Νόμος 434 ΦΕΚ Α΄246/14.9.1976
Περί πληρώσεως θέσεων και ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων εις την κατάστασιν των δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής, απεφασίσαμεν

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α΄

Άρθρον 1
Πλήρωσις θέσεων δημοσίων υπηρεσιών και Ν.Π.Δ.Δ.

1. Αι εκάστοτε κενούμεναι θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των Δήμων πρωτευουσών των Νομών, δι` ας ως προσόν διορισμού προβλέπεται: α) απολυτήριον εξαταξίου γυμνασίου ή λυκείου ή ισοτίμου σχολής Μέσης Εκπαιδεύσεως ή β) απολυτήριον εξαταξίου γυμνασίου ή λυκείου ή ισοτίμου σχολής Μέσης Εκπαιδεύσεως και γνώσις μιάς ξένης γλώσσης ή γ) απολυτήριον εξαταξίου γυμνασίου ή λυκείου ή ισοτίμου σχολής Μέσης Εκπαιδεύσεως και γνώσις ελληνικής δακτυλογραφίας, πληρούνται κατόπιν διαγωνισμού διενεργουμένου άπαξ του έτους εις την πρωτεύουσαν εκάστου Νομού, καταρτιζομένων τριών, κατά τας ανωτέρω διακρίσεις, ιδίων κατά Νομόν πινάκων επιτυχίας.

2. Οι μετέχοντες εις τον διαγωνισμόν δηλούν δια της περί συμμετοχής αιτήσεώς των εις ποίας εκ των κατά την προηγουμένην παράγραφον υπό στοιχεία α`, β`, γ` κατηγοριών θέσεων επιθυμούν να διορισθούν. Η τοιαύτη δήλωσις είναι ανέκκλητος.

3. Υποψήφιοι μετέχοντες δια την κατάληψιν πλειόνων εκ των κατά την παράγραφον 1 θέσεων, διαγωνίζονται, προκειμένου περί κοινών μαθημάτων, άπαξ, της βαθμολογίας τούτων λαμβανομένης υπ` όψιν δια τον καθορισμόν της σειράς επιτυχίας εις άπαντας τους κατά την παράγραφον 1 πίνακας.

Άρθρον 2

1. Οι κατά το προηγούμενον άρθρον διαγωνισμοί προκηρύσσονται ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή μη κενών θέσεων, υπό του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως και αι προκηρύξεις δημοσιεύονται προ εξήκοντα, τουλάχιστον, ημερών δις εις δύο, τουλάχιστον, εκ των μάλλον κυκλοφορουσών ημερησίων εφημερίδων των Αθηνών, ως και δις εις απάσας τας τυχόν εκδιδομένας εν τω τόπω της διενεργείας του διαγωνισμού ημερησίας εφημερίδος, πλην του Νομού Αττικής. Εάν εις τον τόπον της διενεργείας του διαγωνισμού δεν εκδίδωνται ημερίδιαι εφημερίδες, η δημοσίευσις της προκηρύξεως γίνεται άπαξ, δια των τοπικών εβδομαδιαίων τοιούτων. Εις πάσαν περίπτωσιν η προκήρυξις τοιχοκολλείται εμπροθέσμως και εις το Νομαρχιακόν Κατάστημα.

2. Δια την διεξαγωγήν των, περί ων το προηγούμενον άρθρον, διαγωνισμών συγκροτείται δι` αποφάσεως του οικείου Νομάρχου, ή, προκειμένου περί του Νομού Αττικής, της κατά το άρθρον 8 του παρόντος Κεντρικής Επιτροπής Διαγωνισμών, τριμελής τοπική επιτροπή εξ ανωτέρων μονίμων δημοσίων υπαλλήλων ήτις επιφυλασσομένων των διατάξεων της επομένης παραγράφου, κέκτηνται πάσας τας κατά τον κανονισμόν διεξαγωγής διαγωνισμών προς πλήρωσιν κενών θέσεων υπαλλήλων υπαγομένων εις τας διατάξεις του Ν. 1811/51 “περί Κώδικος καταστάσεως των δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων” αρμοδιότητας εξεταστικής επιτροπής μέχρι και της μονογραφής των γραπτών. Μετά την μονογραφήν των γραπτών ο πρόεδρος εκάστης τοπικής επιτροπής αποστέλλει αμελλητί τα γραπτά και άπαν το αρχείον της επιτροπής, προς την κατά το άρθρον 8 του παρόντος Κεντρικήν Επιτροπήν Διαγωνισμών, μετά σχετικού πρακτικού.

3. Αι αρμοδιότητες
α) εκπονήσεως του προγράμματος ημέρας και ώρας εξετάσεως εκάστου μαθήματος εξαιρέσει του μαθήματος της δακτυλογραφίας,
β) καταρτίσεως των εξεταστέων θεμάτων εκάστου μαθήματος και γ) ενεργείας της κληρώσεως, εφ` όσον συντρέχει τοιαύτη περίπτωσις, ασκούνται υπό της Κεντρικής Επιτροπής Διαγωνισμών. Τα θέματα ανακοινούνται παραχρήμα και ταυτοχρόνως δια του ταχυτέρου τηλεπικοινωνιακού μέσου εις τας τοπικάς επιτροπάς.

4. Δι` αποφάσεως της Κεντρικής Επιτροπής Διαγωνισμών ορίζονται δι` έκαστον μάθημα δύο βαθμολογηταί, επιτρεπομένης, αναλόγως του αριθμού των προς βαθμολόγησιν γραπτών δοκιμίων, της κατανομής τούτων εις πλείονα ζεύγη βαθμολογητών, ως και εις αναβαθμολογητής, εις περίπτωσιν διαφοράς βαθμολογίας εξεταστών μείζονος των τριών (3) μονάδων, η βαθμολόγησις του οποίου δεν δύναται να υπερβαίνη τον μεγαλύτερον βαθμόν ή να είναι ελάσσων του μικροτέρου βαθμού.

5. Οι κατά την προηγουμένην παράγραφον βαθμολογηταί, αναβαθμολογηταί ως και οι αναπληρωταί τούτων, εξαιρέσει του μαθήματος της δακτυλογραφίας, ορίζονται προτάσει του Κέντρου Εκπαιδευτικών Μελετών και Επιμορφώσεως.

Άρθρον 3

1. Οι, κατά το άρθρον 1 καταρτιζόμενον ίδιοι κατά νόμον πίνακες επιτυχίας δημοσιεύονται δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και ισχύουν επί έτος από της δημοσιεύσεως ταύτης εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του άρθρου 6 του Ν. 22/1975 “περί ρυθμίσεως θεμάτων καταστάσεως των δημοσίων διοικητικών υπαλλήλων και υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.”.

2. Δι` αποφάσεως του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως δύναται να παρατείνεται επί εν εισέτι έτος η ισχύς των κατά τα ανωτέρω πινάκων ενός ή πλειόνων νομών, εφ` όσον ο αριθμός των μη διατεθέντων εκ τούτων, κατά το άρθρον 4 του παρόντος υπερβαίνει το ήμισυ του αριθμού του συνόλου των περιλαμβανομένων εις τον οικείον πίνακα.

Άρθρον 4

1. Αι κατά το άρθρον 1 υπηρεσίαι, εφ` όσον ήθελον αποφασίσει την πλήρωσιν κενών θέσεων, περί ων η παράγραφος 1 του αυτού άρθρου, ανακοινούν ταύτας, κεχωρισμένως, κατά νόμον, βεβαιούσαι και την ύπαρξιν σχετικής πιστώσεως, εις το Υπουργείον Προεδρίας Κυβερνήσεως υπό του οποίου γνωστοποιούνται αι θέσεις αύται εις τους οικείους νομάρχας ή προκειμένου περί θέσεων του Νομού Αττικής εις την Κεντρικήν Επιτροπήν Διαγωνισμών.

2. Αι εκάστοτε γνωστοποιούμεναι κεναί θέσεις αναγγέλλονται αμελλητί υπό του οικείου Νομάρχου ή της Κεντρικής Επιτροπής Διαγωνισμών, κατά περίπτωσιν, ταχυδρομικώς επί αποδείξει εις την διεύθυνσιν κατοικίας του ενδιαφερομένου και του υπ` αυτού ορισθέντος αντικλήτου. Ως “ενδιαφερόμενοι” νοούνται οι κατά σειράν επιτυχίας του οικείου πίνακος διοριστέοι εις τας γνωστοποιουμένας εκάστοτε κενάς θέσεις.

3. Δια της αναγγελίας καλούνται οι ενδιαφερόμενοι όωπς εντός προθεσμίας είκοσιν (20) ημερών δηλώσουν την αποδοχήν των. Εν περιπτώσει αναγγελείας δια την πλήρωσιν θέσεων πλειόνων υπηρεσιών, οι ενδιαφερόμενοι δηλούν τας υπηρεσίας εις τας οποίας προτιμούν να διορισθούν και καθορίζουν την μεταξύ τούτων προτίμησίν των, η οποία συνάγεται εκ της εν τη δηλώσει σειράς αναγραφής των. Η τοιαύτη δήλωσις είναι ανέκκλητος.

4. Μετά την λήξιν της εν τη προηγουμένη παραγράφω προθεσμίας, δι` αποφάσεως του οικείου νομάρχου ή της Κεντρικής Επιτροπής Διαγωνισμών, καθορίζονται οι εις τας αναγγελθείσας θέσεις διοριστέοι κατά υπηρεσίαν εκ των επιτυχόντων, τηρουμένης αποκλειστικώς της εν τω οικείω πίνακι σειράς επιτυχίας, εν συνδυασμώ, προς την δηλωθείσαν επιθυμίαν των ενδιαφερομένων. Οι ούτω διοριστέοι διαγράφονται εκ του οικείου πίνακος επιτυχίας, ο δε διορισμός των είναι υποχρεωτικός εντός δέκα πέντε ημερών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως.
***Παρατήρηση:Κατά το άρθρο μόνον περ.δ` του Π.Δ.252/1982 (Α`46): η δεκαπενθήμερη προθεσμία του τελευταίου εδαφίου της παρ.4 του άρθρου 4 συντέμνεται σε οκταήμερη γιά το από 7.4.1982 μέχρι 30 Ιουνίου 1982 χρονικό διάστημα.

5. Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον αποφάσεις κοινοποιούνται εις τους ενδιαφερομένους, τας υπηρεσίας εις τας οποίας θα διορισθούν ούτοι και την Γενικήν Διεύθυνσιν Δημοσίας Διοικήσεως.

6. Εάν ενδιαφερόμενος παραλείψη να υποβάλη την κατά την παράγραφον 3 δήλωσιν ή υποβάλη αρνητικήν τοιαύτην, ή εάν δηλώση προτίμησιν δι` ολιγωτέρας των εν τη αναγγελία υπηρεσιών εις ας, ως εκ της σειράς επιτυχίας του δεν είναι δυνατόν να διορισθή, δεν διαγράφεται του οικείου πίνακος, καλούμενος δια της εκάστοτε πρώτης εν συνεχεία αναγγελίας και μέχρις ου διορισθή ή λήξη η ισχύς του πίνακος επιτυχίας.

Άρθρον 5
Η σειρά αρχαιότητος μεταξύ των ταυτοχρόνως διοριζομένων, εκ πινάκων επιτυχίας πλειόνων νομών, εις τον αυτόν κλάδον υπηρεσίας τινός καθορίζεται εκ της βαθμολογίας εκάστου και επί τυχόντων του αυτού βαθμού ολικής ικανότητος υπό του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, κατά την μονιμοποίησιν τούτων. Προκειμένου περί των διοριζομένων απ` ευθείας ως μονίμων, η κατά το προηγούμενον εδάφιον σειρά αρχαιότητος μεταξύ τυχόντων του αυτού βαθμού ολικής ικανότητος καθορίζεται δια κληρώσεως διενεργουμένης υπό του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου.

Άρθρον 6
Πάντα τα αφορώντα εις την διενέργειαν των διαγωνισμών ρυθμίζονται, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως δια του παρόντος, κατά τας ισχυούσας εκάστοτε σχετικάς διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικος και των κατ` εξουσιοδότησιν τούτων εκδοθέντων ή εκδοθησομένων διαταγμάτων και αποφάσεων.

Άρθρον 7

1. Προς πλήρωσιν θέσεων των κατά το άρθρον 1 υπηρεσιών, δι` ας απαιτούνται έτερα προσόντα διορισμού (πτυχίον ανωτάτης σχολής, ανωτέρας ή μέσης τεχνικής ή ετέρας σχολής κλπ.) δύνανται να προκηρύσσωνται υπό του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως άπαξ του έτους διαγωνισμού δια την κατάρτισιν πίνακος ισχύοντος είτε δι` ολόκληρον την Επικράτειαν, είτε δι` ωρισμένην περιφέρειαν περιλαμβάνουσαν πλείονας νομούς, είτε δι` ένα νομόν, εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων του Ν. 22/1975 και των διατάξεων του παρόντος, εξαιρέσει των παραγράφων 2 έως και 5 του άρθρου 2 αυτού.

####
2. Εις ας περιπτώσεις αποφασίζεται, κατά τας διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 22/1975, άνευ διαγωνισμού πλήρωσις θέσεων των κατά το άρθρον 1 υπηρεσιών, καταρτίζονται πίνακες αναλόγου προς την προηγουμένην παράγραφον ισχύος, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 26 του Υπαλληλικού Κώδικος και των διατάξεων του παρόντος, εξαιρέσει των παραγράφων 2 έως και 5 του άρθρου 2 αυτού.

3. Αι κατά την παράγραφον 1 προκηρύξεις και αι κατά το άρθρον 9 του Ν. 22/1975 εκθέσεις καταρτίζονται υπό της Κεντρικής Επιτροπής Διαγωνισμών.

Άρθρον 8

1. Δια την εν γένει προετοιμασίαν και διεξαγωγήν των κατά τας διατάξεις του άρθρου 1 του παρόντος διαγωνισμών, συνιστάται παρά τη Γενική Διευθύνσει Δημοσίας Διοικήσεως, πενταμελής Κεντρική Επιτροπή Διαγωνισμών, αποτελουμένη:
α) εξ ενός μέλους του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως προέδρου, υποδεικνυομένου υπό του Σώματος. Εν η περιπτώσει το Σώμα δηλώσει ότι λόγω φόρτου εργασίας δεν είναι δυνατή η διάθεσις μέλους του, ο Υπουργός Προεδρίας Κυβερνήσεως διορίζει ως πρόεδρον επίτιμον μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
β) Εξ ενός Καθηγητού Ανωτάτης Σχολής, ή επιτίμου μέλους του ΑΣΔΥ,
γ) εξ ενός συμβούλου Β` ή Α` του Κέντρου Εκπαιδευτικού Μελετών και Επιμορφώσεως και
δ-ε) εκ δύο μονίμων υπαλλήλων της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίας Διοικήσεως, επί 3ω τουλάχιστον βαθμώ. Εις την Επιτροπήν εισηγείται άνευ ψήφου υπάλληλος της Διευθύνσεως Επιλογής Προσωπικού των Κλάδων Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως, επί 5ω τουλάχιστον βαθμώ.

2. Η Κεντρική Επιτροπή Διαγωνισμών καταρτίζει τας οικείας προκηρύξεις, κατευθύνει εις το έργον των τας τοπικάς επιτροπάς, παρέχουσα τας αναγκαίας οδηγίας, καταρτίζει τα εξεταστέα θέματα, ορίζει, κατά τας διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του παρόντος, τους βαθμολογητάς, παρακολουθεί την ορθήν εκτέλεσιν των καθηκόντων των βαθμολογητών, καταρτίζει τους πίνακες επιτυχίας βάσει των αποτελεσμάτων των εξετάσεων και αποφασίζει επί περιπτώσεων αποκλεισμού υποψηφίων, επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 8 του Ν. 22/1975.

3. Η Κεντρική Επιτροπή Διαγωνισμών συγκροτείται, επί διετεί θητεία, δι` αποφάσεως του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως, οριζούσης και τα αναπληρωματικά μέλη αυτής. Δι` ομοίας αποφάσεως ορίζεται ο εισηγητής, ο γραμματεύς και ο βοηθός γραμματέως αυτής.

4. Δι` αποφάσεως του προέδρου της Κεντρικής Επιτροπής Διαγωνισμών, δύναται να ορίζωνται μέλη αυτής ή υπάλληλοι της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίας Διοικήσεως ή επίτιμα μέλη του ΑΣΔΥ, ως επιτόπιοι σύνδεσμοι μετά των κατά το άρθρον 2 του παρόντος τοπικών επιτροπών προς υποβοήθησιν του έργου αυτών.

5. Τα της λειτουργίας και πάσα εν γένει δια την εκπλήρωσιν του έργου της Κεντρικής Επιτροπής Διαγωνισμών λεπτομέρεια καθορίζονται δι` αποφάσεως του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως, μετά γνώμην της ως άνω Επιτροπής.

Άρθρον 9

1. Δι` αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών, καθορίζονται αι καταβλητέαι δια την διενέργειαν των υπό του παρόντος προβλεπομένων διαγωνισμών αποζημιώσεις των οπωσδήποτε μετεχόντων εις αυτήν, αίτινες εντέλλονται εις βάρος του προϋπολογισμού των εξόδων της Γενικής Διευθύνσεως Δημοσίας Διοικήσεως. Εν περιπτώσει εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 11 του παρόντος μέρος εκ των κατά τα ανωτέρω αποζημιώσεων κατανέμεται, δι` ομοίων αποφάσεων, μεταξύ των εν αυτώ αναφερομένων νομικών προσώπων.

2. Εις τον πρόεδρον, τα μέλη, τον εισηγητήν, τον γραμματέα και τον βοηθόν γραμματέως της Κεντρικής Επιτροπής Διαγωνισμών, καταβάλλεται αποζημίωσις κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου.

Άρθρον 10
Υφισταμένων εν ισχύϊ πινάκων επιτυχίας, καταρτισθέντων κατόπιν διαγωνισμού κατά τας διατάξεις του παρόντος, δεν είναι δυνατή η κατ` άλλον τρόπον πλήρωσιν θέσεων, δι`ας απαιτούνται τα αυτά κατά περίπτωσιν τυπικά προσόντα διορισμού.

Άρθρον 11
Δια Π.Δ. εκδιδομένου επί τη προτάσει των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Δικαιοσύνης, αι διατάξεις του παρόντος δύναται να επεκτείνωνται και προκειμένης πληρώσεως θέσεων της γραμματείας των δικαστηρίων και των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων.

Άρθρον 12

1. Από της δημοσιεύσεως εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως πίνακος επιτυχίας καταρτισθέντος κατά τας διατάξεις του παρόντος, παύει η ισχύς τυχόν υφισταμένων κατά την δημοσίευσιν του παρόντος πινάκων επιτυχίας δια τας πέραν του αριθμού των προκηρυχθεισών θέσεις.

2. Υφιστάμενοι πίνακες επιτυχίας, ων η ισχύς λήγει προ της δημοσιεύσεως των κατά την προηγουμένην παράγραφον πινάκων, παρατείνονται μέχρι της δημοσιεύσεως τούτων.

Άρθρον 13
Αι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 4260/1962 “περί ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων εις την Γενικήν Διεύθυνσιν Διοικήσεως του Υπουργείου Εσωτερικών”, τα κατ` εξουσιοδότησιν τούτων εκδοθέντα Διατάγματα και το άρθρον 7 του Ν. 22/1975 καταργούνται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β΄
Κλάδοι Προσωπικού

Άρθρον 14
Κλάδοι Προσωπικού

1. Αι θέσεις του υπό του Υπαλληλικού Κώδικος διεπομένου προσωπικού κατατάσσονται ως ακολούθως:
α) Εις Ειδικάς Θέσεις υπό χαρακτηριστικά “ΕΘ”.
β) Εις Κλάδους Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως υπό χαρακτηριστικά στοιχεία “ΑΤ”.
γ) Εις Κλάδους Ανωτέρας Εκπαιδεύσεως υπό χαρακτηριστικά στοιχεία “ΑΡ”.
δ) Εις Κλάδους Μέσης Εκπαιδεύσεως υπό χαρακτηριστικά στοιχεία “ΜΕ”.
ε) Εις Κλάδους Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως υπό χαρακτηριστικά στοιχεία “ΣΕ”.

2. Αι Ειδικαί Θέσεις ως και αι θέσεις εκάστου των Κλάδων τούτων κέκτηνται ιδίαν βαθμολογικήν κλίμακα.

3. Οι υπάλληλοι Ειδικών θέσεων και εκ των υπαλλήλων των Κλάδων ΑΤ οι του 1ου βαθμού και του βαθμού Αναπληρωτού Γενικού Διευθυντού είναι ανώτατοι. Οι υπάλληλοι των Κλάδων ΑΤ και ΑΡ από του 2ου έως του 5ου βαθμού είναι ανώτεροι.

Άρθρον 15

1. Ειδικαί Θέσεις (ΕΘ) είναι αι θέσεις του Γενικού Γραμματέως Υπουργείου, του Νομάρχου και αι υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπόμεναι.

2. Θέσεις των Κλάδων ΑΤ είναι εκείναι, δια τας οποίας ως τυπικόν προσόν διορισμού, κατά τας κειμένας διατάξεις, εις τον εισαγωγικόν βαθμόν απαιτείται, πτυχίον ή δίπλωμα Σχολής Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμον τοιούτον της αλλοδαπής.

3. Θέσεις των Κλάδων ΑΡ είναι εκείναι, δια τας οποίας ως τυπικόν προσόν διορισμού, κατά τας κειμένας διατάξεις, εις τον εισαγωγικόν βαθμόν απαιτείται πτυχίον ή δίπλωμα Ανωτέρων ημεδαπών Σχολών ή ισοτίμων Σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής.

4. Θέσεις των Κλάδων ΜΕ είναι εκείναι, δια τας οποίας ως τυπικόν προσόν διορισμού, κατά τας κειμένας διατάξεις, εις τον εισαγωγικόν βαθμόν απαιτείται απολυτήριον λυκείου ή εξαταξίου γυμνασίου ή άλλου ισοτίμου σχολείου ή άλλης μέσης ή κατωτέρας σχολής ή ωρισμένη ειδικότης ή εμπειρία.

5. Θέσεις των Κλάδων ΣΕ είναι εκείναι, δια τας οποίας ως τυπικόν προσόν διορισμού, κατά τας κειμένας διατάξεις, εις τον εισαγωγικόν βαθμόν απαιτείται απολυτήριον δημοτικού σχολείου ή ωρισμένη ειδικότης ή εμπειρία.

Άρθρον 16

1. Αι θέσεις του υπό του Υπαλληλικού Κώδικος διεπομένου προσωπικού κατατάσσονται εις δέκα πέντε (15) εν όλω βαθμούς, ως έπεται:
Βαθμός α Βαθμός β 1ος Βαθμός Βαθμός Αναπληρωτού Γενικού Διευθυντού. 2ος Βαθμός 3ος ” 4ος ” 5ος ” 6ος ” 7ος ” 8ος ” 9ος ” 10ος ” 11ος ” 12ος ”

2. Αι Ειδικαί θέσεις (ΕΘ) κατατάσσονται εις τους βαθμούς α και β. Εις τους βαθμούς α και β ανήκουν οι υπό των οικείων κατά περίπτωσιν διατάξεων προβλεπόμεναι. Οι Γενικοί Γραμματείς Υπουργείων ανήκουν εις τον βαθμόν α.

3. Αι θέσεις των Κλάδων ΑΤ κατατάσσονται εις τους βαθμούς από του 1ου μέχρι του 8ου, εξ ων ανώτατος είναι ο 1ος και κατώτατος ο 8ος.

4. Αι θέσεις των κλάδων ΑΡ κατατάσσονται εις τους βαθμούς από του 2ου μέχρι του 9ου, εξ ων ανώτατος είναι ο 2ος και κατώτερος ο 9ος.

5. Αι θέσεις των Κλάδων ΜΕ κατατάσσονται εις τους βαθμούς από του 4ου μέχρι του 10ου, εξ ων ανώτατος είναι ο 4ος και κατώτερος ο 10ος.

6. Αι θέσεις των κλάδων ΣΕ κατατάσσονται εις τους βαθμούς από του 7ου μέχρι του 12ου, εξ ων ανώτατος είναι ο 7ος και κατώτερος ο 12ος.

7. Η εν εκάστω κλάδω κατάταξις των θέσεων δύναται αναλόγως των κατ` ιδίαν υπηρεσιακών αναγκών να μη εξαντλή την ως άνω προβλεπομένην βαθμολογικήν κλίμακα.

8. Δύναται να είναι οργανικώς ενιαίαι μόνον αι θέσεις των επομένων βαθμών και εφ` όσον προβλέπονται τοιαύται εν εκάστη υπηρεσία:
Εις τους κλάδους ΑΤ και ΑΡ: α) του 3ου και του 2ου, β) του 5ου και του 4ου, γ) του 9ου, 8ου, 7ου και 6ου.
Εις τους κλάδους ΜΕ: α) του 5ου και 4ου και β) του 10ου, 9ου, 8ου, 7ου και 6ου.
Εις τους κλάδους ΣΕ του 12ου, 11ου, 10ου, 9ου και 8ου.
Ειδικαί εξαιρέσεις καθορίζονται δια Π. Διαταγμάτων εκδιδομένων επί τη προτάσει του αρμοδίου Υπουργού και των Υπουργών Οικονομικών και Προεδρίας της Κυβερνήσεως.

Άρθρον 17

1. Οι κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος κλάδοι και θέσεις μετονομάζονται ως ακολούθως:
α) Της μέχρι τούδε Κατηγορίας Ειδικών Θέσεων εις Ειδικάς Θέσεις.
β) Της μέχρι τούδε Α` Κατηγορίας, αντιστοίχως, εις “κλάδους ΑΤ” και “θέσεις ΑΤ”.
γ) Της μέχρι τούδε Β` Κατηγορίας, αντιστοίχως, εις “κλάδους ΜΕ” και “θέσεις ΜΕ”.
δ) Της μέχρι τούδε Γ` Κατηγορίας, αντιστοίχως, εις “κλάδους ΣΕ” και “θέσεις ΣΕ”.

2. Οπου εν τη κειμένη νομοθεσία ορίζονται “Κατηγορίαι” ως τοιαύται νοούνται οι κατά τον παρόντα νόμον προβλεπόμενοι κλάδοι. Κείμεναι διατάξεις αφορώσαι μεν τας μέχρι τούδε κατηγορίας, Α`, Β` και Γ` εφαρμόζονται αντιστοίχως επί των κλάδων ΑΤ, ΜΕ και ΣΕ, αφορώσαι δε την μέχρι τούδε Κατηγορίαν Α` εφαρμόζονται αναλόγως επί των κλάδων ΑΡ, δι` α θέματα δεν ρυθμίζονται άλλως δια του παρόντος.

3. Εκ των κατά την προηγουμένην παράγραφον 1 θέσεων μεταφέρονται αυτοδικαίως από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος:
α) Εκ της μέχρι τούδε Α` Κατηγορίας εις κλάδους ΑΡ αι κατεχόμεναι υπό των μη κεκτημένων το κατά την παρ. 2 του άρθρου 15 τυπικόν προσόν διορισμού, ως και αι μέχρι και του 2ου βαθμού θέσεις αι υπαγόμεναι εις τας διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 3 του Ν. 2065/1952.
β) Εκ της μέχρι τούδε Β` Κατηγορίας εις κλάδους ΑΡ αι κατεχόμεναι υπό των κεκτημένων το κατά την παρ. 3 του άρθρου 15 τυπικόν προσόν διορισμού και αι κεναί θέσεις δι` ας απαιτείται το προσόν τούτο. Περί της ως άνω μεταφοράς θέσεων εκδίδεται διαπιστωτική πράξις του αρμοδίου Υπουργού δημοσιευομένη δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

4. Οι κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος υπηρετούντες εις θέσεις της μέχρι τούδε Κατηγορίας Ειδικών Θέσεων κατατάσσονται αυτοδικαίως εις αντιστοίχους Ειδικάς Θέσεις (ΕΘ).

5. Οι κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος υπηρετούντες εις θέσεις της μέχρι τούδε Κατηγορίας Α` κατατάσσονται αυτοδικαίως: α) οι κεκτημένοι το κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 15 τυπικόν προσόν, εις θέσεις αντιστοίχων κλάδων ΑΤ με τον ον κέκτηνται βαθμόν, εκτός εάν κατέχουν βαθμόν κατώτερον του εισαγωγικού του κλάδων τούτων, οπότε κατατάσσονται εις τον εισαγωγικόν τούτον βαθμόν και β) οι λοιποί εις θέσεις αντιστοίχων κλάδων ΑΡ με τον ον κέκτηνται βαθμόν.

6. Οι κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος υπηρετούντες εις θέσεις της μέχρι τούδε Β` Κατηγορίας κατατάσσονται αυτοδικαίως: α) οι κεκτημένοι το κατά την παρ. 3 του άρθρου 15 τυπικόν προσόν εις αντιστοίχους κλάδους ΑΡ με τον ον κέκτηνται βαθμόν, εκτός εάν κατέχουν βαθμόν κατώτερον του εισαγωγικού των κλάδων τούτων, οπότε κατατάσσονται εις τον εισαγωγικόν τούτον βαθμόν και β) οι λοιποί εις θέσεις κλάδων ΜΕ με τον ον κέκτηνται βαθμόν.

7. Οι κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος υπηρετούντες εις θέσεις της μέχρι τούδε Κατηγορίας Γ` κατατάσσονται, αυτοδικαίως εις θέσεις αντιστοίχων κλάδων ΣΕ με τον ον κέκτηνται βαθμόν.

8. Δια τους κατά τας παραγράφους 4-7 κατατασσομένους ο χρόνος υπηρεσίας αυτών εν τω βαθμώ τούτω εις τας μέχρι τούδε Κατηγορίας Ειδικών Θέσεων Α`, Β` και Γ` λογίζεται δια πάσαν συνέπειαν ως διανυθείς εν τω καταλαμβανομένω βαθμώ των αντιστοίχων θέσεων ΕΘ και των κλάδων ΑΤ, ΑΡ, ΜΕ και ΣΕ.

9. Περί των κατά τας προηγουμένας παραγράφους 5 και 6 κατατάξεων εκδίδεται διαπιστωτική πράξις του αρμοδίου Υπουργού δημοσιευομένη εν περιλήψει δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

10. Κεναί ή κενούμεναι θέσεις των Κλάδων ΑΤ και ΑΡ δύνανται να μεταφέρωνται σταδιακώς μεταξύ των κλάδων τούτων, αναλόγως των υπηρεσιακών αναγκών και του αριθμού των θέσεων των κλάδων, δια κοινών αποφάσεων του αρμοδίου Υπουργού και του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως, μετά γνώμην του πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου του οικείου Υπουργείου.

Άρθρον 18

1. Κείμεναι διατάξεις ορίζουσαι εισαγωγικόν βαθμόν ανώτερον του κατωτάτου των κλάδων ΑΤ, ΑΡ, ΜΕ και ΣΕ ως και ηυξημένα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα δια την κατάληψιν ωρισμένων θέσεων εξακολουθούν ισχύουσαι.

2. Η κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος προβλεπομένη διαρύθμισις των θέσεων των μέχρι τούδε κατηγοριών Ειδικών Θέσεων, Α`, Β` και Γ` διατηρείται και μετά την κατά την παρ. 1 του άρθρου 17 του παρόντος ρύθμισιν.

3. Επί σκοπώ προσαρμογής της κατατάξεως των θέσεων κλάδων ΜΕ, ΑΡ και ΑΤ προς τα δια του παρόντος νόμου οριζόμενα επιτρέπεται όπως δια Π. Διαταγμάτων, εφ` άπαξ εκδιδομένων, επί τη προτάσει του αρμοδίου Υπουργού και των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Οικονομικών, συνιστώνται νέοι κλάδοι προσωπικού και διαχωρίζωνται, συγχωνεύωνται, καταργώνται ή μετονομάζωνται υφιστάμενοι κλάδοι εντός του πλαισίου των υφισταμένων οργανικών θέσεων. Δια των διαταγμάτων τούτων δύναται να ορίζωνται τα ειδικά προσόντα, άτινα απαιτούνται δια την είσοδον εις έκαστον κλάδον, η διάρθρωσις των θέσεων κατά βαθμούς, λαμβανομένων υπ` όψιν των κατ` ιδίαν υπηρεσιακών αναγκών ή του αριθμού των θέσεων εις τους κλάδους και πάσα αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρον 19
Αι κατά το παρόν κεφάλαιον ρυθμίσεις κατ` ουδεμίαν περίπτωσιν δύναται να έχουν ως συνέπειαν την βαθμολογικήν ανύψωσιν θέσεων ανωτέρων και ανωτάτων βαθμών των κλάδων ΑΤ, την απόλυσιν ή υποβιβασμόν υπαλλήλων, ουδέ την απώλειαν κεκτημένων δικαιωμάτων αυτών.

Άρθρον 20
Η κατάταξις των θέσεων και η βαθμολογική εξέλιξις των εκπαιδευτικών λειτουργών εν γένει διέπεται υπό των ειδικών περί αυτών διατάξεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄
Λοιπά θέματα αφορώντα εις την κατάστασιν των υπαλλήλων

Άρθρον 21
Λοιπά θέματα αφορώντα εις την κατάστασιν των υπαλλήλων

1. Οπου αι θέσεις 3ου-2ου βαθμού των κλάδων ΑΤ και ΑΡ εν συγκρίσει προς το σύνολον των θέσεων του οικείου κλάδου υπολείπονται του ποσοστού 20% και 12% αντιστοίχως, παρέχεται εις τους υπαλλήλους επί 4ω βαθμώ των κλάδων τούτων και εις αριθμόν αντιστοιχούντα προς το υπολειπόμενον του 20% ή 12% αντιστοίχως, ποσοστόν, μετά τριετή υπηρεσίαν εν τω βαθμώ τούτω και εικοσαετή δημοσίαν υπηρεσίαν και εφ` όσον κρίνονται προακτέοι κατ` εκλογήν ο βασικός μισθός του 3ου βαθμού, προσαυξανόμενος δια των πάσης φύσεως επιδομάτων και λοιπών παροχών, ως εάν οι υπάλληλοι ούτοι είχον προαχθή βαθμολογικώς εις τον βαθμόν τούτον. Δι` υπολογισμόν της τριετίας δεν λαμβάνεται υπ` όψιν ο περί ου η διάταξις της παρ. 1 του άρθρου 99 του Ν. 1811/1951 χρόνος.

2. Εις ους κλάδους ΑΤ και ΑΡ προβλέπεται διαβάθμισις των θέσεων μέχρι του 3ου βαθμούς τα κατά την προηγουμένην παράγραφον ποσοστά εξευρίσκονται δια συγκρίσεως του αριθμού των θέσεων 3ου βαθμού προς το σύνολον των θέσεων του οικείου κλάδου, όπου δε αι θέσεις 3ου και 2ου βαθμού δεν είναι οργανικώς ενιαίαι δια την εξεύρεσιν του οικείου ποσοστού λαμβάνεται το άθροισμα τούτων.

3. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον μισθολογική προαγωγή παρέχεται, δια πράξεως του οικείου Υπουργού, εις τους κρινομένους ως προακτέους κατ` εκλογήν και κατά την υπό των οικείων διατάξεων προβλεπομένην σειράν προαγωγής.

4. Οι κατά τας παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου λαβόντες τας αποδοχάς του 3ου βαθμού υπάλληλοι, επί τη αποχωρήσει των εκ της υπηρεσίας καθ` οιονδήποτε τρόπον και εφ` όσον περιλαμβάνονται εις τους πίνακες προακτέων εκ του 4ου εις τον 3ον βαθμόν, προάγονται αυτοδικαίως εις τον βαθμόν τούτον, δια πράξεως του οικείου Υπουργού.

5. Αι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και επί των εκπαιδευτικών λειτουργών. Δια τον κλάδον των Νηπιαγωγών, εκ των κατά την παράγραφον 1 ποσοστών ισχύει το 10%.

6. Αι διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και επί των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. Εις ά Ν.Π.Δ.Δ. δεν συντάσσονται πίνακες προακτέων, η σχετική κρίσις των υπαλλήλων, δια την εφαρμογήν των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος ενεργείται κατά περίπτωσιν υπό του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, η δε μισθολογική προαγωγή χωρεί κατά την σειράν αρχαιότητος αυτών.

7. Αι διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και επί των υπαλλήλων των Ειδικών Εμμίσθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων, της Γραμματείας των Δικαστηρίων εν γένει και των Εισαγγελιών, του ποσοστού της μισθολογικής προαγωγής οριζομένου εις 12%.

8. Προκειμένου περί μισθολογικής κατά τα ανωτέρω προαγωγής υπαλλήλων Κλάδων ΑΤ και ΑΡ προερχομένων εκ του αυτού Κλάδου της μέχρι τούδε Α` Κατηγορίας, το κατά την παράγραφον 1 ποσοστόν ορίζεται εις 20%, υπολογιζόμενον επί του συνόλου των θέσεων του οικείου κλάδου της μέχρι τούδε Α` Κατηγορίας. Η μισθολογική προαγωγή των ως άνω υπαλλήλων χωρεί κατά την σειράν αρχαιότητος, ην είχον μεταξύ των εν τη Α` Κατηγορία κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος, υπό την προϋπόθεσιν ότι κρίνονται προακτέοι κατ` εκλογήν.

Άρθρον 22

1. Προκειμένου περί προαγωγής υπαλλήλων εις τον επόμενον ενιαίον βαθμόν, οι κατά το εδάφιον α` της παραγράφου 3 του άρθρου 30 του Ν. 22/1975, το εδάφιον α` της παραγράφου 2 του άρθρου 106 του Ν. 1811/1951 και το εδάφιον α` της παραγράφου 2 του άρθρου 108 του Ν. 1811/1951, ως τα τελευταία ταύτα ετροποποιήθησαν υπό της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Ν. 4151/1961 “περί τροποποιήσεως του Ν.Δ. 3980/1959 “περί κωδικοποιήσεως της διοικητικής νομοθεσίας και διατάξεών τινων του Υπαλληλικού Κώδικος” και της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του Ν. 4464/1965 “περί τροποποιήσεως διατάξεών τινων του Υπαλληλικού Κώδικος κλπ.”, καταρτιζόμενοι πίνακες αρχαιότητος περιλαμβάνουν πάντας τους μέχρι 31 Μαρτίου του επομένου έτους συμπληρούντας τον προς προαγωγήν χρόνον, κεκτημένους όμως κατά μήνα Απριλίου του έτους καταρτίσεως αυτών τα τυχόν απαιτούμενα λοιπά τυπικά προσόντα προς προαγωγήν.

2. Υπάλληλοι, οι οποίοι αποχωρούν της υπηρεσίας λόγω συμπληρώσεως τριακονταπενταετούς δημοσίας πραγματικής και συνταξίμου υπηρεσίας κατά το από 1 Απριλίου και μέχρι συντάξεως των πινάκων προακτέων του αυτού έτους χρονικόν διάστημα και οι οποίοι συμπληρούν τον προς προαγωγήν εις τον επόμενον ενιαίον βαθμόν απαιτούμενον χρόνον κατά το χρονιόν τούτο διάστημα κρίνονται προς προαγωγήν υπό του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου άμα τη συμπληρώσει του δια ταύτην απαιτουμένου χρόνου, κατόπιν ερωτήματος προς το οικείον Υπηρεσιακόν Συμβούλιον, προκαλουμένου υπό του οικείου Υπουργού, κρινόμενοι δε προακτέοι προάγονται αναδρομικώς, αφ` ης συνεπλήρωσαν τον προς προαγωγήν χρόνον, μη δικαιούμενοι αναδρομικής λήψεως διαφοράς αποδοχών. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αι περί προαγωγών κείμεναι διατάξεις.

3. Οι συμπληρώσαντες χρόνον προς προαγωγήν εις τον επόμενον ενιαίον βαθμόν από 1 Ιανουαρίου μέχρι και της 31 Μαρτίου 1976 κρινόμενοι προακτέοι προάγονται αναδρομικώς, αφ` ης συνεπλήρωσαν τον προς προαγωγήν χρόνον, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των περί προαγωγών κειμένων διατάξεων, μη δικαιούμενοι πάντως αναδρομικώς λήψεως διαφοράς αποδοχών.

Άρθρον 23

1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 109 του ν. 1811/1951, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, αντικαθίσταται ως ακολούθως:
“3. Αι κεναί ή κενούμεναι θέσεις πληρούνται υποχρεωτικώς εκ των εγγεγραμμένων εις τους πίνακας τούτους και κατά την εν αυτοίς σειράν εντός μηνός από της κυρώσεως αυτών ή από της κενώσεως των θέσεων, πααλειπομένων εκάστοτε μόνον των μη εχόντων συμπληρώσει τον απαιτούμενον προς προαγωγήν χρόνον, διαφυλασσομένων κενών κατά πάσαν περίπτωσιν των δια την προαγωγήν των παραλειπομένων απαιτουμένων θέσεων. Οι παραλειπόμενοι, προαγόμενοι άμα τη συμπληρώσει του προς προαγωγήν απαιτουμένου χρόνου, ανακτούν εις την σειράν αρχαιότητος του εις ον προήχθησαν βαθμού την θέσιν ην είχον εις τους πίνακας προακτέων”.

2. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί των ήδη προαχθέντων βάσει πινάκων των ετών 1975 και 1976 ή προαχθησομένων βάσει πινάκων προακτέων του έτους 1976, αλλά μόνον ως προς τον καθορισμόν της σειράς αρχαιότητος αυτών εις τον εις ον προήχθησαν ή προαχθήσονται βαθμόν.

Άρθρον 24

1. Μετάταξις εις κενήν ομοιόβαθμον θέσιν ή εις θέσιν εισαγωγικού βαθμού ετέρου ανωτέρου κλάδου, κατά την έννοιαν της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του παρόντος, επιτρέπεται εφ` εξής, καταργουμένης πάσης προηγουμένης διατάξεως, μετά γνώμην του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, κρίνοντος επί τη βάσει των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αιτουμένου την μετάταξιν υπαλλήλου, εφ` όσον ούτος:
α) κέκτηνται βαθμόν ουχί ανώτερον του 6ου,
β) κέκτηται το τυπικόν προσόν του κλάδου εις ον μετατάσσεται,
γ) απέκτησε το κατά τα ανωτέρω τυπικόν προσόν κατά την διάρκειαν της υπηρεσίας του ή, εφ` όσον κατείχε τούτο κατά τον χρόνον του διορισμού του, έχει παρέλθει έκτοτε τετραετία,
δ) έχει διανύσει την υπό του άρθρου 60 παρ. 1 του Ν. 1811/1951 προβλεπομένην διετή δοκιμαστικήν υπηρεσίαν,
ε) μετατάσσεται εις θέσιν του αμέσως ανωτέρου κλάδου, εξαιρέσει της περιπτώσεως μετατάξεως εκ κλάδων ΜΕ εις τους ΑΤ τοιούτους.

2. Οι εκ του αυτού κλάδου μετατασσόμενοι διατηρούν μεταξύ των την ην εκέκτηντο σειράν αρχαιότητος. Δια τους εκ διαφόρων κλάδων μετατασσομένους η σειρά αρχαιότητος μεταξύ των καθορίζεται εκ του χρόνου κτήσεως του βαθμού. Εάν τα τυπικά προσόντα του εις ον η μετάταξις κλάδου εκτήθησαν μετά την απόκτησιν του βαθμού, η σειρά αρχαιότητος μεταξύ των μετασσομένων καθορίζεται εκ του χρόνου κτήσεως των τυπικών προσόντων.

3. Δια τους εκ των μετατασσομένων κεκτημένους τον βαθμόν της θέσεως εις ην μετατάσσονται, ως χρόνος διανυθείς εις την θέσιν ταύτην λογίζεται μόνον ο διανυθείς εν τω αντιστοίχω βαθμώ του εις ον ανήκον, προ της μετατάξεως, κλάδου χρόνος μετά την απόκτησιν των τυπικών προσόντων των προβλεπομένων υπό των οικείων διατάξεων δια την θέσιν εις ην ούτοι μετατάσσονται. Κατά πάσαν πάντως περίπτωσιν οι μετατασσόμενοι τίθενται εις το αριστερόν των κατά τον χρόνον της μετατάξεώς των υπηρετούντων ομοιοβάθμων των και δεν δύναται να κριθούν δια τον αμέσως ανώτερον βαθμόν πριν ή συμπληρώσουν τον προς προαγωγήν εις τον βαθμόν τούτον χρόνον οι κατά τα ανωτέρω αρχαιότεροί των, μη κωλυομένης πάντως της κατά τας διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ. 287/1974 “περί ρυθμίσεως θεμάτων τινων προσωπικού του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως”, εντάξεώς των εις ανώτερον βαθμόν.

4.”Η δια μετατάξεως πλήρωσις θέσεων δεν δύναται να υπερβή το εν τέταρτον (1/4) των κατ` έτος κενουμένων θέσεων του εις ον η μετάταξις κλάδου. Δια την εφαρμογήν των διατάξεων της παρούσης παραγράφου δια κλάσμα μονάδος μείζον του ημίσεος προστίθεται μια θέσις. Επι κλάδων εχόντων μέχρι δυο οργανικάς θέσεις επιτρέπεται η δια μετατάξεως πλήρωσις μιας θέσεως”.

Σημ.: όπως η παρ. 4 του άρθρου 24 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 887/1979 (ΦΕΚ Α` 69).

5. Δια τους κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υπηρετούντας δεν ισχύουν οι περιορισμοί των περιπτώσεων α, γ, δ και ε της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Εκ τούτων οι κεκτημένοι τον 5ον ή 4ον βαθμόν της μέχρι τούδε Β` Κατηγορίας μετατασσόμενοι καταλαμβάνουν αντιστοίχως προσωρινάς θέσεις λογιζομένας ως συνιστωμένας αυτοδικαίως άμα τη μετατάξει των. Αι τοιαύται θέσεις άμα τη καθ` οιονδήποτε τρόπον κενώσει αυτών καταργούνται. Η ισχύς της παρούσης διατάξεως ορίζεται τετραετής από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος.

6. Το άρθρον 6 του Ν.Δ. 533/1970 “περί προαγωγής υπαλλήλων και καταργήσεως της διακρίσεως των κλάδων εις κεντρικούς και περιφερειακούς”, ως τούτο ετροποποιήθη δια του άρθρου 9 του Ν. 51/1975 “περί ανοδιοργανώσεως των δημοσίων πολιτικών υπηρεσιών”, καταργείται.

Άρθρον 25
Αι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του Ν. 3925/1959 “περί Υπουργείων και Οργανισμών των Δημοσίων Πολιτικών Υπηρεσιών” εφαρμόζονται και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Άρθρον 26
Αι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του Ν. 1811/1951, περί ανωτάτου ορίου ηλικίας, δια τον διορισμόν δημοσίων υπαλλήλων δεν εφαρμόζονται επί μετακλητών και επί θητεία υπαλλήλων του Δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Άρθρον 27

1. Υπάλληλοι μετατασσόμενοι ή εντασσόμενοι κατά τας διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 287/1974, μετά την κύρωσιν των πινάκων προακτέων εκάστου έτους, έχοντες συμπληρώσει ή συμπληρούντες τον προς προαγωγήν χρόνου, επιφυλασσομένων των διατάξεων του εδαφίου β` του άρθρου 4 του Ν.Δ. 287/1974, μέχρι 31 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους ή προκειμένου περί υπαλλήλων κρινομένων προς προαγωγήν εις τον επόμενον ενιαίον βαθμόν, μέχρι 31 Μαρτίου του επομένου έτους και κεκτημένοι κατά μήνα Απριλίου, του έτους καταρτίσεως των πινάκων, άπαντα τα λοιπά, πλην του χρόνου, τυχόν απαιτούμενα τυπικά προς προαγωγήν προσόντα, κρίνονται υπό των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και εγγράφονται εις τους πίνακας προακτέων κατά την προσήκουσαν σειράν.

2. Αι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και επί υπαλλήλων αποκαθισταμένων ή επανερχομένων εις την υπηρεσίαν, κατά τας διατάξεις των Ν.Δ. 76/1974 “περί επαναφοράς απολυθέντων ή εξαναγκασθέντων εις παραίτησιν υπαλλήλων, αποκαταστάσεως υποβιβασθέντων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων”, 168/1974 περί συμπληρώσεως ή τροποποιήσεως διατάξεων του Ν.Δ. 76/1974 “περί επαναφοράς απολυθέντων ή εξαναγκασθέντων εις παραίτησιν υπαλλήλων κλπ. και άλλων συναφών διατάξεων” και του Ν. 193/1975 περί επαναφοράς εις την υπηρεσίαν απολυθέντων εκτάκτων επί θητεία ή επί σχέσει εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων και εργατοτεχνιτών του Δημοσίου, Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων”.

Άρθρον 28

1. Αι περί διαθεσιμότητος ένεκα νόσου των δημοσίων πολιτικών διοικητικών υπαλλήλων ισχύουσαι διατάξεις εφαρμόζονται και επί υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. υποχρεωτικώς εκ του νόμου ησφαλισμένων εις ασφαλιστικούς οργανισμούς, δια την περίπτωσιν ασθενείας, ων η ασφάλισις θεμελιούται και επί συνεισφοράς του νομικού προσώπου ως εργοδότου. Εκ των, κατά την διάρκειαν της διαθεσιμότητος, καταβαλλομένων αποδοχών εις τους περί ων η παρούσα παράγραφος υπαλλήλους, εκπίπτεται ποσόν ίσον προς το παρεχόμενον αυτοίς επίδομα ασθενείας υπό των οικείων Οργανισμών Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

2. Η παράγραφος 9 του άρθρου 10 του από 23/24 Δεκεμβρίου 1955 Β. Διατάγματος “περί εφαρμογής του Υπαλληλικού Κώδικος επί των υπαλλήλων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου”, καταργείται.

Άρθρον 29

1. Αι θέσεις 5ου και 4ου βαθμού των κλάδων ΜΕ καθίστανται αυτοδικαίως από της δημοσιεύσεως του παρόντος οργανικώς ενιαίαι επί βαθμοίς 5ω-4ω.

2. Εις ους κλάδους ME υφίστανται θέσεις 5ου μόνον βαθμού, διαβαθμίζονται και αύται ενιαίως επί βαθμοίς 5ω-4ω αυτοδικαίως από της δημοσιεύσεως του παρόντος.

3. Το δια της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του Ν. 22/1975 οριζόμενον ποσοστόν των εις τους 5ον και 4ον βαθμόν της μέχρι τούδε Β` Κατηγορίας προωθουμένων θέσεων αυξάνεται εις 15% υπολογιζόμενον επί του συνολικού αριθμού των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υφισταμένων θέσεων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρου 43 του Ν. 22/1975, επιφυλασσομένων των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων.

Άρθρον 30

1. Αι θέσεις κλάδων ΣΕ δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δι` ας δεν προβλέπεται εξέλιξις μέχρι του 8ου βαθμού, διαβαθμίζονται και καθίστανται οργανικώς ενιαίαι μέχρι και του βαθμού τούτου αυτοδικαίως από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Θέσεις κλάδων ΣΕ δημοσίων υπηρεσιών και Ν.Π.Δ.Δ. αι οποίαι είναι διεβαθμισμέναι επί βαθμώ 8ω προστίθενται εις τας, επί 12ω 9ω βαθμοίς, θέσεις και μετ` αυτών διαβαθμίζονται και καθίστανται οργανικώς ενιαίαι μέχρι του 8ου βαθμού, αυτοδικαίως από της δημοσιεύσως του παρόντος.

2. Οι κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος υπηρετούντες υπάλληλοι των περί ων η προηγουμένη παράγραφος κλάδων, οι κεκτημένοι χρόνον υπηρεσίας ανώτερον του κατά τας κειμένας διατάξεις απαιτουμένου δια την μέχρι και του κατεχομένου βαθμού προαγωγικήν αυτών εξέλιξιν, εντάσσονται, μετά σύμφωνον γνώμην του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, εις ανάλογον προς τον χρόνον της πραγματικής αυτών υπηρεσίας βαθμόν. Η ένταξις αύτη ενεργείται εν τω κλάδω εις ον ανήκει ο υπάλληλος και εις βαθμόν ουχί ανώτερον του 8ου. Δια την ένταξιν ως εισαγωγικός βαθμός της θέσεως λογίζεται ο προβλεπόμενος υπό των κατά, την έναρξιν της ισχύος του παρόντος, ισχυουσών διατάξεων. Ο πέραν του απαιτουμένου δια την κατά βαθμόν ένταξιν χρόνος υπηρεσίας λογίζεται, δια πάσας τας περιπτώσεις, ως διανυθείς εις τον εις ον ενταχθήσεται έκαστος βαθμόν.

3. Το διά του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 43 του Ν. 22/1975 οριζόμενον ποσοστόν των εις τον 7ον βαθμόν προωθουμένων θέσεων της μέχρι τούδε Γ` Κατηγορίας αυξάνεται εις 15%, υπολογιζόμενον επί του συνολικού αριθμού των κατά την δημοσίευσιν του παρόντος, υφισταμένων θέσεων, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του άρθρου 43 του Ν. 22/1975.

Άρθρον 31

1. Μεταξύ των υπό του Υπαλληλικού Κώδικος διεπομένων υπαλλήλων το προβάδισμα κανονίζεται:
α) Προηγούνται οι υπάλληλοι Ειδικών Θέσεων και έπονται οι υπάλληλοι των κλάδων ΑΤ, ακολούθως οι υπάλληλοι των κλάδων ΑΡ, ακολούθως οι υπάλληλοι των κλάδων ΜΕ και τέλος οι υπάλληλοι των κλάδων ΣΕ.
β) Μεταξύ υπαλλήλων ανηκόντων εις τον αυτόν κλάδον επι τη βάσει της κατά το άρθρον 16 βαθμολογικής κλίμακος.
γ) Μεταξύ υπαλλήλων του αυτού κλάδου και βαθμού επί τη βάσει της αρχαιότητός των.

2. Υπάλληλοι ανήκοντες εις την μέχρι τούδε Α` Κατηγορίαν και κατατασσόμενοι κατά τας διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 5 περιπτ. β του παρόντος νόμου εις κλάδους ΑΡ εξομοιούνται ως προς το προβάδισμα με τους υπαλλήλους των κλάδων ΑΤ.

3. Υπάλληλοι διανύοντες την, κατά τας διατάξεις του άρθρου 60 του Ν. 1811/1951, δοκιμαστικήν υπηρεσίαν και μέχρι της μονιμοποιήσεώς των δεν δύνανται να προβαδίζουν ή να προϊστανται μονίμων υπαλλήλων ανωτέρων ή ισοβάθμων αυτών εξαιρέσει των υπαλλήλων Κλάδων ΣΕ.

Άρθρον 32

1. Αι καθ` εβδομάδα ώραι εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ορίζονται από τριάκοντα εξ έως τριάκοντα εννέα, κατά τα ειδικώτερον δι` αποφάσεως του Πρωθυπουργού καθοριζόμενα.

2. Αι καθ` ημέραν ώραι εργασίας ορίζονται εντός των εν παραγράφω 1 χρονικών ορίων δι` αποφάσεως τυ Πρωθυπουργού, δυναμένου να μεταβιβάζη την αρμοδιότητά του ταύτην εις τον Υπουργόν Προεδρίας Κυβερνήσεως. Ο Υπουργός Προεδρίας Κυβερνήσεως δύναται να μεταβιβάζη περαιτέρω την αρμοδιότητά του ταύτην:
α) Εις τους οικείους Υπουργούς, δι` εξαρτωμένας εκ του Υπουργείου των υπηρεσίας, αποκεντρωμένους ή αυτοτελείς κλάδους ή δι` εποπτευόμενα υπ` αυτών νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δι` ας περιπτώσεις επιβάλλεται παρέκκλισίς τις ως εκ της φύσεως του έργου αυτών.
β) Εις τους νομάρχας, δια τας εν τη περιφερεία του νομού δημοσίας υπηρεσίας και τα εκ της νομαρχίας εποπτευόμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

3. Προκειμένου περί του προσωπικού της Υπηρεσίας Εθνικού Τυπογραφείου ή ετέρων υπηρεσιών τυπογραφείου και βιβλιοδεσίας ως και μηχανογραφικών υπηρεσιών αι κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου οριζόμεναι καθ` εβδομάδα ώραι εργασίας δύνανται, κατ` εξαίρεσιν, λόγω ειδικών δυσμενών συνθηκών εργασίας, να μειούνται κατά τρεις ώρας δι` αποφάσεως του Πρωθυπουργού.

4. Προκειμένου περί μητέρων υπαλλήλων των δημοσίων υπηρεσιών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αι οριζόμεναι κατά τας διατάξεις της παραγράφου 2 καθ` ημέραν ώραι εργασίας περιορίζονται κατά δύο μεν ώρας εφ` όσον έχουν τέκνα ηλικίας μέχρι δύο ετών, κατά μίαν δε ώραν εφ` όσον τέκνα ηλικίας από δύο έως και τεσσάρων ετών.

5. Ημέραι αργίας και ημιαργίας ορίζονται αι εξής:
α) Ημέραι αργίας: Η Εθνική εορτή, η 28η Οκτωβρίου, η πρώτη του Ετους, τα Θεοφάνεια, η των τριών Ιεραρχών δια τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς, η Καθαρά Δευτέρα, η Μεγάλη Παρασκευή, το Μέγα Σάββατον, η Δευτέρα του Πάσχα, η 1η Μαϊου, η του Αγίου Πνεύματος (Δευτέρα της Πεντηκοστής), η της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, η 17η Νοεμβρίου δια τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και τας Ανωτέρας Σχολάς, η πρώτη και δευτέρα ημέρα των Χριστουγέννων και άπασαι αι Κυριακαί. Εάν οιαδήποτε εκ των οριζομένων ως άνω ημερών αργίας συμπίπτη με Κυριακήν ως ημέρα αργίας ορίζεται η επομένη της Κυριακής ταύτης εργάσιμος ημέρα. Η μεταξύ δύο αργιών μοναδική εργάσιμος ή ημιεργάσιμος ημέρα δύναται να ορίζεται ως ημέρα αργίας δι` αποφάσεως του Πρωθυπουργού, επί αντιστοίχω μειώσει προηγουμένων ή επομένων ημιαργιών.
β) Ημέραι ημιαργίας: Η παραμονή των Χριστουγέννων, η παραμονή του Νέου Ετους, η επομένη του Νέου Ετους, η παραμονή των Θεοφανείων, το τελευταίον Σάββατον της Απόκρεω, η Μεγάλη Πέμπτη και η Τρίτη του Πάσχα. Κατά τας ως άνω ημιαργίας η εργασία διακόπτεται την 12ην μεσημβρινήν ώραν.

6. Δια Προεδρικού Διατάγματος εκδιδομένου επί τη προτάσει του Υπουργού Εσωτερικών δύναται να ορισθή και μία κατ` έτος ημέρα αργίας δι` εκάστην περιφέρειαν, προς εορτασμόν θρησκευτικού ή εθνικού γεγονότος.

7. Το άρθρον 50 του Ν. 1811/1951 ως τούτο ετροποποιήθη δια του Ν.Δ. 941/1971 “περί τροποποιήσεως διατάξεών τινων του Υπαλληλικού Κώδικος”, καταργείται.

Άρθρον 33

1. Η εις ην ανήκει ο υπάλληλος Υπηρεσία, εντός του δευτέρου εξαμήνου εκάστου έτους, χορηγεί υποχρεωτικώς δια τον υπάλληλον την κανονικήν άδειαν την οποίαν δικαιούται και εις περίπτωσιν κατά την οποίαν ούτος δεν ητήσατο ταύτην.

2. Η μη χορήγησις, ο περιορισμός η ανάκλησις χορηγηθείσης κανονικής αδείας, επιτρέπεται προς αντιμετώπισιν εκτάκτων και εξαιρετικών υπηρεσιακών αναγκών, μετ` έγκρισιν του υπερτέρου προϊσταμένου εφ` όσον υφίσταται τοιούτος, του αρμοδίου προς χορήγησιν της αδείας ταύτης οργάνου, άλλως υπό του τελευταίου τούτου.

3. Ο υπάλληλος δικαιούται εις αποζημίωσιν δια μη χορηγουμένην εις αυτόν δι` οιονδήποτε λόγον κανονικήν άδειαν, την οποίαν, συμφώνως προς τας διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικος, δικαιούται κατ` έτος. Η αποζημίωσις δι` εκάστην ημέραν μη χορήγηθείσης κανονικής αδείας ορίζεται ίση προς το 1/30 του μηνιαίου βασικού μισθού του υπαλλήλου μετά των επιδομάτων πολυετούς υπηρεσίας και ευδοκίμου παραμονής εν τω αυτώ βαθμώ, προσηυξημένον κατά 25%. Ο τρόπος της καταβολής της αποζημιώσεως, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και πάσα σχετική λεπτομέρεια, ορίζονται δι` αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Οικονομικών. Ο υπάλληλος δικαιούται πάντοτε, αντί απολήψεων αποζημιώσεως, να κάμη χρήσιν της μη χορηγηθείσης κατά τι έτος κανονικής του αδείας κατά το επόμενον έτος εν συνεχεία προς την κανονικήν του άδειαν του έτους τούτου.

4. Μη χορήγησις εις τον υπάλληλον της ης δικαιούται κατ` έτος κανονικής αδείας απουσίας, καίτοι δεν συντρέχουν έκτακτοι και εξαιρετικαί υπηρεσιακαί ανάγκαι, ελεγχομένη και διαπιστουμένη, κατ` εντολήν του οικείου Υπουργού, συνεπάγεται υποχρεωτικώς την πειθαρχικήν δίωξιν του μη χορηγήσαντος την άδειαν οργάνου ως και του εγκρίσαντος την μη χορήγησιν προϊσταμένου τούτου.

Άρθρον 34

1. Οι κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος υπηρετούντες εις θέσεις της μέχρι τούδε Κατηγορίας Α`, επί βαθμοίς 1ω και Αναπληρωτού Γενικού Διευθυντού, οι μη κεκτημένοι το κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 15 τυπικόν προσόν διορισμού, κατατάσσονται αυτοδικαίως εις Κλάδους ΑΤ με τον ον κέκτηνται βαθμόν. Περί της κατατάξεως ταύτης εκδίδεται διαπιστωτική πράξις του αρμοδίου Υπουργού δημοσιευομένη δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

2. Οι κατά τας διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 30 του Ν. 22/ 1975 καταρτισθέντες πίνακες έχουν εφαρμογήν επί των εις ους αφορούν υπαλλήλους και μετά την ένταξιν τούτων εις τους νέους κλάδους κατά τον παρόντα Νόμον.

3. Κατ` εξαίρεσιν από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, δι` ον κλάδον υπαλλήλων συντρέχει η εφαρμογή πλειόνων του ενός πινάκων, λόγω της κατατάξεως εις τούτον υπαλλήλων προερχομένων εκ διαφόρων Κλάδων, δι` ους είχον καταρτισθή ίδιοι πίνακες παύει η ισχύς αυτών, συντασσομένων υπό του αρμοδίου υπηρεσιακού συμβουλίου νέων πινάκων, εντός του επομένου από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, μηνός.

Άρθρον 35

1. Αι κατ` εφαρμογήν του Ν.Δ. 1045/1971 “περί συστάσεως Υπηρεσιών Προγραμματισμού και Μελετών παρά τοις Υπουργείοις” συσταθείσαι παρ` Υπουργείοις Υπηρεσίαι Προγραμματισμού και Μελετών διατηρούνται μέχρις εκδόσεως των κατά τον Ν. 51/1975 Οργανισμών των Υπουργείων. Ωσαύτως, διατηρούνται αι προς επάνδρωσιν των Υπηρεσιών τούτων συσταθείσαι οργανικαί θέσεις, εφ` όσον είναι πεπληρωμέναι.

2. Οι μέχρι δημοσιεύσεως του παρόντος υπηρετούντες εις τας κατ` εφαρμογήν του Ν.Δ. 1045/71 συσταθείσης οργανικάς θέσεις κατατάσσονται εις αντιστοίχους ή συναφείς προς τα τυπικά των προσόντα υφισταμένους κλάδους του Υπουργείου, δι` αποφάσεως του οικείου Υπουργού, μετά γνώμην του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, εξελίσσονται δε βαθμολογικώς ως και οι λοιποί υπάλληλοι του εις ον θέλουν ενταχθή κλάδου, διεπόμενοι κατά τα λοιπά μέχρι της καθ` οιονδήποτε τρόπον εξόδου των εκ της Υπηρεσίας, υπό των διατάξεων του ως άνω Ν. Διατάγματος. Ούτοι διατίθενται κατ` αρχήν δια την επάνδρωσιν υφισταμένων παρ` Υπουργείοις Υπηρεσιών Προγραμματισμού και Μελετών ή υπηρεσιακών μονάδων επιτελουσών έργον συναφές προς το των υπηρεσιών τούτων, εν περιπτώσει δε μη υπάρξεως παρά τω οικείω Υπουργείω τοιούτων υπηρεσιών διατίθενται εις ετέρας υπηρεσιακάς μονάδας του Υπουργείου.
Δύνανται ωσαύτως ούτοι, δι` αποφάσεως του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως και των κατά περίπτωσιν αρμοδίων Υπουργών και μετά σύμφωνον γνώμην των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων να μετατάσσονται τη αιτήσει των, υποβαλλομένη εντός προθεσμίας εξήκοντα (60) ημερών από της δημοσιεύσεως του παρόντος και με τον ον κέκτηνται βαθμόν, μεταφερομένης και της οργανικής θέσεως, εις το Υπουργείον εξ ου προήρχοντο ή εις ο είχον προϋπηρεσίαν μονίμου δημοσίου υπαλλήλου, κατατασσόμενοι εις υφισταμένους κλάδους αντιστοίχους ή συναφείς προς τα τυπικά των προσόντα. Οι μετατασσόμενοι δύνανται κατ` επιλογήν των, είτε να εξακολουθήσουν υπαγόμενοι εις τα ταμεία επικουρικής ασφαλίσεως και προνοίας της υπηρεσίας εξ ης μετατάσσονται είτε να υπαχθούν εις τα τοιαύτα της υπηρεσίας εις ην μετατάσσονται.

3. Αι διατάξεις του Ν.Δ. 1045/1971 καταργούνται, επιφυλασσομένων των εις τας προηγουμένας παραγράφους ρυθμίσεων.

Άρθρον 36

1. Τα καθοριζόμενα ειδικά τυπικά προσόντα, κατά κλάδους ή θέσεις, εις τους εκδοθέντας ή εκδοθησομένους κατά τας διατάξεις του Ν. 51/1975 οργανισμούς, δύναται εφεξής να τροποποιώνται δια των υπό του άρθρου 21 παράγραφος 1 του Υπαλληλικού Κώδικος προβλεπομένων διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως.

2. Αι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 51/1975 εφαρμόζονται και επί του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, ως και επί του Μικτού Επιτελείου και της Αγροφυλακής του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως.

Άρθρον 37
Κατώτατον όριον ηλικίας διορισμού γυναικών εις θέσεις Κλάδων ΜΕ δακτυλογράφων ή στενογράφων ή στενοδακτυγράφων ελληνικής ή ξένης δακτυλογραφίας ή στενογραφίας ή στενοδακτυλογραφίας ορίζεται το 18ον έτος συμπεπληρωμένον.

Άρθρον 38
Εις ας περιπτώσεις κατά τας κειμένας εκάστοτε διατάξεις, δια την συμμετοχήν εις συλλογικά όργανα, προβλέπονται ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, νοούνται και οι υπάλληλοι του Κλάδου Α3 Ειδικών Εισηγητών του Υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως.

Άρθρον 39
Δι` αποφάσεων του Υπουργού Προεδρίας Κυβερνήσεως και των κατά περίπτωσιν αρμοδίων Υπουργών, επιτρέπεται απόσπασις των περί ων το άρθρον 10 παρ. 2 του Ν.Δ. 216/1974 “περί συστάσεως Υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως” υπαλλήλων, υπό τους εν αυτώ όρους και προϋποθέσεις και εις έτερον Υπουργείον ή Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, προς αντιμετώπισιν σοβαρών επειγουσών ή εποχιακών αναγκών. Ως προς την διάρκειαν της αποσπάσεως ισχύουν αι διατάξεις του άρθρου 96 του Ν. 1811/1951.

Άρθρον 40
Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, εξαιρέσει των διατάξεων του άρθρου 21, του οποίου η ισχύς άρχεται από 1ης Ιανουαρίου 1977 και, ειδικώς προκειμένου περί του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του άρθρου 17, του οποίου η ισχύς άρχεται μετά δίμηνον από της δημοσιεύσεως του παρόντος.

Ο παρών νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ΄ Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.

Εν Αθήναις τη 14 Σεπτεμβρίου 1976

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ