Νόμος 332 ΦΕΚ Α΄130/31.5.1976
Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων: α)του Ν.Δ/τος 1238/1972 “περί της διαδικασίας κηρύξεως ως αζητήτων, εγκαταλειπομένων αυτοκινήτων και περιελεύσεως αυτών εις την κυριότητα του Δημοσίου, ως και της παραδόσεως εις ελευθέρανχρήσιν οχημάτων των τουριστών” και β)του Νόμου 1165/1918 “περί Τελωνειακού Κώδικος”, ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθημεταγενεστέρως.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής, απεφασίσαμε

Άρθρον 1
Το άρθρον 2 του Ν. Δ/τος 1238/1972 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
“Άρθρον 2
1. Αυτοκίνητα εισαχθέντα προσωρινώς υπό το καθεστώς της ελευθέρας χρήσεως και τελούντα εν ακινητοποιήσει υπό την παραφυλακήν ή την παρακολούθησιν της Τελωνειακής Αρχής εντός ή εκτός των χώρων αυτής, κυρύσσονται αζήτητα άμα τη παρελεύσει της νομίμου προς επανεξαγωγήν προθεσμίας δια πρωτοκόλλου συντασσομένου αυθημερόν.
2. Τα κατά την προηγουμένηνπαράγραφον αυτοκίνητα, μετά παρέλευσιν μηνός, από της κυρήξεως αυτών ως αζητήτων, περιέρχονται αυτοδικαίως εις την κυριότητα του Δημοσίου, συντασσομένης περί τούτου σχετικής πράξεως επί του οικείου πρωτοκόλλου αζητήτων”.

Άρθρον 2
Το άρθρον 3 του αυτού ως άνω Ν. Δ/τος 1238/1972 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
“Άρθρον 3
1. Αυτοκίνητα μη τελούντα κατά τον χρόνον λήξεως της ελευθέρας αυτών χρήσεως υπό την παραφυλακήν ή την παρακολούθησιν της Τελωνειακής Αρχής, εντός ή εκτός των χώρων αυτής και εγκαταλειπόμενα υπό των δικαιούχων ή ετέρων κατόχων των, άνευ ειδιοποιήσεως αυτής, εφ` όσον ήθελενευρεθή μετά παρέλευσιν μηνός από της λήξεως του χρόνου της ελευθέρας αυτών χρήσεως, περιέρχονται αυτοδικαίως από της ανευρέσεώς των, εις την κυριότητα του Δημοσίου, συντασσομένης αυθημερόν της οικείας πράξεως.
2. Εις την περίπτωσιν της προηγουμένης παραγράφου, εφ` όσον τα αυτοκίνητα ήθελονευρεθή προ της παρελεύσεως μηνός από της λήξεως του χρόνου της ελευθέρας αυτών χρήσεως κηρύσσονται αζήτητα από της ανευρέσεώς των, συντασσομένων αυθημερόν της οικείας εκθέσεως και του πρωτοκόλλου αζητήτων.
3. Τα κατά την προηγουμένηνπαράγραφον αυτοκίνητα περιέχονται αυτοδικαίως εις την κυριότητα του Δημοσίου, άμα τη συμπληρώσει μηνός από της λήξεως του χρόνου της ελευθέρας αυτών χρήσεως, συντασσομένης αυθημερόν περί τούτου σχετικής πράξεως επί του οικείου πρωτοκόλλου αζητήτων”.

Άρθρον 3

1. Εις το άρθρον 39 του Νόμου 1165/1918, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθημεταγενεστέρως, προστίθεται παράγραφος 2 έχουσα ούτω:
“Άρθρον 39
2. Προκειμένου περί αυτοκινήτων οχημάτων, η κατά την παράγραφον 1 προθεσμία ορίζεται αδιακρίτως εις τεσσαράκοντα πέντε ημέρας”.

2. Αι μέχρι τούδε παράγραφοι 2, 3, 4 και 5 αριθμούνται ως 3, 4, 5 και 6 τοιαύται.

Άρθρον 4
Εις το άρθρον 44 του αυτού ως άνω Νόμου 1165/1918 προστίθεται παράγραφος 6, έχουσα ούτω:
“Άρθρον 44
6. Τα κατά την παρ. 2 του άρθρου 39 του παρόντος νόμου κηρυχθέντα ως αζήτητα αυτοκίνητα οχήματα, εφ` όσον ουδείς παρουσιάσθη εντός ενός μηνός προς παραλαβήν των, περιέχονται αυτοδικαίως εις την κυριότητα του Δημοσίου, συντασσομένης αυθημερόν περί τούτου σχετικής πράξεως επί του οικείου πρωτοκόλλου αζητήτων. Επί των ως άνω αυτοκινήτων οχημάτων αι διατάξεις των άρθρων 40, 41, 42 και 43 του παρόντος νόμου δεν έχουν εφαρμογήν”.

Άρθρον 5
Εις το άρθρον 120 του αυτού ως άνω νόμου 1165/18 προστίθεται παράγραφος 4, έχουσα ούτω:
“Άρθρον 120
4. Προκειμένου περί κατασχεθέντων αυτοκινήτων εις την περίπτωσιν της προηγουμένης παραγράφου, η κυριότης τούτων περιέρχεται εις το Δημόσιον άμα τη δημοσιεύσει της καταδικαστικής αποφάσεως του δικάσαντος εις πρώτον βαθμόν την λαθρεμπορίαν ποινικού δικαστηρίου. Εν περιπτώσει ασκήσεως και αποδοχής ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως ταύτης και εξαφανίσεως αύτης, διότι δεν απεδείχθη η τέλεσις λαθρεμπορίας, η ευθύνη του Δημοσίου περιορίζεται εις απόδοσιν της κυριότητος ή, εφ` όσον τούτο δεν καθίσταται εφικτόν, εις την καταβολήν αποζημιώσεως ίσης προς την τιμήν κοστολογήσεως του Ο.Δ.Δ.Υ. (Οργανισμού Διαχειρήσεως Δημοσίου Υλικού) ή εις απόδοσιν του επιτευχθέντος εκπλειστηριάσματος”.

Άρθρον 6
Αι παράγραφοι 2, 4 και 5 του άρθρου 122 του αυτού ως άνω νόμου 1165/1918 αντικαθίστανται ως ακολούθως:
“Άρθρον 122
2. Εάν ο κατηγορούμενος δεν συνελήφθη επ` αυτοφώρω ή εάν δι` οιονδήποτε λόγον δεν κατέστη εφικτή ή άμεσος εις το ακροατήριον εισαγωγή της υποθέσεως, κατά το άρθρον 115 του παρόντος νόμου ή εάν παρίσταται ανάγκη ανακρίσεως προς βεβαίωσιν της συμμετοχής και άλλων συναιτίων ή της εκτελέσεως συναφών αδικημάτων, ο Εισαγγελεύς απευθύνεται εις τον ανακριτήν, όστις υποχρεούται όπως περατώση την ανάκρισιν εντός τεσσαράκοντα πέντε ημερών από της εις αυτόν περιελεύσεως της σχετικής δικογραφίας.
4. Περατωθείσης της ανακρίσεως, δύναται ο Εισαγγελεύς, συμφωνούντος του ανακριτού, να παραπέμψη τον κατηγορούμενον δι` απ` ευθείας κλήσεως εις το ακροατήριον. Κατά της τοιαύτης κλήσεως συγχωρείται εις τον κατηγορούμενον προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών κατά τας διατάξεις του άρθρου 322 παρ. 1 και 2 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας εφαρμοζομένας και εν προκειμένω. Ο Εισαγγελεύς Εφετών εν παραδοχή της προσφυγής δύναται να διατάξη είτε την συμπλήρωσιν της ανακρίσεως, ότε αύτη δέον να περατωθή εντός της δια της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου τασσομένη προθεσμίας, είτε την υποβολήν τη υποθέσεως εις το συμβούλιον, ότε τούτο δέον όπως αποφανθή περί της παραπομπής ή μη του κατηγορουμένου εις το ακροατήριονεντο δέκα (10) ημερών από της εις αυτό περιελεύσεως της δικογραφίας μετά της επ` αυτής εισαγγελικής προτάσεως.
5. Αποφανθέντος του συμβουλίου ότι δεν υπάρχει αφορμή προς κατηγορίαν, το βούλευμα εισάγεται εντός πέντε (5) ημερών από της εκδόσεώς του υπό του παρ` Εφέταις Εισαγγελέως προς επικύρωσιν ή μεταρρύθμισιν εις το Συμβούλιον των Εφετών, όπερ οφείλει να αποφανθή εντός ετέρων πέντε (5) ημερών κατά τα εις τα άρθρα 318 και επ. του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας οριζόμενα. Η εις το ακροατήριον εισαγωγή της υποθέσεως δέον να γίνεται εντός προθεσμίας δέκα πέντε (15) ημερών το βραδύτερον από της παρελεύσεως των προς άσκησιν εφέσεως ή αναιρέσεως προθεσμιών. Το δικαστήριον κατά πάσαν περίπτωσιν δύναται ν` αναλάβη την συζήτησιν της υποθέσεως δια κρείσσονας αποδείξεις εις ρητήνδικάσιμον μη απέχουσανπερισσότερον των δέκα πέντε (15) ημερών από της αρχικώς ορισθείσης ημέρας συζητήσεως”.

Άρθρον 7
Καταργείται πάσα ετέρα διάταξις αντικείμενη εις τας διατάξεις του παρόντος ή ρυθμίζουσα άλλως θέματα διεπόμενα υπ` αυτού.

Άρθρον 8
Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Ο παρών νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ΄ Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.

Εν Αθήναις τη 27 Μαΐου 1976

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ