Νόμος 357 ΦΕΚ Α΄156/24.6.1976
Περί επιταχύνσεως της ρευστοποιήσεως και εκκαθαρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής, απεφασίσαμε

Άρθρον 1

1. Οι κατέχοντες αγροτικά ανταλλάξιμα κτήματα, δικαιούνται να εξαγοράσουν έκτασιν δυναμένην ν` αποτελέση βιώσιμον γεωργικήνεκμετάλλευσιν, αντί τμήματος ίσου προς το 80% της κατά τον χρόνον της εκποιήσεως αξίας των κτημάτων. Το τίμημα μειούται εις το 70% της κατά τον χρόνον της εκποιήσεως αξίας των κτημάτων, προκειμένου περί κατόχων διαμενόντων μονίμως εις αγροτικούς οικισμούς πληθυσμού μέχρι τεσσάρων χιλιάδων (4.000) κατοίκων και εις 33% της ως άνω αξίας προκειμένου περί απόρων ακτημόνων διαμενόντων μονίμως εις αγροτικούς οικισμούς οσουδήποτε πληθυσμού.

2. Δι` έκαστον άρρεν ή άγαμον θήλυ τέκνον ή άγαμοναδελφήν του κατόχου παρέχεται εις αυτόν το δικαίωμα της εξαγοράς προσθέτου εκτάσεως εκ της κατεχομένης τοιαύτης ίσης προς το 30% της βιωσίμου γεωργικής εκμεταλλεύσεως, αντί του υπό της παραγρ. 1 του παρόντος καθοριζομένου τιμήματος.

3. Η κατά τας προηγουμένας παραγράφους εξαγοραζομένη παρ` εκάστου κατόχου συνολική έκτασις, δεν δύναται να υπερβή την έκτασιν δύο βιωσίμων γεωργικών εκμεταλλεύσεων.

4. Η έκτασις της βιωσίμου γεωργικής εκμεταλλεύσεως ορίζεται κατά τόπους δι` αποφάσεως Επιτροπής αποτελουμένης εκ των προϊσταμένων των αρμοδίων υπηρεσιών Γεωργίας, Δασών και Οικον. Εφοριών, αναλόγως προς το είδος της καλλιεργείας και τον τρόπον εκμεταλλεύσεως.

5. Αι γενόμεναι δαπάναι δια φυτείας ή βελτιώσεις εν γένει δεν λαμβάνονται υπ` όψιν δια τον προσδιορισμόν του τιμήματος περί ου η παράγρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος.

6. Οι κατέχοντες ανταλλαξίμους βοσκοτόπους και χρησιμοποιούντες αυτούς δια την βόσκησιν του ιδίου των ποιμνίου αποτελουμένων τουλάχιστον εξ εκατόν είκοσι (120) μικρών ή τεσσαράκοντα (40) μεγάλων ζώων ή μικτού ποιμνίου τηρουμένης της αναλογίας δια τον υπολογισμόν μεταξύ μικρών και μεγάλων τρία προς ένα δικαιούνται υπό τους εν παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου όρους, να εξαγοράσουν έκτασινδυναμένην ν` αποτελέσηβιώσιμονκτηνοτροφικήνεκμετάλλευσιν, εφ` όσον δεν έτυχον τοιαύτης αποκαταστάσεως μέχρι σήμερον. Η έκτασις της βιωσίμου κτηνοτροφικής εκμεταλλεύσεως ορίζεται κατά τόπους υπό της εν παραγράφω 4 του παρόντος άρθρου τριμελούς Επιτροπής, αναλόγως προς την ποιότητα του βοσκοτόπου.

7. Ο κατά τα 70% τουλάχιστον συγκύριος, προτιμάται έναντι παντός τρίτου εις την εξαγοράν των κατά τας προηγουμένας παραγράφους κτημάτων, αντί τιμήματος ίσου προς το οριζόμενον δια των παραγρ. 1 και 6 του παρόντος. Συγκύριοι εξαγοράζοντες κτήματα, εφ` ων έχουν δημιουργηθήσυστηματικαίφυτείαι ή ουσιώδεις βελτιώσεις, υποχρεούνται ν` αποζημιώσουν εκείνους δαπάναις των οποίων εδημιουργήθησαν αύται, μετ` απόφασιν της Επιτροπής Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας (ΕΔΑΠ) εκδιδομένης επί τη βάσει εκτιμήσεως των κατά τόπους Διευθύνσεων Γεωργίας.

8. Η κατεχομένη έκτασις πέραν της υπό των διατάξεων του παρόντος άρθρου επιτρεπομένης προς εξαγοράν τοιαύτης, παραχωρείται δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της οικείας Επιτροπής ΔΑΠ, εις απόρους ακτήμονας διαμένοντας μονίμως εις την περιοχήν, εις ην κείται η έκτασις, αντί τιμήματος ίσου προς το 33% της κατά τον χρόνον της εξαγοράς αξίας αυτής, απηλλαγμένου προσαυξήσεων υπέρ τρίτων.

9. Το τίμημα των κατά τας προηγουμένας παραγράφους του παρόντος άρθρου εξαγοραζομένων ανταλλαξίμων κτημάτων καθορίζεται δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην του αρμοδίου Οργάνου, είναι δε καταβλητέον εις τεσσαράκοντα (40) ίσας εξαμηνιαίας τοκοχρεωλυτικάς δόσεις επί επιτοκίω 2%.

Άρθρον 2

1. Οι κατέχοντες αστικά ανταλλάξιμα κτήματα εφ` ων ανήγειρον κτίσματα μονίμου ή προχείρου μορφής χρησιμοποιούμενα παρ` αυτών δι` οικογενειακήν ή επαγγελματικήνστέγασιν, δικαιούνται να εξαγοράσουν ταύτα αντί τιμήματος ίσου προς το 90% της κατά τον χρόνον της εκποιήσεως αξίας του εδάφους αυτών. Το τίμημα μειούται εις το 80% της αξίας του κτήματος προκειμένου περί κατόχων διαμενόντων μονίμως εις αγροτικούς οικισμούς πληθυσμού μέχρι 6.000 κατοίκων και εις το 60% προκειμένου περί απόρων κατόχων διαμενόντων εις οικισμούς οσουδήποτε πληθυσμού.

2. Εις την εξαγοράν των κατά την προηγουμένηνπαράγραφον αστικών ανταλλαξίμων κτημάτων, δικαιούνται και οι κάτοχοι των επ` αυτών κτισμάτων, εφ` όσον διεδέχθησαν εις την κατοχήν των κτισμάτων των τους ανεγείραντας ταύτα.

3. Συντρέχοντος συγκυρίου κατά ποσοστόν 70% εξ αδιαιρέτου τουλάχιστον επί του εδάφους μετ` ανεγείραντος κτίσμα ή διαδεχθέντος τον ανεγείραντα εις την κατοχήν του κτίσματος προτιμάται μεν ο συγκύριος ούτος, όμως υποχρεούται κατόπιν αποφάσεως της ΕΔΑΠ, εις αποζημίωσιν του δευτέρου, της αξίας της οικοδομής εκτιμωμένης υπό των κατά τόπους Διευθύνσεων Τεχνικών Υπηρεσιών.

4. Το κατά τας προηγουμένας παραγράφους δικαίωμα εξαγοράς εξικνείται μέχρις εκτάσεως ενός αρτίου κατά το σχέδιον της πόλεως οικοπέδου, επιτρεπομένης, όμως, της εξαγοράς και μείζονος του ενός αρτίου οικοπέδου εκτάσεως εις περίπτωσιν καθ` ην η εναπομείνουσα επί πλέον τούτου έκτασις δεν δύναται ν` αποτελέσηάρτιονοικοδομήσιμονοικόπεδον, ή δεν είναι αναγκαστικώς προσκυρωτέα εις όμορονακίνητον. Προκειμένου περί αγροτικών οικισμών πληθυσμού μέχρι 2.000 κατοίκων, επιτρέπεται ωσαύτως η εξαγορά μείζονος του ενός αρτίου οικοπέδου εκτάσεως εφ` ης έχουν δημιουργηθή αποθηκευτικοί χώροι ως και χώροι στεγάσεως των μηχανημάτων της γεωργικής εκμεταλλεύσεως. Η πρόσθετος αύτη έκτασις δεν δύναται να είναι μεγαλυτέρα των πεντακοσίων (500) τετραγωνικών μέτρων.

5. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου, δεν έχουσινεφαρμογήν προκειμένου περί εκποιήσεως ανταλλαξίμων γαιών κειμένων εντός της μείζονος περιοχής της πόλεως Θεσσαλονίκης και των Περιχώρων αυτής, καλλιεργουμένων δια λαχανικών είτε δι` άλλων γεωργικών προϊόντων, η εκποίησις των οποίων εξακολουθεί διεπομένη υπό των διατάξεων του άρθρου 3 του Ν.Δ. 547/1970 “Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας νομοθεσίας”.

6. Οι κατά την παράγραφον 7 του άρθρου 1 και την παράγραφον 3 του παρόντος άρθρου υπόχρεοι προς αποζημίωσιν, υποχρεούνται όπως καταβάλουν ταύτην προ της εκδόσεως του οικείου τίτλου μεταβιβάσεως (παραχωρητηρίου). Εις περίπτωσιν αμφισβητήσεως του υπό της Επιτροπής ΔΑΠ καθορισθέντος ύψους της κατά την παράγρ. 7 του άρθρου 1 και την παράγρ. 3 του παρόντος άρθρου αποζημιώσεως, η διαφορά επιλύεται οριστικώς και αμετακλήτως δι` αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου της Περιφερείας ένθα κείται το ακίνητον, δικάζοντος κατά τας διατάξεις των άρθρων 682 και επόμενα του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, επί τη αιτήσει του ενδιαφερομένου, υποβαλλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάκοντα (30) ημερών, από της κοινοποιήσεως της οικείας αποφάσεως της Επιτροπής ΔΑΠ.

7. Ανταλλάξιμα κτήματα πωληθέντα μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου δια συμβολαιογραφικών εγγράφων εις τρίτους τελούντας εν καλή πίστει, μεταβιβάζονται εις τους κατόχους αγοραστάς των αντί τιμήματος ίσου προς το 50% της τρεχούσης αξίας των κατά τον χρόνον της μεταβιβάσεως της κυριότητος παρά της ΥΔΑΜΚ.

8. Το τίμημα των κατά τας προηγουμένας παραγράφους του παρόντος άρθρου εξαγοραζομένων ανταλλαξίμων κτημάτων καθορίζεται δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην του αρμοδίου οργάνου, είναι δε καταβλητέον εις τριάκοντα (30) ίσας εξαμηνιαίας τοκοχρεωλυτικάς δόσεις επί επιτοκίω 4%, εξαιρέσει των κατά την προηγουμένηνπαράγραφον 7 ανταλλαξίμων κτημάτων, το τίμημα των οποίων είναι καταβλητέον εις τεσσαράκοντα (40) ίσας εξαμηνιαίας τοκοχρεωλυτικάς δόσεις επί επιτοκίω 2%.

Άρθρον 3

1. Οι κατέχοντες και χρησιμοποιούντες δι` οικογενειακήν ή επαγγελματικήνστέγασιν ανταλλαξίμους οικοδομάς, δικαιούνται να εξαγοράσουν ταύτας αντί ποσού ίσου προς την κατά τον χρόνον της εκποιήσεώς των αξίαν αυτών, καταβαλλομένου εις τριάκοντα (30) ίσας εξαμηνιαίας τοκοχρεωλυτικάς δόσεις επί επιτοκίω 4%. Εις απάσας τας περιπτώσεις η μέχρι του ποσού των τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) δραχμών αξία της οικοδομής, συνυπολογιζομένης και της αξίας του οικοπέδου, μειούται κατά ποσοστόν 10%, η πέραν δε του ποσού αξία αυτής καταβάλλεται εις το ακέραιον.

2. Συντρέχοντος συγκυρίου μετά κατόχου, προτιμάται εις την εξαγοράν της οικοδομής ο συνιδιοκτήτης αυτής.

Άρθρον 4

1. Οι κατά τα προηγούμενα άρθρα δικαιούχοι εξαγοράς ανταλλαξίμων κτημάτων, ειδοποιούμενοι επί αποδείξει υπό της Υπηρεσίας του αρμοδίου Γραφείου ΔΑΠ, υποχρεούνται όπως υποβάλουν αίτησιν εξαγοράς προς τα αρμόδια Γραφεία ΔΑΠ εντός ανατρεπτικής προθεσμίας εξ (6) μηνών από της ειδοποιήσεώς των.

2. Η μη εμπρόθεσμος υποβολή της αιτήσεως εξαγοράς, ως και η μη εμπρόθεσμος καταβολή της πρώτης δόσεως συνεπάγεται α) την απώλειαν του δικαιώματος της παρ` αυτών απ` ευθείας αγοράς των ανταλλαξίμων κτημάτων και β) την διοικητικήναποβολήν αυτών εκ των κατεχομένων κτημάτων, τη συνδρομή της Αστυνομικής Αρχής, της ΥΔΑΜΚ δικαιουμένης εις την ελευθέρανεκποίησιν αυτών.

3. Αποκατάστασιςαπολεσάντων το δικαίωμα εξαγοράς κατά τας διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του παρόντος, επιτρέπεται άπαξ και επί τη ητιολογημένη αιτήσει αυτών υποβαλλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από της ημέρας καθ` ην ούτοι απώλεσαν το δικαίωμα τούτο, εάν κατά την κρίσιν της ΥΔΑΜΚ η απώλεια επήλθεν εκ λόγων ανωτέρας βίας ή άλλης δεδικαιολογημένης αιτίας. Παρεχομένης απράκτου της εν λόγω προθεσμίας, τα περί ων πρόκειται κτήματα διατίθενται συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 6 του παρόντος Νόμου.

4. Κάτοχοι ανταλλαξίμων κτημάτων απωλέσαντες τα δικαιώματα εξαγοράς δι` οιονδήποτε λόγον μέχρι ενάρξεως ισχύος του παρόντος, δύνανται να υποβάλουν νέαν αίτησιν προς εξαγοράν των παρ` αυτών κατεχομένων κτημάτων, κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου. Κάτοχοι ανταλλάξιμων κτημάτων απωλέσαντες τα δικαιώματα εξαγοράς, κατα τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, δύνανται να υποβάλουν νέα αίτηση εξαγοράς των παρ αυτών κατεχόμενων κτημάτων, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.5 του άρθρου 25 του Ν. 2166/1993 (ΦΕΚ Α 137)

5. Κάτοχοι ανταλλαξίμων κτημάτων, αποβαλλόμενοι διοικητικώς λόγω απωλείας του δικαιώματος της απ` ευθείας εξαγοράς μη παραλείποντες να κατέχουν ταύτα, διώκονται αυτεπαγγέλτως τιμωρούμενοι δια φυλακίσεως τουλάχιστον εξ (6) μηνών, ης δεν συγχωρείται η μετατροπή και δια χρηματικής ποινής τουλάχιστον πεντήκοντα χιλιάδων (50.000) δραχμών.

6. Αι προσκλήσεις της Υπηρεσίας προς τον δικαιούχον εξαγοράς επιδίδονται συμφώνως προς τον Κώδικα Πολ. Δικονομίας, δυναμένων να χρησιμοποιηθώσι προς τούτο υπαλλήλων της ΥΔΑΜΚ.

7. Ποσοστόν 50% εκ της υπό των αγοραστών των κτημάτων οφειλομένης αποζημιώσεως χρήσεως, διαγράφεται άμα τη υπογραφή του οικείου τίτλου μεταβιβάσεως.

Άρθρον 5
Το άρθρον 12 του Ν.Δ. 547/1970 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
“1. Βακουφικά, αστικά και αγροτικά ακίνητα κατηγορίας διτελών και Μουκαταλή, εξουσιαζόμενα δυνάμει τίτλων του τουρκικού Κτηματολογίου ή συμβολαίων αγοράς παρά των αγοραστών ή των καθολικών διαδόχων αυτών, μεταβιβάζονται κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητος, δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην της οικείας Επιτροπής ΔΑΠ προς τα πρόσωπα ταύτα επί τη καταβολή εις την ΥΔΑΜΚ ποσοστού 20% επί της κατά τον χρόνον της μεταβιβάσεως αξίας του εδάφους αυτών, καθοριζομένης δια της αυτής ως άνω αποφάσεως, τη αιτήσει των ενδιαφερομένων, υποβαλλομένη εντός ενιαυσίας ανατρεπτικής προθεσμίας, αρχομένης δια μεν τα εγγεγραμμένα εις το κτηματολόγιον της ανταλλαξίμου περιουσίας ακίνητα από της επί αποδείξει προσκλήσεως του δικαιούχου προς υποβολήν της σχετικής αιτήσεως, δια δε τα μη εγγεγραμμένα τοιαύτα, από της κατά το άρθρον 1 παράγραφος 5 του από 24.10.1940. Β.Δ/τος οριστικοποιήσεως του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου. Προς πληρωμήν του καταβλητέου εις την ανταλλάξιμονπεριουσίαν ποσοστού, κατά τ` ανωτέρω, δύναται δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της αρμοδίας Επιτροπής ΔΑΠ, να παρέχηταιδιευκόλυνσις μέχρι δέκα ισοπόσων τοκοχρεωλυτικών εξαμηνιαίων δόσεων, επί επιτροκίω 4% δια τα αστικά και 2% δια τα αγροτικά ακίνητα ετησίως.
2. Εν περιπτώσει ρυμοτομίας κατ` εφαρμογήν εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή κωμοπόλεως, δια τα υπό κατεδάφισιν κτίσματα και τα εκ τούτων απορρέοντα δικαιώματα, δικαιούχος είναι ο εν τοις οικείοιςσυμβολαίοις αναφερόμενος αγοραστής βακουφικού ακινήτου και οι καθολικοί διάδοχοι τούτου, δια δε το έδαφος και τα εκ τούτου, απορρέοντα δικαιώματα, πλην των κτισμάτων, δικαιούχος είναι η ανταλλάξιμος περιουσία η οποία και εισπράττει την προσήκουσαν αυτή αποζημίωσις 20% επί της τρεχούσης αξίας του εδάφους, ευθύς ως παρακρατηθή μετά τον δικαστικόνπροσδιορισμόν της.
3. Αποκατάστασιςαπωλεσάντων το δικαίωμα εξαγοράς κατά τας διατάξεις του παρόντος, επιτρέπεται άπαξ και επί τη ητιολογημένη αιτήσει αυτών υποβαλλομένη εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από της ημέρας καθ` ην ούτοι απώλεσαν το δικαίωμα τούτο.
4. Παρερχομένων απράκτων των ως άνω προθεσμιών αι κατά τόπους Επιτροπαί ΔΑΠ καθορίζουν το καταβλητέον εις την ανταλλάξιμονπεριουσίαν τίμημα, ίσον προς το 20% της αξίας του εδάφους του ακινήτου κατά τον χρόνον του καθορισμού αυτής, όπερ και βεβαιούται εις το Δημόσιον Ταμείον προς είσπραξιν κατά τας διατάξεις του ΚΕΔΕ. Μετά την παρά του εξουσιαστού ολοσχερή εξόφλησιν του βεβαιωθέντος εις το Δημόσιον Ταμείον ποσού υπέρ της ανταλλαξίμου περιουσίας, εκδίδεται η περί μεταβιβάσεως του δικαιώματος της πλήρους κυριότητος επί του ακινήτου απόφασις του Υπουργού των Οικονομικών.
5. Απαιτήσεις του Δημοσίου περί καταβολής αποζημιώσεων χρήσεως επί των ως άνω βακουφικών ακινήτων, μέχρι της εκδόσεως του οικείου μεταβιβαστικού τίτλου δεν αναζητούνται, τυχόν δε καταβληθείσαιτοιαύται μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος, δεν αποδίδονται”.

Άρθρον 6

1. Ανταλλάξιμα κτήματα άνευ κατόχου ή περιερχόμενα εις την ελευθέραν διαχείρισιν της ΥΔΑΜΚ μετά την εκπνοήν της δια των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 4 του παρόντος τασσομένης προθεσμίας, παραχωρούνται δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της αρμοδίας Επιτροπής ΔΑΠ, τα μεν αγροτικά εις απόρους ακτήμονας αγρότας διαμένοντας μονίμως εις την περιοχήν ένθα κείνται τάυτα, κατ` έκτασινίσην προς την οριζομένην δια του άρθρ. 26 του Αγροτικού Κώδικος, του τιμήματος οριζομένου και καταβαλομένου, συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.Δ. 547/1970, τα δε αστικά εις αναποκαταστάτους απόρους πρόσφυγας ή απόρους αστέγους κατοίκους της πόλεως ή χωρίου ένθα ταύτα κείνται, του τιμήματος οριζομένου και καταβαλλομένου συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 4 του ιδίου Ν.Δ/τος.

2. Εν περιπτώσει μη υπάρξεως απόρων ακτημόνων αγροτών ή αναποκαταστάτων απόρων προσφύγων ή απόρων αστέγων κατοίκων δια την κατά προτεραιότητα προς αυτούς παραχώρησιν των εν τη προηγουμένη παραγράφω κτημάτων, ταύτα πωλούνται δια δημοπρασίας, της οποίας ελάχιστον όριον εκκινήσεως ορίζεται δια μεν τα αγροτικά ίσον προς το 70% δια δε τα αστικά ίσον προς το 80% της αξίας αυτών. Το τίμημα εξοφλείται κατά τας διατάξεις της παραγρ. 3 του άρθρου 7 του Ν.Δ. 547/1970 επί επιτοκίω 6% δια τα αστικά κτήματα και 3% δια τα αγροτικά τοιαύτα.

3. Δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της αρμοδίας Επιτροπής ΔΑΠ δύνανται να διατεθούν εις Κρατικάς Υπηρεσίας, Δημοσίας Επιχειρήσεις, Δήμους ή Κοινότητας, Κοινωφελή Ιδρύματα, Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου ως και εις ιδιώτας ανταλλάξιμα κτήματα δημοπρατηθένταδίς και μη κατακυρωθέντα δι` οιονδήποτε λόγον. Το τίμημα των κτημάτων τούτων καθορίζεται δια μεν τα αγροτικά εις 40% της κατά τον χρόνον της εκποιήσεως αξίας αυτών, εξοφλητέον εις τεσσαράκοντα ίσας εξαμηνιαίας τοκοχρεωλυτικάς δόσεις επί επιτοκίω 2%, δια δε τα αστικά εις το 70% ταύτης εξοφλητέον εις τριάκοντα (30) ίσας εξαμηνιαίας τοκοχρεωλυτικάς δόσεις επί επιτοκίω 4%.

4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 4 του Ν.Δ. 547/1970 αντικαθίσταται ως ακολούθως: “Επιτρέπεται η διάθεσις ανταλλαξίμων ακινήτων προς το Δημόσιον, τους Δήμους και τας Κοινότητας, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, τα Κοινωφελή Ιδρύματα και τα Προσφυγικά Σωματεία Μ. Ασίας, Πόντου και Ανατολικής Θράκης, δια την παρ` αυτών εγκατάστασιν και λειτουργίαν κέντρων αθλοπαιδιών, γυμναστηρίων, ως και δια την ανέγερσιν παρ` αυτών, κτιρίων προς εκπλήρωσιν πολιτιστικών, μορφωτικών και κοινωνικών σκοπών. Η διάθεσις γίνεται δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της αρμοδίας Επιτροπής ΔΑΠ. Το τίμημα των ούτω διατιθεμένων ανταλλαξίμων ακινήτων ορίζεται εις το ήμισυ της αξίας αυτών, είναι δε καταβλητέον εις δέκα (10) ίσας εξαμηνιαίας ατόκους δόσεις”.

5. Επιτρέπεται η δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην της οικείας Επιτροπής ΔΑΠ, παραχώρησις εις το Ταμείον Εθνικής Αμύνης Ανταλλαξίμων Κτημάτων, επί τη καταβολή της τρεχούσης αξίας τούτων. Το τίμημα των ούτω παραχωρουμένων ανταλλαξίμων ακινήτων καθορίζεται, μετά γνώμην του αρμοδίου, κατά τας κειμένας διατάξεις, οργάνου, δια της αυτής ως άνω αποφάσεως, είναι δε καταβλητέον εις δέκα (10) ίσας εξαμηνιαίας ατόκους δόσεις.

Άρθρον 7

1. Τα εις την ανταλλάξιμον περιουσίαν ανήκοντα κατά πλήρη κυριότητα δάση του άρθρου 1 του εν ισχύι Δασικού Κώδικος, λατομεία, μεταλλεία, ή έτερα ειδικής φύσεως κτήματα εξαιρέσει των ακινήτων των παραγρ. 1 και 3 άρθρον 4 του Ν.Δ. 547/1970, παραχωρούνται προς τάςαρμοδίας κατά περίπτωσινΚρατικάς Υπηρεσίας ή Δημοσίας Επιχειρήσεις ή Ιδρύματα ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της αρμοδίας Επιτροπής ΔΑΠ.

2. Προκειμένου να καθορισθή το τίμημα των ως άνω ειδικής φύσεως ανταλλαξίμων κτημάτων, εις την αρμοδίανΕπιτροπήν ΔΑΠ συμμετέχει υποχρεωτικώς ως μέλος και ο αρμόδιος κατά περίπτωσιν Προϊστάμενος Υπηρεσίας της περιφερείας ένθα ταύτα κείνται.

3. Το καθορισθέν τίμημα καταβάλλεται εις δέκα (10) ατόκους ίσας ετησίας δόσεις, της πρώτης καταβαλλομένης εντός έτους από της υπογραφής του οικείου πρωτοκόλλου παραδόσεως του κτήματος.

4. Αμα τη υπογραφή του πρωτοκόλλου παραδόσεως, η προς ην παραχωρείται το κτήμα Υπηρεσία, υποχρεούται να μεριμνήση δια την εγγραφήν σχετικής πιστώσεως, επί τω τέλει εμπροθέσμοπυ καταβολής των δόσεων.

Άρθρον 8

1. Οι ανεγείραντες πολυωρόφους οικοδομάς επί ανταλλαξίμων κτημάτων υποχρεούνται όπως, εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της επί αποδείξει ειδοποιήσεως του αρμοδίου Γραφείου ΔΑΠ υποβάλωσιν αιτήσεις εξαγοράς των ακινήτων τούτων. Παρερχομένης απράκτου της προθεσμίας ταύτης, η Επιτροπή ΔΑΠ προτάσει του αρμοδίου Γραφείου ΔΑΠ, θα προέρχεται οίκοθεν εις τον εις βάρος των υποχρέωνκαθορισμόν της αξίας του οικοπέδου όπερ θα βεβαιούται εις το Δημόσιον Ταμείον προς είσπραξίν του κατά τας διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. Μετά την ολοσχερή εξόφλησιν του βεβαιωθέντος εις το Δημόσιον Ταμείον ποσού παρά του ανεγείραντος, εκδίδεται η περί μεταβιβάσεως της κυριότητος επί του εδάφους απόφασις του Υπουργού των Οικονομικών.

2. Πρωθυπουργικαί ή Υπουργικαί αποφάσεις επιβάλλουσαι περιορισμούς εν σχέσει προς την εκποίησιν ή παραχώρησιν κτημάτων του Δημοσίου, ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, δεν έχουσινεφαρμογήν επί των ανταλλαξίμων κτημάτων.

3. Παραμεθόρια ανταλλάξιμα αγροτικά κτήματα των περιοχών Μακεδονίας και Θράκης, εκτάσεως μέχρις είκοσι (20) στρεμμάτων και αξίας ουχί μείζονος των τριών χιλιάδων (3.000) δραχμών κατά στρέμμα, δύνανταιναπαραχωρηθώσιν άνευ ανταλλάγματος, δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της αρμοδίας Επιτροπής ΔΑΠ, εις αγρότας ακτήμονας κατόχους αυτών υπό την αίρεσιν της παρ` αυτών ή των καθολικών αυτών διαδόχων και επί μίαν συνεχή δεκαετίαν από της παραχωρήσεως αυτοπροσώπουκαλλιεργείας των κτημάτων τούτων, πιστοποιουμένης παρά των αρμοδίων Υπηρεσιών Αγροφυλακής. Μη πληρουμένης της αιρέσεως ταύτα επανέρχονται αυτοδικαίως εις την κυριότητα της Υ.Δ.Α.Μ.Κ.

4. Ανταλλάξιμα κτήματα διαβρωθέντα υπό των χειμάρρων ή ποταμών, παραχωρούνται άνευ ανταλλάγματος εις την Διεύθυνσιν Δημοσίων Κτημάτων της Γενικής Διευθύνσεως Φορολογίας, κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών μετά γνώμην της αρμοδίας Επιτροπής ΔΑΠ.

5. Εις το τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του Ν.Δ. 3713/1957 “περί μέτρων αφορώντων εις την επιτάχυνσιν της ρευστοποιήσεως κ.λ.π.” προστίθεται η ακόλουθος διάταξις: “Εις περίπτωσιν καθ` ην τα υποδειχθέντα προς κατάληψιν κτήματα είναι αγροτικά άνευ κατόχου, ο δε υποδεικνύων ταύτα τυγχάνει αποδεδειγμένως ακτήμων, δύναται να ζητήση αντί της ως άνω αμοιβής την απ` ευθείας εξαγοράν και μέχρις ενός βιωσίμου κλήρου κατά τας διατάξεις του αγροτικού Κώδικος εκτάσεως εκ των υποδειχθέντων κτημάτων, αντί τιμήματος ίσου προς το 33% της τρεχούσης κατά τον χρόνον τη εκποιήσεως αξίας αυτής απηλλαγμένου του κατά τας κειμένας διατάξεις τέλους Εποικισμού. Επί περιπτώσεως ταύτης έχουσινεφαρμογήν αι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 του παρόντος Νόμου. Ομοίως, εις ην περίπτωσιν ο υποδεικνύων προς κατάληψιν αστικά άνευ κατόχου κτήματα, είναι αποδεδειγμένως αναποκατάστατος πρόσφυξ ή άστεγος, δύναται να ζητήση αντί αμοιβής την απ` ευθείας εξαγοράν ενός αρτίου κατά το σχέδιον της πόλεως οικοπέδου, αντί τιμήματος ίσου προς το 60% της κατά τον χρόνον της εκποιήσεως αξίας αυτού. Εφ` όσον ο υποδεικνύων δεν έχει την ιδιότητα του αναποκαταστάτουπρόσφυγος ή αστέγου, δύναται να ζητήση αντί αμοιβής την απ` ευθείας εξαγοράν ενός αρτίου κατά το σχέδιον πόλεως οικοπέδου, αντί τιμήματος ίσου προς τα 90% της αξίας αυτού”.

6. Η προθεσμία των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 10 του Ν.Δ. 3713/ 1957, ως αύτη παρετάθη δια της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του Ν.Δ. 547/70 παρατείνεται αφ` ης έληξε και επί εν έτος από της ισχύος του παρόντος.

7. Η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 12 του Ν.Δ. 3713/1957 “ως αύτη παρετάθη διά της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του Ν.Δ. 547/1970” παρατείνεται αφ` ης έληξε και επί εν έτος από της ισχύος του παρόντος.

Άρθρον 9

1. Εις τους εξοφλούντας τοις μετρητοίς και κατά την υπογραφήν του παραχωρητηρίου ολόκληρον το καθορισθέν τίμημα παρέχεται έκπτωσις 30%. Ομοίως έκπτωσις 20% παρέχεται προς πάντας τους οφειλέτας τιμήματος, ανεξαρτήτως, του τρόπου εκποιήσεως του κτήματος, οποτεδήποτε μη βεβαιωθέν υπόλοιπον τιμήματος, εφ` όσον τούτο ήθελε καταβληθή τοις μετρητοίς. Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου δεν έχουσινεφαρμογήν επί βακουφικών κτημάτων.

2. Δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, εκδιδομένης μετά γνώμην του “Γνωμοδοτικού Συμβουλίου επί απαιτήσεων κατά της ανταλλαξίμου περιουσίας” επιτρέπεται η μείωσις των καθοριζομένων παρά των Επιτροπων ΔΑΠ, τιμημάτων μεταβιβαζομένων ανταλλαξίμων ακινήτων, μέχρι ποσοστού δέκα πέντε επί τοις εκατόν. Η διάταξις του εδαφίου β` του άρθρου 14 του Ν.Δ. 547/70 καταργείται.

Άρθρον 10

1. Δύναται δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών να συνιστώνται πλείονα του ενός Τμήματα του κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 6 του από 29.9.1939 Β.Δ. “περί οργανώσεως της ΥΔΑΜΚ” Γνωμοδοτικού Συμβουλίου επί απαιτήσεως κατά της ανταλλαξίμου περιουσίας υπό την δια της υπ` αριθ. Δ.6741/24.6.1967 (ΦΕΚ 429/1967 τ. Β`) αποφάσεως του Αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως και του Υπουργού των Οικονομικών οριζομένηνσύνθεσιν. Παρ` εκάστω Τμήματι ορίζονται μέχρι τρείς (3) Εισηγηταί επί βαθμώ 7ω-4ω και δύο (2) Γραμματείς επί βαθμώ 9-6ω εκ των υπαλλήλων της Δ/ νσεως Ανταλλαξίμων κατά προτίμησιν.

2. Αιτήσεις περί αναγνωρίσεως δικαιώματος κυριότητος επί ανταλλαξίμων κτημάτων, μη κριθείσαι κατ` ουσίαν, δύνανται να υποβληθώσι προς το ΓνωμοδοτικόνΣυμβούλιον εντός ετησίας ανατρεπτικής προθεσμίας από της ισχύος του παρόντος.

3. Ωσαύτως, δύνανται να υποβληθώσι προς το ΓνωμοδοτικόνΣυμβούλιον αιτήσεις αναθεωρήσεως κατ` απορριπτικών αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, εντός εξαμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της ισχύος του παρόντος.

4. Εις την Επιτροπήν Δ.Α.Π. συμμετέχει ως μέλος και εις πρόσφυξ εκ των υποδεικνυομένων υπό των κατά τόπους Προσφυγικών Ενώσεων ή Συλλόγων ή Σωματείων.

Άρθρον 11

1. Προς αντιμετώπισιν των, ως εκ της εφαρμογής του παρόντος, αναγκών της υπηρεσίας εις τεχνικόνπροσωπικόν, επιτρέπεται η πρόσληψις επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου τριετούς διαρκείας δυναμένης να παραταθή επί δύο (2) εισέτι έτη, μέχρις είκοσι (20) τεχνικών υπαλλήλων, εξ ων τρείς (3) επί αποδοχαίς 2ου ή 3ου βαθμού και δέκα επτά (17) επί αποδοχαίς 6ου-4ου βαθμού, ως και ενός (1) διερμηνέως της παλαιάς τουρκικής γραφής, επί αποδοχαίς 4ου βαθμού.

2. Τα απαιτούμενα προσόντα ως και πάσα ετέρα λεπτομέρεια δια την πρόσληψιν του ανωτέρω επί συμβάσει προσωπικού, καθορισθήσονται δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών.

3. Μετά την κατά το άρθρον 6 του παρόντος Νόμου παραχώρησιν των ανταλλαξίμων δασών εις το Υπουργείον Γεωργίας, οι υπηρετούντες παρά τη ΥΔΑΜΚ επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου δασοφύλακες προσλαμβάνονται υπό του Υπουργείου Γεωργίας επί τη αυτή σχέσει.

Άρθρον 12

1. Η δικηγορική αμοιβή δια παρασχεθείσας υπηρεσίας επί υποθέσεων του παρόντος Νόμου, καθ` όλα τα στάδια από της αναλήψεως των υποθέσεων τούτων μέχρι της εκδόσεως της περί παραχωρήσεως του ανταλλαξίμου ακινήτου αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, συμπεριλαμβανομένων και όλων των εξόδων εν γένει, δεν δύναται να υπερβαίνηποσοστόν 5% της δια της αυτής υπουργικής αποφάσεως καθορισθείσης ως καταβλητέας αξίας του ακινήτου. Εν περιπτώσει διαδοχικής απασχολήσεως πλειόνων δικηγόρων επιμερίζεται μεταξύ τούτων η ως άνω αμοιβή, κατά λόγον της σπουδαιότητος των παρ` εκάστου παρασχεθεισών υπηρεσιών.

2. Η κατά την παράγρ. 1 του παρόντος άρθρου καθοριζομένη αμοιβή προκειμένου περί υποθέσεων πλειόνων των είκοσι (20) αναλαμβανομένων υπό του αυτού δικηγόρου, δεν δύναται να είναι ανωτέρα του 2.5% της καθορισθείσης υπό της ΥΑΔΜΚ αξίας του ακινήτου.

3. Αμοιβαί κατά την διαδικαστικήνπράξινελαττούνται εις το ήμισυ, το δε σύνολον των καθ` έκαστα αμοιβών δι` όλας εν γένει τας πράξεις διαδικασίας συμπεριλαμβανομένων και όλων των εξόδων εν γένει, δεν δύναται να υπερβή το υπό της παραγράφου 1 καθοριζόμενον ποσοστόν.

4. Επί των υποθέσεων του παρόντος Νόμου δεν έχουσινεφαρμογήν τα βάσει του άρθρου 1 του Ν.Δ. 3790/57 εκδοθένταΒ.Διατάγματα και Υπουργικαί αποφάσεις.

5. Συμφωνίαισυναφθείσαι ή συναπτόμεναι μετά την ισχύν του παρόντος δι` ων συνομολογείται αμοιβή μεγαλυτέρα της κατά τα προηγούμενα εδάφια επιτρεπομένης, είναι άκυροι ως προς το επί πλέον.

Άρθρον 13
Μετά πέντε (5) έτη από της ισχύος του παρόντος, η διοίκησις και διαχείρισις της ανταλλαξίμου περιουσίας ασκείται κατά τας περί δημοσίων κτημάτων κειμένας διατάξεις, το δε εκ της διαχειρίσεως αυτής προϊόν αποτελεί δημόσιον έσοδον, του Υπουργείου Οικονομικών, υποχρεουμένου όπως ενισχύη εκ των πιστώσεων του τακτικού προϋπολογισμού το πρόγραμμα αποκαταστάσεως των αστών προσφύγων μέχρι της ολοσχερούς στεγάσεως αυτών.

Άρθρον 14
Δια Προεδρικού Διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού των Οικονομικών, επιτρέπεται η κωδικοποίησις εις ενιαίον κείμενον νόμου των περί διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας διατάξεων, μεταβαλλομένης της σειράς των άρθρων και παραγράφων.

Άρθρον 15

1. Πάσα γενική ή ειδική διάταξις της κειμένης περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας νομοθεσίας αντίθετος προς τας διατάξεις του παρόντος καταργείται.

2. Δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως καθορίζονται αι λεπτομέρειαι εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

Άρθρον 16
Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Ο παρών νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ΄ Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.

Εν Αθήναις τη 16 Ιουνίου 1976

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ