στην Ελλάδα,

γγ) το μέγεθος και τη σημασία του υποκαταστήματος στο ελληνικό τραπεζικό ή χρηματοοικονομικό σύστημα με βάση τον αριθμό των πελατών του.

γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, καθώς και με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζεται η παρ. 1 του άρθρου 105, προκειμένου να αποφασίσουν από κοινού ως προς το χαρακτηρισμό ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού.

δ) Αν εντός δύο (2) μηνών από την παραλαβή του αιτήματος της περίπτωσης α΄ δεν επιτευχθεί κοινή απόφαση, η Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον ενεργεί ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, λαμβάνει μονομερώς τη σχετική απόφαση εντός νέου χρονικού διαστήματος δύο (2) μηνών από τη λήξη της προηγούμενης δίμηνης προθεσμίας. Κατά τη λήψη της εν λόγω απόφασης λαμβάνονται υπόψη η άποψη και οι τυχόν επιφυλάξεις της αρχής ενοποιημένης εποπτείας ή των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προέλευσης.

ε) Οι αποφάσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ της παρούσας παραγράφου διατυπώνονται εγγράφως με πλήρη αιτιολόγηση και διαβιβάζονται στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Οι αποφάσεις αυτές αναγνωρίζονται και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές των εμπλεκόμενων κρατών μελών.

στ) Ο χαρακτηρισμός ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών όπως καθορίζονται από τον παρόντα νόμο και την Οδηγία 2013/36/ΕΕ.

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παρ. 1 εφαρμόζονται αναλόγως στις περιπτώσεις που η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργεί υπό την ιδιότητα της αρχής ενοποιημένης εποπτείας ή της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους προέλευσης ιδρύματος με υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος.

3. α) Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, όπου είναι εγκατεστημένο σημαντικό υποκατάστημα ιδρύματος, τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. γ΄ και δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 110 και εκτελεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στην περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 105 σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

β) Αν η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης αντιληφθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, υπό την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 107, ειδοποιεί αμελλητί το ΕΣΣΚ και τις αρχές που αναφέρονται στις υποπερ. αα΄ και δδ΄ της περ. α΄ και στην υποπερ. αα΄ της περ. δ΄ της παρ. 6 του άρθρου 54, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων αρχών των εμπλεκομένων κρατών μελών.

γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα ιδρυμάτων τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την αξιολόγηση των κινδύνων των ιδρυμάτων στα οποία ανήκουν τα εν λόγω υποκαταστήματα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 89 και, κατά περίπτωση, στην παρ. 2 του άρθρου 106. Επίσης, διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τις αποφάσεις που λαμβάνονται με βάση τα άρθρα 96 και 98 στο βαθμό που οι εν λόγω εκτιμήσεις και αποφάσεις αφορούν τα συγκεκριμένα υποκαταστήματα.

δ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης διαβουλεύεται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, αναφορικά με τις κατά τις παρ. 14 και 15 του άρθρου 78 απαιτούμενες ενέργειες, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο εν σχέσει με τους κινδύνους ρευστότητας στο νόμισμα του κράτους μέλους υποδοχής.

4. Η Τράπεζα της Ελλάδος υπό την ιδιότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής έχει τα αντίστοιχα δικαιώματα και καθήκοντα που προβλέπονται στην παρ. 3.

5. Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010, στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης δεν διαβουλεύθηκαν με αυτή ή εάν μετά τη διαβούλευση εκείνη έχει σχηματίσει τη θέση ότι οι απαιτούμενες ενέργειες βάσει της παρ. 14 του άρθρου 78 δεν είναι οι προσήκουσες.

6. α) Στις περιπτώσεις για τις οποίες δεν εφαρμόζεται το άρθρο 109, η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργώντας ως αρμόδια αρχή για την εποπτεία ιδρύματος με σημαντικά υποκαταστήματα σε άλλα κράτη μέλη συστήνει σώμα εποπτών υπό την προεδρία της, προκειμένου να διευκολύνει τη συνεργασία που προβλέπεται στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 51. Οι διατυπώσεις για τη σύσταση και λειτουργία του σώματος εποπτών καταρτίζονται εγγράφως από την Τράπεζα της Ελλάδος, μετά από διαβούλευση με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνεται απόφαση σχετικά με τις αρμόδιες αρχές οι οποίες συμμετέχουν στις συνεδριάσεις ή τις δραστηριότητες του σώματος εποπτών.

β) Η ανωτέρω απόφαση λαμβάνει υπόψη τη σημασία την οποία έχει για τις λοιπές εμπλεκόμενες αρχές η επιδιωκόμενη εποπτική δράση και ιδίως τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα εμπλεκόμενα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 7, καθώς και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου.

γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης ενημερώνει εκ των προτέρων με πληρότητα όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με την οργάνωση των συνεδριάσεων και τα προς εξέταση ζητήματα. Ενημερώνει, επίσης, εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών αναφορικά με τις δράσεις ή τα μέτρα που αποφασίζονται στο πλαίσιο των εν λόγω συνεδριάσεων.

7. Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μετέχει στις εργασίες των σωμάτων προηγούμενης παραγράφου.».

Άρθρο 123
Υπηρεσιακό Επαγγελματικό απόρρητο Τροποποίηση του άρθρου 54 του ν. 4261/2014 (παρ. 12 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 54 του ν. 4261/2014 (Α΄107) περί υπηρεσιακού -επαγγελματικού απορρήτου συμπληρώνεται ως προς τις παραπεμπόμενες διατάξεις και το άρθρο 54 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 54 Υπηρεσιακό Επαγγελματικό απόρρητο (άρθρα 53 έως 62 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. Τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος και οι εντεταλμένοι από την Τράπεζα της Ελλάδος ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου, των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο Ποινικό Δίκαιο και την Ποινική Δικονομία, καθώς και των διατάξεων του ν. 3691/2008, όπως ισχύει, καμία από τις εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους σε σχέση με τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος δεν επιτρέπεται να γνωστοποιείται σε κανένα απολύτως πρόσωπο ή δημόσια αρχή, παρά μόνο με συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητα του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος. Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος, δεν αποκλείεται για τα παραπάνω πρόσωπα η ανακοίνωση, στο πλαίσιο των διαδικασιών Ιδιωτικού Δικαίου, εμπιστευτικών πληροφοριών που δεν αφορούν σε τρίτους που αναμείχθηκαν στις διαδικασίες διάσωσης καθ’ οιονδήποτε τρόπο του πιστωτικού ιδρύματος. Ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών επιτρέπεται και σε εκπλήρωση ανειλημμένων υποχρεώσεων βάσει του Προγράμματος Οικονομικής Στήριξης της ελληνικής οικονομίας.

2. Η Τράπεζα της Ελλάδος επιτρέπεται να δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 92 του παρόντος νόμου ή το άρθρο 32 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου ή να κοινοποιεί τα αποτελέσματα προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων στην ΕΑΤ με σκοπό τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων ανά την Ευρωπαϊκή Ένωση από την ΕΑΤ.

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ανταλλάσσει με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών ή να διαβιβάζει προς το ΕΣΣΚ, την ΕΑΤ ή την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (εφεξής ΕΑΚΑΑ), που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (EE L 331), πληροφορίες που σχετίζονται με τις αρμοδιότητές της κατά τον παρόντα νόμο, κατά τον Κανονισμό αριθμ. 575/2013 και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, κατά το άρθρο 15 του Κανονισμού αριθμ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, κατά τα άρθρα 31, 35 και 36 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 και κατά τα άρθρα 31 και 36 του Κανονισμού αριθμ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Αυτές οι πληροφορίες υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο της παρ. 1 που σύμφωνα με τις σχετικές ενωσιακές διατάξεις εφαρμόζεται και για τις αρμόδιες αρχές και δεν κοινοποιούνται περαιτέρω χωρίς τη συγκατάθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία χορηγείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.

4. Η Τράπεζα της Ελλάδος χρησιμοποιεί τις κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου πληροφορίες κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της για τους ακόλουθους σκοπούς:

α) την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία,

β) τον έλεγχο συνδρομής των όρων ανάληψης και άσκησης δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος,

γ) τη διευκόλυνση της εποπτείας, σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση, ιδιαίτερα όσον αφορά τον έλεγχο της ρευστότητας, της φερεγγυότητας, της συγκέντρωσης πιστωτικών κινδύνων και της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου, όπως επίσης και για την επιβολή κυρώσεων ή και στο πλαίσιο διοικητικών ή δικαστικών διαφορών που σχετίζονται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, καθώς και στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της σχετικά με την άσκηση νομισματικής πολιτικής εντός του Ευρωσυστήματος και την επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών και

δ) στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί εναντίον αποφάσεων αυτής ή δυνάμει ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων.

5. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας, που να προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με άλλες εποπτικές αρχές ή οργανισμούς τρίτων χωρών αντίστοιχους προς αυτούς που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρ. 6, μόνον εάν οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στην παρ. 1. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργανισμών.

6.α) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου:

αα) του Υπουργού Οικονομικών κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων του, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 4 του π.δ. 437/2019 Σεπτεμβρίου 1985 (Α΄ 157) και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά την άσκηση των προβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία αρμοδιοτήτων της,

ββ) των ειδικών εξεταστικών επιτροπών της Βουλής, κατά τη, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, άσκηση των καθηκόντων τους,

γγ) των οργάνων τα οποία νόμιμα μετέχουν σε διαδικασίες εκκαθάρισης ή πτώχευσης ιδρυμάτων,

δδ) των αναγνωρισμένων ελεγκτών, στους οποίους έχουν νόμιμα ανατεθεί καθήκοντα ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, για την εκπλήρωση της αποστολής τους,

εε) του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, εφόσον πρόκειται για πληροφορίες αναγκαίες για την εκπλήρωση της αποστολής του, καθώς και

στστ) τoυ Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, εφόσον πρόκειται για πληροφορίες αναγκαίες για την εκπλήρωση της αποστολής του,

ζζ) των αρμόδιων αρχών για την εποπτεία των υπόχρεων προσώπων που αναφέρονται στα σημεία 2) και 3) του άρθρου 3 του v. 4557/2018 (Α΄ 139) αναφορικά με τη συμμόρφωση με τον προαναφερόμενο νόμο, καθώς και Μονάδων Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών,

ηη) των αρμόδιων αρχών ή φορέων που είναι υπεύθυνοι για την εφαρμογή των κανόνων περί διαρθρωτικού διαχωρισμού στο εσωτερικό τραπεζικού ομίλου.

β) Τηρουμένων των παρ. 1 έως 5, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου:

βα) των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία των προσώπων και οργάνων των υποπερ. γγ) και δδ) της περ. α) και

ββ) προς επίρρωση της σταθερότητας και του αδιάβλητου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων κατά την ενάσκηση των καθηκόντων εποπτείας των ανωνύμων εταιρειών, με την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες αυτές προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής των εν λόγω αρχών. Εάν ο Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, κατά την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων του, χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες εντεταλμένων προς τούτο, λόγω ειδικών προσόντων, προσώπων που δεν ανήκουν στη δημόσια διοίκηση, η βάσει του παρόντος εδαφίου ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, να επεκταθεί και στα πρόσωπα αυτά. Η ανταλλαγή πληροφοριών λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τους ίδιους όρους και αφού ο Υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει στην Τράπεζα της Ελλάδος την ταυτότητα και το ακριβές περιεχόμενο της εντολής των προσώπων στα οποία διαβιβάζονται οι πληροφορίες.

γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να γνωστοποιεί σε αρχές, όργανα ή πρόσωπα άλλων κρατών μελών, αντίστοιχα προς αυτά που αναφέρονται στις περ. α) και β), συμπεριλαμβανομένων αρχών ή οργάνων επιφορτισμένων με την ευθύνη για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος στα κράτη μέλη μέσω της χρήσης μακροπροληπτικών κανόνων, των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την άσκηση των αρμοδιοτήτων εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των συμβατικών ή θεσμικών συστημάτων προστασίας της παρ. 7 του άρθρου 113 του Κανονισμού αριθμ. 575/2013, πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους.

δ) Επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αφενός της Τράπεζας της Ελλάδος και αφετέρου:

αα) των κεντρικών τραπεζών του ευρωπαϊκού συστήματος κεντρικών τραπεζών και άλλων οργανισμών με παρόμοια αποστολή, όταν ενεργούν με την ιδιότητα νομισματικής αρχής, εφόσον αυτές οι πληροφορίες είναι σχετικές με την εκπλήρωση των εκ του νόμου αποστολών τους, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της σχετικής με αυτήν παροχής ρευστότητας, της επίβλεψης συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού και της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος,

ββ) τυχόν άλλων αρχών επιφορτισμένων με την επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών και

γγ) του ΕΣΣΚ, της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (εφεξής ΕΑΑΕΣ) που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (EE L 331) ή της ΕΑΚΑΑ, όταν οι πληροφορίες αυτές έχουν σχέση με την άσκηση των καθηκόντων τους δυνάμει των Κανονισμών (ΕΕ) αριθμ. 1092/2010, αριθμ. 1094/2010 και αριθμ. 1095/2010 αντιστοίχως.

ε) Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να κοινοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε οίκο διακανονισμού και εκκαθάρισης ή άλλον παρόμοιο οργανισμό αναγνωρισμένο από το εθνικό δίκαιο για να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ή διακανονισμού σε αγορά του κράτους μέλους, εάν θεωρεί ότι η κοινοποίηση αυτή είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των εν λόγω οργανισμών σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, έστω και δυνητικής, των συμμετεχόντων στις αγορές αυτές.

στ) Σε όλες τις περιπτώσεις της παρούσας, οι λαμβανόμενες από τις αρχές, τους οργανισμούς και τα πρόσωπα πληροφορίες υπόκεινται στους κανόνες επαγγελματικού απορρήτου της παρ. 1. Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) την ταυτότητα των αρχών ή οργάνων τα οποία μπορούν να λαμβάνουν πληροφορίες δυνάμει της παρούσας.

7. Η διαβίβαση από την Τράπεζα της Ελλάδος πληροφοριών που προέρχονται από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών, επιτρέπεται μόνο μετά από ρητή συγκατάθεση των αρχών αυτών και μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι αρχές αυτές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους. Πληροφορίες που αποκτώνται από τις αρχές άλλων κρατών μελών κατόπιν πραγματοποίησης επιτόπιων ελέγχων ή επιθεωρήσεων, δεν αποτελούν αντικείμενο των γνωστοποιήσεων χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος ή η επιθεώρηση.

8. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων περί επαγγελματικού απορρήτου του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα.

9. Στο επαγγελματικό απόρρητο που θεσπίζεται με το παρόν άρθρο υπόκεινται και:

α) οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ των αρμόδιων αρχών με βάση το άρθρο 49 του παρόντος νόμου και

β) τα μέτρα που λαμβάνει η Τράπεζα της Ελλάδος με βάση την παρ. 1 του άρθρου 96 του παρόντος νόμου.

10. Η συλλογή, επεξεργασία, διασύνδεση και δημιουργία αρχείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων δεδομένων από την Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4624/2019 (Α΄ 137) και τις οικείες διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 (ΓΚΠΔ). Οι ανωτέρω δραστηριότητες απαλλάσσονται της συναφούς υποχρέωσης κοινοποίησης και αδειοδότησης, εφόσον πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων και των εργασιών της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως προβλέπονται από το Καταστατικό της.».

Άρθρο 124
Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις των απαιτήσεων παροχής άδειας λειτουργίας και των απαιτήσεων για απόκτηση ειδικών συμμετοχών επί πιστωτικών ιδρυμάτων Τροποποίηση του άρθρου 58 του ν. 4261/2014 (παρ. 13 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Στην παρ. 1 του άρθρου 58 του ν. 4261/2014 (Α΄107) περί διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων προστίθεται περ. (αα) και το άρθρο 58 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 58 Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις των απαιτήσεων παροχής άδειας λειτουργίας και των απαιτήσεων για απόκτηση ειδικών συμμετοχών επί πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρο 66 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει με απόφασή της τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα της παρ. 2 στις εξής περιπτώσεις:

α) αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό χωρίς ο αποδέκτης να είναι πιστωτικό ίδρυμα, κατά παράβαση του άρθρου 9,

αα) άσκηση τουλάχιστον μίας από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην περ. β΄ του σημείου 1 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 με κάλυψη του ορίου που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο, χωρίς άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος,

β) έναρξη ή άσκηση δραστηριότητας χωρίς την απαιτούμενη κατά περίπτωση άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος,

γ) απόκτηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα ή περαιτέρω αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 23 ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να καταστεί θυγατρική επιχείρηση του αποκτώντος ή αυξάνοντος τη συμμετοχή, χωρίς έγγραφη γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος ότι αυτός επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή ή να την αυξήσει, κατά το χρονικό διάστημα αξιολόγησης, ή παρά την αντίθετη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά παράβαση της παρ. 1 του άρθρου 23,

δ) παύση κατοχής, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα ή μείωση της ειδικής συμμετοχής, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να είναι μικρότερη από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 26 ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει να είναι θυγατρική επιχείρηση, χωρίς έγγραφη γνωστοποίηση προς την Τράπεζα της Ελλάδος,

ε) μη τήρηση των υποχρεώσεων γνωστοποίησης στην Τράπεζα της Ελλάδος περί της αλλαγής της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που ελέγχουν νομικά πρόσωπα, κατόχους συμμετοχής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 23 ή εφόσον δεν υπάρξει συμμόρφωση προς την τυχόν απαίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για την εφαρμογή των προβλεπόμενων στις περ. β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 15,

στ) μη υποβολή αίτησης για έγκριση κατά παράβαση του άρθρου 22Α ή οποιαδήποτε άλλη παράβαση των απαιτήσεων του εν λόγω άρθρου.

2. Στις περιπτώσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που μπορούν να επιβληθούν περιλαμβάνουν, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μεταξύ άλλων, τα εξής:

α) δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται το υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, το ίδρυμα, η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, καθώς και η φύση της παράβασης,

β) εντολή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψής της στο μέλλον,

γ) σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10% του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και προμήθειες ή αμοιβές εισπρακτέες, σύμφωνα με το άρθρο 316 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση,

δ) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ,

ε) διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την παράβαση, εφόσον το όφελος είναι μετρήσιμο,

στ) αναστολή του δικαιώματος ψήφου των μετόχων που ευθύνονται για τις παραβάσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου.

Σε περίπτωση που η προβλεπόμενη στην περίπτωση γ΄ της παρούσας παραγράφου επιχείρηση είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, το σχετικό ακαθάριστο εισόδημα είναι το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει από τις ενοποιημένες καταστάσεις της ανώτατης μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση.

3. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 27 στις υποδείξεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τη λήψη διορθωτικών μέτρων σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί, διαζευκτικά ή σωρευτικά:

α) να επιβάλει με απόφασή της την απομάκρυνση των ανωτέρω προσώπων, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, από το Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος και από οποιαδήποτε διευθυντική θέση στο πιστωτικό ίδρυμα,

β) να αναστέλλει, μέχρι να αρθούν οι συνθήκες που επέβαλαν τη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων, την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου, που απορρέουν από τις μετοχές που κατέχουν τα πρόσωπα αυτά ή τα νομικά πρόσωπα που αυτά ελέγχουν,

γ) να απαγορεύει οποιαδήποτε νέα συναλλαγή του πιστωτικού ιδρύματος με τα πρόσωπα αυτά ή με οποιαδήποτε νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από αυτά.

Σε περίπτωση παράβασης της απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος περί αναστολής των δικαιωμάτων ψήφου σύμφωνα με την περ. β΄ της παρούσας παραγράφου, η άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων ψήφου δεν έχει αποτελέσματα και η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει με απόφασή της στους παραβάτες σωρευτικά ή διαζευκτικά:

αα) πρόστιμο ύψους μέχρι ποσοστού 10% της αξίας των μετοχών τους που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα και

ββ) την κύρωση της περ. α΄ της παρούσας παραγράφου, προκειμένου περί φυσικών προσώπων.

Σε περίπτωση παράβασης της απαγόρευσης της περ. γ΄ της παρούσας παραγράφου, η Τράπεζα της Ελλάδος, πέραν των κυρώσεων που μπορεί να επιβάλλει με απόφασή της στο πιστωτικό ίδρυμα, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, μπορεί να επιβάλλει με απόφασή της και στα κατά παράβαση των αποφάσεων της, συναλλασσόμενα με το πιστωτικό ίδρυμα πρόσωπα, πρόστιμο, ύψους μέχρι της αξίας της συναλλαγής ή εφόσον αυτή δεν είναι ευχερώς υπολογίσιμη, ποσού μέχρι τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ.

4. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλλει την κύρωση της περ. α΄ της παρ. 3 του παρόντος άρθρου και στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 10 και στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου, εφόσον δεν διαθέτουν πλέον την απαραίτητη αξιοπιστία και δεν διασφαλίζουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος.».

Άρθρο 125
Δικαιοδοσία της αρχής ενοποιημένης εποπτείας -Τροποποίηση του άρθρου 104 του ν. 4261/2014 (παρ. 17 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Στο άρθρο 104 του ν. 4261/2014 (Α΄107), περί δικαιοδοσίας της αρχής ενοποιημένης εποπτείας, τροποποιούνται η παρ. 2 και το εισαγωγικό εδάφιο της παρ. 3, προκειμένου να αναφερθούν διακριτά τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων, και το άρθρο 104 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 104 Δικαιοδοσία της αρχής ενοποιημένης εποπτείας (άρθρο 111 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. α) Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος που εποπτεύει το εν λόγω μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή το εν λόγω μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ σε ατομική βάση.

β) Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ και καμία από τις θυγατρικές της δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που εποπτεύει την εν λόγω μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή την εν λόγω μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ σε ατομική βάση.

γ) Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ελλάδα ή μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ και τουλάχιστον μία εκ των θυγατρικών της είναι πιστωτικό ίδρυμα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή που εποπτεύει το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα. Εφόσον το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Εφόσον πρόκειται για περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού. Εάν το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού το διαθέτει το πιστωτικό ίδρυμα με έδρα στην Ελλάδα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

2. Όταν η μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων, τα οποία εποπτεύονται, κατά περίπτωση, σε ατομική βάση από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είναι μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αντίστοιχα.

3. Όταν δύο ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην ΕΕ, περιλαμβανομένης της Ελλάδας, έχουν την ίδια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, την ίδια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται κατά περίπτωση από:

α) την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος, όταν ο όμιλος περιλαμβάνει μόνο ένα πιστωτικό ίδρυμα. Αν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος,

β) την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, όταν ο όμιλος περιλαμβάνει περισσότερα από ένα πιστωτικά ιδρύματα. Εάν το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού το διαθέτει το πιστωτικό ίδρυμα που εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ή

γ) την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, όταν ο όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικά ιδρύματα. Αν η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων εποπτεύεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

4. Όταν απαιτείται ενοποίηση, σύμφωνα με τις παρ. 3 ή 6 του άρθρου 18 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού ή, όταν ο όμιλος δεν περιλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα, από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού. Εάν το πιστωτικό ίδρυμα με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού ή η επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αντίστοιχα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

5. α) Κατά παρέκκλιση της περ. γ) της παρ. 1, της περ. β της παρ. 3 και της παρ. 4, όταν μια αρμόδια αρχή εποπτεύει σε ατομική βάση περισσότερα από ένα πιστωτικά ιδρύματα εντός ομίλου, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή που εποπτεύει σε ατομική βάση ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα εντός του ομίλου, όταν το άθροισμα των συνόλων ισολογισμού των εν λόγω εποπτευόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων είναι μεγαλύτερο από αυτό των πιστωτικών ιδρυμάτων που εποπτεύονται σε ατομική βάση από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή. Εάν το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού αντιστοιχεί σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα εντός ομίλου που εποπτεύονται σε ατομική βάση από την Τράπεζα της Ελλάδος, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

β) Κατά παρέκκλιση της περ. γ) της παρ. 3, όταν μια αρμόδια αρχή εποπτεύει σε ατομική βάση περισσότερες από μία επιχειρήσεις επενδύσεων εντός ομίλου, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή που εποπτεύει σε ατομική βάση μία ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων εντός του ομίλου με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού συγκεντρωτικά. Εάν το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού αντιστοιχεί σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων εντός ομίλου που εποπτεύονται σε ατομική βάση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

6. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, κοινή συναινέσει με τις υπόλοιπες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές, να μην εφαρμόσει τα κριτήρια που αναφέρονται στις παρ. 1, 3 και 4, και να αναθέσει σε άλλη αρμόδια αρχή την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, αν η εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων αντενδείκνυται, λαμβάνοντας υπόψη τα συγκεκριμένα πιστωτικά ιδρύματα ή τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τη σχετική σημασία των δραστηριοτήτων τους στα οικεία κράτη μέλη ή την ανάγκη να διασφαλιστεί η συνέχεια της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση από την ίδια αρμόδια αρχή. Στις περιπτώσεις αυτές, προτού λάβει τέτοια απόφαση, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει στο μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, στην μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, στην μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή στο πιστωτικό ίδρυμα ή στην επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, κατά περίπτωση, τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη σχετικά με την απόφαση αυτή.

7. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, κοινοποιεί αμελλητί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στην ΕΑΤ τις συμφωνίες που υπάγονται στην παρ. 6.

8. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θεσπίζει τις απαιτούμενες ρυθμίσεις για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και ελέγχει τη συμμόρφωση των υποκείμενων σε αυτήν επιχειρήσεων προς τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα.».

Άρθρο 126
Απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης Τροποποίηση του άρθρου 107 του ν. 4261/2014 (παρ. 18 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 107 του ν. 4261/ 2014 (Α΄107), περί αιτούμενων πληροφοριών σε καταστάσεις έκτακτες ανάγκης, τροποποιείται ως προς τον ειδικότερο προσδιορισμό των αναφερόμενων αρνητικών εξελίξεων και την επικαιροποίηση των παραπεμπόμενων διατάξεων, το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται με ένα νέο εδάφιο και το άρθρο 107 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 107 Απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (άρθρο 114 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων που περιγράφονται στο άρθρο 18 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 ή κατάσταση με αρνητικές εξελίξεις στις αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή όπου έχουν ιδρυθεί σημαντικά υποκαταστήματα κατά το άρθρο 52 του παρόντος νόμου, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα και με το άρθρο 54 του παρόντος νόμου και με τα άρθρα 15, 16 και 17 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ, ειδοποιεί το συντομότερο δυνατόν την ΕΑΤ και τις αρχές που αναφέρονται στις υποπερ. αα΄, ββ΄ και δδ΄ της περ. α΄ και στην υποπερ. αα΄ της περ. δ΄ της παρ. 6 του άρθρου 54, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων αρχών των εμπλεκόμενων κρατών μελών και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των εργασιών τους. Οι υποχρεώσεις του πρώτου εδαφίου ισχύουν για όλες τις αρμόδιες αρχές.

2. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, όταν χρειάζεται πληροφορίες που έχουν ήδη παρασχεθεί σε άλλη αρμόδια αρχή, επικοινωνεί με αυτήν, στο μέτρο του δυνατού, προκειμένου να αποφευχθεί η διπλή υποβολή πληροφοριών στις διάφορες αρχές που εμπλέκονται στην εποπτεία.».

Άρθρο 127
Σώματα εποπτών Τροποποίηση του άρθρου 109 του ν. 4261/2014 (παρ. 19 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Στο άρθρο 109 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107) περί σωμάτων εποπτών, α) στην παρ. 3, τροποποιούνται το πρώτο εδάφιο ως προς τον χαρακτηρισμό της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως αρχής ενισχυμένης εποπτείας και το δεύτερο εδάφιο ως προς την επικαιροποίηση των παραπεμπόμενων διατάξεων, β) στην παρ. 5, το πρώτο εδάφιο βελτιώνεται νομοτεχνικά και επικαιροποιείται ως προς τις παραπεμπόμενες διατάξεις και καταργείται το δεύτερο εδάφιο, γ) η παρ. 8 τροποποιείται ως προς τον χαρακτηρισμό της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως αρχής ενισχυμένης εποπτείας και ως προς την επικαιροποίηση των παραπεμπόμενων διατάξεων και το άρθρο 109 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 109 Σώματα εποπτών (άρθρο 116 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, συστήνει σώματα εποπτών για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης των εργασιών που αναφέρονται στα άρθρα 105 και 106 και στην παρ. 1 του άρθρου 107 και, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων απορρήτου της παρ. 3 και του ενωσιακού δικαίου, εξασφαλίζει, κατά περίπτωση, κατάλληλο συντονισμό και συνεργασία με τις σχετικές εποπτικές αρχές τρίτων χωρών.

2. Τα σώματα εποπτών παρέχουν ένα πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ της αρχής ενοποιημένης εποπτείας, της ΕΑΤ και των άλλων ενδιαφερόμενων αρμόδιων αρχών, για την εκτέλεση των κάτωθι εργασιών:

α) ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ τους και με την ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010,

β) συμφωνία σχετικά με την εκούσια ανάθεση εργασιών και την εκούσια ανάθεση αρμοδιοτήτων, σε περιπτώσεις που αυτή ενδείκνυται,

γ) καθορισμό προγραμμάτων εποπτικής αξιολόγησης του άρθρου 91 που βασίζονται σε εκτίμηση των κινδύνων του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 89,

δ) βελτίωση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας με αποφυγή των περιττών επικαλύψεων των εποπτικών απαιτήσεων, περιλαμβανομένων των αιτημάτων πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 107 και στην παρ. 7 του άρθρου 110,

ε) συνεπής εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας βάσει του παρόντος και βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 σε όλες τις οντότητες ενός ομίλου ιδρυμάτων, με την επιφύλαξη των διαθέσιμων στο ενωσιακό δίκαιο εναλλακτικών επιλογών και διακριτικών ευχερειών,

στ) εφαρμογή της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 105, λαμβάνοντας υπόψη το έργο άλλων φορέων που έχουν ενδεχομένως δημιουργηθεί στον τομέα αυτόν.

2Α. Για τη διευκόλυνση της εκτέλεσης των καθηκόντων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 105, στην παρ. 1 του άρθρου 107 και στην παρ. 1 του άρθρου 108, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, συγκροτεί επίσης σώματα εποπτών στις περιπτώσεις όπου όλες οι διασυνοριακές θυγατρικές μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ, μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ έχουν την έδρα τους σε τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι οι εποπτικές αρχές των τρίτων χωρών υπόκεινται σε απαιτήσεις εμπιστευτικότητας ισοδύναμες με τις απαιτήσεις του άρθρου 54 του παρόντος και, όπου συντρέχει περίπτωση, των άρθρων 74 και 79 του v. 4514/2018 (Α΄ 14).

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, συνεργάζεται στενά με την ΕΑΤ και τις λοιπές αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν σε σώμα εποπτών. Οι απαιτήσεις απορρήτου

βάσει του άρθρου 54 του παρόντος και των άρθρων 15, 16 και 17 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της ΕΑΤ και των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο λειτουργίας των σωμάτων εποπτών. Η σύσταση και λειτουργία σωμάτων εποπτών δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις ευθύνες των αρμόδιων αρχών δυνάμει του παρόντος, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

4. Η σύσταση και η λειτουργία των σωμάτων εποπτών βασίζεται σε συμφωνίες που αναφέρονται στο άρθρο 108, οι οποίες καθορίζονται εγγράφως έπειτα από διαβούλευση της αρχής ενοποιημένης εποπτείας με τις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές.

5. Στα σώματα εποπτών επιτρέπεται να συμμετέχουν οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία θυγατρικών ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους υποδοχής όπου έχουν ιδρυθεί σημαντικά υποκαταστήματα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 52, οι κεντρικές τράπεζες του ΕΣΣΚ κατά περίπτωση, καθώς και εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, εφόσον συντρέχει λόγος και υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις κατά το άρθρο 54 του παρόντος και, όπου συντρέχει περίπτωση, τα άρθρα 15, 16 και 17 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ.

6. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας:

α) προεδρεύει στις συνεδριάσεις του σώματος εποπτών και αποφασίζει ποιες αρμόδιες αρχές συμμετέχουν σε μια συνεδρίαση ή σε μία δραστηριότητα του σώματος,

β) ενημερώνει εκ των προτέρων και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με την οργάνωση αυτών των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις κυριότερες δραστηριότητες προς εξέταση,

γ) ενημερώνει εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με τις ενέργειες που αναλαμβάνονται ή με τα μέτρα που λαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις.

7. Στην απόφαση που λαμβάνεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εφόσον αυτή ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας συνεκτιμάται η σημασία που η εποπτική δραστηριότητα που θα προγραμματιστεί ή θα συντονιστεί επέχει για τις λοιπές αρμόδιες αρχές, ιδίως δε οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στα εμπλεκόμενα κράτη μέλη, όπως προβλέπει το άρθρο 7, και οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η παρ. 3 του άρθρου 52.

8. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας δυνάμει του άρθρου 54 του παρόντος και, όπου συντρέχει περίπτωση, των άρθρων 15, 16 και 17 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ, ενημερώνει την ΕΑΤ σχετικά με τις δραστηριότητες του σώματος εποπτών, μεταξύ άλλων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, και διαβιβάζει στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους σκοπούς της εποπτικής σύγκλισης.

9. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ αρμόδιων αρχών σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1093/2010 (L 331/12).».

Άρθρο 128
Συνεργασία Τροποποίηση του άρθρου 118 του ν. 4261/2014 (παρ. 20 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Στην παρ. 2 του άρθρου 118 του ν. 4261/2014 (Α΄107), περί συνεργασίας, επικαιροποιούνται οι παραπεμπόμενες διατάξεις και το άρθρο 118 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 118 Συνεργασία (άρθρο 125 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. Όταν ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή εταιρεία συμμετοχών ελέγχει μία ή περισσότερες θυγατρικές που είναι ασφαλιστικές εταιρείες ή επιχειρήσεις του άρθρου 31 ή άλλου είδους επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζονται στενά. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους ανταλλάσσουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που μπορούν να διευκολύνουν την εκπλήρωση της αποστολής τους και να εξασφαλίσουν τον έλεγχο της δραστηριότητας και της οικονομικής κατάστασης του συνόλου των επιχειρήσεων που ευρίσκονται υπό την εποπτεία τους.

1Α. Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 104, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενεργεί υπό την ιδιότητά της ως η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενός ομίλου με μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και δεν είναι συντονιστής, όπως αυτός καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 11 του v. 3455/2006 (Α΄ 84), συνεργάζεται με τον συντονιστή με σκοπό την εφαρμογή του παρόντος νόμου, της Οδηγίας 2013/36/ ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 σε ενοποιημένη βάση. Η αρμοδιότητα του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να ασκείται από την Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν ενεργεί ως συντονιστής και δεν αποτελεί αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενός ομίλου με μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών. Προκειμένου να διευκολυνθεί και να καταστεί αποτελεσματική η συνεργασία, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είτε ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας είτε ως συντονιστής, συνάπτει γραπτές ρυθμίσεις συντονισμού και συνεργασίας με τον συντονιστή ή την αντίστοιχη αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

2. Οι πληροφορίες που συλλέγονται στο πλαίσιο της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και ιδιαίτερα η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών που προβλέπεται στον παρόντα νόμο, υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 54 του παρόντος για τα πιστωτικά ιδρύματα ή το άρθρο 15 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ για τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

3. Η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, καταρτίζει καταλόγους των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών ή μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών που αναφέρονται στο άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. Οι κατάλογοι αυτοί κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών, την ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.».

Άρθρο 129
Γενικές απαιτήσεις δημοσιοποίησης πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές Τροποποίηση του άρθρου 134 του ν. 4261/2014 (παρ. 24 άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η περ. δ) της παρ. 1 του άρθρου 134 του ν. 4261/2014 (Α΄107), περί γενικών απαιτήσεων δημοσιοποίησης πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές, επικαιροποιείται ως προς τις παραπεμπόμενες διατάξεις και το άρθρο 134 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 134 Γενικές απαιτήσεις δημοσιοποίησης πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές (άρθρο 143 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) τους νόμους, τις, γενικής ισχύος, αποφάσεις και τις εγκυκλίους που εκδίδονται για την εφαρμογή του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013,

β) τον τρόπο άσκησης εκ μέρους τους των παρεχόμενων από το ενωσιακό δίκαιο δυνατοτήτων και διακριτικών ευχερειών,

γ) τα γενικά κριτήρια και τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιούν για την εποπτική διαδικασία εξέτασης και αξιολόγησης του άρθρου 89, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων για την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 89,

δ) με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 54 του παρόντος και των άρθρων 15, 16 και 17 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ, τα βασικά στατιστικά στοιχεία σε συγκεντρωτική μορφή που αφορούν την εφαρμογή του πλαισίου προληπτικής εποπτείας στην Ελλάδα, περιλαμβανομένου του είδους των εποπτικών μέτρων και του αριθμού των περιπτώσεων που αυτά ελήφθησαν σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 94 του παρόντος και των διοικητικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 57 του παρόντος.

2. Οι πληροφορίες που δημοσιοποιούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να επιτρέπουν την αξιόπιστη σύγκριση του τρόπου εφαρμογής του πλαισίου προληπτικής εποπτείας μεταξύ των κρατών μελών. Οι πληροφορίες, οι οποίες είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα κάθε αρμόδιας αρχής, δημοσιοποιούνται τουλάχιστον σε ετήσια βάση σύμφωνα με το μορφότυπο που καταρτίζει η ΕΑΤ και επικαιροποιούνται τακτικά.».

Άρθρο 130
Ορισμός επιχείρησης επενδύσεων Τροποποίηση του εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (παρ. 1 άρθρου 63 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Το στοιχείο 36 της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α΄ 87), περί ορισμών, τροποποιείται, προκειμένου να επικαιροποιηθεί ο ορισμός της επιχείρησης επενδύσεων, και διαμορφώνεται ως εξής:

«36) «επιχείρηση επενδύσεων»: επιχείρηση επενδύσεων, όπως ορίζεται στην περ. 22 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στο άρθρο 9 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ.».

Άρθρο 131
Εφαρμογή και υπολογισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις Τροποποίηση στο εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (παρ. 2 άρθρου 63 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Στο εσωτερικό άρθρο 45 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α΄ 87), προστίθεται παρ. 3 και το άρθρο 45 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 45 Εφαρμογή και υπολογισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879)

1. Τα ιδρύματα και οι οντότητες που αναφέρονται στις περ. β΄, γ΄ και δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 πληρούν ανά πάσα στιγμή την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το παρόν και σύμφωνα με τα άρθρα 45α έως 45θ.

2. Η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 υπολογίζεται σύμφωνα με τις παρ. 3, 5 ή 7 του άρθρου 45γ, ανάλογα με την περίπτωση, ως το ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων και εκφράζεται ως ποσοστό:

α) του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο της σχετικής οντότητας που αναφέρεται στην παρ. 1, όπως αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 (L 176), και

β) του μέτρου συνολικού ανοίγματος της σχετικής οντότητας που αναφέρεται στην παρ. 1, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 429 και 429α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

3. Οι παραπομπές του παρόντος στο άρθρο 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, όσον αφορά στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στην περ. 3) της παρ. 1 του άρθρου 2 του παρόντος και που δεν αποτελούν επιχειρήσεις επενδύσεων της παρ. 2 ή της παρ. 5 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, νοούνται ως εξής:

α) Οι παραπομπές του παρόντος στην περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, όσον αφορά την απαίτηση του συνολικού δείκτη κεφαλαίου, αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

β) οι παραπομπές του παρόντος στην παρ. 3 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 όσον αφορά στο συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο αναφέρονται στην ισχύουσα απαίτηση στην παρ. 1 του άρθρου 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, πολλαπλασιαζόμενη επί 12,5.

Οι παραπομπές του παρόντος στο άρθρο 96α του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), όσον αφορά τις πρόσθετες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στην περ. 3) της παρ. 1 του άρθρου 2 του παρόντος και που δεν είναι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στην παρ. 2 ή την παρ. 5 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, νοούνται ως παραπομπές στο άρθρο 41 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ.».

Άρθρο 132
Ανάκληση άδειας λειτουργίας Α.Ε.Π.Ε.Υ. Τροποποίηση του άρθρου 8 του ν. 4514/2018 (παρ. 1 άρθρου 64 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί ανάκλησης άδειας λειτουργίας Α.Ε.Π.Ε.Υ., επικαιροποιείται ως προς τις παραπεμπόμενες διατάξεις και το άρθρο 8 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 8 Ανάκληση άδειας λειτουργίας Α.Ε.Π.Ε.Υ. (Άρθρο 8 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας Α.Ε.Π.Ε.Υ., εν όλω ή ως προς ορισμένες επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες ή παρεπόμενες υπηρεσίες, αν η Α.Ε.Π.Ε.Υ.:

α) δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός δώδεκα (12) μηνών, παραιτηθεί ρητώς από αυτήν ή δεν έχει παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες ούτε έχει ασκήσει επενδυτική δραστηριότητα κατά τους προηγούμενους έξι (6) μήνες,

β) έλαβε άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο παράτυπο τρόπο,

γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, όπως για παράδειγμα τη συμμόρφωση με τους όρους που προβλέπει ο Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

δ) έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων σχετικά με τη λειτουργία των Α.Ε.Π.Ε.Υ., οι οποίες θεσπίζονται βάσει του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, και κάθε άλλης διάταξης της νομοθεσίας για την κεφαλαιαγορά.

Κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας γνωστοποιείται στην ΕΑΚΑΑ.

2. Πριν ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί στην Α.Ε.Π.Ε.Υ. τις ελλείψεις ή παραβάσεις που διαπιστώθηκαν, καθώς και την πρόθεσή της να προχωρήσει σε ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, τάσσοντάς της ταυτόχρονα προθεσμία, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες από την παραπάνω γνωστοποίηση, μέσα στην οποία η Α.Ε.Π.Ε.Υ. οφείλει να διατυπώσει τις απόψεις της και να λάβει, όταν συντρέχει περίπτωση, τα κατάλληλα μέτρα για την παύση των παραβάσεων ή την άρση των συνεπειών τους. Μετά την πάροδο της προθεσμίας και αφού λάβει υπόψη της τις θέσεις της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και αξιολογήσει τα μέτρα που έχει λάβει, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει οριστικά.».

Άρθρο 133
Αρχικό κεφάλαιο Τροποποίηση του άρθρου 15 του ν. 4514/2018 (παρ. 2 άρθρου 64 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Το άρθρο 15 του ν. 4514/2018 (Α΄14), περί αρχικού κεφαλαίου, επικαιροποιείται ως προς τις παραπεμπόμενες διατάξεις και διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 15 Αρχικό κεφάλαιο (Άρθρο 15 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χορηγεί άδεια λειτουργίας Α.Ε.Π.Ε.Υ. μόνον εφόσον η αιτούσα εταιρεία έχει επαρκές αρχικό κεφάλαιο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 9 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της σχετικής επενδυτικής υπηρεσίας ή δραστηριότητας.».

Άρθρο 134
Χορήγηση της άδειας λειτουργίας Τροποποίηση του άρθρου 41 του ν. 4514/2018 (παρ. 3 άρθρου 64 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Στο άρθρο 41 του ν. 4514/2018 (Α΄14), περί χορήγησης άδειας λειτουργίας, α) τροποποιείται το πρώτο εδάφιο της παρ. 1, προκειμένου να προβλεφθεί η εφαρμογή του σε επιχείρηση τρίτης χώρας που έχει ή σκοπεύει να εγκαταστήσει υποκατάστημά της και να συμπληρωθεί παραπομπή στην παρ. 3, β) προστίθεται δεύτερο εδάφιο στην παρ. 2, γ) προστίθενται παρ. 3, 4 και 5 και το άρθρο 41 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 41 Χορήγηση της άδειας λειτουργίας (Άρθρο 41 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση, χορηγεί άδεια λειτουργίας, σε επιχείρηση τρίτης χώρας που έχει ή σκοπεύει να εγκαταστήσει υποκατάστημά της, μόνο όταν έχει πειστεί ότι:

α) πληρούνται οι όροι του άρθρου 39, β) το υποκατάστημα της επιχείρησης τρίτης χώρας θα μπορεί να συμμορφώνεται με τις διατάξεις που αναφέρονται στις παρ. 2 και 3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση, ενημερώνει την επιχείρηση τρίτης χώρας μέσα σε έξι (6) μήνες από την υποβολή πλήρους αίτησης, για τη χορήγηση ή μη άδειας λειτουργίας.

2. Το υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας, σύμφωνα με την παρ. 1 συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 16 έως 20, στα άρθρα 23, 24, 25 και 27, στην παρ. 1 του άρθρου 28 και στα άρθρα 30, 31 και 32, όπως επίσης στα άρθρα 3 έως 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 και στα μέτρα που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή τους, και υπόκειται στην εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή προκειμένου περί υποκαταστήματος επιχείρησης τρίτης χώρας που είναι πιστωτικό ίδρυμα στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατά το λόγο της αρμοδιότητας τους, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 67. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση γνωστοποιούν στην ΕΑΚΑΑ, σε ετήσια βάση, τον κατάλογο των υποκαταστημάτων επιχειρήσεων τρίτων χωρών που δραστηριοποιούνται στο έδαφός τους.

3. Το υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παρ. 1 υποβάλλει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή στην Τράπεζα της Ελλάδος κατά περίπτωση τις ακόλουθες πληροφορίες σε ετήσια βάση:

α) Την κλίμακα και το φάσμα των παρεχόμενων υπηρεσιών και των ασκούμενων δραστηριοτήτων από το υποκατάστημα στην Ελλάδα,

β) για επιχειρήσεις τρίτης χώρας που εκτελούν τη δραστηριότητα που απαριθμείται στην παρ. 4 του Τμήματος Α΄ του Παραρτήματος Ι, το μηνιαίο ελάχιστο, μέσο και μέγιστο άνοιγμά τους σε αντισυμβαλλόμενους από την Ευρωπαϊκή Ένωση,

γ) για επιχειρήσεις τρίτης χώρας που παρέχουν μία ή αμφότερες τις υπηρεσίες που απαριθμούνται στην παρ. 6 του Τμήματος Α΄ του Παραρτήματος Ι, τη συνολική αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων που προέρχονται από αντισυμβαλλόμενους από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο αναδοχής ή τοποθετήθηκαν με δέσμευση ανάληψης τους προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες,

δ) τον κύκλο εργασιών και τη συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες και δραστηριότητες που αναφέρονται στην περ. α),

ε) λεπτομερή περιγραφή των ρυθμίσεων για την προστασία των επενδυτών που διατίθενται στους πελάτες του υποκαταστήματος, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των πελατών αυτών που προκύπτουν από το σύστημα αποζημίωσης επενδυτών, το οποίο αναφέρεται στην περ. στ) της παρ. 2 του άρθρου 39,

στ) την πολιτική τους για τη διαχείριση κινδύνων και τις ρυθμίσεις που εφαρμόζονται από το υποκατάστημα για τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην περ. α),

ζ) τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις για τις δραστηριότητες του υποκαταστήματος ή των επικεφαλής των κρίσιμων λειτουργιών, προκειμένου περί υποκαταστήματος επιχείρησης τρίτης χώρας που είναι πιστωτικό ίδρυμα,

η) κάθε άλλη πληροφορία που θεωρείται αναγκαία από την αρμόδια αρχή για την ενδελεχή παρακολούθηση των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος.

4. Κατόπιν αιτήματος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί τις ακόλουθες πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ:

α) Όλες τις άδειες λειτουργίας για τα υποκαταστήματα που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με την παρ. 1 και κάθε μεταγενέστερη αλλαγή αυτών των αδειών,

β) την κλίμακα και το φάσμα των υπηρεσιών που παρέχονται και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από εξουσιοδοτημένο υποκατάστημα στην Ελλάδα,

γ) τον κύκλο εργασιών και τα συνολικά στοιχεία του ενεργητικού που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες και δραστηριότητες που αναφέρονται στην περ. β),

δ) την επωνυμία του ομίλου τρίτης χώρας στον οποίο ανήκει υποκατάστημα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές των οντοτήτων που αποτελούν μέλη του ίδιου ομίλου στον οποίο ανήκουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων τρίτων χωρών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παρ. 1, η ΕΑΚΑΑ και η ΕΑΤ συνεργάζονται στενά, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι όλες οι δραστηριότητες του εν λόγω ομίλου στην Ένωση υπόκεινται σε πλήρη, συνεπή και αποτελεσματική εποπτεία, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τον Κανονισμό (ΕΕ) 575/2013,τον Κανονισμό (ΕΕ) 600/2014, τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, την Οδηγία 2019/2034/ΕΕ και τον ν. 4261/2014 (Α΄ 107).».

Άρθρο 135
Παροχή υπηρεσιών με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη Τροποποίηση του άρθρου 42 του ν. 4514/2018 (παρ. 4 άρθρου 64 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Στο άρθρο 42 του ν. 4514/2018 (Α΄14), περί παροχής υπηρεσιών με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη, προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο και το άρθρο 42 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 42 Παροχή υπηρεσιών με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη (Άρθρο 42 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

Όταν, με αποκλειστική πρωτοβουλία ιδιώτη πελάτη ή επαγγελματία πελάτη υπό την έννοια του Τμήματος II του Παραρτήματος II εγκατεστημένου ή ευρισκόμενου στην Ελλάδα , παρέχεται σε αυτόν επενδυτική υπηρεσία ή ασκείται επενδυτική δραστηριότητα από επιχείρηση τρίτης χώρας, η προϋπόθεση της χορήγησης άδειας σύμφωνα με το άρθρο 39 δεν ισχύει για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή δραστηριότητας από την επιχείρηση της τρίτης χώρας στο πρόσωπο αυτό, συμπεριλαμβανομένης τυχόν υφιστάμενης σχέσης που αφορά ειδικά την παροχή της υπηρεσίας ή την άσκηση της δραστηριότητας. Με την επιφύλαξη των σχέσεων εντός του ομίλου, όταν μια επιχείρηση τρίτης χώρας, μεταξύ άλλων μέσω οντότητας που ενεργεί για λογαριασμό της ή που διατηρεί στενούς δεσμούς με αυτή την επιχείρηση τρίτης χώρας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό αυτής της οντότητας, προσεγγίζει πελάτες ή δυνητικούς πελάτες στην Ελλάδα, δεν θεωρείται υπηρεσία που παρέχεται με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη. Η πρωτοβουλία των πελατών αυτών δεν δίδει στην επιχείρηση της τρίτης χώρας το δικαίωμα να διαθέτει στον συγκεκριμένο πελάτη νέες κατηγορίες επενδυτικών προϊόντων ή επενδυτικών υπηρεσιών με άλλον τρόπο πέραν του υποκαταστήματος.».

Άρθρο 136
Ανταλλαγή πληροφοριών Τροποποίηση του άρθρου 79 του ν. 4514/2018 (παρ. 6 άρθρου 64 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Η περ. α) της παρ. 3 του άρθρου 79 του ν. 4514/2018 (Α΄14), περί ανταλλαγής πληροφοριών, αντικαθίσταται και το άρθρο 79 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 79 Ανταλλαγή πληροφοριών (Άρθρο 81 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανταλλάσσει, ως αρμόδια αρχή επικοινωνίας, αμέσως όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών που προβλέπονται από τον παρόντα, την Οδηγία 2014/65/ΕΕ και τον Κανονισμό (ΕΕ) 600/2014. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, κατά την παροχή πληροφοριών σε άλλη αρμόδια αρχή, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, να ορίζει ότι οι χορηγούμενες πληροφορίες μπορεί να γνωστοποιούνται περαιτέρω μόνο με τη ρητή συγκατάθεσή της και αποκλειστικά για τους σκοπούς για τους οποίους έδωσε τη συγκατάθεσή της.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να διαβιβάζει στην Τράπεζα της Ελλάδος τις πληροφορίες που λαμβάνει με βάση την παρ. 1 του παρόντος άρθρου και τα άρθρα 75 και 86. Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν διαβιβάζει τις πληροφορίες σε άλλους φορείς ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα χωρίς τη ρητή συναίνεση των αρμόδιων αρχών που τις κοινοποίησαν και μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι αρχές αυτές έχουν συναινέσει, πλην δεόντως αιτιολογημένων περιστάσεων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή που έστειλε τις πληροφορίες.

3. Οι αρχές του άρθρου 70 και οι άλλοι φορείς ή τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες, σύμφωνα με την παρ. 1 ή σύμφωνα με τα άρθρα 75 και 86 μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν μόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ιδίως:

α) για να εξακριβώσουν αν πληρούνται οι όροι ανάληψης της δραστηριότητας επιχείρησης επενδύσεων και για να διευκολύνουν την παρακολούθηση των όρων άσκησης αυτής της δραστηριότητας, της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου,

β) για να εποπτεύουν την εύρυθμη λειτουργία των τόπων διαπραγμάτευσης,

γ) για την επιβολή κυρώσεων,

δ) στο πλαίσιο διοικητικής προσφυγής κατά απόφασης αρμόδιας αρχής,

ε) στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί βάσει του άρθρου 72, στ) στο μηχανισμό εξωδικαστικής επίλυσης των καταγγελιών των επενδυτών που προβλέπεται στο άρθρο 73.

4. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 3 και τα άρθρα 74 και 86 δεν εμποδίζουν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), στην Τράπεζα της Ελλάδος, όταν ενεργεί με την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, στις κεντρικές τράπεζες, στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και, όπου είναι αναγκαίο, σε άλλες δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, εμπιστευτικές πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ζητά από τις εν λόγω αρχές πληροφορίες για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της που προβλέπει ο παρών νόμος και ο Κανονισμός (ΕΕ) 600/2014.

5. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να καθορίζονται τα στοιχεία και οι πληροφορίες που πρέπει να της υποβάλλουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων προκειμένου να ασκεί αποτελεσματικά τη νομισματική και συναλλαγματική πολιτική, η διαδικασία παροχής των στοιχείων και των πληροφοριών αυτών, καθώς και κάθε άλλο ειδικό θέμα κρίνει απαραίτητο για τη διευκόλυνση της άσκησης των αρμοδιοτήτων της ως νομισματική αρχή. Η Τράπεζα της Ελλάδος τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο για όλες τις πληροφορίες και όλα τα στοιχεία που περιέχονται σε γνώση της, σύμφωνα με την προηγούμενη και την παρούσα παράγραφο.».

Άρθρο 137
Μεταβατική διάταξη σχετικά με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 4 παρ. 1 σημείο 1) στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 Προσθήκη άρθρου 95Β στον ν. 4514/2018 (παρ. 7 άρθρου 64 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Στον ν. 4514/2018 (Α΄14) μετά το άρθρο 95Α προστίθεται άρθρο 95Β, ως εξής:

«Άρθρο 95Β Μεταβατική διάταξη σχετικά με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 4 παρ. 1 σημείο 1) στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια αρχή κατά το άρθρο 8 του ν. 4261/2014 (Α΄107), σε περίπτωση που τα προβλεπόμενα συνολικά στοιχεία ενεργητικού επιχείρησης, η οποία έχει υποβάλει αίτηση άδειας λειτουργίας βάσει του Τίτλου II του παρόντος πριν από την 25η Δεκεμβρίου 2019, με σκοπό την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στις παρ. 3 και 6 του Τμήματος Α΄ του Παραρτήματος Ι, ισούνται με το ποσό των τριάντα δισεκατομμυρίων (30.000.000.000) ευρώ ή το υπερβαίνουν, και παρέχουν σχετική ενημέρωση στον αιτούντα.».

Άρθρο 138
Παραπομπές στην οδηγία 2013/36/ΕΕ σε άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις (άρθρο 65 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)
Όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά στον ν. 4261/2014 (Α΄107) για τους σκοπούς της προληπτικής εποπτείας και της εξυγίανσης των επιχειρήσεων επενδύσεων, νοούνται οι κατά περιεχόμενο αντίστοιχες διατάξεις του Μέρους Γ΄ και του Κεφαλαίου Α΄ του Μέρους Η΄ του παρόντος, ήτοι των άρθρων 56 έως και 139 και 185 έως και 188.

Άρθρο 139
Καταργούμενες διατάξεις (παρ. 3, 4, 10, 14, 16, 21 έως 23 του άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034)
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται

οι παρ. 6, 12 έως και 15 του άρθρου 4,

τα άρθρα 29 έως και 32,

η παρ. 11 του άρθρου 68,

οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 84,

η παρ. 2 του άρθρου 103,

η παρ. 2 του άρθρου 121,

οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 122,

οι παρ. 2 και 3 του άρθρου 123,

το στοιχείο 4 της παρ. 1 του άρθρου 3

και οι παρ. 2 και 3, καθώς και η περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014 (Α΄107).

ΜΕΡΟΣ Δ΄
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/2177 ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/65/ΕΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ

Άρθρο 140
Σκοπός
Σκοπός του παρόντος μέρους είναι η ενσωμάτωση του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2177 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2019, περί της τροποποίησης της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (L 334).

Άρθρο 141
Αντικείμενο
Αντικείμενο του παρόντος μέρους είναι η τροποποίηση του ν. 4514/2018 (Α΄14) για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, προκειμένου να μεταβιβαστούν η αρμοδιότητα χορήγησης άδειας λειτουργίας και εποπτείας των Παρόχων Υπηρεσιών Αναφοράς Δεδομένων (Π.Υ.Α.Δ.), καθώς και οι εξουσίες συλλογής δεδομένων, από τις εθνικές αρχές στην ευρωπαϊκή εποπτική αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, ΕΑΚΑΑ ή «ESMA»), εξαιρουμένων των Εγκεκριμένων Μηχανισμών Δημοσιοποίησης Συναλλαγών (Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ.) ή Εγκεκριμένων Μηχανισμών Γνωστοποίησης Συναλλαγών (Ε.ΜΗ. ΓΝΩ.ΣΥ.) που διαθέτουν παρέκκλιση βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 173).

Άρθρο 142
Πεδίο εφαρμογής Τροποποίηση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 του ν. 4514/2018 (παρ. 1 άρθρου 1 Οδηγίας 2177/2019)
Στο άρθρο 2 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί του πεδίου εφαρμογής του νόμου, α) στην παρ. 1 αφαιρούνται οι πάροχοι υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, β) καταργείται η περ. δ) της παρ. 2, περί χορήγησης άδειας λειτουργίας στους παρόχους αυτούς και το άρθρο 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 2 Πεδίο εφαρμογής (Άρθρο 1 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις επενδύσεων, στους διαχειριστές αγοράς και στις επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος στην Ελλάδα.

2. Ο παρών νόμος θεσπίζει απαιτήσεις ως προς τα εξής: α) τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τη λειτουργία των Ανώνυμων Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.), καθώς και την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις επενδύσεων άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα,

β) την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις τρίτων χωρών μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος στην Ελλάδα,

γ) τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τη λειτουργία διαχειριστών αγοράς και ρυθμιζόμενων αγορών,

δ) (Καταργείται),

ε) την εποπτεία, τη συνεργασία και την εφαρμογή από τις αρμόδιες αρχές.

3. Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται επίσης στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του ν. 4261/2014 (Α΄107) ή σε άλλο κράτος μέλος βάσει της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ (EE L 176/27.6.2013), όταν παρέχουν μία ή και περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν μία ή και περισσότερες επενδυτικές δραστηριότητες:

α) της παρ. 2 του άρθρου 3, της παρ. 3 του άρθρου 9 και των άρθρων 14 και 16 έως 20,

β) του Κεφαλαίου Β΄ του Τίτλου II,

γ) του Κεφαλαίου Γ΄ του Τίτλου ΙΙ, εκτός των παρ. 2 και 3 της Ενότητας Α΄ του άρθρου 34, των παρ. 2 και 3 της Ενότητας Β΄ του άρθρου 34, των παρ. 2 έως 6 και 8 της Ενότητας Α΄ του άρθρου 35 και των παρ. 2, 3 και 6 της Ενότητας Β΄ του άρθρου 35,

δ) των άρθρων 67 έως 73 και των άρθρων 78, 83 και 84.

4. Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται επίσης στις επιχειρήσεις επενδύσεων και στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του ν. 4261/ 2014 ή σε άλλο κράτος μέλος βάσει της Οδηγίας 2013/36/ ΕΕ, όταν προβαίνουν σε πώληση ή παροχή συμβουλής σε πελάτες σχετικά με δομημένες καταθέσεις:

α) της παρ. 3 του άρθρου 9, του άρθρου 14 και των παρ. 2, 3 και 6 του άρθρου 16,

β) των άρθρων 23 έως 26, του άρθρου 28, του άρθρου 29 και του άρθρου 30, και

γ) των άρθρων 67 έως 73.

5. Οι παρ. 1 έως 6 του άρθρου 17 εφαρμόζονται επίσης στα μέλη ή τους συμμετέχοντες ρυθμιζόμενων αγορών και Πολυμερών Μηχανισμών Διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ) που δεν έχουν την υποχρέωση να αδειοδοτούνται, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, δυνάμει των περ. α΄,ε΄, θ΄ και ι΄ της παρ. 1 του άρθρου 3, ή την Οδηγία 2014/ 65/ΕΕ.

6. Τα άρθρα 57 και 58 εφαρμόζονται επίσης στα πρόσωπα που εξαιρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 3.

7. Όλα τα πολυμερή συστήματα χρηματοπιστωτικών μέσων λειτουργούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Τίτλου ΙΙ για τους ΠΜΔ ή τους Μηχανισμούς Οργανωμένης Διαπραγμάτευσης (ΜΟΔ) ή τις διατάξεις του Τίτλου III για τις ρυθμιζόμενες αγορές.

Επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό κατά τρόπον οργανωμένο, συχνά, συστηματικά και σε σημαντικό βαθμό, όταν εκτελούν εντολές πελατών εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς ή ΠΜΔ ή ΜΟΔ, λειτουργούν, σύμφωνα με τον Τίτλο III του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 (ΕΕ L 173/12.6.2014).

Με την επιφύλαξη των άρθρων 23 και 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, όλες οι συναλλαγές χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο και οι οποίες δεν συνάπτονται σε πολυμερή συστήματα ή συστηματικούς εσωτερικοποιητές, πρέπει να συμμορφώνονται με τις σχετικές διατάξεις του Τίτλου III του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014.».

Άρθρο 143
Ορισμοί Τροποποίηση παρ. 36 και 37, κατάργηση παρ. 52, 53, 54, 63 και περ. γ) της παρ. 55, του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (παρ. 2 άρθρου 1 Οδηγίας 2177/2019)
Στο άρθρο 4 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί ορισμών: α) οι παρ. 36 και 37 τροποποιούνται ως προς τις παραπεμπόμενες διατάξεις και βελτιώνονται νομοτεχνικά, β) οι παρ. 52, 53, 54, η περ. γ) της παρ. 55, καθώς και η παρ. 63 καταργούνται, και οι ανωτέρω παράγραφοι διαμορφώνονται ως εξής:

«36. «Όργανο διοίκησης»: το Διοικητικό Συμβούλιο ή άλλο όργανο ή όργανα μιας επιχείρησης επενδύσεων, ενός διαχειριστή αγοράς ή ενός παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, όπως ορίζεται στο σημείο 36α της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, που έχουν οριστεί σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τα οποία έχουν την εξουσία καθορισμού της στρατηγικής, των στόχων και της συνολικής κατεύθυνσης της οντότητας και επιβλέπουν και παρακολουθούν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων αναφορικά με τη διοίκησή της, περιλαμβανομένων των προσώπων που διευθύνουν πραγματικά τις δραστηριότητες της οντότητας.

37. «Διευθυντικά στελέχη»: τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες μιας επιχείρησης επενδύσεων, ενός διαχειριστή αγοράς ή ενός παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων όπως ορίζεται στο σημείο 36α της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 και τα οποία είναι υπεύθυνα και υπόλογα απέναντι στο όργανο διοίκησης για την καθημερινή διαχείριση της οντότητας, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των πολιτικών σχετικά με τη διάθεση υπηρεσιών και προϊόντων προς τους πελάτες από την επιχείρηση και το προσωπικό της.

52. (Καταργείται).

53. (Καταργείται).

54. (Καταργείται).

55. «Κράτος μέλος καταγωγής»: α) στην περίπτωση επιχείρησης επενδύσεων: αα) αν η επιχείρηση επενδύσεων είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά της γραφεία,

ββ) αν η επιχείρηση επενδύσεων είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική της έδρα,

γγ) αν η επιχείρηση επενδύσεων δεν έχει, βάσει της εθνικής της νομοθεσίας, καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά της γραφεία,

β) στην περίπτωση ρυθμιζόμενης αγοράς, το κράτος μέλος στο οποίο είναι καταχωρισμένη η ρυθμιζόμενη αγορά ή, αν βάσει της νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους αυτή δεν έχει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία της ρυθμιζόμενης αγοράς,

γ) (Καταργείται).

63. (Καταργείται).».

Άρθρο 144
Γενικές υποχρεώσεις όσον αφορά τη συνεχή εποπτεία Προσθήκη παρ. 2 στο άρθρο 22 του ν. 4514/2018 (παρ. 3 άρθρου 1 Οδηγίας 2177/2019)
Στο άρθρο 22 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), η υφιστάμενη παράγραφος αριθμείται ως παρ. 1, προστίθεται παρ. 2, και το άρθρο 22 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 22 Γενικές υποχρεώσεις όσον αφορά τη συνεχή εποπτεία (Άρθρο 22 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εποπτεύει τις δραστηριότητες των Α.Ε.Π.Ε.Υ. προκειμένου να αξιολογεί τη συμμόρφωσή τους με τους όρους λειτουργίας που προβλέπονται στον παρόντα νόμο. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε στοιχείο ή έγγραφο απαιτείται ώστε να λαμβάνει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να αξιολογεί τη συμμόρφωση των Α.Ε.Π.Ε.Υ. με αυτές τις υποχρεώσεις.

2. H Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρακολουθεί τις δραστηριότητες των Εγκεκριμένων Μηχανισμών Δημοσιοποίησης Συναλλαγών (Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ.) ή των Εγκεκριμένων Μηχανισμών Γνωστοποίησης Συναλλαγών (Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.), με παρέκκλιση σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 173), προκειμένου να αξιολογεί τη συμμόρφωση με τους όρους λειτουργίας που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε στοιχείο ή έγγραφο απαιτείται, προκειμένου να λαμβάνει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και των Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. με αυτές τις υποχρεώσεις.».

Άρθρο 145
Κυρώσεις και μέτρα Τροποποίηση παρ. 1 και 6 του άρθρου 69 του ν. 4514/2018 (παρ. 5 άρθρου 1 Οδηγίας 2177/2019)
Στην περ. γ) της παρ. 1, καθώς και στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 69 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί κυρώσεων και μέτρων, αφαιρούνται οι Πάροχοι Ενοποιημένου Δελτίου Συναλλαγών (Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ.), τίθενται ειδικότερες προβλέψεις ως προς τους Εγκεκριμένους Μηχανισμούς Δημοσιοποίησης Συναλλαγών (Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ.) και τους Εγκεκριμένους Μηχανισμούς Γνωστοποίησης Συναλλαγών (Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.), τροποποιούνται οι νομοθετικές παραπομπές, επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις και το άρθρο 69 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 69 Κυρώσεις και Μέτρα (Άρθρο 70 και παρ. 2 του άρθρου 72 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 67 του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών ελέγχου και επιβολής επανορθωτικών μέτρων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, για παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος, του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή τους και κατ’ εξουσιοδότηση της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, επιβάλλουν τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις και μέτρα, τα οποία πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά:

α) δημόσια ανακοίνωση στην οποία αναφέρονται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η φύση της παράβασης, σύμφωνα με το άρθρο 70,

β) εντολή που υποχρεώνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο να διακόψει τη συμπεριφορά του και να μην την επαναλάβει στο μέλλον,

γ) σε περίπτωση Α.Ε.Π.Ε.Υ., υποκαταστήματος επιχείρησης τρίτης χώρας που είναι επιχείρηση επενδύσεων, διαχειριστή αγοράς που διαθέτει άδεια λειτουργίας ΠΜΔ ή ΜΟΔ, καθώς και σε περίπτωση ρυθμιζόμενης αγοράς, αναστολή ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 43, ή, προκειμένου περί Εγκεκριμένων Μηχανισμών Δημοσιοποίησης Συναλλαγών (Ε.ΜΗ. ΔΗ.ΣΥ.) ή Εγκεκριμένων Μηχανισμών Γνωστοποίησης Συναλλαγών (Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.), με παρέκκλιση σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 αναστολή ή ανάκληση της άδειας σύμφωνα με το άρθρο 27ε του ως άνω Κανονισμού, ή, προκειμένου περί πιστωτικού ιδρύματος ή υποκαταστήματος επιχείρησης τρίτης χώρας που είναι πιστωτικό ίδρυμα, ανάκληση της άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με το άρθρο 43 του παρόντος και τις λοιπές σχετικές διατάξεις της ισχύουσας για τα πιστωτικά ιδρύματα νομοθεσίας,

δ) προσωρινή ή, σε περίπτωση επανειλημμένων σοβαρών παραβάσεων, οριστική απαγόρευση κατά οποιουδήποτε φυσικού προσώπου να συμμετέχει σε διοικητικό συμβούλιο ή να ασκεί διευθυντικά καθήκοντα σε Α.Ε.Π.Ε.Υ., πιστωτικό ίδρυμα ή υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας,

ε) προσωρινή απαγόρευση σε οποιαδήποτε επιχείρηση επενδύσεων, πιστωτικό ίδρυμα ή υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας να είναι μέλος ή να συμμετέχει σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ ή σε οποιονδήποτε πελάτη να συμμετέχει σε ΜΟΔ,

στ) σε περίπτωση νομικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο ύψους έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000,00) ευρώ ή έως δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του, σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το Διοικητικό του Συμβούλιο κατά την προηγούμενη χρήση. Στην περίπτωση που το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μιας μητρικής επιχείρησης που οφείλει να καταρτίζει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με τον ν. 4308/2014 και την Οδηγία 2013/34/ΕΕ (ΕΕ L 182/29.6.2013), ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών, ορίζεται ως ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή τα αντίστοιχα έσοδα, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο περί κατάρτισης και παρουσίασης των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων που προκύπτει από τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της ανώτατης μητρικής επιχείρησης που έχουν εγκριθεί από το Διοικητικό της Συμβούλιο κατά την προηγούμενη χρήση,

ζ) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο ύψους έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000,00) ευρώ,

η) χρηματικό πρόστιμο έως το διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την παράβαση, εφόσον το όφελος αυτό μπορεί να προσδιοριστεί, ακόμα και στην περίπτωση που υπερβαίνει τα ανώτατα ποσά που αναφέρονται στις περ. στ΄ και ζ΄ της παρούσας παραγράφου.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλλει, σωρευτικά με τις κυρώσεις της προηγούμενης παραγράφου, επίπληξη σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος, του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή τους και κατ’ εξουσιοδότηση της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, μπορεί να επιβάλλει τις ανωτέρω διοικητικές κυρώσεις ή μέτρα, πέρα από το νομικό πρόσωπο, και στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο φέρει ευθύνη, βάσει της κείμενης νομοθεσίας, για παράβαση των αναφερομένων στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου διατάξεων.

4. Κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων και κατά την επιμέτρηση του ύψους των προστίμων που προβλέπονται στην παρ. 1, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων, όπου κρίνεται αναγκαίο:

α) της βαρύτητας και της διάρκειας της παράβασης, β) του βαθμού ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, γ) της οικονομικής επιφάνειας του υπαίτιου φυσικού

ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει ιδίως από τον

συνολικό κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα και τα περιουσιακά στοιχεία του φυσικού προσώπου,

δ) της σημασίας των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,

ε) της ζημιάς που προκλήθηκε σε τρίτους από την παράβαση, στον βαθμό που μπορεί να προσδιοριστεί,

στ) του βαθμού συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, με την επιφύλαξη της ανάγκης εξασφάλισης της παραίτησης του υπαίτιου προσώπου από τα αποκτηθέντα κέρδη ή τις αποφευχθείσες ζημίες,

ζ) της καθ’ υποτροπή τέλεσης παραβάσεων ή προηγούμενων παραβάσεων του παρόντος νόμου και της λοιπής νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο,

η) της επίπτωσης της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και στην προστασία των επενδυτών.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά τον λόγο της αρμοδιότητάς τους, επιβάλλουν τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα των παρ. 1 και 2, σε περίπτωση μη συνεργασίας ή μη συμμόρφωσης σε έρευνα ή επιθεώρηση ή αίτημα, σύμφωνα με το άρθρο 67.

6. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων της Ενότητας Β΄ του άρθρου 34 και της Ενότητας Β΄ του άρθρου 35, η με οποιονδήποτε τρόπο κατ’ επάγγελμα παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνο στις Α.Ε.Π.Ε.Υ., στα πιστωτικά ιδρύματα, στα υποκαταστήματα επιχειρήσεων τρίτων χωρών, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρείες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (Α.Ε.Ε.Δ.), στις Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (Α.Ε.Δ.Α.Κ.) και στις Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε.) κατά τις διακρίσεις που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία και, σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους στην Ελλάδα. Με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 27γ του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, η με οποιονδήποτε τρόπον κατ’ επάγγελμα παροχή υπηρεσιών Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. με παρέκκλιση σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 επιτρέπεται μόνο στους παρόχους αυτών των υπηρεσιών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 και την άδεια λειτουργίας τους.

Όποιος, χωρίς την απαιτούμενη άδεια με πρόθεση προβαίνει σε κατ’ επάγγελμα παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων ή παροχή υπηρεσιών Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. με παρέκκλιση σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 στην Ελλάδα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή με χρηματική ποινή ή με αμφότερες τις ποινές αυτές. Αν οι επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες και οι υπηρεσίες Ε.ΜΗ. ΔΗ.ΣΥ. και Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. με παρέκκλιση σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 παρέχονται ή ασκούνται από νομικά πρόσωπα, με την ποινή του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται όποιος ασκεί τη διοίκηση ή διαχείριση του νομικού προσώπου.

Ο γραμματέας του ποινικού δικαστηρίου διαβιβάζει τις καταδικαστικές αποφάσεις για τις παραβάσεις των δύο προηγούμενων εδαφίων στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων τρίτων χωρών που είναι πιστωτικά ιδρύματα, στην Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίες και υποχρεούνται να τις διαβιβάσουν περαιτέρω στην Ε.Α.Κ.Α.Α., σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 70.

7. Στις δίκες για τις αξιόποινες πράξεις της προηγούμενης παραγράφου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει δικαίωμα, σε κάθε περίπτωση, να παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα για την υποστήριξη της κατηγορίας. Μετά την έκδοση οριστικής απόφασης η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει δικαίωμα να λάβει αντίγραφα της απόφασης και των εγγράφων της δικογραφίας, ανεξαρτήτως αν είχε δηλώσει ή όχι παράσταση πολιτικής αγωγής.».

Άρθρο 146
Σχέσεις με ελεγκτές Τροποποίηση του άρθρου 75 του ν. 4514/2018 (παρ. 7 άρθρου 1 Οδηγίας 2177/2019)
Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 75 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί διενέργειας ελέγχων, οι πάροχοι υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων αντικαθίσταται από τους Εγκεκριμένους Μηχανισμούς Δημοσιοποίησης και Γνωστοποίησης Συναλλαγών (Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και Ε.ΜΗ. ΓΝΩ.ΣΥ.) του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 173) και το άρθρο 75 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 75 Σχέσεις με ελεγκτές (Άρθρο 77 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Ορκωτοί ελεγκτές λογιστές και ελεγκτικές εταιρείες, που έχουν λάβει επαγγελματική άδεια ή έχουν το δικαίωμα να διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4449/2017 (Α΄ 7), και διενεργούν ελέγχους σε Α.Ε.Π.Ε.Υ., ρυθμιζόμενες αγορές ή σε Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. που διαθέτουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον Κανονισμό 600/2014 και παρέκκλιση σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 του εν λόγω Κανονισμού, σύμφωνα με την παρ. 1 και τις περ. γ) έως ε) της παρ. 5 της υποπαρ. Α.1 της παρ. Α΄ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94) ή, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 77 του ν. 4099/2012, ή ασκούν οποιαδήποτε άλλα ελεγκτικά καθήκοντα, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, υποχρεούνται να αναφέρουν αμέσως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάθε γεγονός ή απόφαση σχετικά με τον εν λόγω ελεγχόμενο φορέα που περιήλθε σε γνώση τους κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους και το οποίο ενδέχεται:

α) να συνιστά σοβαρή παράβαση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που ορίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας ή διέπουν την άσκηση των δραστηριοτήτων του ελεγχόμενου φορέα,

β) να θέτει σε κίνδυνο τη συνέχεια της λειτουργίας του ελεγχόμενου φορέα, ή

γ) να οδηγήσει σε άρνηση έκφρασης γνώμης για τις οικονομικές καταστάσεις ή στη διατύπωση επιφυλάξεων επ’ αυτών.

2. Η ίδια υποχρέωση ισχύει για τους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές και τις ελεγκτικές εταιρείες και για κάθε γεγονός ή απόφαση που περιήλθε σε γνώση τους κατά την εκπλήρωση των ως άνω καθηκόντων τους της παρ. 1, σε σχέση με επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με τον εποπτευόμενο φορέα τον οποίο ελέγχουν.

3. Η καλή τη πίστει γνωστοποίηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς από τα ως άνω πρόσωπα γεγονότων ή αποφάσεων που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους, δεν αποτελεί παράβαση συμβατικού ή νομικού περιορισμού της γνωστοποίησης των πληροφοριών αυτών και δεν συνεπάγεται καμία ευθύνη των προσώπων αυτών.».

Άρθρο 147
Μεταβατικές Καταργούμενες διατάξεις (παρ. 4 και 11 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/2177)
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται: α) Τα άρθρα 59 έως και 66 και το Τμήμα Δ΄ του Παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων,

β) κάθε διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης που αντίκειται στον παρόντα, με την επιφύλαξη της εφαρμογής τους για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, καθώς και για τις σχετικές εκκρεμείς διαδικασίες.

ΜΕΡΟΣ Ε΄
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2020/1504 ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/ 65/ΕΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΕΕ) 2020/1503 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ ΠΑΡΟΧΟΥΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Άρθρο 148
Σκοπός
Σκοπός του παρόντος μέρους είναι η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2020/1504 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2020, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων» (L 347) και η προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στο πλαίσιο του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2020, σχετικά με τους Ευρωπαίους παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937 (L 347).

Άρθρο 149
Αντικείμενο
Αντικείμενο του παρόντος Μέρους είναι η επικαιροποίηση του θεσμικού πλαισίου που εφαρμόζεται στις υπηρεσίες συμμετοχικής χρηματοδότησης, ιδίως ως προς τους Ευρωπαίους παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης για επιχειρήσεις, προκειμένου να αρθούν τα εμπόδια διασυνοριακής συμμετοχικής χρηματοδότησης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Επίσης, ρυθμίζεται το ζήτημα της άδειας λειτουργίας των παρόχων υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2020, σχετικά με τους Ευρωπαίους παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937 (L 347), ώστε αυτοί να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του ν. 4514/2018 (Α΄ 18), προκειμένου η ίδια δραστηριότητα να μην υπόκειται σε πολλαπλές άδειες εντός της ΕΕ.

Άρθρο 150
Εξαιρέσεις Προσθήκη περ. ιδ) στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4514/2018 (άρθρο 1 Οδηγίας 2020/1504)
Στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί εξαιρέσεων από το πεδίο του ως άνω νόμου, προστίθεται περ. ιδ) ως εξής:

«ιδ) στους παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης, της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2020, σχετικά με τους Ευρωπαίους παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937 (L 347).».

Άρθρο 151
Αρμόδιες αρχές για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503 (άρθρο 29 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

1. Αρμόδια αρχή του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503, για τους εγκατεστημένους στην Ελλάδα παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης για επιχειρήσεις, με τη μορφή δανείων ή απόκτησης κινητών αξιών ή άλλων εισηγμένων μέσων για σκοπούς συμμετοχικής χρηματοδότησης, κατά την έννοια της περ. ιδ) της παρ. 1 του άρθρου 2 του ως άνω Κανονισμού, είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Εάν οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχονται από πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα πληρωμών και ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, ή υποψήφιος πάροχος αδειοδοτείται, παράλληλα ή μεταγενέστερα, ως πιστωτικό ίδρυμα, ίδρυμα ηλεκτρονικών πληρωμών ή ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, αρμόδια αρχή, με την εξαίρεση των άρθρων 19 έως και 28 του παραπάνω Κανονισμού, ορίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι επιφορτισμένη με την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), άλλες ευρωπαϊκές αρχές και τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών.

Άρθρο 152
Εξουσίες των αρμόδιων αρχών (άρθρο 30 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

1. Στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 151, διαθέτουν τουλάχιστον τις ακόλουθες εξουσίες έρευνας:

α) Να απαιτούν από τους παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης και τρίτους, στους οποίους έχει ανατεθεί η εκτέλεση αρμοδιοτήτων, σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης, και από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που τους ελέγχουν ή ελέγχονται από αυτούς, να παρέχουν πληροφορίες και έγγραφα ή άλλα στοιχεία σε οποιαδήποτε μορφή, τα οποία θεωρούν ότι μπορεί να είναι συναφή με την εκτέλεση των καθηκόντων τους και να λαμβάνουν αντίγραφό τους,

β) να απαιτούν από τους ελεγκτές και τους διαχειριστές των παρόχων υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης και από τρίτους, στους οποίους έχει ανατεθεί η εκτέλεση αρμοδιοτήτων σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης, να παρέχουν πληροφορίες και έγγραφα ή άλλα στοιχεία σε οποιαδήποτε μορφή, τα οποία ενδέχεται να είναι συναφή με την εκτέλεση των καθηκόντων τους και να λαμβάνουν αντίγραφό τους,

γ) να διενεργούν επιτόπιες επιθεωρήσεις ή έρευνες σε τοποθεσίες άλλες εκτός των ιδιωτικών κατοικιών φυσικών προσώπων και, για τον σκοπό αυτόν, να εισέρχονται σε εγκαταστάσεις για να έχουν πρόσβαση σε έγγραφα και λοιπά δεδομένα υπό οποιαδήποτε μορφή, στην περίπτωση που υφίστανται εύλογες υπόνοιες ότι τα έγγραφα και τα λοιπά δεδομένα, σχετικά με το αντικείμενο της επιθεώρησης ή της έρευνας μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί παράβαση του ως άνω Κανονισμού.

2. Στο πλαίσιο των καθηκόντων εποπτείας του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 147, δύνανται:

α) Να αναστέλλουν την προσφορά συμμετοχικής χρηματοδότησης για μέγιστο διάστημα δέκα (10) διαδοχικών εργάσιμων ημερών, όταν έχουν βάσιμους λόγους ότι υφίσταται παράβαση του ανωτέρω Κανονισμού,

β) να απαγορεύουν ή να αναστέλλουν τις διαφημιστικές ανακοινώσεις ή να απαιτούν από πάροχο υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης ή από τρίτο, στον οποίο έχει ανατεθεί η εκτέλεση αρμοδιοτήτων σε σχέση με την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, να διακόψει ή να αναστείλει τις διαφημιστικές ανακοινώσεις για μέγιστο διάστημα δέκα (10) διαδοχικών εργάσιμων ημερών, όταν έχουν βάσιμους λόγους ότι υφίσταται παράβαση του ανωτέρω Κανονισμού,

γ) να απαγορεύουν προσφορά συμμετοχικής χρηματοδότησης, όταν διαπιστώνουν ότι υφίσταται παράβαση ή έχουν βάσιμους λόγους ότι υφίσταται παράβαση του ανωτέρω Κανονισμού,

δ) να αναστέλλουν ή να απαιτούν από πάροχο υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης να αναστείλει την παροχή υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης για μέγιστο διάστημα δέκα (10) διαδοχικών εργάσιμων

ημερών όταν έχουν βάσιμους λόγους ότι υφίσταται παράβαση του ανωτέρω Κανονισμού,

ε) να απαγορεύουν την παροχή υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης εάν διαπιστώσουν παράβαση του ανωτέρω Κανονισμού,

στ) να δημοσιοποιούν το γεγονός ότι πάροχος υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης ή τρίτος, στον οποίον έχει ανατεθεί η εκτέλεση αρμοδιοτήτων σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης, αδυνατεί να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του,

ζ) να δημοσιοποιούν ή να απαιτούν από πάροχο υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης ή από τρίτο, στον οποίον έχει ανατεθεί η εκτέλεση αρμοδιοτήτων παροχής τέτοιων υπηρεσιών, να δημοσιοποιήσει κάθε ουσιώδη πληροφορία που ενδέχεται να επηρεάσει την παροχή της υπηρεσίας συμμετοχικής χρηματοδότησης, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία των επενδυτών ή η ομαλή λειτουργία της αγοράς,

η) να αναστέλλουν ή να απαιτούν από πάροχο υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης ή από τρίτο, στον οποίον έχει ανατεθεί η εκτέλεση αρμοδιοτήτων σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης, να αναστείλει την παροχή υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης, όταν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ότι η κατάσταση του παρόχου υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης είναι τέτοια, ώστε η παροχή της υπηρεσίας συμμετοχικής χρηματοδότησης να είναι επιζήμια για τα συμφέροντα των επενδυτών,

θ) να μεταβιβάζουν υφιστάμενες συμβάσεις σε άλλον πάροχο υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης σε περιπτώσεις που ανακληθεί η άδεια του παρόχου υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 17 του Κανονισμού 2020/1503, με την επιφύλαξη της συμφωνίας των πελατών και του παραλήπτη παρόχου υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης.

Όλα τα μέτρα που εγκρίνονται στο πλαίσιο της άσκησης των εξουσιών δυνάμει της παρούσας παραγράφου είναι αναλογικά, δεόντως αιτιολογημένα και λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 40 του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503.

3. Ο πάροχος υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης, στον οποίον μεταβιβάζονται οι υφιστάμενες συμβάσεις, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της περ. θ) της παρ. 2, αδειοδοτείται να παρέχει υπηρεσίες συμμετοχικής χρηματοδότησης στο ίδιο κράτος μέλος στο οποίο είχε λάβει άδεια ο αρχικός πάροχος υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης.

4. Οι αρμόδιες αρχές ασκούν τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες τους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 με οποιονδήποτε από τους εξής τρόπους:

α) Άμεσα, β) σε συνεργασία με άλλες αρχές, γ) υπό την ευθύνη τους με ανάθεση καθηκόντων στις εν λόγω αρχές, δ) μέσω αίτησης προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.

5. Η γνωστοποίηση πληροφοριών στις αρμόδιες αρχές του άρθρου 151 από κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο σύμφωνα με τον Κανονισμό 2020/1503 δεν θεωρείται ότι παραβαίνει κάποιον περιορισμό στη δημοσιοποίηση πληροφοριών που επιβάλλεται εκ συμβάσεως ή διά νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής διάταξης και δεν προκύπτει καμία απολύτως νομική ευθύνη σε σχέση με την εν λόγω γνωστοποίηση.

Άρθρο 153
Συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών (άρθρο 31 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)
Οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 151 συνεργάζονται μεταξύ τους και με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών για τους σκοπούς του Κανονισμού 2020/1503, ανταλλάσσουν πληροφορίες, χωρίς καθυστέρηση, και συνεργάζονται σε δραστηριότητες έρευνας, εποπτείας και επιβολής του νόμου.

Άρθρο 154
Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα (άρθρο 39 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)
1. Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου, που προβλέπονται στο άρθρο 152 και στην ισχύουσα νομοθεσία, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, επιβάλλουν, για τις παραβάσεις του Κανονισμού 2020/1503 και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του και κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου, τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις και μέτρα, τα οποία πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά:

α) Δημόσια ανακοίνωση, στην οποία αναφέρονται το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο καθώς και η φύση της παράβασης,

β) εντολή που υποχρεώνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο να διακόψει τη συμπεριφορά του και να μην την επαναλάβει στο μέλλον,

γ) απαγόρευση κατά οποιουδήποτε μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) ή κάθε άλλου φυσικού προσώπου που θεωρείται υπαίτιο για παράβαση να ασκεί διευθυντικά καθήκοντα στον πάροχο υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης,

δ) χρηματικό πρόστιμο έως το διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την παράβαση, εφόσον το όφελος αυτό μπορεί να προσδιοριστεί, ακόμη και στην περίπτωση που υπερβαίνει τα ανώτατα ποσά που προβλέπονται στην περ. ε),

ε) σε περίπτωση νομικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο ύψους έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ ή έως πέντε τοις εκατό (5 %) του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του, σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το Δ.Σ. κατά την προηγούμενη χρήση. Στην περίπτωση που το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μιας μητρικής επιχείρησης που οφείλει να καταρτίζει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με τον ν. 4308/2014 (Α΄ 251) και την Οδηγία (ΕΕ) 2013/34 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (L 182). Ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ορίζεται ως ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή τα αντίστοιχα έσοδα σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο κατάρτισης και παρουσίασης των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων που προκύπτει από τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της ανώτατης μητρικής επιχείρησης που έχουν εγκριθεί από το Δ.Σ. κατά την προηγούμενη χρήση,

στ) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο ύψους έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.

Άρθρο 155
Άσκηση εξουσιών εποπτείας και επιβολής κυρώσεων (άρθρο 40 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

1. Οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 151, όταν καθορίζουν το είδος και το επίπεδο διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων του άρθρου 154, λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, μεταξύ των οποίων, ανάλογα με την περίπτωση:

α) Αν η παράβαση διαπράχθηκε εκ προθέσεως ή εξ αμελείας,

β) την βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης, γ) τον βαθμό ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση, δ) τη χρηματοοικονομική ισχύ του φυσικού ή νομικού

προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση, όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπεύθυνου νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του υπεύθυνου φυσικού προσώπου,

ε) τη σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ευθύνεται για την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,

στ) τις ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,

ζ) το επίπεδο συνεργασίας του υπαίτιου για την παράβαση φυσικού ή νομικού προσώπου με την αρμόδια αρχή, με την επιφύλαξη της ανάγκης να εξασφαλιστεί η επιστροφή των αποκτηθέντων κερδών ή αποφευχθεισών ζημιών από το εν λόγω πρόσωπο,

η) προηγούμενες παραβάσεις του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση,

θ) τον αντίκτυπο της παράβασης στα συμφέροντα των επενδυτών.

2. Οι αρμόδιες αρχές ασκούν τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες τους που αναφέρονται στο άρθρο 152, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 30 του Κανονισμού 2020/1503.

3. Κατά την άσκηση των εξουσιών επιβολής διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων του άρθρου 154, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά για να διασφαλίσουν ότι οι ασκούμενες εποπτικές και ερευνητικές εξουσίες τους, καθώς και οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλουν είναι αποτελεσματικά και κατάλληλα δυνάμει του παρόντος και του Κανονισμού 2020/1503. Οι ως άνω αρμόδιες αρχές συντονίζουν επίσης τη δράση τους, κατά την άσκηση των εποπτικών και ερευνητικών εξουσιών τους για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων σε διασυνοριακές υποθέσεις.

Άρθρο 156
Δικαίωμα προσφυγής (άρθρο 41 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

1. Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που εκδίδονται βάσει του Κανονισμού 2020/1503 και του παρόντα, καθώς και με τις πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση αυτών, είναι επαρκώς αιτιολογημένες και υπόκεινται, σε αίτηση ακυρώσεως ή προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005 (Α΄ 178). Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με απόφασή της που κοινοποιείται στον αιτούντα, χορηγεί ή αρνείται αιτιολογημένα τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, εντός εξαμήνου από την κατάθεση της αίτησης, εφόσον αυτή περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τον παρόντα νόμο, τις κανονιστικές πράξεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή τα κατά την κρίση της, αναγκαία στοιχεία και πληροφορίες. Η κατά τα ανωτέρω παράλειψη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να αποφασίσει σχετικά με αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας, εντός της εξάμηνης προθεσμίας, ισοδυναμεί με άρνηση.

2. Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του Κανονισμού 2020/1503, του παρόντα, καθώς και των κανονιστικών πράξεων αυτής, είναι επαρκώς αιτιολογημένες και υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της που κοινοποιείται στον αιτούντα, χορηγεί ή αρνείται αιτιολογημένα τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, εντός εξαμήνου από την κατάθεση της αίτησης, εφόσον αυτή περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τον παρόντα, τις κανονιστικές πράξεις της Τράπεζας της Ελλάδος ή τα κατά την κρίση της αναγκαία στοιχεία και πληροφορίες. Η κατά τα ανωτέρω παράλειψη της Τράπεζας της Ελλάδος να αποφασίσει εντός της εξάμηνης προθεσμίας ισοδυναμεί με άρνηση.

Άρθρο 157
Δημοσίευση αποφάσεων (άρθρο 42 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)

1. Οι αποφάσεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων που λαμβάνονται σε περίπτωση παράβασης του Κανονισμού 2020/1503 δημοσιεύονται από τις αρμόδιες αρχές του άρθρου 151 στους επίσημους ιστοτόπους τους, αμέσως μετά την ενημέρωση των φυσικών ή νομικών προσώπων στα οποία επιβάλλονται οι κυρώσεις ή τα μέτρα της εκάστοτε απόφασης. Η δημοσίευση περιλαμβάνει τουλάχιστον στοιχεία για το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα των υπευθύνων φυσικών ή νομικών προσώπων. Η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για αποφάσεις επιβολής μέτρων που αφορούν στη διενέργεια έρευνας.

2. Εάν η δημοσίευση της ταυτότητας των νομικών οντοτήτων ή της ταυτότητας ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των φυσικών προσώπων θεωρηθεί δυσανάλογη από την αρμόδια αρχή, κατόπιν εκτίμησης του αναλογικού χαρακτήρα της δημοσίευσης, ή σε περίπτωση που η δημοσίευση θέτει σε κίνδυνο τη διεξαγωγή τρέχουσας έρευνας, οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν σε μία από τις ακόλουθες ενέργειες:

α) Αναβάλλουν τη δημοσίευση της απόφασης για την επιβολή κύρωσης ή μέτρου, μέχρις ότου εκλείψουν οι λόγοι μη δημοσίευσης,

β) δημοσιεύουν την απόφαση επιβολής κύρωσης ή μέτρου ανώνυμα, εφόσον η ανώνυμη αυτή δημοσίευση διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εμπλεκομένων,

γ) δεν δημοσιεύουν την απόφαση επιβολής κύρωσης ή μέτρου, σε περίπτωση που κριθεί ότι οι επιλογές που προβλέπονται στις περ. α) και β) δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί ότι η δημοσίευση της απόφασης αυτής είναι αναλογική σε σχέση με μέτρα που θεωρούνται ήσσονος σημασίας.

Σε περίπτωση απόφασης για τη δημοσίευση κύρωσης ή μέτρου ανώνυμα, κατ’ εφαρμογή της περ. β), η δημοσίευση των σχετικών δεδομένων μπορεί να αναβληθεί για εύλογο χρονικό διάστημα, εφόσον προβλέπεται ότι εντός του διαστήματος αυτού θα εκλείψουν οι λόγοι για την ανώνυμη δημοσίευση.

3. Όταν η απόφαση περί επιβολής κύρωσης ή μέτρου υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον των οικείων δικαστικών ή άλλων αρχών, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 151 δημοσιεύουν, αμέσως, στον επίσημο ιστότοπό τους τις πληροφορίες αυτές και κάθε μεταγενέστερη πληροφορία σχετική με τα αποτελέσματα της προσφυγής. Επιπλέον, δημοσιεύεται και κάθε απόφαση που ακυρώνει προηγούμενη απόφαση περί επιβολής κύρωσης ή μέτρου.

4. Οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν, ώστε κάθε δημοσίευση σύμφωνα με το παρόν να παραμένει στον επίσημο ιστότοπό τους για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ετών μετά την ανάρτησή της. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στη δημοσίευση διατηρούνται στον επίσημο ιστότοπο της αρμόδιας αρχής μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τους κανόνες προστασίας δεδομένων του ν. 4624/2019 (Α΄ 137).

Άρθρο 158
Μεταβατική περίοδος σχετικά με υπηρεσίες συμμετοχικής χρηματοδότησης που παρέχονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία (άρθρο 48 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)
Οι Ανώνυμες Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.) και τα πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν υπηρεσίες συμμετοχικής χρηματοδότησης του άρθρου 96 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), δύνανται να παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, έως ότου χορηγηθεί η άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 12 του Κανονισμού 2020/1503.

Άρθρο 159
Ποινικές κυρώσεις (παρ. 1 άρθρου 39 Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503)
Όποιος, χωρίς την απαιτούμενη άδεια, με πρόθεση προβαίνει σε κατ’ επάγγελμα παροχή υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης, οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 2020/1503, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή με χρηματική ποινή. Αν οι υπηρεσίες συμμετοχικής χρηματοδότησης παρέχονται ή ασκούνται από νομικά πρόσωπα, με την ποινή του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται όποιος ασκεί πραγματικά τη διοίκηση ή διαχείριση του νομικού προσώπου.

Άρθρο 160
Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καταργείται το άρθρο 96 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί διαμεσολάβησης σε συμμετοχική χρηματοδότηση.

ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ OΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/1160 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΗΣ 20ΗΣ ΙΟΥΝΙΟΥ 2019, ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ 2009/ 65/ΕΚ ΚΑΙ 2011/61/ΕΕ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΣΕ ΚΙΝΗΤΕΣ ΑΞΙΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Ν. 4099/2012

Άρθρο 161
Σκοπός
Σκοπός του παρόντος μέρους είναι η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1160 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για την τροποποίηση των Οδηγιών 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ όσον αφορά τη διασυνοριακή διανομή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων.

Άρθρο 162
Αντικείμενο
Αντικείμενο του παρόντος μέρους είναι η συμπλήρωση του νομικού πλαισίου ως προς τη διασυνοριακή διάθεση μεριδίων Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) ή μετοχών Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.) στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος, καθώς και η ευθυγράμμιση της διαδικασίας κοινοποίησης στις αρμόδιες αρχές, με σκοπό τη μείωση των ρυθμιστικών φραγμών στη διασυνοριακή διανομή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων (Ο.Σ.Ε.Κ.Α. και Ο.Ε.Ε.) εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ειδικότερα, στο Κεφάλαιο Α΄ εισάγονται τροποποιήσεις του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), για την ενσωμάτωση του άρθρου 1 της Οδηγίας 2019/1160 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ όσον αφορά τη διασυνοριακή διανομή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων (L 188). Στο δε Κεφάλαιο Β΄ εισάγονται τροποποιήσεις του ν. 4209/2013 (Α΄ 253), για την ενσωμάτωση του άρθρου 2 της ανωτέρω Οδηγίας.

Άρθρο 163
Εγκατάσταση υποκαταστήματος εταιρείας διαχείρισης άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα και εγκατάσταση υποκαταστήματος Ανώνυμων Εταιρειών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων σε άλλο κράτος μέλος Τροποποίηση της παρ. 6 του άρθρου 26 και της παρ. 5 του άρθρου 29 του ν. 4099/2012 (παρ. 1 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)

1. Στο τέλος της παρ. 6 του άρθρου 26 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), περί γνωστοποίησης πληροφοριών στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προστίθενται τρία εδάφια και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής:

«6. Σε περίπτωση μεταβολής των πληροφοριών, οι οποίες κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με τις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παρ. 1, η εταιρεία διαχείρισης γνωστοποιεί γραπτώς τη μεταβολή αυτή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στις Aρμόδιες Aρχές του κράτους μέλους καταγωγής της έναν (1) μήνα τουλάχιστον πριν τη μεταβολή ή σε περίπτωση ανωτέρας βίας, το συντομότερο δυνατόν από την πραγματοποίηση της μεταβολής, ώστε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να δύναται να λάβει κατάλληλα μέτρα για την άσκηση του εποπτικού της έργου.

Όταν, λόγω της μεταβολής του πρώτου εδαφίου, η εταιρεία διαχείρισης δεν συμμορφώνεται πλέον με την Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) (L 302), οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εταιρείας διαχείρισης ενημερώνουν την εταιρεία διαχείρισης, εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ότι δεν πρέπει να εφαρμόσει την εν λόγω μεταβολή. Στην περίπτωση αυτή, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εταιρείας διαχείρισης ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Σε περίπτωση εφαρμογής της μεταβολής του πρώτου εδαφίου, μετά από τη διαβίβαση των πληροφοριών του δεύτερου εδαφίου και εφόσον λόγω της μεταβολής αυτής η εταιρεία διαχείρισης δεν συμμορφώνεται πλέον με την Οδηγία 2009/65/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εταιρείας διαχείρισης λαμβάνουν τα μέτρα των άρθρων 97 και 98 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ, και ενημερώνουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετικά με τα μέτρα που λήφθηκαν.».

2. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 29 του ν. 4099/2012, περί γνωστοποίησης μεταβολών των Ανώνυμων Εταιρειών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (Α.Ε.Δ.Α.Κ.) στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προστίθενται τρία εδάφια και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:

«5. Αν μεταβληθούν οι πληροφορίες οι οποίες κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με τις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παρ. 1, η Α.Ε.Δ.Α.Κ. γνωστοποιεί γραπτώς τη μεταβολή αυτή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής της, έναν (1) μήνα τουλάχιστον πριν από τη μεταβολή ή σε περίπτωση ανωτέρας βίας, το συντομότερο δυνατόν από την πραγματοποίηση της μεταβολής, ώστε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να αποφασίσει επί της μεταβολής αυτής σύμφωνα με την παρ. 2.

Όταν, λόγω της μεταβολής του πρώτου εδαφίου, η Α.Ε.Δ.Α.Κ. δεν συμμορφώνεται πλέον με το Μέρος Α΄ του παρόντος νόμου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Α.Ε.Δ.Α.Κ., εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ότι δεν πρέπει να εφαρμόσει την εν λόγω μεταβολή. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής. Σε περίπτωση εφαρμογής της μεταβολής του πρώτου εδαφίου, μετά από τη διαβίβαση των πληροφοριών, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο και, εφόσον, λόγω της μεταβολής αυτής, η Α.Ε.Δ.Α.Κ. δεν συμμορφώνεται πλέον με το Μέρος Α΄ του παρόντος νόμου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει όλα τα δέοντα μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 93, και ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με τα μέτρα που λήφθηκαν.».

Άρθρο 164
Ανακοινώσεις και διαφημίσεις Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες Τροποποίηση του άρθρου 79 του ν. 4099/2012 (παρ. 2 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)
H παρ. 1 του άρθρου 79 του ν. 4099/2012 (A΄ 250), περί ανακοινώσεων των Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.), καταργείται και το άρθρο 79 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 79 Ανακοινώσεις και διαφημίσεις Ο.Σ.Ε.Κ.Α. (άρθρα 70, 76, 77 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ)

1. (Καταργείται).

2. Στο τέλος κάθε διαχειριστικής χρήσης, αναρτάται στην ιστοσελίδα της εταιρείας διαχείρισης ή, κατά περίπτωση, της ΑΕΕΜΚ, στο διαδίκτυο, συνοπτική κατάσταση του ενεργητικού του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., ο λογαριασμός αποτελεσμάτων χρήσης του και ο τρόπος διάθεσης των κερδών του.

3. Εξαιρουμένου του εντύπου των βασικών πληροφοριών για τους επενδυτές, κάθε άλλο ενημερωτικό ή διαφημιστικό έντυπο του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. πρέπει να περιέχει δήλωση με κεφαλαία γράμματα στο κάτω μέρος της πρώτης και της τελευταίας σελίδας πολυσέλιδου εντύπου ότι «Οι Ο.Σ.Ε.Κ.Α. δεν έχουν εγγυημένη απόδοση και οι προηγούμενες αποδόσεις δεν διασφαλίζουν τις μελλοντικές». Η παραπάνω δήλωση αναφέρεται και σε κάθε ανακοίνωση του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. Η ανωτέρω υποχρέωση δεν υφίσταται στην περίπτωση της παρ. 9 του άρθρου 61, καθώς και στην περίπτωση Ο.Σ.Ε.Κ.Α. που βάσει της επενδυτικής του πολιτικής αποσκοπεί στην επίτευξη προκαθορισμένης απόδοσης. Στην τελευταία περίπτωση, ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. οφείλει να συμπεριλάβει σχετική προειδοποίηση προς το επενδυτικό κοινό, στο κάτω μέρος της πρώτης και της τελευταίας σελίδας πολυσέλιδου ενημερωτικού ή διαφημιστικού εντύπου και ανακοίνωσης.

4. Όλες οι δημοσιεύσεις του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. και της εταιρείας διαχείρισής του και κάθε ενημερωτικό ή διαφημιστικό υλικό τους υποβάλλονται, στη μορφή που διατίθενται στο επενδυτικό κοινό, χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

5. Η εταιρεία διαχείρισης υποχρεούται, εφόσον της ζητηθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, να προβαίνει με δικά της έξοδα σε διευκρινιστικές ή διορθωτικές δημοσιεύσεις, εάν από προηγούμενες δημοσιεύσεις ή ανακοινώσεις της υπάρχει κίνδυνος παραπλάνησης ή εσφαλμένης πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού.

6. Η εταιρεία διαχείρισης παρέχει, κατόπιν αιτήματος επενδυτή, πρόσθετα στοιχεία σχετικά με τα ποσοτικά όρια που εφαρμόζονται κατά τη διαχείριση κινδύνου του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., τις μεθόδους που έχουν επιλεγεί για το σκοπό αυτόν και την πρόσφατη εξέλιξη των κύριων κινδύνων και των αποδόσεων των διαφόρων κατηγοριών των στοιχείων του ενεργητικού του Ο.Σ.Ε.Κ.Α.

7. Με βάση τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 4 του άρθρου 75 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ, βάσει των οποίων εκδόθηκε ο Κανονισμός (ΕΕ) 583/2010 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 1ης Ιουλίου 2010 (ΕΕ L 176/ 10.7.2010), η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να εξειδικεύει με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα σχετικά με τις προϋποθέσεις διάθεσης του ενημερωτικού δελτίου μέσω διαδικτύου ή με άλλο σταθερό μέσο, πλην του αντιγράφου σε έντυπη μορφή.

8. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καθορίζει με απόφαση της το περιεχόμενο τριμηνιαίων πινάκων σχετικά με τις επενδύσεις του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., οι οποίοι τίθενται στη διάθεση του επενδυτικού κοινού και υποβάλλονται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καθώς και τον τρόπο και τον χρόνο της γνωστοποίησης και της δημοσιοποίησής τους.».

Άρθρο 165
Διάθεση μεριδίων Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα Τροποποίηση του άρθρου 89 του ν. 4099/2012 (παρ. 3 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)
Στο άρθρο 89 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) τροποποιείται η παρ. 9 ως προς τις παραπεμπόμενες διατάξεις, καταργούνται οι παρ. 3, 8 και 11, περί υποχρεώσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και των Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) και το άρθρο 89 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 89 Διάθεση μεριδίων Ο.Σ.Ε.Κ.Α. άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα (άρθρα 89 παρ. 1, 91-96 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ)

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την κίνηση των κεφαλαίων, καθώς και του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 100, Ο.Σ.Ε.Κ.Α. που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ, ο οποίος διαθέτει τα μερίδιά του στην Ελλάδα, δεν υπάγεται σε τυχόν πρόσθετες διατάξεις του παρόντος νόμου που αφορούν θέματα τα οποία ρυθμίζονται από την Οδηγία 2009/65/ΕΚ. Σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω Ο.Σ.Ε.Κ.Α. τηρεί τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που αφορούν θέματα τα οποία δεν ρυθμίζονται από την Οδηγία 2009/65/ΕΚ.

2. Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος δύναται να διαθέτει τα μερίδιά του στην Ελλάδα, κατόπιν κοινοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 90.

3. (Καταργείται).

4. Για τους σκοπούς των άρθρων 89 έως και 92 του παρόντος νόμου, ο όρος «Ο.Σ.Ε.Κ.Α.» περιλαμβάνει και τα επενδυτικά τμήματα ενός Ο.Σ.Ε.Κ.Α.

5. Εάν Ο.Σ.Ε.Κ.Α. που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος διαθέτει τα μερίδιά του στην Ελλάδα, παρέχει στους επενδυτές που βρίσκονται στην Ελλάδα τις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτείται να παρέχει στους επενδυτές στο κράτος μέλος καταγωγής του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου IX της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ, όπως αυτές ενσωματώθηκαν με τα άρθρα 75 έως και 84 του παρόντος νόμου.

Οι εν λόγω πληροφορίες και έγγραφα παρέχονται στους επενδυτές σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις:

α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κεφαλαίου IX της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ, οι εν λόγω πληροφορίες και έγγραφα παρέχονται στους επενδυτές με τον τρόπο που προβλέπεται στις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στην Ελλάδα.

β) Οι βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές μεταφράζονται στην ελληνική γλώσσα.

γ) Άλλες πληροφορίες ή έγγραφα, πλην των βασικών πληροφοριών για τους επενδυτές, μεταφράζονται, κατ’ επιλογήν του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., στην ελληνική ή στην αγγλική γλώσσα.

δ) Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ευθύνεται για την ακριβή μετάφραση των πληροφοριών και των εγγράφων που αναφέρονται στις περ. β΄ και γ΄.

6. Οι διατάξεις της παρ. 5 εφαρμόζονται και σε κάθε μεταβολή των εν λόγω πληροφοριών και εγγράφων.

7. Η συχνότητα δημοσιοποίησης της καθαρής τιμής και της τιμής διάθεσης, εξαγοράς ή εξόφλησης των μεριδίων του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., σύμφωνα με το άρθρο 76 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ, διέπεται από τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του κράτους μέλους καταγωγής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α.

8. (Καταργείται).

9. Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. μπορεί να διαφημίζεται στην Ελλάδα τηρώντας τις διατάξεις του άρθρου 79 που αφορούν τη διαφήμιση μεριδίων Ο.Σ.Ε.Κ.Α., καθώς και τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1156 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής διανομής οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 345/2013, (ΕΕ) 346/2013 και (ΕΕ) 1286/2014 (L 188).

10. Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. δύναται, για την άσκηση των δραστηριοτήτων του στην Ελλάδα, να χρησιμοποιεί στην επωνυμία ή στο διακριτικό του τίτλο, την ίδια νομική μορφή, όπως «εταιρεία επενδύσεων» ή «αμοιβαίο κεφάλαιο», υπό την οποία δραστηριοποιείται στο κράτος μέλος καταγωγής του. Εάν υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί σύγχυση, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να απαιτήσει για λόγους σαφήνειας να προστεθεί στην επωνυμία επεξηγηματική ένδειξη.

11. (Καταργείται).

12. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται με απόφαση της να καθορίζει το περιεχόμενο των ρυθμίσεων που αφορούν τη διάθεση στην Ελλάδα μεριδίων Ο.Σ.Ε.Κ.Α., οι οποίοι έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος.».

Άρθρο 166
Απαιτήσεις για την παροχή διευκολύνσεων στους ιδιώτες επενδυτές από Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες άλλου κράτους μέλους που προτίθεται να διαθέσει τα μερίδιά του στην Ελλάδα, καθώς και από Οργανισμό Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες αδειοδοτημένο στην Ελλάδα που προτίθεται να διαθέσει μερίδια σε άλλο κράτος μέλος Προσθήκη άρθρων 89Α και 89Β στον ν. 4099/2012 (παρ. 4 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)
Στον ν. 4099/2012 (Α΄ 250) μετά το άρθρο 89 προστίθενται άρθρα 89Α και 89Β ως εξής:

«Άρθρο 89Α Απαιτήσεις για την παροχή διευκολύνσεων από Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες κατά τη διάθεση μεριδίων ή μετοχών σε άλλο κράτος μέλος (παρ. 4 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1160)

1. Οι Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) του παρόντος νόμου καθιστούν διαθέσιμες, σε άλλο κράτος μέλος όπου προτίθενται να διαθέσουν στην αγορά μερίδιά του, διευκολύνσεις για τη διεκπεραίωση των ακόλουθων καθηκόντων:

α) Την επεξεργασία των εντολών διάθεσης, εξαγοράς και εξόφλησης και την εκτέλεση άλλων πληρωμών σε μεριδιούχους, οι οποίες σχετίζονται με μερίδια του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα έγγραφα που απαιτούνται στα άρθρα 75 έως και 84,

β) την παροχή πληροφόρησης στους επενδυτές σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των εντολών που αναφέρονται στην περ. α) και τον τρόπο πληρωμής των ποσών εξαγοράς και εξόφλησης,

γ) τη διευκόλυνση του χειρισμού πληροφοριών και την πρόσβαση στις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 24, που σχετίζονται με την άσκηση των δικαιωμάτων των επενδυτών που απορρέουν από την επένδυσή τους στον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. στο κράτος μέλος όπου ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. προωθείται εμπορικά,

δ) την παροχή προς τους επενδυτές των πληροφοριών και των εγγράφων που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρα 75 έως και 84 του παρόντος, υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 94 της Οδηγίας 2009/65/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) (L 302), με σκοπό την επιθεώρηση και την παραλαβή αντιγράφων,

ε) την παροχή, με σταθερό μέσο, πληροφοριών στους επενδυτές σχετικά με τα καθήκοντα για τη διεκπεραίωση των οποίων παρέχονται διευκολύνσεις, και

στ) τον ορισμό υπεύθυνου επικοινωνίας για την επικοινωνία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

2. Δεν απαιτείται η φυσική παρουσία του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. στο κράτος μέλος υποδοχής ή ο διορισμός τρίτου από τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. για τους σκοπούς της παρ. 1.

3. O Ο.Σ.Ε.Κ.Α. εξασφαλίζει ότι οι διευκολύνσεις για την επιτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παρ. 1, μεταξύ άλλων και με ηλεκτρονικά μέσα, παρέχονται:

α) Στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους, στο οποίο προωθείται εμπορικά ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή σε γλώσσα εγκεκριμένη από τις αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους,

β) από τον ίδιο τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή από τρίτο μέρος, με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων και της εποπτείας που διέπουν τα καθήκοντα που πρέπει να διεκπεραιωθούν, ή από αμφότερους.

Για τους σκοπούς της περ. β), όταν τα καθήκοντα διεκπεραιώνονται από τρίτο μέρος, η ανάθεση στο εν λόγω τρίτο μέρος τεκμηριώνεται με γραπτή σύμβαση, η οποία προσδιορίζει ποια από τα καθήκοντα που αναφέρονται στην παρ. 1 δεν διεκπεραιώνονται από τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. και ότι το τρίτο μέρος λαμβάνει όλες τις σχετικές πληροφορίες και έγγραφα από τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α.

Άρθρο 89Β Απαιτήσεις για την παροχή διευκολύνσεων από Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες άλλων κρατών μελών κατά τη διάθεση μεριδίων ή μετοχών στην Ελλάδα (παρ. 4 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1160)

1. Οργανισμός Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) άλλου κράτους μέλους που προτίθεται να διαθέσει τα μερίδιά του στην Ελλάδα καθιστά διαθέσιμες διευκολύνσεις για τη διεκπεραίωση των ακόλουθων καθηκόντων:

α) Την επεξεργασία των εντολών διάθεσης, εξαγοράς και εξόφλησης και την εκτέλεση άλλων πληρωμών σε μεριδιούχους, οι οποίες σχετίζονται με μερίδια του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα έγγραφα που απαιτούνται, κατά τα άρθρα 75 έως και 84 του παρόντος,

β) την παροχή πληροφόρησης στους επενδυτές σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των εντολών που αναφέρονται στην περ. α) και τον τρόπο πληρωμής του προϊόντος εξαγοράς και εξόφλησης,

γ) τη διευκόλυνση του χειρισμού πληροφοριών και την πρόσβαση στις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ, που σχετίζονται με την άσκηση των δικαιωμάτων των επενδυτών που απορρέουν από την επένδυσή τους στον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. στην Ελλάδα,

δ) την παροχή προς τους επενδυτές των πληροφοριών και των εγγράφων που απαιτούνται, σύμφωνα με το Κεφάλαιο IX της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ, όπως αυτό έχει ενσωματωθεί με τα άρθρα 75 έως και 84 του παρόντος, υπό τους όρους που προβλέπονται στις παρ. 5 έως και 7 του άρθρου 89, με σκοπό την επιθεώρηση και την παραλαβή αντιγράφων,

ε) την παροχή, με σταθερό μέσο, πληροφοριών στους επενδυτές σχετικά με τα καθήκοντα για τη διεκπεραίωση των οποίων παρέχονται διευκολύνσεις, και

στ) τον ορισμό υπευθύνου επικοινωνίας για την επικοινωνία με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

2. Δεν απαιτείται η φυσική παρουσία Ο.Σ.Ε.Κ.Α. άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα ή ο διορισμός τρίτου από τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. για τους σκοπούς της παρ. 1.

3. O Ο.Σ.Ε.Κ.Α. άλλου κράτους μέλους εξασφαλίζει ότι οι διευκολύνσεις για την επιτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παρ. 1, μεταξύ άλλων και με ηλεκτρονικά μέσα, παρέχονται:

α) Στην ελληνική γλώσσα ή, εφόσον το επιθυμεί ο επενδυτής, στην αγγλική γλώσσα,

β) από τον ίδιο τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή από τρίτο μέρος, με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων και της εποπτείας που διέπουν τα καθήκοντα που πρέπει να διεκπεραιωθούν, ή από αμφότερους.

Για τους σκοπούς της περ. β), όταν τα καθήκοντα διεκπεραιώνονται από τρίτο μέρος, η ανάθεση στο εν λόγω τρίτο μέρος τεκμηριώνεται με γραπτή σύμβαση, η οποία προσδιορίζει ποια από τα καθήκοντα που αναφέρονται στην παρ. 1 δεν διεκπεραιώνονται από τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. και ότι το τρίτο μέρος λαμβάνει όλες τις σχετικές πληροφορίες και έγγραφα από τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α.».

Άρθρο 167
Διαδικασία διάθεσης μεριδίων ή μετοχών από Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα, καθώς και από αδειοδοτημένο στην Ελλάδα Οργανισμό Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες που διαθέτει μερίδια ή μετοχές σε άλλο κράτος μέλος και σε τρίτο κράτος Τροποποίηση των άρθρων 90 και 91 του ν. 4099/2012 (παρ. 5 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)

1. Στο άρθρο 90 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), περί διαδικασίας διάθεσης μεριδίων των Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) άλλων κρατών μελών, προστίθεται τρίτο εδάφιο στην περ. α) της παρ. 1, η παρ. 6 αντικαθίσταται και το άρθρο 90 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 90 Διαδικασία διάθεσης μεριδίων Ο.Σ.Ε.Κ.Α. άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα (άρθρα 91-96 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ)

1. Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. άλλου κράτους μέλους δύναται να ξεκινήσει τη διάθεση των μεριδίων του στην Ελλάδα αφού προηγουμένως η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λάβει από τις Αρμόδιες Αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. τα ακόλουθα στοιχεία:

α) Επιστολή κοινοποίησης του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., η οποία περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις ρυθμίσεις που ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. έχει ορίσει για τη διάθεση των μεριδίων του στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων, όπου συντρέχει περίπτωση, ρυθμίσεων για τις κατηγορίες μεριδίων. Στην περίπτωση που τα μερίδια του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. διατίθενται στην Ελλάδα από την ίδια την εταιρεία διαχείρισής του, αυτό αναφέρεται ρητώς στην επιστολή κοινοποίησης.

Η επιστολή κοινοποίησης περιλαμβάνει, επίσης, τις αναγκαίες λεπτομέρειες, συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσης, για την τιμολόγηση ή για την κοινοποίηση τυχόν εφαρμοστέων κανονιστικών τελών ή επιβαρύνσεων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και πληροφορίες σχετικά με τις διευκολύνσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 89Β.

β) Βεβαίωση των Αρμοδίων Αρχών του κράτους μέλους καταγωγής του ότι ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. πληροί τους όρους της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

γ) Τον κανονισμό ή τα καταστατικά του έγγραφα, το ενημερωτικό του δελτίο και, εφόσον υφίστανται, την ετήσια και την εξαμηνιαία έκθεσή του, μεταφρασμένα στην ελληνική ή αγγλική γλώσσα, κατ’ επιλογήν και με επιμέλεια του Ο.Σ.Ε.Κ.Α.

δ) Τις βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές, μεταφρασμένες στην ελληνική γλώσσα, με επιμέλεια του Ο.Σ.Ε.Κ.Α.

Τα υπό γ΄ και δ΄ έγγραφα υποβάλλονται στην πλέον πρόσφατη έκδοσή τους.

2. Η επιστολή κοινοποίησης και η βεβαίωση, που αναφέρονται στην παρ. 1, παρέχονται σε γλώσσα που είθισται στις διεθνείς χρηματοοικονομικές συναλλαγές, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συμφωνήσουν να διατίθενται σε επίσημη γλώσσα και των δύο αυτών κρατών μελών.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποδέχεται την ηλεκτρονική διαβίβαση και αρχειοθέτηση των εγγράφων που αναφέρονται στην παρ. 1.

4. Για τους σκοπούς της διαδικασίας κοινοποίησης που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν ζητεί κανένα άλλο έγγραφο, πιστοποιητικό ή πληροφορία, πλέον εκείνων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει πρόσβαση, με ηλεκτρονικά μέσα, στα έγγραφα που αναφέρονται στις περ. γ΄ και δ΄ της παρ. 1 και, ενδεχομένως, στις μεταφράσεις τους. Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. επικαιροποιεί τα εν λόγω έγγραφα και μεταφράσεις, κοινοποιεί οποιεσδήποτε αλλαγές σε αυτά στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και επισημαίνει τον τρόπο απόκτησης των εν λόγω εγγράφων ηλεκτρονικά.

6. Σε περίπτωση μεταβολής των πληροφοριών στην επιστολή κοινοποίησης που υποβάλλεται σύμφωνα με την παρ. 1, ή μεταβολής όσον αφορά τις κατηγορίες μεριδίων που πρόκειται να διατίθενται, ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ειδοποιεί γραπτώς σχετικά, τόσο τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., όσο και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, τουλάχιστον έναν (1) μήνα πριν επιφέρει τη μεταβολή αυτή. Όταν, λόγω της μεταβολής του πρώτου εδαφίου, ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. δεν συμμορφώνεται πλέον με την Οδηγία 2009/65/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. τον ενημερώνουν, εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ότι δεν πρέπει να εφαρμόσει την εν λόγω μεταβολή. Στην περίπτωση αυτή, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Σε περίπτωση εφαρμογής της μεταβολής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, μετά από τη διαβίβαση των πληροφοριών, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο και, εφόσον, λόγω της μεταβολής αυτής, ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. δεν συμμορφώνεται πλέον με την Οδηγία 2009/65/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 98 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένης, όπου απαιτείται, της ρητής απαγόρευσης εμπορικής προώθησης του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. και ενημερώνουν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, χωρίς καθυστέρηση, σχετικά με τα μέτρα που λήφθηκαν.

7. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται με απόφαση της να εξειδικεύει κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα που αφορά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.».

2. Στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 91 του ν. 4099/2012, περί διάθεσης μεριδίων των Ο.Σ.Ε.Κ.Α. σε άλλο κράτος, προστίθεται τρίτο εδάφιο, η παρ. 7 αντικαθίσταται και το άρθρο 91 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 91 Διάθεση μεριδίων Ο.Σ.Ε.Κ.Α. του παρόντος νόμου σε άλλο κράτος μέλος και σε τρίτο κράτος (άρθρα 91-96 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ)

1. Αν ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. του παρόντος νόμου σκοπεύει να διαθέσει τα μερίδια του σε άλλο κράτος μέλος, υποβάλλει καταρχήν επιστολή κοινοποίησης στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Η επιστολή κοινοποίησης περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις ρυθμίσεις που ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. έχει ορίσει για τη διάθεση των μεριδίων του στο κράτος μέλος υποδοχής, συμπεριλαμβανομένων, όπου συντρέχει περίπτωση, ρυθμίσεων για τις κατηγορίες μεριδίων. Στην περίπτωση που τα μερίδια του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. διατίθενται στο άλλο κράτος μέλος από την ίδια την εταιρεία διαχείρισής του, αυτό αναφέρεται ρητώς στην επιστολή κοινοποίησής του.

Η επιστολή κοινοποίησης περιλαμβάνει, επίσης, τις αναγκαίες λεπτομέρειες, συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσης για την τιμολόγηση ή για την κοινοποίηση τυχόν εφαρμοστέων κανονιστικών τελών ή επιβαρύνσεων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και πληροφορίες σχετικά με τις διευκολύνσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στη παρ. 1 του άρθρου 89Α.

2. Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. επισυνάπτει στην επιστολή κοινοποίησης, που αναφέρεται στην παρ. 1, τα εξής έγγραφα, στην πλέον πρόσφατη έκδοσή τους:

α) τον κανονισμό ή τα καταστατικά του έγγραφα, το ενημερωτικό του δελτίο και, εφόσον υφίστανται, την ετήσια και την εξαμηνιαία έκθεσή του, μεταφρασμένα σύμφωνα με τις διατάξεις των περ. γ΄ και δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 94 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ και

β) τις βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές, που αναφέρονται στο άρθρο 80, μεταφρασμένες σύμφωνα με τις διατάξεις των περ. β΄ και δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 94 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επαληθεύει εάν είναι πλήρεις οι πληροφορίες που υποβάλλονται από τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α., σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στις παρ.1 και 2 στις Αρμόδιες Αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., το αργότερο δέκα (10) εργάσιμες ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής τους. Ταυτόχρονα, συνυποβάλλει βεβαίωση ότι ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. πληροί τους όρους της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ. Στη συνέχεια, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. για την ανωτέρω διαβίβαση. Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. δύναται να ξεκινήσει τη διάθεση των μεριδίων του στην αγορά του κράτους μέλους υποδοχής του από την ημερομηνία της εν λόγω ενημέρωσης.

4. Η επιστολή κοινοποίησης, που αναφέρεται στην παρ. 1, και η βεβαίωση, που αναφέρεται στην παρ. 3, διατίθεται στην αγγλική γλώσσα, εκτός εάν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και οι Αρμόδιες Αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. συμφωνήσουν να διατίθεται σε επίσημη γλώσσα και των δύο αυτών κρατών μελών.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να διαβιβάζει και να αρχειοθετεί τα έγγραφα που αναφέρονται στην παρ. 3 ηλεκτρονικά.

6. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διασφαλίζει ότι οι Αρμόδιες Αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. έχουν πρόσβαση, με ηλεκτρονικά μέσα, στα έγγραφα που αναφέρονται στην παρ. 2 και, ενδεχομένως, στις μεταφράσεις τους. Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. επικαιροποιεί τα εν λόγω έγγραφα και μεταφράσεις, κοινοποιεί οποιεσδήποτε αλλαγές στα έγγραφα που αναφέρονται στην παρ. 2 στις Αρμόδιες Αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του και επισημαίνει τον τρόπο απόκτησης των εν λόγω εγγράφων ηλεκτρονικά.

7. Σε περίπτωση μεταβολής των πληροφοριών στην επιστολή κοινοποίησης που υποβάλλεται σύμφωνα με την παρ. 1, ή μεταβολής όσον αφορά τις κατηγορίες μεριδίων που πρόκειται να διατίθενται, ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ειδοποιεί γραπτώς σχετικά τόσο την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όσο και τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., τουλάχιστον έναν (1) μήνα πριν επιφέρει τη μεταβολή αυτή. Όταν, λόγω της μεταβολής του πρώτου εδαφίου, ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. δεν συμμορφώνεται πλέον με το Μέρος Α΄ του παρόντος νόμου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α., εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ότι δεν πρέπει να εφαρμόζει την εν λόγω αλλαγή. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. Σε περίπτωση εφαρμογής της μεταβολής του πρώτου εδαφίου μετά τις πληροφορίες που διαβιβάζονται, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο και εφόσον, λόγω της μεταβολής αυτής, ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. δεν συμμορφώνεται πλέον με το Μέρος Α΄ του παρόντος νόμου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει όλα τα δέοντα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 93, συμπεριλαμβανομένης, όπου απαιτείται, της ρητής απαγόρευσης εμπορικής προώθησης του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. και ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σχετικά με τα μέτρα που λήφθηκαν.

8. Με βάση τα εκτελεστικά μέτρα της παρ. 1 του άρθρου 95 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ, βάσει των οποίων εκδόθηκαν η Οδηγία 2010/44/ΕΕ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 1ης Ιουλίου 2010 και ο Κανονισμός (ΕΕ) 584/2010 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 1ης Ιουλίου 2010, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξειδικεύει με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα σχετικά με τη διευκόλυνση της πρόσβασης των Αρμοδίων Αρχών των κρατών μελών υποδοχής των Ο.Σ.Ε.Κ.Α. στις πληροφορίες και τα έγγραφα που αναφέρονται στις παρ. 1,2 και 3, σύμφωνα με την παρ. 6 του παρόντος άρθρου.

9. Με βάση τα εκτελεστικά μέτρα της παρ. 2 του άρθρου 95 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξειδικεύει με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα σχετικά με τη μορφή και το περιεχόμενο της επιστολής κοινοποίησης, που αναφέρεται στην παρ. 1, και της βεβαίωσης, που αναφέρεται στην παρ. 3, καθώς και σχετικά με τη διαδικασία για την ανταλλαγή πληροφοριών και τη χρήση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών μεταξύ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και των Αρμοδίων Αρχών του κράτους μέλους υποδοχής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., για τους σκοπούς της κοινοποίησης βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

10. Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. του παρόντος νόμου δύναται να διαθέσει μερίδιά του σε τρίτο κράτος, εφόσον αυτό προβλέπεται από τη νομοθεσία του τρίτου κράτους και αφού προηγουμένως ενημερωθεί σχετικά η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία εάν της ζητηθεί, χορηγεί βεβαίωση ότι ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. πληροί τους όρους του παρόντος νόμου και της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ.».

Άρθρο 168
Ανάκληση γνωστοποίησης και παύση των διαδικασιών σχετικά με την εμπορική προώθηση μεριδίων, ή κατά περίπτωση, κατηγοριών μεριδίων από Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες άλλου κράτους μέλους στην Ελλάδα, καθώς και από Οργανισμό Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες αδειοδοτημένο στην Ελλάδα Προσθήκη άρθρων 91Α και 91Β στον ν. 4099/2012 (παρ. 6 άρθρου 1 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)
Μετά το άρθρο 91 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) προστίθενται άρθρα 91Α και 91Β ως εξής:

«Άρθρο 91Α Ανάκληση γνωστοποίησης των Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες άλλων κρατών μελών (παρ. 6 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1160)

1. Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) άλλου κράτους μέλους που προωθούν τα μερίδιά τους στην Ελλάδα δύναται να ανακαλέσουν τη γνωστοποίηση, να παύσουν τις διαδικασίες εμπορικής προώθησης στην Ελλάδα, όσον αφορά τα μερίδια, ή κατά περίπτωση, τις κατηγορίες μεριδίων, για τα οποία έχουν προβεί σε γνωστοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 90, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Γίνεται γενική προσφορά εξαγοράς ή εξόφλησης, απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε χρεώσεις ή κρατήσεις, όλων των μεριδίων του συγκεκριμένου Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή της συγκεκριμένης κατηγορίας μεριδίων του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. που κατέχονται από επενδυτές στην Ελλάδα, η οποία δημοσιοποιείται για τουλάχιστον τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες και απευθύνεται, απευθείας ή μέσω χρηματοοικονομικών διαμεσολαβητών, μεμονωμένα σε όλους τους επενδυτές στην Ελλάδα των οποίων είναι γνωστή η ταυτότητα,

β) η πρόθεση τερματισμού των ρυθμίσεων που έχουν γίνει για την εμπορική προώθηση αυτών των μεριδίων στην Ελλάδα δημοσιοποιείται μέσω διαθέσιμου στο κοινό μέσου, συμπεριλαμβανομένων και των ηλεκτρονικών μέσων, το οποίο είναι σύνηθες για την εμπορική προώθηση Ο.Σ.Ε.Κ.Α. και κατάλληλο για τον μέσο επενδυτή σε Ο.Σ.Ε.Κ.Α.,

γ) τυχόν συμβατικές ρυθμίσεις με χρηματοοικονομικούς μεσολαβητές ή εκπροσώπους τροποποιούνται ή παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία ανάκλησης της γνωστοποίησης, προκειμένου να προληφθεί ενδεχόμενη νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση των μεριδίων που προσδιορίζονται στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παρ. 2.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. α) και β) περιγράφουν με σαφήνεια τις συνέπειες για τους επενδυτές, εάν δεν αποδεχθούν την προσφορά εξαγοράς ή εξόφλησης των μεριδίων τους. Οι πληροφορίες που

αναφέρονται στις περ. α) και β) παρέχονται στα ελληνικά ή στα αγγλικά. Από την ημερομηνία του πρώτου εδαφίου, οι Ο.Σ.Ε.Κ.Α. παύουν κάθε νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση των μεριδίων τους τα οποία είναι το αντικείμενο της άρσης της κοινοποίησης στην Ελλάδα.

2. Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. υποβάλλει επιστολή γνωστοποίησης στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του, η οποία περιέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. α), β) και γ) της παρ. 1.

3. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. επαληθεύουν εάν είναι πλήρης η γνωστοποίηση που υποβάλλεται από τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α., σύμφωνα με την παρ. 2. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., το αργότερο δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή πλήρους γνωστοποίησης, διαβιβάζουν την εν λόγω γνωστοποίηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ).

Μετά τη διαβίβαση της γνωστοποίησης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. τον ενημερώνουν αμελλητί σχετικά με την εν λόγω διαβίβαση.

4. Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. παρέχει στους επενδυτές που εξακολουθούν να έχουν επενδύσεις στον Ο.Σ.Ε.Κ.Α., καθώς και στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του, τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των άρθρων 75 έως και 84 και σύμφωνα με τα άρθρα 89 και 90.

5. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. διαβιβάζουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πληροφορίες για τυχόν αλλαγές στα έγγραφα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 90.

6. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μετά την ανάκληση της γνωστοποίησης, εξακολουθεί να έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 35, την παρ. 1 του άρθρου 93 και το άρθρο 100. Με την επιφύλαξη των άλλων δραστηριοτήτων παρακολούθησης και των εποπτικών εξουσιών που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 35 και στο άρθρο 93, από την ημερομηνία διαβίβασης της παρ. 5 του παρόντος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν απαιτεί από τους Ο.Σ.Ε.Κ.Α. να αποδείξουν τη συμμόρφωσή τους προς τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν τις απαιτήσεις εμπορικής προώθησης που αναφέρονται στο άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1156 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής διανομής οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 345/2013, (ΕΕ) 346/2013 και (ΕΕ) 1286/2014 (L 188).

7. Επιτρέπεται η χρήση πάσης φύσεως ηλεκτρονικών ή άλλων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως για τους σκοπούς της παρ. 4, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες και τα μέσα επικοινωνίας είναι διαθέσιμα για τους επενδυτές στην ελληνική ή, εφόσον το επιθυμεί ο επενδυτής, στην αγγλική γλώσσα.

Άρθρο 91Β Ανάκληση γνωστοποίησης Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες σχετικά με την εμπορική προώθηση σε άλλο κράτος μέλος (παρ. 6 άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1160)

1. Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) του παρόντος νόμου δύναται να ανακαλέσουν τη γνωστοποίηση, να παύσουν τις διαδικασίες εμπορικής προώθησης σε κράτος μέλος, όσον αφορά τα μερίδια, ή κατά περίπτωση, τις κατηγορίες μεριδίων, για τα οποία έχουν προβεί σε γνωστοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 91 του παρόντος νόμου, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Γίνεται γενική προσφορά εξαγοράς ή εξόφλησης, απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε χρεώσεις ή κρατήσεις, όλων των μεριδίων του εν λόγω Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή της συγκεκριμένης κατηγορίας μεριδίων του, που κατέχονται από επενδυτές στο εν λόγω κράτος μέλος, η οποία δημοσιοποιείται για τουλάχιστον τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες και απευθύνεται, απευθείας ή μέσω χρηματοοικονομικών διαμεσολαβητών, μεμονωμένα σε όλους τους επενδυτές στο εν λόγω κράτος μέλος των οποίων είναι γνωστή η ταυτότητα,

β) η πρόθεση τερματισμού των ρυθμίσεων που έχουν γίνει για την εμπορική προώθηση αυτών των μεριδίων στο εν λόγω κράτος μέλος δημοσιοποιείται μέσω διαθέσιμου στο κοινό μέσου, συμπεριλαμβανομένων και των ηλεκτρονικών μέσων, το οποίο είναι σύνηθες για την εμπορική προώθηση των Ο.Σ.Ε.Κ.Α. και κατάλληλο για τον μέσο επενδυτή σε Ο.Σ.Ε.Κ.Α.,

γ) τυχόν συμβατικές ρυθμίσεις με χρηματοοικονομικούς μεσολαβητές ή εκπροσώπους τροποποιούνται ή παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία της ανάκλησης της γνωστοποίησης, προκειμένου να προληφθεί ενδεχόμενη νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση των μεριδίων που προσδιορίζονται στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παρ. 2.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. α) και β) περιγράφουν με σαφήνεια τις συνέπειες για τους επενδυτές εάν δεν αποδεχθούν την προσφορά εξαγοράς ή εξόφλησης των μεριδίων τους. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. α) και β) παρέχονται στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους όπου ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. έκανε την κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 91 ή σε γλώσσα εγκεκριμένη από τις αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Από την ημερομηνία του πρώτου εδαφίου, ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. παύει κάθε νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση των μεριδίων του τα οποία είναι το αντικείμενο της άρσης της κοινοποίησης στο εν λόγω κράτος μέλος.

2. Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. υποβάλλει επιστολή γνωστοποίησης στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία περιέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. α), β) και γ) της παρ. 1.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επαληθεύει εάν είναι πλήρης η γνωστοποίηση που υποβάλλεται από τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α., σύμφωνα με την παρ. 2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων

ημερών από την παραλαβή πλήρους γνωστοποίησης, διαβιβάζει την εν λόγω γνωστοποίηση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής που προσδιορίζεται στη γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παρ. 2, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ).

Μετά τη διαβίβαση της κοινοποίησης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει αμελλητί τον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. σχετικά με την εν λόγω διαβίβαση.

4. Ο Ο.Σ.Ε.Κ.Α. παρέχει στους επενδυτές που εξακολουθούν να έχουν επενδύσεις στον Ο.Σ.Ε.Κ.Α., καθώς και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των άρθρων 75 έως και 84 και σύμφωνα με το άρθρο 91.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής που προσδιορίζεται στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παρ. 2 του παρόντος πληροφορίες για τυχόν αλλαγές στα έγγραφα που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 91.

6. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής που προσδιορίζεται στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παρ. 2 του παρόντος εξακολουθούν και μετά την ανάκληση της γνωστοποίησης να έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 21, την παρ. 3 του άρθρου 97 και το άρθρο 108 της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (L 302). Με την επιφύλαξη των άλλων δραστηριοτήτων παρακολούθησης και των εποπτικών εξουσιών που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 21 και στο άρθρο 97, από την ημερομηνία διαβίβασης της παρ. 5 του παρόντος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής που προσδιορίζεται στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παρ. 2 του παρόντος δεν απαιτούν από τον εν λόγω Ο.Σ.Ε.Κ.Α. να αποδείξει τη συμμόρφωσή του προς τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν τις απαιτήσεις εμπορικής προώθησης που αναφέρονται στο άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1156.

7. Επιτρέπεται η χρήση πάσης φύσεως ηλεκτρονικών ή άλλων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως για τους σκοπούς της παρ. 4, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες και τα μέσα επικοινωνίας είναι διαθέσιμα για τους επενδυτές στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους υποδοχής, στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο επενδυτής ή σε γλώσσα που έχει εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους υποδοχής.».

Άρθρο 169
Κυρώσεις Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 94 του ν. 4099/2012 (άρθρο 14 Κανονισμού 2019/1156/ΕΚ)
Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 94 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), περί επιβολής κυρώσεων, προστίθεται η αναφορά στον Κανονισμό 2019/1156/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής διανομής οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 345/2013, (ΕΕ) 346/2013 και (ΕΕ) 1286/2014 (L 188) και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Κάθε παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, των εκτελεστικών μέτρων της Οδηγίας 2009/65/ ΕΚ, καθώς και του Κανονισμού 2019/1156/ΕΚ επισύρει τις ακόλουθες κυρώσεις και μέτρα, που επιβάλλονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς:

α) καταχώριση στο διαδικτυακό της τόπο, δημόσιας δήλωσης που κατονομάζει τον υπεύθυνο και προσδιορίζει τη φύση της παράβασης,

β) διαταγή προς το υπεύθυνο πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψή της στο μέλλον,

γ) σε Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή Α.Ε.Δ.Α.Κ., αναστολή ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 19,

δ) σε μέλος του διοικητικού οργάνου της Α.Ε.Δ.Α.Κ. ή της Α.Ε.Ε.Μ.Κ. ή άλλου υπεύθυνου φυσικού προσώπου προσωρινή απαγόρευση ή, επί επανειλημμένων σοβαρών παραβάσεων, οριστική απαγόρευση άσκησης καθηκόντων διαχείρισης σε αυτές ή σε άλλες τέτοιες εταιρείες,

ε) σε Α.Ε.Δ.Α.Κ., σε θεματοφύλακα, σε νομικό πρόσωπο που διαθέτει μερίδια Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, σε Α.Ε.Ε.Μ.Κ., σε Ο.Σ.Ε.Κ.Α. που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος ή σε άλλον οργανισμό συλλογικών επενδύσεων οι οποίοι διαθέτουν μερίδια στην Ελλάδα, σε εταιρεία διαχείρισης που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος και λειτουργεί στην Ελλάδα, είτε μέσω υποκαταστήματος είτε στο πλαίσιο ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και σε υποκατάστημα εταιρείας διαχείρισης τρίτου κράτους που παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα, σύσταση ή πρόστιμο ύψους από χίλια (1.000) ευρώ έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ ή ίσο με το 10% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου, σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο.

Όταν το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μητρικής επιχείρησης, η οποία καταρτίζει ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 135 του ν. 2190/1920, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος, σύμφωνα με τους τελευταίες διαθέσιμες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο της ανώτατης μητρικής επιχείρησης, ή ίσο με το διπλάσιο του οφέλους που αποκόμισε ο παραβάτης όταν το όφελος μπορεί να προσδιοριστεί και

στ) σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου, σε διευθυντές και σε υπαλλήλους της Α.Ε.Δ.Α.Κ., της Α.Ε.Ε.Μ.Κ., του θεματοφύλακα και του νομικού προσώπου που διαθέτει μερίδια Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, σε κάθε φυσικό πρόσωπο που διαθέτει μερίδια Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, σε κάθε πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες για λογαριασμό Α.Ε.Δ.Α.Κ. που λειτουργεί στην Ελλάδα είτε μέσω υποκαταστήματος είτε στο πλαίσιο ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και σε κάθε πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες για λογαριασμό υποκαταστήματος εταιρείας διαχείρισης τρίτου κράτους που παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα, που παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των αποφάσεων που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότησή του, καθώς και των εκτελεστικών μέτρων της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ, σύσταση ή πρόστιμο ύψους από πεντακόσια (500) ευρώ έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ ή ίσο με το διπλάσιο του οφέλους που αποκόμισε ο παραβάτης όταν το όφελος μπορεί να προσδιοριστεί.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Ν. 4209/2013

Άρθρο 170
Ορισμός ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση Προσθήκη περ. λαα) στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 (παρ. 1 άρθρου 2 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)
Στους ορισμούς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/ 2013 (Α΄ 253) προστίθεται περ. λαα) ως εξής:

«λαα) Ως «ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση» νοούνται η παροχή πληροφοριών ή ανακοινώσεων, είτε άμεση, είτε έμμεση, σχετικά με επενδυτικές στρατηγικές ή επενδυτικές ιδέες από Διαχειριστή Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων (Δ.Ο.Ε.Ε.) της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), ή για λογαριασμό του, προς δυνητικούς επαγγελματίες επενδυτές εγκατεστημένους ή με καταχωρημένο γραφείο στην ΕΕ, προκειμένου να ελεγχθεί το ενδιαφέρον τους για Οργανισμούς Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.) ή για επενδυτικό τμήμα που δεν έχει ακόμη συσταθεί, ή που έχει μεν συσταθεί, αλλά δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί η εμπορική του προώθηση, σύμφωνα με το άρθρο 31 ή το άρθρο 32, στο κράτος μέλος όπου οι εν δυνάμει επενδυτές έχουν την κατοικία ή την έδρα τους και που σε κάθε περίπτωση η ως άνω παροχή πληροφοριών ή ανακοινώσεων δεν ισοδυναμεί με προσφορά ή τοποθέτηση στον δυνητικό επενδυτή να επενδύσει στα μερίδια ή τις μετοχές του εν λόγω Ο.Ε.Ε. ή του εν λόγω τμήματος.»

Άρθρο 171
Προϋποθέσεις ενεργειών από Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων πριν από την εμπορική προώθηση στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος Προσθήκη άρθρου 30Α στον ν. 4209/2013 (παρ. 2 άρθρου 2 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)
Στην αρχή του κεφαλαίου ΣΤ΄ του ν. 4209/2013 (Α΄ 253) προστίθεται άρθρο 30Α ως εξής:

«Άρθρο 30Α Προϋποθέσεις ενεργειών από Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων πριν από την εμπορική προώθηση στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος ή από αδειοδοτημένους Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων άλλου κράτους μέλους πριν από την εμπορική προώθηση στην Ελλάδα

1. Οι Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε.) δύνανται να προβαίνουν σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος, εξαιρουμένων των περιπτώσεων στις οποίες οι πληροφορίες που παρουσιάζονται σε πιθανούς επαγγελματίες επενδυτές:

α) Επαρκούν για να επιτρέπουν στους επενδυτές να δεσμεύονται για την απόκτηση μεριδίων ή μετοχών συγκεκριμένου Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.),

β) ισοδυναμούν με έντυπα διάθεσης ή παρεμφερή έγγραφα, είτε σε προσχέδιο είτε σε τελική μορφή, ή

γ) ισοδυναμούν με συστατικά έγγραφα, ενημερωτικό δελτίο ή έγγραφα προσφοράς Ο.Ε.Ε., ο οποίος δεν έχει ακόμη συσταθεί σε τελική μορφή.

2. Όταν παρέχεται σχέδιο ενημερωτικού δελτίου ή εγγράφων προσφοράς, τα έγγραφα αυτά δεν περιέχουν πληροφορίες επαρκείς ώστε να επιτρέπουν στους επενδυτές να λάβουν επενδυτικές αποφάσεις και αναφέρουν σαφώς ότι:

α) Δεν συνιστούν προσφορά ή πρόσκληση για απόκτηση μεριδίων ή μετοχών ενός Ο.Ε.Ε., και

β) οι επενδυτές δεν πρέπει να βασίζονται στις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά, επειδή είναι ελλιπείς και ενδέχεται να τροποποιηθούν.

Οι Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. δεν υποχρεούνται να κοινοποιούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το περιεχόμενο ή τους αποδέκτες των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση ούτε να πληρούν οποιεσδήποτε προϋποθέσεις ή απαιτήσεις διαφορετικές από αυτές που προβλέπονται στο παρόν πριν την υλοποίηση των ανωτέρω ενεργειών.

3. Οι προϋποθέσεις της παρ. 1 ισχύουν και για ενέργειες αδειοδοτημένων Δ.Ο.Ε.Ε. της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) πριν την εμπορική προώθηση Ο.Ε.Ε. στην Ελλάδα.

4. Οι Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. εξασφαλίζουν ότι οι επενδυτές δεν αποκτούν μερίδια ή μετοχές σε Ο.Ε.Ε. μέσω ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση και ότι οι επενδυτές με τους οποίους υπάρχει επικοινωνία στο πλαίσιο ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση μπορούν να αποκτούν μερίδια ή μετοχές στον εν λόγω Ο.Ε.Ε., μόνο στο πλαίσιο της εμπορικής προώθησης που επιτρέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 31 ή το άρθρο 32.

Κάθε απόκτηση από επαγγελματίες επενδυτές, εντός δεκαοκτώ (18) μηνών αφότου η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. ξεκίνησε τις ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, μεριδίων ή μετοχών Ο.Ε.Ε. που αναφέρεται στις πληροφορίες που παρέχονται στο πλαίσιο των ενεργειών, πριν από την εμπορική προώθηση, ή Ο.Ε.Ε. που έχει συσταθεί ως αποτέλεσμα των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση, θεωρείται ότι είναι το αποτέλεσμα εμπορικής προώθησης και υπόκειται στις εφαρμοστέες διαδικασίες κοινοποίησης που αναφέρονται στα άρθρα 31 και 32.

Οι Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. αποστέλλουν, εντός δύο (2) εβδομάδων από την έναρξη των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος, άτυπη επιστολή, σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Στην εν λόγω επιστολή προσδιορίζονται τα κράτη μέλη και οι χρονικές περίοδοι που λαμβάνουν ή έλαβαν χώρα οι ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, περιγράφονται συνοπτικά οι ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με τις επενδυτικές στρατηγικές που παρουσιάστηκαν και, κατά περίπτωση, περιλαμβάνεται κατάλογος των Ο.Ε.Ε. και των τμημάτων των Ο.Ε.Ε. που αποτέλεσαν ή αποτελούν το αντικείμενο των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει αμελλητί τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, στα οποία η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. προέβη ή προβαίνει σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο έλαβαν ή λαμβάνουν χώρα οι ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση που έλαβαν ή λαμβάνουν χώρα στην Επικράτειά του.

5. Οι υποχρεώσεις της παρ. 3 ισχύουν και για ενέργειες αδειοδοτημένων Δ.Ο.Ε.Ε. της ΕΕ πριν την εμπορική προώθηση Ο.Ε.Ε. της ΕΕ στην Ελλάδα.

6. Εφόσον πρόκειται για Δ.Ο.Ε.Ε. άλλου κράτους μέλους της ΕΕ, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί, μετά την προβλεπόμενη στην παρ. 3 ενημέρωση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής του Δ.Ο.Ε.Ε., ότι έλαβαν ή λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση, να ζητήσει από την εν λόγω αρχή να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τις ενέργειες αυτές.

7. Τρίτα μέρη προβαίνουν σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση για λογαριασμό Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. ή αδειοδοτημένου Δ.Ο.Ε.Ε. της ΕΕ, μόνον εφόσον έχουν λάβει άδεια λειτουργίας:

α) Στην Ελλάδα ως Ανώνυμες Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), ή σε άλλο κράτος μέλος ως επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών σύμφωνα με την Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (L 173),

β) στην Ελλάδα ως Πιστωτικά Ιδρύματα σύμφωνα με τον ν. 4261/2014 (Α΄ 107) ή σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Oδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Oδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (L 176),

γ) στην Ελλάδα ως Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων (Α.Ε.Δ.Α.Κ.), της περ. γ) του άρθρου 3 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), ή σε άλλο κράτος μέλος ως εταιρίες διαχείρισης Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) σύμφωνα με την Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) (L 302),

δ) στην Ελλάδα ως Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε., σύμφωνα με τον παρόντα νόμο ή σε άλλο κράτος μέλος ως Δ.Ο.Ε.Ε., σύμφωνα με την Oδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009 και (ΕΕ) 1095/2010 (L 174), ή

ε) εφόσον ενεργούν ως συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι της παρ. 29 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 στην Ελλάδα, με το ή σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με την Οδηγία 2014/65/ΕΕ. Τα τρίτα μέρη υπόκεινται στους όρους του παρόντος.

8. Οι Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. και οι αδειοδοτημένοι Δ.Ο.Ε.Ε. της ΕΕ εξασφαλίζουν επαρκή έγγραφη τεκμηρίωση των ενεργειών πριν την εμπορική προώθηση στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος μέλος.:»

Άρθρο 172
Εμπορική προώθηση σε άλλα κράτη μέλη μεριδίων Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαχειρίζονται Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Τροποποίηση παρ. 2 και 6 του άρθρου 32 του ν. 4209/2013 (παρ. 3 και 8 άρθρου 2 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)
Στην παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 4209/2013 (Α΄ 253), περί εμπορικής προώθησης σε άλλα κράτη μέλη μεριδίων Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.), προστίθενται περ. θ) και ι), η παρ. 6 αντικαθίσταται και το άρθρο 32 διαμορφώνεται, ως εξής:

«Άρθρο 32 Εμπορική προώθηση σε άλλα κράτη μέλη μεριδίων Ο.Ε.Ε. της ΕΕ που διαχειρίζονται Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. (άρθρο 32 και Παράρτημα IV της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ)

1. Η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. μπορεί να προωθεί εμπορικά μερίδια ή μετοχές Ο.Ε.Ε. τον οποίο διαχειρίζεται, σε επαγγελματίες επενδυτές σε άλλο κράτος μέλος, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου.

Αν ο Ο.Ε.Ε. της ΕΕ είναι τροφοδοτικός Ο.Ε.Ε., το δικαίωμα εμπορικής προώθησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο υπόκειται στον όρο ότι ο κύριος Ο.Ε.Ε. είναι επίσης Ο.Ε.Ε. της ΕΕ υπό τη διαχείριση αδειοδοτημένου Δ.Ο.Ε.Ε. της ΕΕ.

2. Η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. γνωστοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για κάθε Ο.Ε.Ε. της ΕΕ μερίδια ή μετοχές του οποίου προτίθεται να προωθήσει εμπορικά σε άλλο κράτος μέλος, τις εξής πληροφορίες:

α) επιστολή γνωστοποίησης, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος δραστηριοτήτων στο οποίο προσδιορίζεται ο Ο.Ε.Ε., τον οποίο η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. σκοπεύει να προωθήσει εμπορικά και πληροφορίες σχετικά με τον τόπο εγκατάστασης του Ο.Ε.Ε.,

β) τον κανονισμό ή τα καταστατικά έγγραφα του Ο.Ε.Ε., γ) την ταυτότητα του θεματοφύλακα του Ο.Ε.Ε., δ) περιγραφή ή οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά

με τον Ο.Ε.Ε. είναι διαθέσιμες για τους επενδυτές, ε) τον τόπο εγκατάστασης του κύριου Ο.Ε.Ε., αν ο Ο.Ε.Ε.

είναι τροφοδοτικός Ο.Ε.Ε., στ) οποιεσδήποτε πρόσθετες πληροφορίες αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 23 για κάθε Ο.Ε.Ε. που προτίθεται να προωθήσει εμπορικά η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε.,

ζ) τα κράτη μέλη στα οποία σκοπεύει να προωθήσει εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές του Ο.Ε.Ε. σε επαγγελματίες επενδυτές,

η) πληροφορίες σχετικά με ρυθμίσεις για την εμπορική προώθηση του Ο.Ε.Ε. και, αν συντρέχει περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με ρυθμίσεις που έχουν καθορισθεί για τη μη εμπορική προώθηση μεριδίων ή μετοχών του Ο.Ε.Ε. στο ευρύ επενδυτικό κοινό, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης κατά την οποία η εμπορική προώθηση γίνεται μέσω επιχειρήσεων που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες,

θ) τις αναγκαίες πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσης για την τιμολόγηση ή την κοινοποίηση τυχόν εφαρμοστέων κανονιστικών τελών ή χρεώσεων από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής,

ι) πληροφορίες για τις διευκολύνσεις σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 41α.

3. Εντός είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του πλήρους φακέλου της γνωστοποίησης της παρ. 2, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει το φάκελο αυτόν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. προτίθεται να διαθέσει τον Ο.Ε.Ε. Η διαβίβαση αυτή πραγματοποιείται μόνον αν η διαχείριση του Ο.Ε.Ε. από την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. είναι και θα είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του Μέρους Α΄ (άρθρα 1-53) και γενικότερα η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. συμμορφώνεται προς τις διατάξεις αυτές.

Η ως άνω διαβίβαση περιλαμβάνει δήλωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ότι η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. έχει λάβει άδεια να διαχειρίζεται Ο.Ε.Ε. με συγκεκριμένη επενδυτική στρατηγική.

4. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σχετικά με τη διαβίβαση της παρ. 3. Η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. μπορεί να αρχίσει την εμπορική προώθηση του Ο.Ε.Ε. στο κράτος μέλος υποδοχής της Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. από την ημερομηνία της ως άνω ενημέρωσης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Αν ο Ο.Ε.Ε. εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει επίσης τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του Ο.Ε.Ε. ότι η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. μπορεί να αρχίσει την εμπορική προώθηση μεριδίων του Ο.Ε.Ε. στο κράτος μέλος υποδοχής της Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε.

5. Η επιστολή γνωστοποίησης της παρ. 2 και η δήλωση της παρ. 3 παρέχονται σε γλώσσα που χρησιμοποιείται συνήθως στον διεθνή χρηματοπιστωτικό τομέα.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να διαβιβάζει σε ηλεκτρονική μορφή και υποχρεούται να λαμβάνει από αρχές άλλων κρατών μελών τα έγγραφα και τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παρ. 3 και σε ηλεκτρονική μορφή.

6. Αν επέλθει σημαντική αλλαγή σε οποιοδήποτε από τα στοιχεία που γνωστοποιούνται σύμφωνα με την παρ. 2, η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. ενημερώνει εγγράφως την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετικά με την εν λόγω αλλαγή, τουλάχιστον έναν (1) μήνα πριν από την υλοποίηση της μεταβολής αν πρόκειται για αλλαγή που έχει σχεδιαστεί από την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. ή αμέσως μόλις συμβεί αλλαγή που δεν ήταν προγραμματισμένη.

Εφόσον σύμφωνα με τη σχεδιασθείσα αλλαγή, η διαχείριση του Ο.Ε.Ε. από την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. δεν είναι πλέον σύμφωνη με τον παρόντα, ή γενικότερα η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. δεν συμμορφώνεται πλέον προς τον παρόντα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε., εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ότι δεν πρέπει να εφαρμόσει την αλλαγή. Σε αυτήν την περίπτωση, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής της Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε.

Εφόσον η σχεδιασθείσα αλλαγή εκτελείται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο, ή εφόσον έλαβε χώρα αλλαγή που δεν ήταν προγραμματισμένη, ως απόρροια της οποίας η διαχείριση του ΟΕΕ από την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. δεν είναι πλέον σύμφωνη με τον παρόντα, ή, γενικότερα η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. δεν συμμορφώνεται πλέον προς τον παρόντα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει όλα τα δέοντα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 44, συμπεριλαμβανομένης, εφόσον απαιτείται, της ρητής απαγόρευσης της εμπορικής προώθησης του Ο.Ε.Ε. και ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής της Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Εφόσον οι αλλαγές δεν επηρεάζουν τη συμμόρφωση της διαχείρισης του Ο.Ε.Ε. από την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. με τον παρόντα ή, γενικότερα, τη συμμόρφωση της Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. στον παρόντα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει, εντός μηνός, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής της Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. σχετικά με τις εν λόγω αλλαγές.

7. Αν η Ελλάδα είναι κράτος μέλος υποδοχής, αδειοδοτημένος Δ.Ο.Ε.Ε. άλλου κράτους μέλους μπορεί να αρχίσει την εμπορική προώθηση Ο.Ε.Ε. της ΕΕ στην Ελλάδα, μόνο αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λάβει από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους ισοδύναμη κοινοποίηση με το περιεχόμενο της παρ. 3 του παρόντος άρθρου και από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης. Με την επιφύλαξη των παρ. 1 και 2 του άρθρου 41, οι εν λόγω Ο.Ε.Ε. προωθούνται εμπορικά μόνο σε επαγγελματίες επενδυτές.

Σε αυτήν την περίπτωση, οι ρυθμίσεις που καθορίζονται για την εμπορική προώθηση του Ο.Ε.Ε. και, αν συντρέχει περίπτωση, για τη μη εμπορική προώθηση μεριδίων του Ο.Ε.Ε. στο ευρύ επενδυτικό κοινό, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης κατά την οποία η εμπορική προώθηση γίνεται μέσω επιχειρήσεων που παρέχουν

επενδυτικές υπηρεσίες, διέπονται από τους κανόνες του Μέρους Α΄ (άρθρα 1-53) και υπόκεινται στην εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.».

Άρθρο 173
Ανάκληση γνωστοποίησης και παύση των διαδικασιών για την εμπορική προώθηση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεριδίων ή μετοχών Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Προσθήκη άρθρων 32Α και 32Β στον ν. 4209/2013 (παρ. 4 άρθρου 2 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)
Μετά το άρθρο 32 του ν. 4209/2013 (Α΄ 253) προστίθενται άρθρα 32Α και 32Β ως εξής:

«Άρθρο 32Α Ανάκληση γνωστοποίησης και παύση των διαδικασιών για την εμπορική προώθηση σε άλλο κράτος μέλος μεριδίων ή μετοχών ορισμένων ή όλων των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαχειρίζεται Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων

1. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε.) μπορεί να ανακαλέσει τη γνωστοποίηση των διαδικασιών σχετικά με την εμπορική προώθηση σε κράτος μέλος μεριδίων ή μετοχών ορισμένων ή όλων των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.), για τους οποίους έχει προβεί σε γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 32, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Με εξαίρεση τους Ο.Ε.Ε. κλειστού τύπου και τα κεφάλαια που διέπονται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια (L 123), γίνεται γενική προσφορά εξαγοράς ή εξόφλησης, απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε χρεώσεις ή κρατήσεις, όλων των μεριδίων ή μετοχών αυτού του είδους που κατέχονται από επενδυτές στο εν λόγω κράτος μέλος, η οποία δημοσιοποιείται για τουλάχιστον τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες και απευθύνεται, απευθείας ή μέσω χρηματοοικονομικών διαμεσολαβητών, μεμονωμένα σε όλους τους επενδυτές στο εν λόγω κράτος μέλος των οποίων είναι γνωστή η ταυτότητα,

β) η πρόθεση τερματισμού των ρυθμίσεων που έχουν γίνει για την εμπορική προώθηση των μεριδίων ή μετοχών ορισμένων ή όλων των Ο.Ε.Ε. της στο εν λόγω κράτος μέλος δημοσιοποιείται μέσω διαθέσιμου στο κοινό μέσου, συμπεριλαμβανομένων και των ηλεκτρονικών μέσων, το οποίο είναι σύνηθες για την εμπορική προώθηση Ο.Ε.Ε. και κατάλληλο για τον μέσο επενδυτή σε Ο.Ε.Ε.,

γ) τυχόν συμβατικές ρυθμίσεις με χρηματοοικονομικούς μεσολαβητές ή εκπροσώπους τροποποιούνται ή παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία της ανάκλησης της γνωστοποίησης, προκειμένου να προληφθεί ενδεχόμενη νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση των μεριδίων ή μετοχών που προσδιορίζονται στην επιστολή γνωστοποίησης της παρ. 2.

Από την ημερομηνία του πρώτου εδαφίου, η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. παύει κάθε νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση μεριδίων ή μετοχών του Ο.Ε.Ε. στο κράτος μέλος για τα οποία έχει υποβάλει γνωστοποίηση σύμφωνα με την παρ. 2.

2. Η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. υποβάλλει γνωστοποίηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς η οποία περιέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. α), β) και γ) της παρ. 1.

3. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επαληθεύει εάν είναι πλήρης η γνωστοποίηση που υποβάλλεται από την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. σύμφωνα με την παρ. 2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το αργότερο δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή πλήρους γνωστοποίησης, διαβιβάζει την εν λόγω γνωστοποίηση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που προσδιορίζεται στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παρ. 2, καθώς και στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (Ε.Α.Κ.Α.Α.). Μετά τη διαβίβαση της κοινοποίησης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει αμέσως την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. σχετικά με την εν λόγω διαβίβαση.

Για περίοδο τριάντα έξι (36) μηνών από την ημερομηνία του πρώτου εδαφίου της περ. γ) της παρ. 1, η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. δεν προβαίνει σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση μεριδίων ή μετοχών των Ο.Ε.Ε. της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) που αναφέρονται στη γνωστοποίηση ή σε σχέση με παρεμφερείς επενδυτικές στρατηγικές ή επενδυτικές ιδέες, στο κράτος μέλος που προσδιορίζεται στην γνωστοποίηση της παρ. 2.

4. Η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. παρέχει στους επενδυτές που εξακολουθούν να έχουν επενδύσεις σε Ο.Ε.Ε. της ΕΕ, καθώς και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των άρθρων 22 και 23.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που προσδιορίζεται στη γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παρ. 2, πληροφορίες για τυχόν αλλαγές στα έγγραφα και τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. β) έως και στ) της παρ. 2 του άρθρου 32.

6. Επιτρέπεται η χρήση οποιωνδήποτε ηλεκτρονικών ή άλλων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως για τους σκοπούς της παρ. 4.

Άρθρο 32Β Ανάκληση γνωστοποίησης και παύση των διαδικασιών για την εμπορική προώθηση στην Ελλάδα μεριδίων ή μετοχών ορισμένων ή όλων των Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαχειρίζεται αδειοδοτημένος Διαχειριστής Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

1. Αδειοδοτημένος Διαχειριστής Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Δ.Ο.Ε.Ε.) της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) μπορεί να ανακαλέσει τη γνωστοποίηση των διαδικασιών σχετικά με την εμπορική προώθηση στην Ελλάδα μεριδίων ή μετοχών ορισμένων ή όλων των Ο.Ε.Ε. του, για τα οποία έχει προβεί σε γνωστοποίηση σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 32, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Με εξαίρεση τους Ο.Ε.Ε. κλειστού τύπου και τα κεφάλαια που διέπονται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια (L 123), γίνεται γενική προσφορά εξαγοράς ή εξόφλησης, απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε χρεώσεις ή εκπτώσεις, όλων των μεριδίων ή μετοχών αυτού του είδους που κατέχονται από επενδυτές στην Ελλάδα, η οποία δημοσιοποιείται για τουλάχιστον τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες και απευθύνεται, απευθείας ή μέσω χρηματοοικονομικών διαμεσολαβητών, μεμονωμένα σε όλους τους επενδυτές στην Ελλάδα των οποίων είναι γνωστή η ταυτότητα,

β) η πρόθεση τερματισμού των ρυθμίσεων που έχουν γίνει για την εμπορική προώθηση των μεριδίων ή μετοχών ορισμένων ή όλων των Ο.Ε.Ε. του στην Ελλάδα δημοσιοποιείται μέσω διαθέσιμου στο κοινό μέσου, συμπεριλαμβανομένων και των ηλεκτρονικών μέσων, το οποίο είναι σύνηθες για την εμπορική προώθηση Ο.Ε.Ε. και κατάλληλο για τον μέσο επενδυτή σε Ο.Ε.Ε.,

γ) τυχόν συμβατικές ρυθμίσεις με χρηματοοικονομικούς μεσολαβητές ή εκπροσώπους τροποποιούνται ή παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία της ανάκλησης της γνωστοποίησης, προκειμένου να προληφθεί ενδεχόμενη νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση των μεριδίων ή μετοχών που προσδιορίζονται στην επιστολή γνωστοποίησης που αναφέρεται στην παρ. 2.

Από την ημερομηνία του πρώτου εδαφίου, ο Δ.Ο.Ε.Ε. παύει κάθε νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση μεριδίων ή μετοχών του Ο.Ε.Ε. στην Ελλάδα.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνεται για την ανάκληση της γνωστοποίησης και την παύση των διαδικασιών για την εμπορική προώθηση στην Ελλάδα μεριδίων ή μετοχών ορισμένων ή όλων των Ο.Ε.Ε. της ΕΕ που διαχειρίζεται αδειοδοτημένος Δ.Ο.Ε.Ε. της Ε.Ε. από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του Δ.Ο.Ε.Ε., σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 32α της Οδηγίας 2011/61/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009 και (ΕΕ) 1095/2010 (L 174).

Για περίοδο τριάντα έξι (36) μηνών από την ημερομηνία του πρώτου εδαφίου της περ. γ) της παρ. 1, ο Δ.Ο.Ε.Ε. δεν προβαίνει σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση μεριδίων ή μετοχών των Ο.Ε.Ε. της ΕΕ που αναφέρονται στην γνωστοποίηση ή σε σχέση με παρεμφερείς επενδυτικές στρατηγικές ή επενδυτικές ιδέες, στην Ελλάδα.

3. Ο αδειοδοτημένος Δ.Ο.Ε.Ε. της ΕΕ παρέχει στους επενδυτές που εξακολουθούν να έχουν επενδύσεις στον Ο.Ε.Ε. της ΕΕ, καθώς και στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του, τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των άρθρων 22 και 23.

4. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του

Δ.Ο.Ε.Ε. για τυχόν αλλαγές στα έγγραφα και τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περ. β) έως και στ) της παρ. 2 του άρθρου 32.

5. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή υποδοχής, εξακολουθεί και μετά την ανάκληση της γνωστοποίησης να έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 43 του παρόντος.

6. Με την επιφύλαξη των άλλων εποπτικών εξουσιών που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 43, από την ημερομηνία ενημέρωσης της παρ. 2, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν απαιτεί από τον εν λόγω Δ.Ο.Ε.Ε. να αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που διέπουν τις απαιτήσεις εμπορικής προώθησης που αναφέρονται στο άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1156 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής διανομής οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 345/2013, (ΕΕ) 346/2013 και (ΕΕ) 1286/2014 (L 188).

7. Επιτρέπεται η χρήση οποιωνδήποτε ηλεκτρονικών ή άλλων μέσων επικοινωνίας εξ αποστάσεως για τους σκοπούς της παρ. 3.».

Άρθρο 174
Προϋποθέσεις για τη διαχείριση Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη Τροποποίηση της παρ. 5 του άρθρου 33 του ν. 4209/2013 (παρ. 5 άρθρου 2 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)
Στην παρ. 5 του άρθρου 33 του ν. 4209/2013 (Α΄ 253), περί διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη, το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται και η παρ. 5 διαμορφώνεται ως εξής:

«5. Αν επέλθει αλλαγή σε οποιοδήποτε από τα στοιχεία που υποβάλλονται με τη γνωστοποίηση της παρ. 2 και, κατά περίπτωση, της παρ. 3, η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. ενημερώνει εγγράφως την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετικά με την εν λόγω αλλαγή, τουλάχιστον έναν (1) μήνα πριν από την υλοποίηση της αλλαγής αν πρόκειται για αλλαγή που έχει σχεδιαστεί από την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. ή αμέσως μόλις συμβεί αλλαγή που δεν ήταν προγραμματισμένη.

Εφόσον, σύμφωνα με τη σχεδιασθείσα αλλαγή, η διαχείριση του Ο.Ε.Ε. από την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. δεν είναι πλέον σύμφωνη με τον παρόντα, ή γενικότερα η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. δεν συμμορφώνεται πλέον με τον παρόντα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε., εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από τη λήψη όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ότι δεν πρέπει να εφαρμόσει την αλλαγή.

Εφόσον η σχεδιασθείσα αλλαγή εκτελείται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο, ή εφόσον έλαβε χώρα αλλαγή που δεν ήταν προγραμματισμένη, ως απόρροια της οποίας η διαχείριση του Ο.Ε.Ε. από την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. δεν είναι πλέον σύμφωνη με τον παρόντα, ή, γενικότερα η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. δεν συμμορφώνεται πλέον προς τον παρόντα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει όλα τα δέοντα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 44 και ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής της Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Αν οι αλλαγές είναι αποδεκτές, δηλαδή αν δεν επηρεάζουν τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του Μέρους Α΄ (άρθρα 1-53) της διαχείρισης του Ο.Ε.Ε. από την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. ή, εν γένει, τη συμμόρφωση της Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. προς τις διατάξεις αυτές, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση για τις αλλαγές αυτές τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής της Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε.».

Άρθρο 175
Εμπορική προώθηση Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων από Διαχειριστή Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων σε ιδιώτες επενδυτές Προσθήκη άρθρων 41Α και 41Β στον ν. 4209/2013 (παρ. 6 άρθρου 2 Οδηγίας 2019/1160/ΕΚ)
Στον ν. 4209/2013 (Α΄ 253) προστίθενται άρθρα 41Α και 41Β ως εξής:

«Άρθρο 41Α Διαθέσιμες διευκολύνσεις για ιδιώτες επενδυτές, από Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων, που προτίθενται να διαθέσουν μερίδια ή μετοχές ενός Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων σε ιδιώτες επενδυτές σε άλλα κράτη μέλη

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/760 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τα ευρωπαϊκά μακροπρόθεσμα επενδυτικά κεφάλαια (L 123), η Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε.) που προτίθεται να διαθέσει σε άλλα κράτη μέλη μερίδια ή μετοχές Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.) σε ιδιώτες επενδυτές, σύμφωνα με το άρθρο 43 της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009 και (ΕΕ) 1095/2010» (L 174), παρέχει σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο προτίθεται να διαθέσει μερίδια ή μετοχές ενός Ο.Ε.Ε. σε ιδιώτες επενδυτές, διευκολύνσεις για τη διεκπεραίωση των ακόλουθων καθηκόντων:

α) Επεξεργασία των εντολών διάθεσης, πληρωμής, εξόφλησης και εξαγοράς των επενδυτών, οι οποίες σχετίζονται με μερίδια ή μετοχές του Ο.Ε.Ε., σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα έγγραφα του Ο.Ε.Ε., της παρ. 2 του άρθρου 32 του παρόντος,

β) παροχή πληροφόρησης στους επενδυτές σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των εντολών της περ. α) και τον τρόπο πληρωμής των ποσών εξαγοράς και εξόφλησης,

γ) διευκόλυνση του χειρισμού πληροφοριών που σχετίζονται με την άσκηση των δικαιωμάτων των επενδυτών που απορρέουν από την επένδυσή τους στον Ο.Ε.Ε., στο κράτος μέλος όπου ο Ο.Ε.Ε. προωθείται εμπορικά,

δ) θέση στη διάθεση των επενδυτών των απαιτούμενων σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 23 πληροφοριών και εγγράφων, για τους σκοπούς της επιθεώρησης και της παραλαβής αντιγράφων αυτών,

ε) παροχή πληροφοριών στους επενδυτές σχετικά με τα καθήκοντα για τη διεκπεραίωση των οποίων παρέχονται διευκολύνσεις, με σταθερό μέσο, όπως αυτό ορίζεται στην περ. ιδ) της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), και

στ) ορισμό υπεύθυνου επικοινωνίας για την επικοινωνία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

2. Δεν απαιτείται φυσική παρουσία της Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. στα κράτη μέλη στα οποία διαθέτει μερίδια Ο.Ε.Ε. σε ιδιώτες επενδυτές, ούτε ο διορισμός τρίτου για τους σκοπούς της παρ. 1.

3. Η Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. που διαθέτει μερίδια Ο.Ε.Ε. σε άλλα κράτη μέλη, σε ιδιώτες επενδυτές, εξασφαλίζει ότι οι διευκολύνσεις για την εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παρ. 1, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μέσων, παρέχονται:

α) Στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο προωθείται εμπορικά ο Ο.Ε.Ε. ή σε γλώσσα εγκεκριμένη από τις αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους,

β) από την ίδια την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε., από τρίτο μέρος που υπόκειται στις ρυθμίσεις και την εποπτεία που διέπουν τα καθήκοντα που πρέπει να διεκπεραιωθούν, ή από αμφότερους. Για τους σκοπούς της παρούσας περίπτωσης, όταν τα καθήκοντα διεκπεραιώνονται από τρίτο μέρος, η ανάθεση στο εν λόγω τρίτο μέρος τεκμηριώνεται με γραπτή σύμβαση, η οποία προσδιορίζει ποια από τα καθήκοντα της παρ. 1 δεν διεκπεραιώνονται από την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. και ότι το τρίτο μέρος λαμβάνει όλες τις σχετικές πληροφορίες και έγγραφα από την Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε.

Άρθρο 41Β Διαθέσιμες διευκολύνσεις για ιδιώτες επενδυτές, από αδειοδοτημένους Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προτίθενται να διαθέσουν στην Ελλάδα μερίδια ή μετοχές ενός Οργανισμού Εναλλακτικής Επένδυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ιδιώτες επενδυτές

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/760, οι αδειοδοτημένοι Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Δ.Ο.Ε.Ε.) της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) που προτίθενται να διαθέσουν στην Ελλάδα, μερίδια ή μετοχές Οργανισμού Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.) της ΕΕ σε ιδιώτες επενδυτές σύμφωνα με το άρθρο 41 του παρόντος, διαθέτουν διευκολύνσεις για τη διεκπεραίωση των ακόλουθων καθηκόντων:

α) Επεξεργασία των εντολών διάθεσης, πληρωμής, εξόφλησης και εξαγοράς των επενδυτών, οι οποίες σχετίζονται με μερίδια ή μετοχές του Ο.Ε.Ε., σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα έγγραφα του Ο.Ε.Ε., της παρ. 2 του άρθρου 32 του παρόντος,

β) παροχή πληροφόρησης στους επενδυτές σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των εντολών που αναφέρονται στην περ. α) και τον τρόπο πληρωμής των ποσών εξόφλησης και εξαγοράς,

γ) διευκόλυνση του χειρισμού πληροφοριών που σχετίζονται με την άσκηση των δικαιωμάτων των επενδυτών που απορρέουν από την επένδυσή τους στον Ο.Ε.Ε.,

δ) θέση στη διάθεση των επενδυτών των απαιτούμενων, σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 23 του παρόντος, πληροφοριών και εγγράφων, για τους σκοπούς της επιθεώρησης και της παραλαβής αντιγράφων αυτών,

ε) παροχή πληροφοριών στους επενδυτές σχετικά με τα καθήκοντα για τη διεκπεραίωση των οποίων παρέχονται διευκολύνσεις, με σταθερό μέσο, όπως αυτό ορίζεται στην περ. ιδ) του άρθρου 3 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), και

στ) ορισμό υπευθύνου επικοινωνίας για την επικοινωνία με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

2. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν απαιτεί τη φυσική παρουσία του αδειοδοτημένου Δ.Ο.Ε.Ε. της ΕΕ στην Ελλάδα ή τον διορισμό τρίτου για τους σκοπούς της παρ. 1.

3. O αδειοδοτημένος Δ.Ο.Ε.Ε. της ΕΕ εξασφαλίζει ότι οι διευκολύνσεις για την εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παρ. 1, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών μέσων, παρέχονται:

α) Στην ελληνική γλώσσα ή, εφόσον το επιθυμεί ο επενδυτής, στην αγγλική γλώσσα,

β) από τον ίδιο τον αδειοδοτημένο Δ.Ο.Ε.Ε. της ΕΕ, από τρίτο μέρος που υπόκειται στις ρυθμίσεις και την εποπτεία που διέπουν τα καθήκοντα που πρέπει να διεκπεραιωθούν, ή από αμφότερους. Για τους σκοπούς της παρούσας περίπτωσης, όταν τα καθήκοντα διεκπεραιώνονται από τρίτο μέρος, η ανάθεση στο εν λόγω τρίτο μέρος τεκμηριώνεται με γραπτή σύμβαση, η οποία προσδιορίζει ποια από τα καθήκοντα που αναφέρονται στην παρ. 1 δεν διεκπεραιώνονται από τον Δ.Ο.Ε.Ε. και ότι το τρίτο μέρος λαμβάνει όλες τις σχετικές πληροφορίες και έγγραφα από τον Δ.Ο.Ε.Ε.».

Άρθρο 176
Διοικητικές κυρώσεις -Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 4209/2013 (άρθρο 14 του Κανονισμού 2019/1156/ΕΚ)
Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 4209/2013 (Α΄ 253), περί επιβολής κυρώσεων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προστίθεται η αναφορά στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/1156 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής διανομής οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 345/2013, (ΕΕ) 346/2013 και (ΕΕ) 1286/2014 (L 188) και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλει, σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβιάζει τις διατάξεις του νόμου αυτού, των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, καθώς και των εκτελεστικών μέτρων της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ, καθώς και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1156, επίπληξη ή πρόστιμο ύψους από χίλια (1.000) ευρώ μέχρι τρία εκατομμύρια (3.000.000) ευρώ ή ίσο με το διπλάσιο του τυχόν οφέλους που απεκόμισε ο παραβάτης. Κατά την επιμέτρηση των κυρώσεων λαμβάνονται ενδεικτικά υπόψη η επίπτωση της παράβασης στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στα συμφέροντα των επενδυτών, το ύψος της ζημίας που προκλήθηκε σε επενδυτές και η τυχόν ανόρθωσή της, η λήψη μέτρων για την άρση της παράβασης στο μέλλον, ο βαθμός συνεργασίας με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά το στάδιο διερεύνησης και ελέγχου, οι ανάγκες της ειδικής και γενικής πρόληψης και η τυχόν καθ’ υποτροπήν τέλεση παραβάσεων του Μέρους Α΄ (άρθρα 1-53) ή της λοιπής νομοθεσίας για την κεφαλαιαγορά.»

MΕΡΟΣ Ζ΄
ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2021/338 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 16ΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2021 ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2014/65/ ΕΕ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ, ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΘΕΣΗΣ, ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ 2013/36/ΕΕ ΚΑΙ (ΕΕ) 2019/878 ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥΣ ΣΤΙΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ, ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ COVID-19

Άρθρο 177
Σκοπός
Με το παρόν μέρος ενσωματώνεται η Οδηγία (ΕΕ) 2021/338 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2021 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ όσον αφορά τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών, την παρακολούθηση των προϊόντων και τα όρια θέσης, και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/878 όσον αφορά την εφαρμογή τους στις εταιρείες επενδύσεων, με σκοπό τη διευκόλυνση της ανάκαμψης από την κρίση της COVID-19.

Άρθρο 178
Αντικείμενο
Αντικείμενο του παρόντος μέρους είναι η τροποποίηση του ν. 4514/2018 (Α΄14) για τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών, την παρακολούθηση των προϊόντων και τα όρια θέσης, προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάκαμψη από την κρίση που προκλήθηκε λόγω του κορωνοϊού COVID-19.

Άρθρο 179
Εξαιρέσεις Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 3 του ν. 4514/2018 (περ. α΄ παρ. 1 άρθρο 1 Οδηγίας 2021/338)
Η υποπερ. ββ΄ της περ. ι΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί των εξαιρέσεων από την εφαρμογή του νόμου, αντικαθίσταται και η περ. ι΄ διαμορφώνεται ως εξής:

«ι) στα πρόσωπα: αα) τα οποία διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, περιλαμβανομένων των ειδικών διαπραγματευτών,σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα επί των δικαιωμάτων αυτών, εξαιρουμένων των προσώπων που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούν εντολές πελατών, ή

ββ) που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, πλην της διενέργειας συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό, σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή σε δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα αυτών, στους πελάτες ή τους προμηθευτές της κύριας δραστηριότητάς τους, υπό τον όρο ότι:

σε κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις χωριστά και ως σύνολο, αυτό αποτελεί δραστηριότητα παρεπόμενη ως προς την κύρια δραστηριότητά τους, θεωρούμενη σε επίπεδο ομίλου,

τα εν λόγω πρόσωπα δεν ανήκουν σε όμιλο του οποίου η κύρια δραστηριότητα είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος νόμου, η άσκηση οιωνδήποτε δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή η άσκηση δραστηριότητας υπό την ιδιότητα ειδικού διαπραγματευτή για παράγωγα επί εμπορευμάτων,

τα εν λόγω πρόσωπα δεν εφαρμόζουν κάποια τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα, και

τα εν λόγω πρόσωπα αναφέρουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατόπιν αιτήματός της, τη βάση, με την οποία έχουν αξιολογήσει τη δραστηριότητά τους, σύμφωνα με τις υποπερ. αα) και ββ), ως παρεπόμενη της κύριας δραστηριότητάς τους.».

Άρθρο 180
Ορισμοί Αντικατάσταση παρ. 59, προσθήκη παρ. 8Α, 44Α, 62Α και 65 στο άρθρο 4 του ν. 4514/2018 (παρ. 2 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)
Στο άρθρο 4 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), αντικαθίσταται η παρ. 59, προστίθενται οι παρ. 8Α, 44Α, 62Α και 65 και οι ανωτέρω παράγραφοι διαμορφώνονται ως εξής:

«8Α. «Αλλαγή χρηματοπιστωτικών μέσων»: η πώληση χρηματοπιστωτικού μέσου και η αγορά άλλου χρηματοπιστωτικού μέσου ή η άσκηση δικαιώματος αλλαγής σε σχέση με υφιστάμενο χρηματοπιστωτικό μέσο.

44Α. «Ρήτρα πλήρους αποκατάστασης»: ρήτρα που αποσκοπεί στην προστασία του επενδυτή, διασφαλίζοντας ότι, σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης ενός ομολόγου, ο εκδότης υποχρεούται να καταβάλει στον επενδυτή που κατέχει το ομόλογο ποσό ίσο με το άθροισμα της καθαρής παρούσας αξίας των υπόλοιπων πληρωμών τοκομεριδίων που αναμένονται μέχρι τη λήξη και του κεφαλαίου του προς εξόφληση ομολόγου.

62Α. «Ηλεκτρονική μορφή»: κάθε σταθερό μέσο εκτός από χαρτί.

65. «Κατεξοχήν εμπορικός όμιλος»: κάθε όμιλος του οποίου η κύρια δραστηριότητα δεν είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος νόμου, ή η άσκηση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα I της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή η άσκηση δραστηριότητας υπό την ιδιότητα του ειδικού διαπραγματευτή σε σχέση με παράγωγα επί εμπορευμάτων.».

Άρθρο 181
Εξαιρέσεις από τις απαιτήσεις παρακολούθησης προϊόντων Προσθήκη άρθρου 16α στον ν. 4514/2018 (παρ. 3 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)
Μετά το άρθρο 16 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14) προστίθεται άρθρο 16α ως εξής:

«Άρθρο 16α Εξαιρέσεις από τις απαιτήσεις παρακολούθησης προϊόντων

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. εξαιρούνται από τις απαιτήσεις που ορίζονται στο δεύτερο έως και πέμπτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 16 και στην παρ. 2 του άρθρου 24, όταν οι επενδυτικές υπηρεσίες που παρέχουν αφορούν σε ομόλογα χωρίς κανένα άλλο ενσωματωμένο παράγωγο, εκτός από τη ρήτρα πλήρους αποκατάστασης ή όταν τα χρηματοπιστωτικά μέσα διατίθενται στην αγορά ή διανέμονται αποκλειστικά σε επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους.».

Άρθρο 182
Γενικές αρχές και πληροφόρηση των πελατών Τροποποίηση άρθρου 24 του ν. 4514/2018 (παρ. 4 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)
Στο άρθρο 24 του ν. 4514/2018 (Α΄14), στην παρ. 4 προστίθενται πέμπτο και έκτο εδάφιο, προστίθενται παρ. 5Α και 9Α και οι παρ. 4, 5Α και 9Α διαμορφώνονται ως εξής:

«4. Η Α.Ε.Π.Ε.Υ. παρέχει στους πελάτες ή τους δυνητικούς πελάτες εγκαίρως κατάλληλη πληροφόρηση σχετικά με την ίδια και τις υπηρεσίες της, τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, τους τόπους εκτέλεσης και το κόστος και τις συναφείς επιβαρύνσεις. Η πληροφόρηση αυτή περιλαμβάνει τα εξής:

α) κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. πρέπει, εγκαίρως πριν από την παροχή των επενδυτικών συμβουλών, να ενημερώνει τον πελάτη για τα ακόλουθα:

αα) αν οι συμβουλές παρέχονται σε ανεξάρτητη βάση ή όχι,

ββ) αν οι συμβουλές βασίζονται σε ευρεία ή πιο περιορισμένη ανάλυση των διαφόρων ειδών χρηματοπιστωτικών μέσων και, ιδίως, αν το εύρος αυτό περιορίζεται στα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται ή διατίθενται από οντότητες που έχουν στενούς δεσμούς με την Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή οποιεσδήποτε άλλες νομικές ή οικονομικές σχέσεις, όπως συμβατικές σχέσεις, που είναι τόσο στενές, ώστε να θέτουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία των παρεχόμενων συμβουλών,

γγ) αν η Α.Ε.Π.Ε.Υ. διαθέτει στον πελάτη περιοδική αξιολόγηση της καταλληλότητας των χρηματοπιστωτικών μέσων που προτείνονται στον πελάτη,

β) οι πληροφορίες για τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές περιλαμβάνουν κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση συγκεκριμένων επενδυτικών στρατηγικών και αναφορά για το αν το χρηματοπιστωτικό μέσο απευθύνεται σε ιδιώτες ή επαγγελματίες πελάτες, λαμβανομένης υπόψη της προσδιορισμένης αγοράς στόχου, σύμφωνα με την παρ. 2,

γ) η πληροφόρηση για όλα τα κόστη και τις συναφείς επιβαρύνσεις περιλαμβάνει πληροφορίες σχετιζόμενες τόσο με τις επενδυτικές όσο και με τις παρεπόμενες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένου του κόστους που σχετίζεται με την παροχή των συμβουλευτικών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, του κόστους του χρηματοπιστωτικού μέσου που συνιστάται ή διαφημίζεται στον πελάτη και των δυνατών τρόπων πληρωμής του από τον πελάτη, περιλαμβανομένων επίσης όλων των πληρωμών προς τρίτους.

Οι πληροφορίες σχετικά με όλα τα κόστη και τις επιβαρύνσεις, περιλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με την επενδυτική υπηρεσία και το χρηματοπιστωτικό μέσο, που δεν οφείλονται στην επέλευση υποκείμενου κινδύνου της αγοράς, παρέχονται συγκεντρωτικά για να επιτρέψουν στον πελάτη να κατανοήσει το συνολικό κόστος, καθώς και το αθροιστικό αποτέλεσμά του στην απόδοση της επένδυσης και αν το ζητήσει ο πελάτης, συνοδεύονται από αναλυτική καταγραφή του κόστους. Εφόσον συντρέχει περίπτωση, οι πληροφορίες αυτές διατίθενται στον πελάτη σε τακτική βάση, τουλάχιστον ετήσια, καθ’ όλη τη διάρκεια της επένδυσης.

Αν η συμφωνία για αγορά ή πώληση χρηματοπιστωτικού μέσου έχει συναφθεί μέσω επικοινωνίας εξ αποστάσεως, που δεν καθιστά δυνατή την εκ των προτέρων παράδοση πληροφοριών σχετικά με το κόστος και τις επιβαρύνσεις, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. μπορεί να παρέχει τέτοιου είδους πληροφορίες κόστους και επιβαρύνσεων είτε σε ηλεκτρονική μορφή, είτε σε έντυπη μορφή, εφόσον το ζητήσει ιδιώτης πελάτης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, εφόσον πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Ο πελάτης έχει συμφωνήσει να λάβει τις πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής,

β) η Α.Ε.Π.Ε.Υ. έχει προσφέρει στον πελάτη τη δυνατότητα να καθυστερήσει την ολοκλήρωση της συναλλαγής έως ότου ο πελάτης λάβει τις πληροφορίες. Επιπροσθέτως προς τις απαιτήσεις του τρίτου εδαφίου, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. υποχρεούται να παρέχει στον πελάτη τη δυνατότητα να λαμβάνει τις πληροφορίες σχετικά με το κόστος και τις επιβαρύνσεις τηλεφωνικώς πριν από τη σύναψη της συναλλαγής.».

«5Α. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. παρέχουν σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες τις πληροφορίες που παρέχονται βάσει του παρόντος νόμου σε ηλεκτρονική μορφή, εκτός εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης είναι ιδιώτης πελάτης ή δυνητικός ιδιώτης πελάτης που έχει ζητήσει να λαμβάνει τις πληροφορίες σε έντυπη μορφή, οπότε οι πληροφορίες, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης για τη δυνατότητα αυτή από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ., παρέχονται σε έντυπη μορφή και δωρεάν. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. ενημερώνουν, επιπλέον, τους υφιστάμενους ιδιώτες πελάτες ότι θα λαμβάνουν τις εν λόγω πληροφορίες σε ηλεκτρονική μορφή τουλάχιστον οκτώ (8) εβδομάδες πριν από την αποστολή τους σε ηλεκτρονική μορφή. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. ενημερώνουν τους υφιστάμενους ιδιώτες πελάτες ότι έχουν τη δυνατότητα είτε να συνεχίσουν να λαμβάνουν πληροφορίες σε έντυπη μορφή, είτε να επιλέξουν να λαμβάνουν τις πληροφορίες σε ηλεκτρονική μορφή. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. ενημερώνουν τους υφιστάμενους ιδιώτες πελάτες ότι θα υπάρξει αυτόματη μετάβαση σε ηλεκτρονική μορφή, εάν δεν ζητήσουν τη συνέχιση της παροχής των πληροφοριών σε έντυπη μορφή εντός της οριζόμενης περιόδου των οκτώ (8) εβδομάδων. Οι υφιστάμενοι ιδιώτες πελάτες που λαμβάνουν ήδη τις πληροφορίες που παρέχονται, βάσει της παρούσας, σε ηλεκτρονική μορφή, δεν χρειάζεται να ενημερώνονται.».

«9Α. Η παροχή έρευνας από τρίτους σε Α.Ε.Π.Ε.Υ. που παρέχουν διαχείριση χαρτοφυλακίου ή άλλες επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες, θεωρείται ότι πληροί τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παρ. 1 εάν:

α) Πριν από την παροχή υπηρεσιών εκτέλεσης ή έρευνας, έχει συναφθεί συμφωνία μεταξύ της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και του παρόχου έρευνας, στην οποία προσδιορίζεται το μέρος συνδυασμένων επιβαρύνσεων ή από κοινού πληρωμών που αντιστοιχεί στην έρευνα,

β) η Α.Ε.Π.Ε.Υ. ενημερώνει τους πελάτες της σχετικά με τις πληρωμές από κοινού για υπηρεσίες εκτέλεσης και έρευνες που πραγματοποιούνται σε τρίτους παρόχους έρευνας, και

γ) η έρευνα για την οποία καταβάλλονται οι συνδυασμένες επιβαρύνσεις ή πραγματοποιείται η από κοινού πληρωμή αφορά σε εκδότες των οποίων η χρηματιστηριακή αξία κατά τη διάρκεια των τριάντα έξι (36) μηνών που προηγούνται της παροχής έρευνας δεν υπερβαίνει το ένα δισεκατομμύριο (1.000.000.000) ευρώ, όπως προκύπτει από τα στοιχεία στο τέλος κάθε έτους, κατά η διάρκεια των ετών, κατά τα οποία είναι ή ήταν εισηγμένες, ή από τα ίδια κεφάλαια, κατά τη διάρκεια των οικονομικών ετών, κατά τα οποία δεν είναι ή δεν ήταν εισηγμένες.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η έρευνα νοείται ότι καλύπτει υλικό ή υπηρεσίες έρευνας που αφορούν σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, ή τους εκδότες ή εν δυνάμει εκδότες χρηματοπιστωτικών μέσων, ή ότι καλύπτει υλικό ή υπηρεσίες έρευνας που συνδέονται στενά με έναν συγκεκριμένο κλάδο ή αγορά, ώστε να τεκμηριώνει απόψεις για τα χρηματοπιστωτικά μέσα, τα περιουσιακά στοιχεία ή τους εκδότες, στο πλαίσιο του εν λόγω κλάδου ή της εν λόγω αγοράς. Η έρευνα περιλαμβάνει υλικό ή υπηρεσίες που συνιστούν ή υποδεικνύουν συγκεκριμένη επενδυτική στρατηγική και παρέχουν τεκμηριωμένη γνώμη, σχετικά με την παρούσα ή τη μελλοντική αξία ή τιμή χρηματοπιστωτικών μέσων ή περιουσιακών στοιχείων, ή περιέχουν, υπό άλλη μορφή, ανάλυση και πρωτότυπες ιδέες, και καταλήγουν σε συμπεράσματα με βάση νέες ή υφιστάμενες πληροφορίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να τεκμηριωθεί μια επενδυτική στρατηγική και να είναι συναφής και ικανή να προσθέσει αξία στις αποφάσεις της Α.Ε.Π.Ε.Υ. για λογαριασμό των πελατών που χρεώνονται για την εν λόγω έρευνα.».

Άρθρο 183
Αξιολόγηση της καταλληλότητας και της συμβατότητας και ενημέρωση προς πελάτες Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 25 του ν. 4514/2018 (παρ. 5 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)
Στην παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14) προστίθενται τρίτο και τέταρτο εδάφια και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Όταν οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προϊόντος ή υπηρεσίας, σχετικά με τη χρηματοοικονομική του κατάσταση, περιλαμβανομένης της δυνατότητάς του να υποστεί ζημίες, καθώς και σχετικά με τους επενδυτικούς στόχους του, περιλαμβανομένου του επιπέδου ανοχής κινδύνου, ώστε να μπορούν οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. να του συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του και, ιδίως, είναι, σύμφωνα με το επίπεδο ανοχής κινδύνου και τη δυνατότητά του να υποστεί ζημίες. Όταν οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. παρέχουν επενδυτικές συμβουλές, στο πλαίσιο των οποίων συστήνουν πακέτο υπηρεσιών ή προϊόντων, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 24, το συνολικό πακέτο πρέπει να είναι κατάλληλο για τον πελάτη. Κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών ή υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου που περιλαμβάνουν την αλλαγή χρηματοπιστωτικών μέσων, οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τις επενδύσεις του πελάτη και αναλύουν το κόστος και τα οφέλη της αλλαγής χρηματοπιστωτικών μέσων. Κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. ενημερώνουν τον πελάτη αν τα οφέλη της αλλαγής χρηματοπιστωτικών μέσων είναι μεγαλύτερα από το κόστος που συνεπάγεται η εν λόγω αλλαγή.».

Άρθρο 184
Υποχρέωση εκτέλεσης των εντολών με τους πλέον ευνοϊκούς για τον πελάτη όρους Τροποποίηση άρθρου 27 του ν. 4514/2018 (παρ. 6 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)
Στην παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), προστίθεται τέταρτο εδάφιο και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Για τα χρηματοπιστωτικά μέσα που υπόκεινται στη σχετική με την κατάρτιση συναλλαγών υποχρέωση των άρθρων 23 και 28 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014, κάθε τόπος διαπραγμάτευσης και κάθε συστηματικός εσωτερικοποιητής και, για τα λοιπά χρηματοπιστωτικά μέσα, κάθε τόπος εκτέλεσης, διαθέτει στο κοινό, ατελώς, δεδομένα σχετικά με την ποιότητα της εκτέλεσης των συναλλαγών που διενεργούνται στον συγκεκριμένο τόπο τουλάχιστον σε ετήσια βάση. Μετά την εκτέλεση συναλλαγής για λογαριασμό πελάτη, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. πληροφορεί τον πελάτη σε ποιον τόπο εκτελέστηκε η εντολή. Οι περιοδικές εκθέσεις περιλαμβάνουν λεπτομέρειες σχετικά με την τιμή, τα κόστη, την ταχύτητα και την πιθανότητα εκτέλεσης μεμονωμένων χρηματοπιστωτικών μέσων.

Ως ημερομηνία έναρξης ισχύος για την εφαρμογή της απαίτησης περιοδικής υποβολής εκθέσεων στο κοινό που προβλέπεται στην παρούσα, ορίζεται η 1η.3.2023.».

Άρθρο 185
Παροχή υπηρεσιών σε επαγγελματίες πελάτες Προσθήκη άρθρου 29Α στον ν. 4514/2018 (παρ. 8 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)
Στον ν. 4514/2018 (Α΄ 14) προστίθεται άρθρο 29Α ως εξής:

«Άρθρο 29Α Παροχή υπηρεσιών σε επαγγελματίες πελάτες

1. Οι απαιτήσεις που προβλέπονται στην περ. γ) της παρ. 4 του άρθρου 24 δεν ισχύουν για υπηρεσίες που παρέχονται σε επαγγελματίες πελάτες, εκτός των επενδυτικών συμβουλών και της διαχείρισης χαρτοφυλακίου.

2. Οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο τρίτο εδάφιο της παρ. 2 και στην παρ. 6 του άρθρου 25 δεν ισχύουν για υπηρεσίες που παρέχονται σε επαγγελματίες πελάτες, εκτός εάν οι εν λόγω πελάτες ενημερώσουν εγγράφως την επιχείρηση επενδύσεων, είτε σε ηλεκτρονική είτε σε έντυπη μορφή, ότι επιθυμούν να επωφεληθούν από τα δικαιώματα που προβλέπονται στις συγκεκριμένες διατάξεις.

3. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. τηρούν αρχείο των ανακοινώσεων πελατών που αναφέρονται στην παρ. 2.».

Άρθρο 186
Συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4514/2018 (παρ. 9 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)
Στην παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί λειτουργίας των Ανώνυμων Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.), αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. που έχουν λάβει άδεια να εκτελούν εντολές για λογαριασμό πελατών και/ή να διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό ή να λαμβάνουν και να διαβιβάζουν εντολές, έχουν τη δυνατότητα να διακανονίζουν ή να διενεργούν συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους χωρίς να υποχρεούνται να συμμορφωθούν με το άρθρο 24, εξαιρουμένης της παρ. 5α, το άρθρο 25, το άρθρο 27 και την παρ. 1 του άρθρου 28.

Στις συναλλαγές τους με τους επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. ενεργούν με εντιμότητα, αμεροληψία και επαγγελματισμό και επικοινωνούν με τρόπο που είναι ορθός, σαφής και μη παραπλανητικός, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του επιλέξιμου αντισυμβαλλομένου και της επιχειρηματικής του δραστηριότητας.».

Άρθρο 187
Όρια θέσεων και έλεγχοι για τη διαχείριση θέσεων σε παράγωγα επί εμπορευμάτων Τροποποίηση του άρθρου 57 του ν. 4514/2018 (παρ. 10 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)
Στο άρθρο 57 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί ορίων σε παράγωγα εμπορευμάτων, οι παρ. 1, 3, 5 και 6 αντικαθίστανται, προστίθεται παρ. 1Α και το άρθρο 57 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 57 Όρια θέσεων και έλεγχοι για τη διαχείριση θέσεων σε παράγωγα επί εμπορευμάτων (Άρθρο 57 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ)

1. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τη μεθοδολογία υπολογισμού που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (Ε.Α.Κ.Α.Α.) στο πλαίσιο ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 57 της Οδηγίας 2014/65/ ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (L 173), ορίζει και εφαρμόζει όρια σχετικά με το μέγεθος της καθαρής θέσης που μπορεί να κατέχει ανά πάσα στιγμή ένα πρόσωπο σε παράγωγα επί γεωργικών εμπορευμάτων και σε σημαντικά ή κρίσιμης σημασίας παράγωγα επί εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπους διαπραγμάτευσης, καθώς και σε οικονομικά ισοδύναμες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων. Τα παράγωγα επί εμπορευμάτων θεωρούνται κρίσιμης σημασίας ή σημαντικά όταν το άθροισμα όλων των καθαρών θέσεων των κατόχων τελικής θέσης αποτελεί το μέγεθος της ανοικτής συμμετοχής τους και ανέρχεται σε τουλάχιστον τριακόσιες χιλιάδες (300.000) παρτίδες κατά μέσο όρο για περίοδο ενός (1) έτους. Τα όρια καθορίζονται με βάση όλες τις θέσεις που κατέχει ένα πρόσωπο και εκείνες που κατέχονται εξ ονόματός του σε συγκεντρωτικό επίπεδο ομίλου, προκειμένου:

α) Να αποτρέπεται η κατάχρηση της αγοράς, β) να υποστηρίζονται ορθοί όροι τιμολόγησης και διακανονισμού, συμπεριλαμβανομένης της αποτροπής δημιουργίας θέσεων που στρεβλώνουν την αγορά και της εξασφάλισης, ιδίως, της σύγκλισης των τιμών των παραγώγων κατά τον μήνα παράδοσης και των τιμών για άμεση παράδοση του υποκείμενου εμπορεύματος, με την επιφύλαξη της διαδικασίας διαμόρφωσης τιμής στην αγορά του υποκείμενου εμπορεύματος.

1Α. Τα όρια θέσης που αναφέρονται στην παρ. 1 δεν εφαρμόζονται σε:

α) Θέσεις που κατέχονται από μη χρηματοοικονομική οντότητα ή εξ ονόματός της και οι οποίες, κατά τρόπο αντικειμενικά μετρήσιμο, μειώνουν τους κινδύνους που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα της συγκεκριμένης μη χρηματοοικονομικής οντότητας,

β) θέσεις που κατέχονται από χρηματοοικονομική οντότητα, ή εξ ονόματός της, που ανήκει σε κατεξοχήν εμπορικό όμιλο και ενεργεί εξ ονόματος μη χρηματοοικονομικής οντότητας του κατεξοχήν εμπορικού ομίλου, εάν για τις εν λόγω θέσεις μπορεί να διαπιστωθεί, με αντικειμενικά μετρήσιμο τρόπο, ότι μειώνουν τους κινδύνους που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα της συγκεκριμένης μη χρηματοοικονομικής οντότητας,

γ) θέσεις που κατέχονται από χρηματοπιστωτικούς και μη χρηματοπιστωτικούς αντισυμβαλλομένους για τις

θέσεις, οι οποίες, κατά τρόπο αντικειμενικά μετρήσιμο, προκύπτουν από συναλλαγές που εκτελούνται με σκοπό την εκπλήρωση υποχρέωσης για την παροχή ρευστότητας σε τόπο διαπραγμάτευσης, όπως αναφέρεται στην περ. γ) της παρ. 4 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

δ) κάθε άλλη κινητή αξία, όπως αναφέρεται στην περ. γ) της παρ. 44 του άρθρου 4, η οποία σχετίζεται με εμπόρευμα ή με υποκείμενο μέσο που αναφέρεται στο τμήμα Γ.10 του Παραρτήματος I.

2. Τα όρια θέσεων καθορίζουν σαφή ποσοτικά όρια για το ανώτατο μέγεθος θέσης που μπορεί να κατέχει ένα πρόσωπο σε παράγωγο επί εμπορευμάτων.

3. H Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καθορίζει όρια θέσεων για κρίσιμης σημασίας ή σημαντικά παράγωγα επί εμπορευμάτων και παράγωγα επί γεωργικών εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπους διαπραγμάτευσης, με βάση τη μεθοδολογία υπολογισμού που καθορίζεται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα τα οποία εκδίδει η Επιτροπή κατ’ εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 57 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ. Αυτά τα όρια θέσης ισχύουν και για οικονομικά ισοδύναμες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επανεξετάζει τα όρια θέσης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο όταν υπάρχει σημαντική μεταβολή στην αγορά, περιλαμβανομένης σημαντικής μεταβολής στην παραδοτέα ποσότητα ή τις ανοικτές θέσεις, με βάση τον καθορισμό της παραδοτέας ποσότητας και των ανοικτών θέσεων από την αρμόδια αρχή, και αναπροσαρμόζει τα εν λόγω όρια θέσης σύμφωνα με τη μεθοδολογία υπολογισμού που εγκρίνει η Επιτροπή, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 57 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

4. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί στην Ε.Α.Κ.Α.Α. τα ακριβή όρια θέσης που προτίθεται να θέσει, σύμφωνα με τη μεθοδολογία υπολογισμού της Ε.Α.Κ.Α.Α. για να λάβει τη γνώμη της. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μεταβάλλει τα όρια θέσης, σύμφωνα με τη γνώμη της Ε.Α.Κ.Α.Α. ή υποβάλλει στην Ε.Α.Κ.Α.Α. τους λόγους για τους οποίους θεωρεί μη αναγκαία τη συγκεκριμένη μεταβολή. Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει όρια σε αντίθεση με τη γνώμη της Ε.Α.Κ.Α.Α., δημοσιεύει αμέσως στο διαδικτυακό της τόπο ανακοίνωση στην οποία επεξηγεί πλήρως τους λόγους για την απόφασή της αυτή.

5. Όταν τα παράγωγα επί γεωργικών εμπορευμάτων που βασίζονται στο ίδιο υποκείμενο μέσο και παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε σημαντικές ποσότητες σε τόπους διαπραγμάτευσης σε περισσότερες από μία δικαιοδοσίες, ή όταν τα κρίσιμης σημασίας ή σημαντικά παράγωγα επί εμπορευμάτων που βασίζονται στο ίδιο υποκείμενο μέσο και παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπους διαπραγμάτευσης σε περισσότερες από μία δικαιοδοσίες, η αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης με τον υψηλότερο όγκο συναλλαγών («κεντρική αρμόδια αρχή») ορίζει το ενιαίο όριο θέσης που εφαρμόζεται σε όλες τις συναλλαγές των συγκεκριμένων παραγώγων. Η κεντρική αρμόδια αρχή διαβουλεύεται με τις αρμόδιες αρχές των άλλων τόπων διαπραγμάτευσης στους οποίους τα εν

λόγω παράγωγα επί γεωργικών εμπορευμάτων αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε σημαντικές ποσότητες ή στους οποίους τα εν λόγω κρίσιμης σημασίας ή σημαντικά παράγωγα επί εμπορευμάτων αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, σχετικά με το ενιαίο όριο θέσης που θα εφαρμόζεται και για τυχόν αναθεωρήσεις του εν λόγω ενιαίου ορίου θέσης. Οι αρμόδιες αρχές, οι οποίες δεν συμφωνούν με τον καθορισμό του ενιαίου ορίου θέσης από την κεντρική αρμόδια αρχή, παρέχουν εγγράφως πλήρη και λεπτομερή τεκμηρίωση των λόγων για τους οποίους θεωρούν ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στην παρ. 1. Η Ε.Α.Κ.Α.Α. επιλύει κάθε πιθανή διαφορά που μπορεί να προκύψει από διαφωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο των εξουσιών της που προβλέπονται στο άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της Απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της Απόφασης 2009/77/ΕΚ (L 331).

Οι αρμόδιες αρχές των τόπων διαπραγμάτευσης, όπου τα παράγωγα επί γεωργικών εμπορευμάτων που βασίζονται στο ίδιο υποκείμενο μέσο και παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά, αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε σημαντικές ποσότητες ή τα κρίσιμης σημασίας ή σημαντικά παράγωγα επί εμπορευμάτων που βασίζονται στο ίδιο υποκείμενο μέσο και παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά, αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, καθώς και οι αρμόδιες αρχές των κατόχων θέσης στα εν λόγω παράγωγα θέτουν σε εφαρμογή ρυθμίσεις συνεργασίας, οι οποίες περιλαμβάνουν την ανταλλαγή σχετικών στοιχείων, ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθηση και η επιβολή του ενιαίου ορίου θέσης.

6. Οι Ανώνυμες Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.) ή οι διαχειριστές αγοράς, οι οποίοι διαχειρίζονται τόπο διαπραγμάτευσης στον οποίο αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης παράγωγα επί εμπορευμάτων, εφαρμόζουν ελέγχους για τη διαχείριση θέσεων, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων εξουσιών του τόπου διαπραγμάτευσης:

α) Ελέγχουν τις ανοικτές θέσεις των προσώπων, β) λαμβάνουν πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένης

κάθε σχετικής τεκμηρίωσης, από πρόσωπα, σχετικά με το μέγεθος και τον σκοπό της θέσης ή της έκθεσης που δημιουργήθηκε, πληροφορίες σχετικά με πραγματικούς ή υποκείμενους δικαιούχους, τυχόν ρυθμίσεις εναρμόνισης, καθώς και για κάθε σχετικό στοιχείο του ενεργητικού ή του παθητικού στην υποκείμενη αγορά, συμπεριλαμβανομένων, όπου κρίνεται σκόπιμο, των θέσεων που κατέχονται σε παράγωγα επί εμπορευμάτων που βασίζονται στο ίδιο υποκείμενο μέσο και παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά σε άλλους τόπους διαπραγμάτευσης και σε οικονομικά ισοδύναμες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μέσω μελών και συμμετεχόντων,

γ) ζητούν από πρόσωπο να κλείνει ή να περιορίζει θέση, σε προσωρινή ή μόνιμη βάση, και να λαμβάνει μονομερώς μέτρα για να διασφαλίζει το κλείσιμο ή τον περιορισμό της θέσης, όταν το οικείο πρόσωπο δεν συμμορφώνεται με την εν λόγω απαίτηση, και

δ) απαιτούν από πρόσωπο να παρέχει, σε προσωρινή βάση, ρευστότητα στην αγορά σε συμφωνημένη τιμή και όγκο με ρητή πρόθεση τον μετριασμό των επιπτώσεων μεγάλης ή κυρίαρχης θέσης.

7. Τα όρια θέσεων και οι έλεγχοι για τη διαχείριση θέσεων πρέπει να είναι διαφανείς και να μην επιτρέπουν διακριτική μεταχείριση, να καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίον εφαρμόζονται στα πρόσωπα για τα οποία ισχύουν και να λαμβάνουν υπόψη τη φύση και τη σύνθεση των συμμετεχόντων στην αγορά και τη χρήση από αυτούς των συμβάσεων που υποβάλλονται σε διαπραγμάτευση.

8. Η Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται τον τόπο διαπραγμάτευσης στον οποίον αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης παράγωγα επί εμπορευμάτων ενημερώνει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τις λεπτομέρειες των ελέγχων για τη διαχείριση θέσεων.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κοινοποιεί στην Ε.Α.Κ.Α.Α. τις ίδιες πληροφορίες, καθώς και τις λεπτομέρειες των ορίων θέσεων που έχει θεσπίσει.

9. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν επιβάλλει πιο περιοριστικά όρια από αυτά που θεσπίζονται, σύμφωνα με την παρ. 1, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, όπου αιτιολογούνται αντικειμενικά και είναι αναλογικά, λαμβάνοντας υπόψη τη ρευστότητα και την εύρυθμη λειτουργία της συγκεκριμένης αγοράς. H Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιεύει στον διαδικτυακό της τόπο τις λεπτομέρειες των πιο περιοριστικών ορίων θέσεων που αποφασίζει να επιβάλει, τα οποία πρέπει να ισχύουν για αρχική περίοδο μη υπερβαίνουσα τους έξι (6) μήνες από την ημερομηνία δημοσίευσής τους στον διαδικτυακό της τόπο. Τα πιο περιοριστικά όρια θέσεων μπορούν να ανανεωθούν για περαιτέρω περιόδους που δεν υπερβαίνουν τους έξι (6) μήνες κάθε φορά, αν οι λόγοι για τον περιορισμό εξακολουθούν να ισχύουν. Αν δεν ανανεωθούν μετά την πάροδο των έξι (6) αυτών μηνών, λήγουν αυτόματα.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς γνωστοποιεί στην Ε.Α.Κ.Α.Α. την επιβολή πιο περιοριστικών ορίων θέσεων. Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει αιτιολόγηση για τα πιο περιοριστικά όρια θέσεων. Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει όρια σε αντίθεση με τη γνώμη της Ε.Α.Κ.Α.Α., δημοσιεύει αμέσως στον διαδικτυακό της τόπο ανακοίνωση στην οποία επεξηγεί πλήρως τους λόγους της εν λόγω επιβολής.

10. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ασκεί τις εξουσίες της όσον αφορά την επιβολή κυρώσεων, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, για παραβάσεις επί των ορίων θέσεων που καθορίζονται, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, για:

α) θέσεις που κατέχουν πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια θέσεων σε συμβάσεις παραγώγων επί εμπορευμάτων που η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει θεσπίσει για συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπους διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένοι ή δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ή οικονομικά ισοδύναμες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων,

β) θέσεις που κατέχουν πρόσωπα τα οποία είναι εγκατεστημένα ή δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια θέσεων σε συμβάσεις παραγώγων επί εμπορευμάτων που καθορίζουν οι αρμόδιες αρχές σε άλλα κράτη μέλη.».

Άρθρο 188
Γνωστοποίηση θέσης ανά κατηγορία κατόχου θέσης Τροποποίηση του άρθρου 58 του ν. 4514/2018 (παρ. 11 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)
Στην παρ. 1 του άρθρου 58 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί υποχρεώσεων Ανώνυμων Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.) και διαχειριστών αγοράς, προστίθεται νέο τελευταίο εδάφιο, αντικαθίσταται η παρ. 2 και οι παρ. 1 και 2 διαμορφώνονται ως εξής:

«1. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται τόπο διαπραγμάτευσης στον οποίον αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγά τους:

α) δημοσιεύουν εβδομαδιαία έκθεση ανά κατηγορία προσώπων με τις συνολικές θέσεις τους στα διάφορα παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγά τους που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στον τόπο διαπραγμάτευσης που διαχειρίζονται, προσδιορίζοντας τον αριθμό των θέσεων αγοράς και πώλησης ανά κατηγορία προσώπων, τις μεταβολές τους από την προηγούμενη έκθεση, το ποσοστό των συνολικών ανοικτών θέσεων που αντιστοιχεί σε κάθε κατηγορία και τον αριθμό των προσώπων που κατέχουν θέση σε κάθε κατηγορία, σύμφωνα με την παρ. 4, και κοινοποιούν την έκθεση αυτή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στην Ε.Α.Κ.Α.Α.,

β) παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αναλυτική κατάσταση των θέσεων που κατέχουν όλα τα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των μελών ή των συμμετεχόντων και των πελατών τους, στον συγκεκριμένο τόπο διαπραγμάτευσης, τουλάχιστον σε ημερήσια βάση.

Η υποχρέωση που περιγράφεται στην περ. α΄ ισχύει μόνο όταν τόσο ο αριθμός των προσώπων όσο και οι ανοικτές θέσεις τους υπερβαίνουν τα ελάχιστα όρια.

Η αναφορά θέσης δεν εφαρμόζεται σε άλλη κινητή αξία που αναφέρεται στην περ. γ) της παρ. 44 του άρθρου 4, η οποία σχετίζεται με εμπόρευμα ή με υποκείμενο μέσο που αναφέρεται στο Τμήμα Γ.10 του Παραρτήματος I.

2. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. που συναλλάσσονται με παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγά τους εκτός τόπου διαπραγμάτευσης παρέχουν, τουλάχιστον σε καθημερινή βάση, στην κεντρική αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παρ. 6 του άρθρου 57 ή, όταν δεν υπάρχει κεντρική αρμόδια αρχή, στην αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης τα παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγά τους, αναλυτική κατάσταση των θέσεων που κατέχουν σε οικονομικά ισοδύναμες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και, κατά περίπτωση, σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγά τους που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπο διαπραγμάτευσης, καθώς και των θέσεων των πελατών τους και των πελατών των εν λόγω πελατών μέχρι τον τελευταίο πελάτη, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 173) και, όπου έχει εφαρμογή, το άρθρο 8 του Kανονισμού (ΕΕ) 1227/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, για την ακεραιότητα και τη διαφάνεια στη χονδρική αγορά ενέργειας (L 326).».

Άρθρο 189
Καταγγελίες παραβάσεων Αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 71 του ν. 4514/2018 (παρ. 12 άρθρου 1 Οδηγίας 2021/338)
Η παρ. 3 του άρθρου 71 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί εσωτερικών διαδικασιών για την αναφορά παραβάσεων, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Οι Ανώνυμες Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.), διαχειριστές αγοράς, Εγκεκριμένοι Μηχανισμοί Δημοσιοποίησης Συναλλαγών (Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ.) και Εγκεκριμένοι Μηχανισμοί Γνωστοποίησης Συναλλαγών (Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.) που έχουν άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 173) και που διαθέτουν παρέκκλιση κατά την παρ. 3 του άρθρου 2 του εν λόγω Κανονισμού, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε σχέση με επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες και παρεπόμενες υπηρεσίες, και υποκαταστήματα επιχειρήσεων τρίτων χωρών, διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες για την εσωτερική αναφορά πραγματικών ή ενδεχόμενων παραβάσεων από τους υπαλλήλους τους μέσω ειδικού, ανεξάρτητου και αυτόνομου διαύλου.».

ΜΕΡΟΣ Η΄
ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ 4099/2012, 4209/2013, 4261/2014 ΚΑΙ 4706/2020

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4261/2014 ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 62 ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/2034 ΚΑΙ ΤΟΥ Ν. 4514/2018 ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 65 ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΟΔΗΓΙΑΣ

Άρθρο 190
Σκοπός
Σκοπός του παρόντος μέρους είναι η συμπλήρωση ρυθμιστικών κενών στην υφιστάμενη τομεακή νομοθεσία, ιδίως για τη διάθεση μεριδίων Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) και Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.), καθώς και η ορθή ενσωμάτωση σχετικών Οδηγιών και η ορθή προσαρμογή στους Κανονισμούς 2017/2402 και 2021/557.

Άρθρο 191
Αντικείμενο
Αντικείμενο του παρόντος μέρους είναι ιδίως, α) η προσαρμογή του ν. 4261/2014 (Α΄ 107) στην ενσωμάτωση του άρθρου 62 της Οδηγίας 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των Οδηγιών 2002/87/ ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ (L 314) και των αλλαγών που επιφέρει ο Κανονισμός 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010, (ΕΕ) 575/2013, (ΕΕ) 600/2014 και (ΕΕ) 806/2014 (L 314/1) και η Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των Οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ» (L 314), β) η περαιτέρω ρύθμιση της διάθεσης μεριδίων Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.), και η ορθότερη ενσωμάτωση των Οδηγιών: βα) 2014/91 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) όσον αφορά τις λειτουργίες θεματοφύλακα, τις πολιτικές αποδοχών και τις κυρώσεις (L 257), και ββ) 2011/61 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/41/ ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009 και (ΕΕ) 1095/2010 (L 174), και γ) η ρύθμιση της διάθεσης μεριδίων Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.), μέσα από την τροποποίηση του ν. 4706/2020 (Α΄136) , δ) η προσαρμογή στον Κανονισμό 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2017, σχετικά με τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την τιτλοποίηση και σχετικά με τη δημιουργία ειδικού πλαισίου για απλή, διαφανή και τυποποιημένη τιτλοποίηση και σχετικά με την τροποποίηση των Οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009 και (ΕΕ) 648/2012 (L 347) και ε) η συμμόρφωση στον Κανονισμό 2021/557.

Άρθρο 192
Αρμόδιες αρχές Τροποποιήσεις άρθρου 4 του ν. 4261/2014
Στο άρθρο 4 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), περί αρμοδίων αρχών, α) στην παρ. 1 τίθεται εξαίρεση ως προς τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τις επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, β) η παρ. 6, περί ανάθεσης αρμοδιοτήτων στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καθώς και οι παρ. 12 έως και 15, περί εποπτείας και άσκησης των λοιπών αρμοδιοτήτων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καταργούνται, γ) στο πρώτο εδάφιο των παρ. 7 και 8, καθώς και στις παρ. 9 και 10 αφαιρούνται οι αναφορές στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δ) προστίθεται παρ. 17 και το άρθρο 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 4 Αρμόδιες Αρχές (άρθρο 4 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. Στην Τράπεζα της Ελλάδος ανατίθεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 (Ζ 176) αναφορικά με πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων στην Ελλάδα πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε τρίτες χώρες, και με χρηματοδοτικά ιδρύματα, εξαιρουμένων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών.

2. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας και των διατάξεων του Καταστατικού της, η εποπτεία που ασκεί η Τράπεζα της Ελλάδος, με βάση τον παρόντα νόμο, αφορά στη φερεγγυότητα, στη διασφάλιση επαρκούς ρευστότητας και στη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων με βάση τον παρόντα νόμο και τον ανωτέρω Κανονισμό, καθώς και στην εν γένει εύρυθμη και με επαρκή διαφάνεια λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων.

3. Για την επίτευξη του σκοπού της εποπτείας, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να καθορίζει κριτήρια και να θεσπίζει κανόνες ή να λαμβάνει μέτρα, γενικά ή ειδικά, κατά πιστωτικό ίδρυμα, και να προβαίνει στην αξιολόγηση, καθώς και τη διαρκή παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω του καθορισμού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων, γραπτών επεξηγήσεων, εφόσον ζητηθεί, καθώς και μέσω της διενέργειας εκ μέρους της επιτόπιων ελέγχων.

4. Οι κατά τα άρθρα 1-166 του παρόντος νόμου και κατά τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ασκούνται με Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου. Με όμοια Πράξη μπορούν να θεσπίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη περί ενσωμάτωσης των ενωσιακών διατάξεων στην ελληνική έννομη τάξη, οι ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή και τη συμμόρφωση προς οδηγίες, αποφάσεις, κανονισμούς και συστάσεις, που εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για θέματα που αφορούν τις κατά τον παρόντα νόμο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος. Με τις κανονιστικές πράξεις του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να λαμβάνεται και κάθε αναγκαίο συμπληρωματικό μέτρο για την εφαρμογή των παραπάνω πράξεων. Κατά την άσκηση, ειδικώς, της ανωτέρω κανονιστικής αρμοδιότητας, που αφορά στην ενσωμάτωση της ενωσιακής νομοθεσίας, απαιτείται ενημέρωση του Υπουργείου Οικονομικών σε εύλογο χρόνο πριν από την έκδοση της σχετικής Πράξης.

5. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παρ. 6 και 15 του παρόντος άρθρου, οι κανονιστικού χαρακτήρα αρμοδιότητες, ευχέρειες ή αποκλίσεις που προβλέπει ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 υπέρ των κρατών μελών ασκούνται με Πράξεις της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου.

6. (Καταργείται).

7. Η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνει τις πληροφορίες που απαιτούνται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των ιδρυμάτων και, κατά περίπτωση, των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, με τις απαιτήσεις του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 και είναι αρμόδια να εξετάζει πιθανές παραβιάσεις αυτών. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να ζητά τη χορήγηση αντιγράφου ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης σύμφωνα με το άρθρο 572 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των εποπτευόμενων φυσικών προσώπων, καθώς και όσων διατελούν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, υπεύθυνοι κρίσιμων λειτουργιών, αρμόδια διευθυντικά στελέχη, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139), ή αποκτούν άμεσα ή έμμεσα ειδική συμμετοχή, όπως ορίζεται στο σημείο 36 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, στα εποπτευόμενα ιδρύματα, επιχειρήσεις και οργανισμούς, σύμφωνα με το άρθρο 55Α του Καταστατικού της, που κυρώθηκε με τον ν. 3424/1927 (Α΄ 298), και τους ειδικότερους νόμους.

8. Τα ιδρύματα παρέχουν στην Τράπεζα της Ελλάδος όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την αξιολόγηση της συμμόρφωσής τους με τους κανόνες που θεσπίζονται, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013. Τα ιδρύματα διατηρούν επίσης, μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες που επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τους εν λόγω κανόνες.

9. Τα ιδρύματα καταγράφουν όλες τις συναλλαγές τους και καταχωρίζουν τα συστήματα και τις διαδικασίες που διέπονται από τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, ούτως ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος να μπορεί να ελέγξει ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013.

10. Τα εποπτικά καθήκοντα δυνάμει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 καθώς και τα λοιπά καθήκοντα της Τράπεζας της Ελλάδος ασκούνται διακριτά και ανεξάρτητα από τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που αφορούν την εξυγίανση.

11. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να θεσπίζει κανόνες, σχετικά με τις πληροφορίες και τα στοιχεία που τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά εποπτευόμενα από αυτήν πρόσωπα οφείλουν να παρέχουν στους συναλλασσόμενους με αυτά ως προς τους όρους των συναλλαγών τους, για τη διασφάλιση της διαφάνειας και της σαφήνειας.

12. (Καταργείται).

13. (Καταργείται).

14. (Καταργείται).

15. (Καταργείται).

16. Οι κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013 εκδιδόμενες κανονιστικές πράξεις μπορούν να έχουν αναδρομικό χαρακτήρα, τηρουμένης της παρ. 1 του άρθρου 191 του παρόντος νόμου.

17. Στα άρθρα 50 έως και 53, 55 έως και 57, 62 και 63, 65 έως και 103 και 121 έως και 135 οι αναφορές στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς νοούνται ως αναφορές αποκλειστικά στην Τράπεζα της Ελλάδος.».

Άρθρο 193
Συντονισμός των αρμόδιων αρχών Τροποποίηση παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 4261/2014
Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), περί συντονισμού της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, επαναπροσδιορίζεται η έννοια των επιχειρήσεων και το άρθρο 5 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 5 Συντονισμός των αρμόδιων αρχών (άρθρο 5 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για το μεταξύ τους συντονισμό με βάση Πρωτόκολλο Συνεργασίας.

2. Για την αποτελεσματική άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση όσον αφορά ιδίως την κεφαλαιακή επάρκεια ομίλων στους οποίους περιλαμβάνονται πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προβλέπουν στο ανωτέρω Πρωτόκολλο Συνεργασίας ενδεικτικά:

α) τις διαδικασίες με τις οποίες θα διασφαλίζεται η προηγούμενη ενημέρωση και η εν γένει ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ανωτέρω αρχών, με σκοπό την, κατά το δυνατόν, αποφυγή επικαλύψεων και τη μείωση του διοικητικού κόστους, επί θεμάτων που αφορούν:

αα) μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διοικητική διάρθρωση των εποπτευόμενων επιχειρήσεων,

ββ) σημαντικές κυρώσεις ή έκτακτα μέτρα που κάθε αρχή λαμβάνει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία,

β) τη συμμετοχή της κάθε αρχής σε επιτόπιους ελέγχους που διενεργεί άλλη αρχή στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία και

γ) τα της ανάθεσης αρμοδιοτήτων από τη μία αρχή στην άλλη, στο πλαίσιο της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας.»

Άρθρο 194
Αντιμετώπιση κινδύνων Τροποποίηση παρ. 8 και κατάργηση παρ. 11 του άρθρου 68 του ν. 4261/2014
Στο άρθρο 68 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), περί της αντιμετώπισης κινδύνων, τροποποιείται η παρ. 8, προκειμένου να προσδιορισθεί ειδικότερα η αναφορά στη λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, καταργείται η παρ. 11, περί της εφαρμογής των διατάξεων του ανωτέρω νόμου, και το άρθρο 68 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 68 Αντιμετώπιση κινδύνων (άρθρο 76 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο των ιδρυμάτων εγκρίνει και επανεξετάζει περιοδικά τις στρατηγικές και τις πολιτικές για την ανάληψη, τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τη μείωση των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή θα μπορούσε να εκτεθεί, περιλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από το μακροοικονομικό περιβάλλον στο οποίο ασκεί τις δραστηριότητές του, λαμβανομένης υπόψη της φάσης του οικονομικού κύκλου.

2. Το Διοικητικό Συμβούλιο των ιδρυμάτων αφιερώνει επαρκή χρόνο στην αξιολόγηση των θεμάτων που αφορούν κινδύνους. Το Διοικητικό Συμβούλιο συμμετέχει ενεργά και διασφαλίζει ότι διατίθενται επαρκείς πόροι για τη διαχείριση όλων των σημαντικών κινδύνων που εξετάζονται στον παρόντα νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, καθώς και στην αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού, τη χρήση εξωτερικών αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας και εσωτερικών υποδειγμάτων σε σχέση με τους εν λόγω κινδύνους. Το ίδρυμα διαμορφώνει γραμμές αναφοράς προς το Διοικητικό Συμβούλιο, που να καλύπτουν όλους τους σημαντικούς κινδύνους και τις πολιτικές διαχείρισης κινδύνων, καθώς και τις αλλαγές τους.

3. Τα ιδρύματα τα οποία είναι σημαντικά από απόψεως μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης και φύσεως, εύρους και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους συστήνουν επιτροπή διαχείρισης κινδύνων, αποτελούμενη από μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Τα μέλη της επιτροπής διαχείρισης κινδύνων έχουν κατάλληλες γνώσεις, δεξιότητες και εξειδίκευση, για να κατανοούν και να παρακολουθούν τη στρατηγική ανάληψης κινδύνων του ιδρύματος.

4. Η επιτροπή διαχείρισης κινδύνων υποβάλλει εισήγηση στο Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με τη συνολική παρούσα και μελλοντική στρατηγική ανάληψης κινδύνων του ιδρύματος, υποβοηθώντας το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο έχει την εν γένει αρμοδιότητα ως προς τους κινδύνους, στην επίβλεψη της υλοποίησης, από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, της εν λόγω στρατηγικής, από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη.

5. Η επιτροπή διαχείρισης κινδύνων ελέγχει την τιμολόγηση των προσφερόμενων υπηρεσιών, λαμβάνοντας υπόψη το επιχειρηματικό μοντέλο και τη στρατηγική ανάληψης κινδύνων του ιδρύματος. Όταν η τιμολόγηση δεν απηχεί με ακρίβεια τους κινδύνους σύμφωνα με το επιχειρηματικό μοντέλο και τη στρατηγική ανάληψης κινδύνων, η επιτροπή διαχείρισης κινδύνων υποβάλλει διορθωτικό σχέδιο στο Διοικητικό Συμβούλιο.

6. Ίδρυμα της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον δεν θεωρείται σημαντικό σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, μπορεί να συνιστά επιτροπή επιφορτισμένη με τις αρμοδιότητες τόσο της επιτροπής διαχείρισης κινδύνων όσο και της επιτροπής ελέγχου του άρθρου 37 του ν. 3693/2008 (Α΄ 174), κατόπιν απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Τα μέλη της ανωτέρω επιτροπής πρέπει να διαθέτουν τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την εξειδίκευση που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους τόσο ως μελών σε επιτροπή διαχείρισης κινδύνων όσο και ως μελών σε επιτροπή ελέγχου. Σε κάθε περίπτωση οι ως άνω επιτροπές στελεχώνονται από μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου.

7. Τα μέλη των ως άνω επιτροπών έχουν επαρκή πρόσβαση σε πληροφορίες ως προς την κατάσταση κινδύνων του ιδρύματος και στο τμήμα διαχείρισης κινδύνων και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, σε ειδικούς εξωτερικούς συμβούλους.

Οι ως άνω επιτροπές καθορίζουν το είδος, την ποσότητα, τη μορφή και τη συχνότητα των πληροφοριών που πρέπει να λαμβάνουν σχετικά με θέματα κινδύνων. Προκειμένου να συμβάλλουν στη διαμόρφωση ορθών πολιτικών και πρακτικών αποδοχών και με την επιφύλαξη των καθηκόντων της επιτροπής αποδοχών, εξετάζουν κατά πόσον τα κίνητρα που προβλέπει το σύστημα αποδοχών λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο, το κεφάλαιο, τη ρευστότητα και τα προβλεπόμενα κέρδη.

8. Τα ιδρύματα διαθέτουν λειτουργία διαχείρισης κινδύνων της υπ’ αριθμ. 2577/2006 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (Α΄ 59), σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία είναι ανεξάρτητη από τις επιχειρησιακές λειτουργίες τους και έχει επαρκείς εξουσίες, κύρος, πόρους και πρόσβαση στο Διοικητικό Συμβούλιο.

9. Η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων: α) διασφαλίζει τον εντοπισμό, τη μέτρηση και τη δέουσα αναφορά όλων των σημαντικών κινδύνων, β) συμμετέχει ενεργά στην ανάπτυξη της στρατηγικής κινδύνων του ιδρύματος και σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις διαχείρισης κινδύνων και μπορεί να παρουσιάσει πλήρη εικόνα ολόκληρου του φάσματος των κινδύνων που αντιμετωπίζει το ίδρυμα,

γ) αναφέρεται, μέσω της επιτροπής διαχείρισης κινδύνων, στο Διοικητικό Συμβούλιο, ανεξάρτητα από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, και θέτει υπόψη του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και προειδοποιεί, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, για την εξέλιξη των αναλαμβανόμενων κινδύνων που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν το ίδρυμα.

10. Ο επικεφαλής της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων είναι ανεξάρτητο ανώτερο διοικητικό στέλεχος με διακριτή αρμοδιότητα. Όπου η φύση, το μέγεθος και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος δεν δικαιολογούν την ύπαρξη προσώπου ειδικώς επιφορτισμένου με αυτό το καθήκον, οι εν λόγω αρμοδιότητες μπορούν να ανατεθούν σε άλλο ανώτερο διοικητικό στέλεχος του ιδρύματος παράλληλα με τις λοιπές αρμοδιότητές του, με την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργείται σύγκρουση συμφερόντων. Ο επικεφαλής της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνων δεν απαλλάσσεται των καθηκόντων του χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής Διαχείρισης Κινδύνων ή των μη εκτελεστικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και έχει απευθείας πρόσβαση στην Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων ή στα μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου όποτε αυτό απαιτείται.

11. (Καταργείται).».

Άρθρο 195
Καθορισμός ποσοστών αντικυκλικών αποθεμάτων ασφαλείας Τροποποίηση της παρ. 1 του άρθρου 127 του ν. 4261/2014
Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 127 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), περί των αρμοδιοτήτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εντεταλμένης αρχής, αφαιρείται η αναφορά στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζεται ως η εντεταλμένη αρχή, επιφορτισμένη με τον καθορισμό του ποσοστού αντικυκλικών αποθεμάτων ασφαλείας στην Ελλάδα. Οι αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ως εντεταλμένης αρχής ασκούνται από την Εκτελεστική Επιτροπή του άρθρου 55Α του καταστατικού της ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου που λαμβάνει τις σχετικές αποφάσεις.».

Άρθρο 196
Απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας Ανωνύμων Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών Αντικατάσταση παρ. 5 άρθρου 5 του ν. 4514/2018
Η παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), περί μετοχικού κεφαλαίου των Ανωνύμων Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.), αντικαθίσταται ως εξής:

«5. α) Το μετοχικό κεφάλαιο Α.Ε.Π.Ε.Υ. ανέρχεται τουλάχιστον σε εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.

β) Όταν Α.Ε.Π.Ε.Υ. αδειοδοτείται, ώστε να προβαίνει σε διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό, σε αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, το μετοχικό της κεφάλαιο ανέρχεται τουλάχιστον σε επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ.

γ) Όταν Α.Ε.Π.Ε.Υ. αδειοδοτείται, ώστε να παρέχει μία ή περισσότερες από τις επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκεί οποιαδήποτε από τις επενδυτικές δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία 1, 2, 4, 5 και 7 του Τμήματος Α΄ του Παραρτήματος Ι, δεν είναι αδειοδοτημένη να παρέχει την παρεπόμενη υπηρεσία του σημείου 1 του Τμήματος Β΄ του Παραρτήματος I και δεν επιτρέπεται να κατέχει κεφάλαια ή τίτλους που ανήκουν σε πελάτες της, το μετοχικό της κεφάλαιο ανέρχεται τουλάχιστον σε εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ.

δ) Α.Ε.Π.Ε.Υ. που διαθέτει άδεια για τη λειτουργία Μηχανισμών Οργανωμένης Διαπραγμάτευσης, όταν διενεργεί ή της επιτρέπεται να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, το μετοχικό της κεφάλαιο ανέρχεται τουλάχιστον σε επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΣΕ ΑΛΛΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΜΕΡΙΔΙΩΝ Ο.Ε.Ε. ΤΗΣ ΕΕ ΠΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΝΤΑΙ Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε., ΔΙΑΘΕΣΗ ΜΕΡΙΔΙΩΝ Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4099/2012 ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ 4209/2013 ΚΑΙ 4099/2012

Άρθρο 197
Εμπορική προώθηση σε άλλα κράτη μέλη μεριδίων Ο.Ε.Ε. της ΕΕ που διαχειρίζονται Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. Τροποποίηση της παρ. 7 του άρθρου 32 του ν. 4209/2013
Το τρίτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 32 του ν. 4209/2013 (Α΄253), περί εμπορικής προώθησης σε άλλα κράτη μέλη μεριδίων Ο.Ε.Ε. της ΕΕ που διαχειρίζονται Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε., αντικαθίσταται με δύο νέα εδάφια και η παρ. 7 διαμορφώνεται ως εξής:

«7. Αν η Ελλάδα είναι κράτος μέλος υποδοχής, αδειοδοτημένος Δ.Ο.Ε.Ε. άλλου κράτους μέλους μπορεί να αρχίσει την εμπορική προώθηση Ο.Ε.Ε. της ΕΕ στην Ελλάδα, μόνο αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λάβει από τις αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους ισοδύναμη κοινοποίηση με το περιεχόμενο της παρ. 3 του παρόντος άρθρου από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποίησης. Με την επιφύλαξη των παρ. 1 και 2 του άρθρου 41, οι εν λόγω Ο.Ε.Ε. προωθούνται εμπορικά μόνο σε επαγγελματίες επενδυτές.

Οι ρυθμίσεις που αναφέρονται στην περ. η) της παρ. 2 του παρόντος, υπόκεινται στην εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Με απόφασή της η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να ρυθμίζει ειδικότερα θέματα σχετικά με την εμπορική προώθηση στην Ελλάδα μεριδίων ή μετοχών Ο.Ε.Ε. από Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. ή αδειοδοτημένο Δ.Ο.Ε.Ε. άλλου κράτους μέλους.».

Άρθρο 198
Διάθεση μεριδίων Ο.Σ.Ε.Κ.Α. Τροποποίηση της παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 4099/2012
Στην παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) περί διάθεσης μεριδίων Ο.Σ.Ε.Κ.Α., προστίθενται δεύτερο και τρίτο εδάφιο και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής:

«4. Η εταιρεία διαχείρισης ή, κατά περίπτωση, η Α.Ε.Ε.Μ.Κ., μπορεί να διαθέτει μερίδια του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. απευθείας ή/και μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων, εταιρειών διαχείρισης, ασφαλιστικών εταιρειών, εταιρειών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) και ανωνύμων εταιρειών επενδυτικής διαμεσολάβησης (Α.Ε.Ε.Δ.). Επίσης η εταιρία διαχείρισης μπορεί να διαθέτει μερίδια του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. μέσω συνδεδεμένων με αυτήν αντιπροσώπων. Στην περίπτωση αυτή, πέραν του παρόντος, εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 29 του ν. 4514/2018 (Α΄14), ως προς την προώθηση και τη λήψη και διαβίβαση εντολών μόνον επί μεριδίων Ο.Σ.Ε.Κ.Α.».

Άρθρο 199
Κυρώσεις Τροποποίηση παρ. 1 και 2 άρθρου 94 του ν. 4099/2012 (περ. ζ΄ παρ. 6 άρθρου 99 και παρ. 2 άρθρου 99γ της Οδηγίας ΕΕ/2014/91)
Στο άρθρο 94 του ν. 4099/2012 (Α΄253), περί κυρώσεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1 τροποποιούνται το πρώτο εδάφιο της περ. ε) και η περ. στ) ως προς το ύψος του επιβαλλόμενου προστίμου, β) μετά την παρ. 2 προστίθεται νέα παρ. 2Α, και το άρθρο 94 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 94 Κυρώσεις

1. Κάθε παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, καθώς και των εκτελεστικών μέτρων της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ και του Κανονισμού 2019/1156/ΕΚ επισύρει τις ακόλουθες κυρώσεις και μέτρα, που επιβάλλονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς:

α) καταχώριση στον διαδικτυακό της τόπο, δημόσιας δήλωσης που κατονομάζει τον υπεύθυνο και προσδιορίζει τη φύση της παράβασης,

β) διαταγή προς το υπεύθυνο πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψή της στο μέλλον,

γ) σε Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή Α.Ε.Δ.Α.Κ., αναστολή ή ανάκληση της άδειας λειτουργίας τους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 19,

δ) σε μέλος του διοικητικού οργάνου της Α.Ε.Δ.Α.Κ. ή της Α.Ε.Ε.Μ.Κ. ή άλλου υπεύθυνου φυσικού προσώπου προσωρινή απαγόρευση ή, επί επανειλημμένων σοβαρών παραβάσεων, οριστική απαγόρευση άσκησης καθηκόντων διαχείρισης σε αυτές ή σε άλλες τέτοιες εταιρείες,

ε) σε Α.Ε.Δ.Α.Κ., σε θεματοφύλακα, σε νομικό πρόσωπο που διαθέτει μερίδια Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, σε Α.Ε.Ε.Μ.Κ., σε Ο.Σ.Ε.Κ.Α. που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος ή σε άλλον οργανισμό συλλογικών επενδύσεων οι οποίοι διαθέτουν μερίδια στην Ελλάδα, σε εταιρεία διαχείρισης που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος και λειτουργεί στην Ελλάδα, είτε μέσω υποκαταστήματος είτε στο πλαίσιο ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και σε υποκατάστημα εταιρείας διαχείρισης τρίτου κράτους που παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα, σύσταση ή πρόστιμο ύψους από χίλια (1.000) ευρώ έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ ή ίσο με το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου, σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο ή ίσο με το διπλάσιο του οφέλους που αποκόμισε ο παραβάτης όταν το όφελος μπορεί να προσδιοριστεί ακόμα και αν υπερβαίνει το ανώτατο ποσό που αναφέρεται στην παρούσα διάταξη.

Όταν το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μητρικής επιχείρησης, η οποία καταρτίζει ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 135 του ν. 2190/1920, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος, σύμφωνα με τους τελευταίες διαθέσιμες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο της ανώτατης μητρικής επιχείρησης, ή ίσο με το διπλάσιο του οφέλους που αποκόμισε ο παραβάτης όταν το όφελος μπορεί να προσδιοριστεί και

στ) σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, σε διευθυντές και σε υπαλλήλους της Α.Ε.Δ.Α.Κ., της Α.Ε.Ε.Μ.Κ., του θεματοφύλακα και του νομικού προσώπου που διαθέτει μερίδια Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, σε κάθε φυσικό πρόσωπο που διαθέτει μερίδια Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή άλλων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, σε κάθε πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες για λογαριασμό Α.Ε.Δ.Α.Κ. που λειτουργεί στην Ελλάδα είτε μέσω υποκαταστήματος είτε στο πλαίσιο ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και σε κάθε πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες για λογαριασμό υποκαταστήματος εταιρείας διαχείρισης τρίτου κράτους που παρέχει υπηρεσίες στην Ελλάδα, που παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, καθώς και των εκτελεστικών μέτρων της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ, σύσταση ή πρόστιμο ύψους από πεντακόσια (500) ευρώ έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ ή ίσο με το διπλάσιο του οφέλους που αποκόμισε ο παραβάτης όταν το όφελος μπορεί να προσδιοριστεί, ακόμα και αν υπερβαίνει το ανώτατο ποσό που αναφέρεται στην παρούσα διάταξη.

2. Για την επιλογή της κύρωσης και κατά την επιμέτρηση του προστίμου λαμβάνονται ιδίως υπόψη:

α) η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης, β) ο βαθμός ευθύνης του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου, γ) η οικονομική ισχύς του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου, όπως προκύπτει, για παράδειγμα, από το συνολικό κύκλο εργασιών του όταν πρόκειται για νομικό πρόσωπο ή από το ετήσιο εισόδημα του όταν πρόκειται για φυσικό πρόσωπο,

δ) το ύψος των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, καθώς και της ζημίας που προκλήθηκε σε άλλα πρόσωπα και, κατά περίπτωση, στη λειτουργία των αγορών ή στην οικονομία συνολικά, στο βαθμό που τα ανωτέρω μπορούν να προσδιορισθούν,

ε) ο βαθμός συνεργασίας του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου με την αρμόδια αρχή,

στ) προηγούμενες παραβάσεις του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου και

ζ) τα μέτρα που έλαβε μετά την παράβαση το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, ώστε να αποτραπεί η επανάληψη της παράβασης.

2Α. Κατά την άσκηση των εξουσιών της σχετικά με την επιβολή κυρώσεων η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται στενά με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αρμοδιότητες εποπτείας και έρευνας, καθώς και οι διοικητικές κυρώσεις επιφέρουν τα επιδιωκόμενα από τον παρόντα νόμο αποτελέσματα. Επιπλέον, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συντονίζει τις ενέργειές της με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές, ώστε να αποφεύγονται πιθανές επαναλήψεις και αλληλεπικαλύψεις κατά την άσκηση των εξουσιών εποπτείας και έρευνας και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και μέτρων σε διασυνοριακές υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 96.

3. Επί μη συνεργασίας σε έρευνα που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 93, το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει σε νομικά πρόσωπα πρόστιμο από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ και σε φυσικά πρόσωπα πρόστιμο από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.

4. Τα πρόσωπα της παρ. 1, τα οποία παραβαίνουν εν γνώσει τους τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 12 και των άρθρων 59 έως και 64, 85 και 87 ή των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων αυτών, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή ύψους από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι οκτακόσιες χιλιάδες (800.000) ευρώ.

5. Όποιος εν γνώσει του προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις ή ανακοινώσεις προς το κοινό σχετικά με τα οικονομικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των αποδόσεων, Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή άλλου οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, υφιστάμενου ή μη, με σκοπό να προσελκύσει σε αυτόν επενδυτές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι οκτακόσιες χιλιάδες (800.000) ευρώ. Τα ανωτέρω ισχύουν και για όποιον ασκεί παράνομα επενδυτικές δραστηριότητες του παρόντος νόμου, ενώ αν το πρόσωπο αυτό είναι νομικό πρόσωπο, επιβάλλονται οι κυρώσεις της παρ. 1.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΔΙΑΘΕΣΗ ΜΕΡΙΔΙΩΝ Ο.Ε.Ε., ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2017/2402 ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΝΘΕΤΕΣ ΤΙΤΛΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΕΝΤΟΣ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 26Α ΕΩΣ 26Ε ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2017/2402, ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4706/2020

Άρθρο 200
Διάθεση μεριδίων Ο.Ε.Ε. Τροποποίηση παρ. 9 του άρθρου 43 του ν. 4706/2020
Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 43 του ν. 4706/2020 (Α΄ 136), περί διάθεσης μεριδίων Ο.Ε.Ε., τροποποιείται ως προς τη μετονομασία των Ανωνύμων Εταιρειών Εναλλακτικής Διαχείρισης σε Ανώνυμες Εταιρείες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης και το άρθρο 43 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 43 Διάθεση μεριδίων Ο.Ε.Ε.

1. Διάθεση μεριδίων Ο.Ε.Ε. στην Ελλάδα θεωρείται κάθε στάδιο της διαδικασίας απόκτησης μεριδίων Ο.Ε.Ε., καθώς και η ανακοίνωση, η διαφήμιση, η προβολή και η εμπορική προώθηση μεριδίων, καθώς και κάθε άλλη ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης της παροχής επενδυτικών συμβουλών, που αποσκοπεί στην απόκτηση μεριδίων O.E.E.

2. Στους διαχειριστές Ο.Ε.Ε. επιτρέπεται να διαθέτουν μερίδια του Ο.Ε.Ε. που διαχειρίζονται σε επαγγελματίες επενδυτές και σε ιδιώτες επενδυτές στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 41 του ν. 4209/2013.

3. Για τη διάθεση μεριδίων Ο.Ε.Ε. και την απόκτησή τους από υποψήφιο μεριδιούχο απαιτούνται:

α) υποβολή αίτησης συμμετοχής του υποψήφιου μεριδιούχου προς τον διαχειριστή του Ο.Ε.Ε., με τρόπο που καθορίζεται από τον διαχειριστή, ο οποίος διασφαλίζει την ταυτοποίηση των στοιχείων του υποψήφιου μεριδιούχου,

β) χορήγηση του Κανονισμού του Ο.Ε.Ε., του πληροφοριακού υλικού και της τελευταίας ετήσιας έκθεσης του άρθρου 53 στον υποψήφιο μεριδιούχο, πριν από την υποβολή της αίτησης συμμετοχής στον Ο.Ε.Ε. Η υποχρέωση παροχής στον υποψήφιο επενδυτή των στοιχείων της παρούσας πρέπει να αναγράφεται στο έντυπο που χορηγείται στον ενδιαφερόμενο, προκειμένου να υποβάλει αίτηση συμμετοχής,

γ) καταβολή στον θεματοφύλακα του συνόλου της αξίας των μεριδίων σε μετρητά ή, εφόσον το αποδέχεται ο διαχειριστής, και σε κινητές αξίες, σύμφωνα με την περ. ιε΄ του άρθρου 3 του ν. 4099/2012, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενη αγορά, σύμφωνα με την παρ. 21 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

4. Η τιμή διάθεσης των μεριδίων συμμετοχής υπολογίζεται με βάση την αξία του μεριδίου την ημέρα υποβολής της αίτησης για την απόκτηση των μεριδίων, σύμφωνα με το άρθρο 47.

5. Η αποδοχή των αιτήσεων συμμετοχής στον Ο.Ε.Ε. αποφασίζεται από τον διαχειριστή του, σύμφωνα με τους όρους του Κανονισμού του Ο.Ε.Ε.

6. Ο διαχειριστής ή τα πρόσωπα που διαθέτουν μερίδια Ο.Ε.Ε. διασφαλίζουν, ότι οι επενδυτές που υποβάλλουν αίτηση συμμετοχής πληρούν τα κριτήρια συμμετοχής στον Ο.Ε.Ε., σύμφωνα με τα άρθρα 37 έως 56 και τον Κανονισμό του Ο.Ε.Ε.

7. Κατά την διαδικασία συμμετοχής στον Ο.Ε.Ε., ο υποψήφιος επενδυτής αποδέχεται εγγράφως ότι έχει ενημερωθεί σχετικά με το είδος επενδυτή στον οποίο απευθύνεται ο συγκεκριμένος Ο.Ε.Ε.

8. Το διαφημιστικό υλικό του Ο.Ε.Ε. πρέπει να αναγράφει σε εμφανές σημείο το είδος επενδυτών στους οποίους απευθύνεται.

9. Τα μερίδια του Ο.Ε.Ε. μπορεί να διατίθενται άμεσα, από τον διαχειριστή του Ο.Ε.Ε., ή έμμεσα, από πρόσωπα στα οποία ο διαχειριστής έχει αναθέσει με σύμβαση ανάθεσης σε τρίτο τη διάθεση των μεριδίων. Πρόσωπα στα οποία ο διαχειριστής μπορεί να αναθέσει τη διάθεση μεριδίων Ο.Ε.Ε. είναι μόνο Ανώνυμες Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.) ή Α.Ε.Π.Ε.Υ. με υποκατάστημα στην Ελλάδα, πιστωτικά ιδρύματα, Ανώνυμες Εταιρείες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (Α.Ε.Ε.Δ.) και Α.Ε.Δ.Ο.Ε.Ε. ή Δ.Ο.Ε.Ε., που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα με διαβατήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 1-53 του ν. 4209/2013.

10. Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν την εμπορική προώθηση των μεριδίων του Ο.Ε.Ε., τη λειτουργία του δικτύου διάθεσης, καθώς και άλλα ειδικότερα θέματα σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος.».

Άρθρο 201
Αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 Τροποποίηση της παρ. 1 άρθρου 69 του ν. 4706/2020
Η παρ. 1 του άρθρου 69 του ν. 4706/2020 (Α΄136) περί αρμοδίων αρχών για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 τροποποιείται, προκειμένου να προστεθούν οι ανάδοχες οντότητες, επέρχονται νομοτεχνικές βελτιώσεις και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως ακολούθως:

«1. Αρμόδια αρχή για την εποπτεία της συμμόρφωσης των μεταβιβαζουσών οντοτήτων, των αρχικών δανειοδοτών, των ανάδοχων οντοτήτων και των οντοτήτων ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση (ΟΕΣΤ), ως προς τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 18 έως 27 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402, ορίζεται κατά περίπτωση, ως εξής:

α) Η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τους αρχικούς δανειοδότες και τις οντότητες ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση (ΟΕΣΤ), όταν εμπίπτουν στις περ. 1, 16 και 22 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014, στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016, καθώς και στις παρ. 3 και 6 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016. Επίσης εποπτεύει τις ανάδοχες οντότητες που είναι πιστωτικά ιδρύματα.

β) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εποπτεύει τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τους αρχικούς δανειοδότες και τις οντότητες ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση (ΟΕΣΤ) όταν εμπίπτουν στις περ. α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013, στις περ. α΄, β΄, γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4099/2012, καθώς και στις περιπτώσεις του άρθρου 7 του ν. 3029/2002. Επίσης εποπτεύει τις ανάδοχες οντότητες που είναι επιχειρήσεις επενδύσεων.

γ) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εποπτεύει τις μεταβιβάζουσες οντότητες, τους αρχικούς δανειοδότες ή τις οντότητες ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση (ΟΕΣΤ), όταν έχουν την έδρα τους στην ΕΕ, δεν εμπίπτουν στις περ. α΄ και β΄ της παρ. 1 και η ανάδοχη οντότητα είναι επιχείρηση επενδύσεων.

δ) Η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει τις μεταβιβάζουσες οντότητες ή τις ανάδοχες οντότητες ή τους αρχικούς δανειοδότες ή τις οντότητες ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση (ΟΕΣΤ), όταν έχουν την έδρα τους στην ΕΕ, δεν εμπίπτουν στις περ. α΄ και β΄ της παρ. 1 και η ανάδοχη οντότητα είναι πιστωτικό ίδρυμα.».

Άρθρο 202
Αρμόδιες αρχές για τις σύνθετες τιτλοποιήσεις εντός ισολογισμού των άρθρων 26α έως 26ε του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 Προσθήκη άρθρου 69Α στον ν. 4706/2020 (περ. 13 άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/557)
Μετά το άρθρο 69 του ν. 4706/2020 (Α΄136) προστίθεται άρθρο 69Α ως ακολούθως:

«Άρθρο 69Α Αρμόδιες αρχές για τις σύνθετες τιτλοποιήσεις εντός ισολογισμού των άρθρων 26α έως 26ε του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 (περ. 13 άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2021/557)

Οι αρμόδιες αρχές της παρ. 1 του άρθρου 69, κατ’ αντιστοιχία και κατά περίπτωση, ορίζονται υπεύθυνες για την τήρηση των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν οι σύνθετες τιτλοποιήσεις εντός ισολογισμού της παρ. 1 του άρθρου 26α του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402, προκειμένου να μπορούν να χαρακτηριστούν απλές, διαφανείς και τυποποιημένες (Simple, Transparent and Standardised STS).».

Άρθρο 203
Πληροφοριακό Δελτίο Τροποποίηση της παρ. 3 του άρθρου 59 του ν. 4706/2020
Η παρ. 3 του άρθρου 59 του ν. 4706/2020 (Α΄ 136) τροποποιείται α) με την προσθήκη αναφοράς στη συνδρομή των προϋποθέσεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503 (L 347) και β) με την κατάργηση των περ. α΄, β΄ και γ΄ και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής:

«3. Κατ’ εξαίρεση, μπορεί να διενεργείται δημόσια προσφορά χωρίς να απαιτείται η κατάρτιση και δημοσιοποίηση του προβλεπόμενου πληροφοριακού δελτίου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 58 του παρόντος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2020, σχετικά με τους Ευρωπαίους παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937 (L 347).».

ΜΕΡΟΣ Θ΄
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΣΤΕΛΕΧΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α. ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΠΕΙΓΟΥΣΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Άρθρο 204
Ετήσια οικονομική έκθεση και μη χρηματοοικονομική πληροφόρηση Αντικατάσταση της παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 3556/2007
Η παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 3556/2007 (Α΄ 91) αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Η έκθεση του Διοικητικού Συμβουλίου καταρτίζεται σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 150 του ν. 4548/2018 (Α΄ 104) και το άρθρο 151 του ν. 4548/2018 ή, σε περίπτωση που ο εκδότης έχει την καταστατική του έδρα σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 19 και 19α της Οδηγίας 2013/34/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των Οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (L 182), όπως έχει ενσωματωθεί στο κράτος μέλος αυτό. Σε περίπτωση που ο εκδότης υποχρεούται σε κατάρτιση ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων, η έκθεση του διοικητικού συμβουλίου καταρτίζεται σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 153 του ν. 4548/2018 και το άρθρο 154 του ν. 4548/2018 ή, σε περίπτωση που ο εκδότης έχει την καταστατική του έδρα σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τα άρθρα 29 και 29α της Οδηγίας 2013/34/ EE, όπως έχει ενσωματωθεί στο κράτος μέλος αυτό.».

Άρθρο 205
Πεδίο εφαρμογής της αναδιάρθρωσης παθητικού Τροποποίηση της παρ. 2 του εσωτερικού άρθρου 44 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015
Στην παρ. 2 του εσωτερικού άρθρου 44 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α΄87), α) στην περ. ζ) διαγράφονται οι λέξεις «και του Συνεγγυητικού», β) η περ. θ) καταργείται και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής:

«2. Η αρχή εξυγίανσης δεν ασκεί τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής όσον αφορά τις ακόλουθες υποχρεώσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές διέπονται από το δίκαιο άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας:

α) τις εγγυημένες καταθέσεις,

β) τις υποχρεώσεις που καλύπτονται με εξασφάλιση, συμπεριλαμβανομένων των καλυμμένων ομολόγων και των υποχρεώσεων υπό μορφή χρηματοπιστωτικών μέσων που χρησιμοποιούνται για σκοπούς αντιστάθμισης κινδύνου, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνολικών στοιχείων κάλυψης και εξασφαλίζονται, κατά τρόπον παρόμοιο με αυτόν των καλυμμένων ομολόγων,

γ) κάθε υποχρέωση που προκύπτει από την κατοχή περιουσιακών στοιχείων πελατών ή χρημάτων των πελατών, συμπεριλαμβανομένων περιουσιακών στοιχείων πελατών ή χρημάτων των πελατών που διακρατούν για λογαριασμό τους οι Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.), όπως ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 2 του v. 4099/2012, ή οι Οργανισμοί Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.), όπως ορίζεται στην περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του v. 4209/2013 (Α΄ 253), υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πελάτες προστατεύονται κατά την ισχύουσα νομοθεσία περί αφερεγγυότητας,

δ) κάθε υποχρέωση που προκύπτει από καταπιστευτική σχέση μεταξύ του ιδρύματος ή της οντότητας των περ. β΄, γ΄ ή δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 (ως καταπιστευματοδόχου) και ενός άλλου προσώπου (ως δικαιούχου), υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω δικαιούχος προστατεύεται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία περί αφερεγγυότητας ή από τις διατάξεις του αστικού δικαίου,

ε) τις υποχρεώσεις προς ιδρύματα, εξαιρουμένων των μελών του ομίλου, οι οποίες έχουν αρχική ληκτότητα μικρότερη των επτά (7) ημερών,

στ) τις υποχρεώσεις που έχουν εναπομένουσα ληκτότητα μικρότερη των επτά (7) ημερών, έναντι συστημάτων ή διαχειριστών συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με τον v. 2789/2000 (Α΄ 21) ή των συμμετεχόντων σε αυτά και που προκύπτουν από συμμετοχή στα εν λόγω συστήματα, ή κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εντός της ΕΕ βάσει του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (L 201) και κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτης χώρας που έχουν αναγνωριστεί από την ΕΑΚΑΑ βάσει του άρθρου 25 του εν λόγω Κανονισμού,

ζ) τις καταθέσεις του Τ.Ε.Κ.Ε., η) τις υποχρεώσεις σε οποιονδήποτε από:

αα) τους εργαζομένους όσον αφορά δεδουλευμένες αποδοχές, αποζημιώσεις καταγγελίας, συνταξιοδοτικά δικαιώματα ή άλλες σταθερές αποδοχές, εκτός από τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών που δεν ρυθμίζεται από συλλογική σύμβαση. Η μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών των προσώπων που αναλαμβάνουν σημαντικούς κινδύνους, όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 84 του v. 4261/2014 δεν εμπίπτει στην υποπερίπτωση αυτή. Στην υποπερίπτωση αυτή εμπίπτουν οι έναντι δικηγόρων υποχρεώσεις της περ. γ΄ του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα,

ββ) τους εμπορικούς πιστωτές ή προμηθευτές, που συνδέονται με την παροχή αγαθών και υπηρεσιών στο ίδρυμα ή στην οντότητα των περ. β ΄, γ ΄ ή δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1, τα οποία είναι κρίσιμα για την καθημερινή λειτουργία του, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών πληροφορικής, κοινής ωφελείας, καθώς και της ενοικίασης, συντήρησης και φροντίδας των εγκαταστάσεων,

γγ) τις φορολογικές αρχές και τις αρχές κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές είναι προνομιούχες σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία,

δδ) τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ,

θ) [καταργείται],

ι) τις υποχρεώσεις προς ιδρύματα ή οντότητες της περ.β΄, γ΄ ή δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 που αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης χωρίς να συνιστούν τα ίδια οντότητες εξυγίανσης, ανεξάρτητα από τη διάρκειά τους εκτός από τις περιπτώσεις που αυτές οι υποχρεώσεις κατατάσσονται σε κατώτερη σειρά από τις υποχρεώσεις που εμπίπτουν στην περ. θ΄ της παρ. 1 του άρθρου 145α του v. 4261/2014. Σε περιπτώσεις όπου ισχύει η εν λόγω εξαίρεση, η αρχή εξυγίανσης της σχετικής θυγατρικής που δεν συνιστά οντότητα εξυγίανσης εκτιμά κατά πόσον το ποσό των στοιχείων που πληρούν τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 45στ είναι επαρκές, ώστε να στηριχθεί η εφαρμογή της προτιμώμενης στρατηγικής εξυγίανσης.».

Άρθρο 206
Κατάταξη των απαιτήσεων στην ειδική εκκαθάριση Προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 145Α του ν. 4261/2014
Στο άρθρο 145Α του ν. 4261/2014 (Α΄ 107) προστίθεται παρ. 5 ως ακολούθως:

«5. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται αναλογικά στις οντότητες των περ. β΄, γ΄ και δ΄ της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 1 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α΄ 87).».

Άρθρο 207
Μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης Τροποποίηση άρθρου 145Β ν. 4261/2014
Στο άρθρο 145Β του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), α) τροποποιείται το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 με την εξειδίκευση των προϋποθέσεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού, υποχρεώσεων έναντι καταθετών και συμβατικών σχέσεων, β) αντικαθίστανται οι παρ. 3 και 4 και οι παρ. 1 έως 4 διαμορφώνονται ως εξής:

«1. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου Συστημικής Ευστάθειας, μπορεί να προβλέπεται η μεταβίβαση των καθοριζόμενων στην ίδια απόφαση περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού, υποχρεώσεων έναντι καταθετών και συμβατικών σχέσεων ενός προηγουμένως δραστηριοποιούμενου σύμφωνα με την άδειά του σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές της χώρας πιστωτικού ιδρύματος, στο οποίο δεν εφαρμόστηκαν ενέργειες εξυγίανσης επειδή δεν συνέτρεχε το κριτήριο της περ. γ΄ της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 32 του άρθρου 2 του ν. 4335/ 2015 (Α΄ 87) και το οποίο έχει τεθεί σε ειδική εκκαθάριση, σε νόμιμα λειτουργούν πιστωτικό ίδρυμα. Η απόφαση της παρούσας εκδίδεται, όταν η ως άνω μεταβίβαση κρίνεται σκόπιμη, προκειμένου να αποτραπεί συγκεντρωμένη και δυσανάλογη οικονομική βλάβη σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές της χώρας.

2. Η σύμβαση μεταβίβασης βάσει της απόφασης της παρ. 1 συνάπτεται αμελλητί από τον ειδικό εκκαθαριστή, ως εκπρόσωπο του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, και το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα. Εάν συντρέχει περίπτωση για ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, η μεταβίβαση σημειώνεται ατελώς στα οικεία δημόσια βιβλία και αρχεία με αίτηση του αποκτώντος. Το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα δεν εφαρμόζεται και οι συμβάσεις εργασίας δεν μεταφέρονται. Για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους, κατά παρέκκλιση από τυχόν άλλες διατάξεις. Εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία συνεχίζονται από το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα χωρίς διακοπή τους.

3. Για την απόφαση της παρ. 1, τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία αποτιμώνται βάσει δίκαιης, συνετής και ρεαλιστικής αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που διενεργείται από ορκωτό ελεγκτή, τον οποίο ορίζει η Τράπεζα της Ελλάδος. Ο ορκωτός ελεγκτής πρέπει να είναι ανεξάρτητος από κάθε δημόσια αρχή, συμπεριλαμβανομένης της Τράπεζας της Ελλάδος, και από το πιστωτικό ίδρυμα, και να μην εξαρτά οποιοδήποτε συμφέρον, άμεσο ή έμμεσο, από το αποτέλεσμα της αποτίμησης.

Ως προς το παθητικό, η αποτίμηση περιλαμβάνει τις καταθέσεις και τις απαιτήσεις κατά του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος που ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα έναντι του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. κατά το άρθρο 145Α.

Για την αποτίμηση εφαρμόζονται αναλογικά και οι παρ. 6 και 7 του εσωτερικού άρθρου 36 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015, καθώς και ο κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) 2018/345 της Επιτροπής, της 14ης Νοεμβρίου 2017, για τη συμπλήρωση της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προσδιορίζουν τα κριτήρια σχετικά με τη μεθοδολογία για την εκτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων ιδρυμάτων ή οντοτήτων (L 67).

Η απόφαση της παρ. 1 μπορεί να εκδοθεί και βάσει προσωρινής αποτίμησης με το περιεχόμενο της παρούσας. Στην περίπτωση αυτή, η οριστική αποτίμηση της παρ. 3 ολοκληρώνεται εντός τριμήνου, οπότε και μπορεί να τροποποιηθεί η απόφαση της παρ. 1.

4. α) Εάν βάσει της αποτίμησης η αξία των προς μεταβίβαση υποχρεώσεων υπερβαίνει την αξία των προς μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού, ποσά τα οποία δεν μπορεί συνολικώς να υπερβαίνουν τη διαφορά αξίας επιτρέπεται να καταβληθούν στο αποκτών πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με την απόφαση της παρ. 1, από:

αα) το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε., αντί της καταβολής αποζημίωσης στους καταθέτες των μεταφερόμενων εγγυημένων καταθέσεων και προκειμένου να καλυφθεί η διαφορά μεταξύ της αξίας των μεταφερόμενων εγγυημένων καταθέσεων και των μεταφερόμενων περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού, εάν αυτή είναι θετική, και

αβ) επί τη βάσει επαρκούς αιτιολογήσεως, το Δημόσιο για ποσό που δεν μπορεί να υπερβαίνει την εναπομένουσα διαφορά αξίας, μετά την καταβολή από το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. του υπό αα) ποσού, μεταξύ όλων των μεταφερόμενων καταθέσεων και των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού. Προς τούτο, απαιτείται απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου Συστημικής Ευστάθειας, το οποίο και διαπιστώνει τη συνδρομή του όρου που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1.

Η συμμετοχή του Τ.Ε.Κ.Ε. της υποπερ. αα) στην κάλυψη της διαφοράς αξίας δεν οδηγεί σε υπέρβαση της συνολικής επιβάρυνσης για το Τ.Ε.Κ.Ε. από την καταβολή αποζημίωσης στους καταθέτες των μεταφερόμενων εγγυημένων καταθέσεων, σε περίπτωση που δεν θα είχε ληφθεί η απόφαση της παρ. 1. Προκειμένου να διαπιστωθεί η συνδρομή του όρου του τρίτου εδαφίου, η αποτίμηση της παρ. 3 προσδιορίζει το καθαρό συνολικό κόστος, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών αποζημίωσης, που θα είχε για το Τ.Ε.Κ.Ε. η καταβολή αποζημίωσης στους καταθέτες των μεταφερόμενων εγγυημένων καταθέσεων σε περίπτωση που δεν θα είχε ληφθεί η απόφαση της παρ. 1. Η αποτίμηση βασίζεται στην παραδοχή ότι το πιστωτικό ίδρυμα θα είχε τεθεί ούτως ή άλλως υπό ειδική εκκαθάριση κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως της παρ. 1, η απόφαση αυτή δεν θα είχε ληφθεί, δεν θα είχε παρασχεθεί καμία έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη στους πιστωτές του υπό ειδική εκκαθάριση ιδρύματος, το μεταφερόμενο ενεργητικό θα είχε παραμείνει ως μέρος της περιουσίας της ειδικής εκκαθάρισης και το Τ.Ε.Κ.Ε. θα είχε απαίτηση κατά τους όρους του πρώτου και τρίτου εδαφίου του άρθρου 23 του ν. 4370/2016 (Α΄ 37) και με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα έναντι του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε., κατά το άρθρο 145Α.

β) Εφόσον η ως άνω διαφορά αξίας καταβάλλεται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από το Τ.Ε.Κ.Ε. βάσει προσωρινής αποτίμησης, η οριστική αποτίμηση περιλαμβάνει, πέραν των αναφερομένων στην παρ. 3, και τον προσδιορισμό της αποκλίσεως μεταξύ του ποσού που το Τ.Ε.Κ.Ε. θα έπρεπε να καταβάλει και του ποσού, το οποίο πράγματι κατέβαλε επί τη βάσει της προσωρινής αποτίμησης. Εφόσον η απόκλιση είναι εις βάρος του Τ.Ε.Κ.Ε., το σχετικό ποσό καταβάλλεται στο Τ.Ε.Κ.Ε. από το Ελληνικό Δημόσιο, σε αντίθετη δε περίπτωση, από το Τ.Ε.Κ.Ε. στο Ελληνικό Δημόσιο.

γ) Η απόφαση της παρ. 1 μπορεί να προβλέπει και τμηματική καταβολή της διαφοράς αξίας, ώστε μέρος αυτής να καταβληθεί μετά την έκδοση της οριστικής αποτίμησης και την τροποποίηση της ίδιας απόφασης. Το Τ.Ε.Κ.Ε. και το Δημόσιο αποκτούν αξίωση κατά του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος για το ποσό που καταβάλλουν, στην οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι περ. γ΄ και δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 145Α.».

Άρθρο 208
Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α.)

1. Η Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α.) υπάγεται στο Υπουργείο Οικονομικών, σύμφωνα με το π.δ. 84/2020 (Α΄ 194).

2. Η Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α. εδρεύει όπου και η εκάστοτε έδρα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.) και έχει ως αποστολή:

α) Τη γενική εκπροσώπηση της Ελληνικής Κυβέρνησης στον Ο.Ο.Σ.Α., σύμφωνα με τη Συνθήκη Ίδρυσης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης της 14ης Δεκεμβρίου 1960,

β) τη συνεργασία με τις αντιπροσωπείες των κρατών που μετέχουν στον Ο.Ο.Σ.Α. και τη διαχείριση των θεμάτων που ανακύπτουν,

γ) τη συνεχή παρακολούθηση, μελέτη και ταχεία ενημέρωση της Ελληνικής Κυβέρνησης για κάθε θέμα που σχετίζεται με τις τρέχουσες εργασίες του Ο.Ο.Σ.Α. και, ιδίως, με την προπαρασκευή ή την εκτέλεση σχεδίων ή προγραμμάτων του, καθώς και για κάθε άλλο ζήτημα που ανατίθεται σε αυτήν από την Κυβέρνηση.

Άρθρο 209
Θέσεις προσωπικού της Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α.
Οι θέσεις προσωπικού της Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α. ορίζονται ως εξής:

α) Μία (1) θέση Μονίμου Αντιπροσώπου, με βαθμό αντίστοιχο του Πρέσβεως. Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος προΐσταται της Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α. και είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία της.

β) Μία (1) θέση Αναπληρωτή Μονίμου Αντιπροσώπου με βαθμό αντίστοιχο του Πληρεξουσίου Υπουργού Β΄ τάξης. Ο Αναπληρωτής Μόνιμος Αντιπρόσωπος αναπληρώνει τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο, σε περίπτωση, έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος του τελευταίου.

γ) Επτά (7) θέσεις υπαλλήλων, οι οποίοι για τη συμμετοχή τους στις εργασίες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.), ανακοινώνονται προς αυτόν ως Σύμβουλοι.

δ) Μία (1) θέση διοικητικού υπαλλήλου. ε) Μία (1) θέση υπαλλήλου γραμματειακής υποστήριξης. στ) Μία (1) θέση οδηγού επιμελητή.

Άρθρο 210
Προσόντα κάλυψης θέσεων

1. Στις θέσεις του Μονίμου Αντιπροσώπου και του Αναπληρωτή Μονίμου Αντιπροσώπου διορίζονται πρόσωπα, που προέρχονται από τον δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143) ή διεθνείς οργανισμούς ή ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ή ερευνητικά κέντρα, τα οποία κατέχουν τίτλο σπουδών Πανεπιστημιακού Ιδρύματος της ημεδαπής ή αναγνωρισμένο ως ισότιμο και αντίστοιχο της αλλοδαπής, διδακτορικό ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας Πανεπιστημιακού Ιδρύματος της ημεδαπής ή αναγνωρισμένο ως ισότιμο και αντίστοιχο της αλλοδαπής, γνωρίζουν άριστα μία από τις γλώσσες αγγλική ή γαλλική και καλά την άλλη, σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 29 του π.δ. 50/2001 (Α΄ 39) και διαθέτουν επιστημονική κατάρτιση και επαγγελματική εμπειρία στη διεθνή οικονομική ή αναπτυξιακή πολιτική.

2. Στις θέσεις της περ. γ) του άρθρου 209, αποσπώνται υπάλληλοι, μόνιμοι ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι υπηρετούν σε φορείς της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 και κατέχουν τίτλο σπουδών πανεπιστημιακού ιδρύματος της ημεδαπής ή αναγνωρισμένο ως ισότιμο και αντίστοιχο της αλλοδαπής, διδακτορικό ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ετήσιας τουλάχιστον διάρκειας πανεπιστημιακού ιδρύματος της ημεδαπής ή αναγνωρισμένο ως ισότιμο και αντίστοιχο της αλλοδαπής ή κατέχουν τέτοιους τίτλους αναγνωρισμένους ως επαγγελματικά ισοδύναμους, είναι απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και γνωρίζουν άριστα την αγγλική γλώσσα, σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 29 του π.δ. 50/2001. Οι υπάλληλοι, που είναι κάτοχοι διδακτορικού τίτλου, διαθέτουν τουλάχιστον τριετή πραγματική δημόσια υπηρεσία σε οικονομικά θέματα ή σε αντικείμενα σχετικά με τις θεματικές επιτροπές που λειτουργούν στο πλαίσιο του Ο.Ο.Σ.Α. Όσοι είναι κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου ή απόφοιτοι της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, διαθέτουν τουλάχιστον πενταετή δημόσια υπηρεσία σε οικονομικά θέματα ή σε αντικείμενα σχετικά με τις θεματικές επιτροπές του προηγούμενου εδαφίου.

3. Στη θέση της περ. δ) του άρθρου 209, αποσπώνται υπάλληλοι, μόνιμοι ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι κατέχουν τίτλο σπουδών ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος ημεδαπής ή αναγνωρισμένο ως ισότιμο και αντίστοιχο αλλοδαπής ή κατέχουν τέτοιο τίτλο αναγνωρισμένο ως επαγγελματικά ισοδύναμο, γνωρίζουν καλά την αγγλική ή τη γαλλική γλώσσα, σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 29 του π.δ. 50/2001 και διαθέτουν τουλάχιστον δεκαετή δημόσια υπηρεσία στα αντικείμενα των οικονομικών υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών ή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ή σε ζητήματα οικονομικής

διαχείρισης φορέων του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014.

4. Για τη θέση υπαλλήλου γραμματειακής υποστήριξης της περ. ε) του άρθρου 209, απαιτείται κατοχή τίτλου σπουδών πανεπιστημιακού ιδρύματος της ημεδαπής ή αναγνωρισμένου ως ισότιμου και αντίστοιχου ή ως επαγγελματικά ισοδύναμου της αλλοδαπής, πολύ καλή γνώση της αγγλικής και της γαλλικής γλώσσας, καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας και γνώση χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή στα αντικείμενα: α) επεξεργασία κειμένων, β) υπολογιστικά φύλλα και γ) υπηρεσίες διαδικτύου.

5. Για τη θέση του οδηγού επιμελητή της περ. στ) του άρθρου 209, απαιτείται κατοχή απολυτήριου τίτλου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, καλή γνώση της ελληνικής και της γαλλικής γλώσσας και άδεια οδήγησης επαγγελματικής κατηγορίας.

6. α) Οι υποψήφιοι για τις θέσεις των περ. ε) και στ) του άρθρου 209, είναι μόνιμοι κάτοικοι Γαλλίας και έχουν συμπληρώσει το εικοστό πρώτο (21ο) έτος της ηλικίας τους. Οι Έλληνες πολίτες, υπόχρεοι στρατιωτικής θητείας, κατά την ημερομηνία της πρόσληψης, έχουν εκπληρώσει τις σχετικές υποχρεώσεις τους ή έχουν απαλλαγεί νομίμως από αυτές. Ως ανώτατο όριο ηλικίας πρόσληψης τίθεται το εξηκοστό (60ό) έτος, εκτός αν ως προς το όριο αυτό έχει εφαρμογή διάταξη αναγκαστικού δικαίου της γαλλικής νομοθεσίας που ορίζει διαφορετικά.

β) Δεν δύνανται να προσληφθούν στις θέσεις των περ. ε) και στ) του άρθρου 209 όσοι έχουν καταδικασθεί για κακούργημα και σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία, δωροδοκία, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή έγκλημα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής. Οι προσλαμβανόμενοι υποχρεούνται να υποβάλουν στον Μόνιμο Αντιπρόσωπο υπεύθυνη δήλωση σχετικά με τη μη συνδρομή στο πρόσωπό τους κωλύματος, λόγω καταδίκης για τα ως άνω αδικήματα. Αν η δήλωση είναι ψευδής ή ανακριβής, η σύμβαση εργασίας είναι αυτοδικαίως άκυρη και η πρόσληψη ανακαλείται υποχρεωτικά από τον προϊστάμενο της οικείας αρχής.

γ) Η συνδρομή των ανωτέρω τυπικών προσόντων και της προϋπόθεσης της κατοικίας ελέγχεται από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο. Η γλωσσομάθεια, καθώς και η γνώση χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή εκτιμώνται από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο, βάσει προσκομιζόμενων πιστοποιητικών ή κατόπιν προφορικής συνέντευξης ή πρακτικής δοκιμασίας, γραπτής ή προφορικής, ανάλογα με την ανάγκη διαπίστωσης του απαιτούμενου προσόντος.

δ) Οι προσλαμβανόμενοι στις θέσεις των περ. ε) και στ) του άρθρου 209, εφόσον έχουν την ελληνική ιθαγένεια, μπορούν, με αίτησή τους, να υπαχθούν στην ελληνική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφάλισης ή να ασφαλισθούν σε επιτόπιο ασφαλιστικό φορέα, αν παρέχεται η σχετική δυνατότητα. Οι αλλοδαποί διέπονται από την επιτόπια κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία. Το ποσοστό του ασφαλίστρου που αναλογεί στον εργοδότη δεν δύναται να υπερβαίνει το αντίστοιχο, προβλεπόμενο για τους ασφαλισμένους στον Ηλεκτρονικό Εθνικό Φορέα

Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) ποσοστό, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά από την επιτόπια νομοθεσία, και, σε κάθε περίπτωση, βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο. Στη συναπτόμενη μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου σύμβαση γίνεται αναφορά στην υποχρέωση ασφάλισης του εργαζομένου εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου.

ε) Για τη ρύθμιση θεμάτων ασφάλισης, συνταξιοδότησης, αποζημίωσης, καθώς και των λοιπών εργατικών ζητημάτων των προσλαμβανομένων στις θέσεις των περ. ε) και στ) του άρθρου 209, για μεν τους αλλοδαπούς εφαρμόζεται το αλλοδαπό δίκαιο, για δε τους Έλληνες πολίτες το δίκαιο το οποίο καθορίζεται από τη σύμβαση.

Άρθρο 211
Τρόπος Διαδικασία κάλυψης θέσεων

1. α) Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος και ο Αναπληρωτής Μόνιμος Αντιπρόσωπος διορίζονται με τριετή θητεία που δύναται να ανανεωθεί για μία ακόμη φορά και για ίσο χρονικό διάστημα.

β) Ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος και ο Αναπληρωτής Μόνιμος Αντιπρόσωπος διορίζονται και παύονται από τα καθήκοντά τους με Προεδρικό Διάταγμα, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Εξωτερικών.

γ) Στις θέσεις των περ. α) και β) του άρθρου 209 διορίζονται μόνιμοι ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α΄ 143), ή που προέρχονται από διεθνείς οργανισμούς ή ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ή ερευνητικά κέντρα, οι οποίοι διαθέτουν τα προσόντα που προβλέπονται στο άρθρο 210 για τη θέση αυτή.

Για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία στις θέσεις των περ. α) και β) του άρθρου 209, οι οργανικές θέσεις των υπαλλήλων που διορίζονται παραμένουν κενές, μετά δε τη λήξη της θητείας, επανέρχονται αυτοδικαίως στις οργανικές τους θέσεις.

2. Τέσσερις (4) θέσεις της περ. γ) και η θέση της περ. δ) του άρθρου 209 καλύπτονται με αποσπάσεις μονίμων ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών και της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.). Τρεις (3) θέσεις της περ. γ) του άρθρου 209 καλύπτονται από υπαλλήλους του δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014. Οι ως άνω αποσπάσεις πραγματοποιούνται έπειτα από σχετική πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, κατά παρέκκλιση του ν. 4440/2016 (Α΄ 224), με μόνη απόφαση του αρμόδιου οργάνου του Υπουργείου Οικονομικών, εάν πρόκειται για απόσπαση υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών και με κοινή απόφαση του οργάνου αυτού και του αρμοδίου οργάνου του υπουργείου προέλευσης του υπαλλήλου σε κάθε άλλη περίπτωση. Σε περίπτωση υπαλλήλου που προέρχεται από εποπτευόμενο φορέα, η απόσπαση πραγματοποιείται με κοινή απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Οικονομικών και του αρμοδίου οργάνου που εποπτεύει τον φορέα προέλευσης του υπαλλήλου. Επί απόσπασης υπαλλήλου της Α.Α.Δ.Ε. εφαρμόζεται το άρθρο 25 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94). Η απόσπαση πραγματοποιείται για χρονικό διάστημα έως τρία (3) έτη από την ανάληψη της υπηρεσίας και μπορεί να παραταθεί για τρία (3) επιπλέον έτη, για μία μόνο φορά. Η ανάληψη υπηρεσίας πραγματοποιείται εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης απόσπασης. Μετά τη λήξη της απόσπασής τους, οι υπάλληλοι επιστρέφουν στις οργανικές τους θέσεις. Ο χρόνος υπηρεσίας στις ανωτέρω θέσεις λογίζεται ως χρόνος δημόσιας υπηρεσίας.

3. Το προσωπικό των περ. ε) και στ) του άρθρου 209 προσλαμβάνεται κατόπιν πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος της Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α., με σύμβαση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Ορισμένου Χρόνου, διάρκειας μέχρι τριών (3) ετών, με δυνατότητα ανανέωσης, για μέχρι τρία (3) επιπλέον έτη, για μία μόνο φορά, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων. Η πρόσληψη γίνεται με απόφαση του αρμόδιου οργάνου, ύστερα από εισήγηση του Μονίμου Αντιπροσώπου, τηρουμένης της διαδικασίας του ετήσιου προγραμματισμού προσλήψεων του άρθρου 25 του ν. 4829/2021 (Α΄ 166). Με την ίδια απόφαση καθορίζεται το ύψος της αντιμισθίας των προσλαμβανομένων, ύστερα από εισήγηση του Μονίμου Αντιπροσώπου και αφού ληφθούν υπόψη οι τοπικές συνθήκες εργασίας. Η σχετική σύμβαση καταρτίζεται από τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο.

Άρθρο 212
Ρύθμιση λοιπών θεμάτων λειτουργίας της Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α.
Στην περίπτωση αποχώρησης Μονίμου Αντιπροσώπου, συντάσσεται, με πρωτοβουλία του αποχωρούντος, πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής της υπηρεσίας, καθώς και καταγραφής και απογραφής του υλικού της. Το πρωτότυπο των πρωτοκόλλων τηρείται στο αρχείο της Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α. και αντίγραφά τους αποστέλλονται στη Διεύθυνση Προμηθειών, Διαχείρισης Υλικού και Υποδομών της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών.

Άρθρο 213
Προσωρινή ανάθεση αρμοδιοτήτων στη Γ.Δ.Ο.Υ. του Υπουργείου Οικονομικών
Προσωρινά και μέχρι την έναρξη λειτουργίας της Αυτοτελούς Διεύθυνσης Συντονισμού, Διαχείρισης και Παρακολούθησης Έργων και Διαχείρισης Τομεακού Προγράμματος Ανάπτυξης που συστάθηκε με το άρθρο 11Α του π.δ. 142/2017 (Α΄ 181), όπως το χρονικό σημείο της προσδιορίζεται με την απόφαση της παρ. 2 του άρθρου 214, οι αρμοδιότητες της ανωτέρω Διεύθυνσης ασκούνται από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών.

Άρθρο 214
Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1. Ο τύπος, το περιεχόμενο των πρωτοκόλλων παράδοσης και παραλαβής του άρθρου 212, καθώς και των εκθέσεων καταγραφής και απογραφής του υλικού της Υπηρεσίας, όπως και κάθε σχετική λεπτομέρεια, καθορίζονται με απόφαση του Υπηρεσιακού Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών, μετά από σχετική εισήγηση της Διεύθυνσης Προμηθειών, Διαχείρισης Υλικού και Υποδομών της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών. Η απόφαση του πρώτου εδαφίου δημοσιεύεται με ανάρτηση στο κατάστημα που εδρεύει ο Υπηρεσιακός Γραμματέας, καθώς και στο σύστημα «ΔΙΑΥΓΕΙΑ», συντασσομένου σχετικού αποδεικτικού που υπογράφεται από δημόσιο υπάλληλο που πραγματοποιεί, κατόπιν εντολής του Υπηρεσιακού Γραμματέα, την ανάρτηση αυτήν.

2. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζονται α) ο χρόνος έναρξης λειτουργίας της Αυτοτελούς Διεύθυνσης Συντονισμού, Διαχείρισης και Παρακολούθησης Έργων και Διαχείρισης Τομεακού Προγράμματος Ανάπτυξης του άρθρου 213, β) ο χρόνος, ο τρόπος και η διαδικασία παράδοσης και παραλαβής των υποθέσεων μεταξύ των υπηρεσιών του άρθρου 213, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που σχετίζεται με την ομαλή συνέχιση της εκτέλεσης του υπηρεσιακού έργου.

Άρθρο 215
Μεταβατικές διατάξεις

1. Τα άρθρα 208 έως και 212 δεν θίγουν το υπηρεσιακό καθεστώς των ήδη υπηρετούντων υπαλλήλων στη Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α., μέχρι τη λήξη της θητείας τους.

2. Η θητεία του ήδη υπηρετούντος κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Μονίμου Αντιπροσώπου στη Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α. μπορεί να ανανεωθεί για μία φορά.

Άρθρο 216
Εξαίρεση από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος για αγρότες και αλιείς παράκτιας αλιείας υπό όρους
Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 31 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152) τροποποιείται με την προσθήκη ως φορολογικού έτους και του έτους 2021 και το εδάφιο διαμορφώνεται ως εξής:

«Ειδικά για τα φορολογικά έτη 2019, 2020 και 2021 εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος οι αγρότες κανονικού καθεστώτος για τους οποίους έχουν παρέλθει τα πρώτα πέντε (5) έτη από την ημερομηνία τήρησης βιβλίων και ένταξής τους στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, καθώς και οι αλιείς της παράκτιας αλιείας, που εκμεταλλεύονται, είτε ατομικά είτε με τη μορφή συμπλοιοκτησίας ή κοινωνίας αστικού δικαίου αλιευτικά σκάφη μέχρι δώδεκα (12) μέτρα, μεταξύ καθέτων.».

Άρθρο 217
Άρση ακινησίας οχημάτων έτους 2022 με αναλογική καταβολή τελών κυκλοφορίας Τροποποίηση άρθρου 36 του ν. 2093/1992
1. Η παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 (Α΄ 181) τροποποιείται α) στα εδάφια πέμπτο και ενδέκατο, με την αντικατάσταση του έτους «2021» σε «2022», β) στο ενδέκατο εδάφιο ως προς τη συστηματική θέση των λέξεων «κατ’ εξαίρεση» και γ) με τη διαγραφή του δεκάτου πέμπτου εδαφίου, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής:

«1. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 2367/1953 (Α΄ 82), τα τέλη κυκλοφορίας στα επιβατικά ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα, στις επιβατικές δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσυκλέτες ιδιωτικής χρήσης, στα τύπου JEEP αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό τους ως επιβατικά ή φορτηγά και στα επιβατικά ρυμουλκούμενα, ημιρυμουλκούμενα ιδιωτικής χρήσης (τροχόσπιτα) είναι ετήσια και αδιαίρετα και οφείλονται για ολόκληρο το έτος, ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα κυκλοφορίας τους εντός του έτους.

Στα επιβατικά Ι.Χ. αυτοκίνητα του ανωτέρω εδαφίου περιλαμβάνονται και τα επιβατικά Ι.Χ. αυτοκίνητα που εισάγονται από το αλλοδαπό προσωπικό των εμποροβιομηχανικών επιχειρήσεων των εγκαταστημένων στην Ελλάδα, βάσει του α.ν. 89/1967 (Α΄ 132), όπως ισχύει.

Τα ανωτέρω οχήματα θεωρείται ότι κυκλοφόρησαν εντός του έτους και οφείλονται γι’ αυτά τέλη κυκλοφορίας για ολόκληρο το έτος, εφόσον δεν τεθούν σε ακινησία, κατά τις διατάξεις των παρ. 1 έως 6 του άρθρου 22 του ν. 2367/1953 για ολόκληρο το έτος.

Η ακινησία δεν αίρεται εάν ο κάτοχος του οχήματος δεν καταβάλλει τα τέλη κυκλοφορίας του έτους κατά το οποίο γίνεται η άρση.

Κατ’ εξαίρεση, δίνεται εναλλακτικά η δυνατότητα άρσης της ακινησίας οχήματος αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας ιδιωτικής χρήσης του πρώτου εδαφίου της παρούσας, άπαξ, εντός του έτους 2022, με αναλογική καταβολή των δωδεκατημορίων των ετήσιων τελών κυκλοφορίας που αντιστοιχούν στους μήνες άρσης ακινησίας του οχήματος.

Διάστημα άρσης ακινησίας μικρότερο του μηνός λογίζεται για τους σκοπούς του παρόντος, ως ολόκληρος μήνας και καταβάλλεται για αυτό ποσό ίσο με ένα δωδεκατ