Νόμος 321 ΦΕΚ Α΄112/12.5.1976
Περί κυρώσεως της νομοθετικού περιεχομένου πράξεως “περί καθορισμού νέας βάσεως υπολογισμού και αναπροσαρμογής των συντάξεων του ΙΚΑ, ως και των υπό του ΟΓΑ, του ΤΕΒΕ και του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων καταβαλλομένων συντάξεων”.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής, απεφασίσαμε

Άρθρον πρώτον
Άρθρον 1.
Κυρούται και ισχύει αφ` ης εδημοσιεύθη εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 21/4.2.1976 τ.Α`) η νομοθετικού περιεχομένου πράξις “περί καθορισμού νέας βάσεως υπολογισμού και αναπροσαρμογής των συντάξεως του ΙΚΑ ως και αυξήσεως των υπό του ΟΓΑ, του ΤΕΒΕ και του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων καταβαλλομένων συντάξεων”, εκδοθείσα κατ` εφαρμογήν του άρθρου 44 παρ. 1 του Συντάγματος, λόγω εξαιρετικής επειγούσης και απροβλέπτου ανάγκης, της οποίας το περιεχόμενον έχει ούτω:
ΠΡΑΞΙΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Περί καθορισμού νέας βάσεως υπολογισμού και αναπροσαρμογής των συντάξεων του ΙΚΑ, ως και αυξήσεως των υπό του ΟΓΑ, ΤΕΒΕ και του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων καταβαλλομένων συντάξεων.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εχοντες υπ` όψει:
1. Το άρθρον 43 παρ. 1 του Συντάγματος.
2. Τη άμεσον, εξαιρετικήν και εκ των πραγμάτων προκύψασαναπρόβλεπτον ανάγκην της παραχρήμα θετικής και προσφόρου αναπροσαρμογής από 1ης Ιανουαρίου 1976 των υπό του ΙΚΑ καταβαλλομένων εις τους ήδη συνταξιούχους αυτού συντάξεων, βάσει κανόνων επιτρεπόντων την αναπροσαρμογήν ταύτην, ως και αυξήσεως από της χρονολογίας των συντάξεων των καταβαλλομένων υπό του ΟΓΑ, του ΤΕΒΕ και του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων.
Αποφασίζομεν
Άρθρον 1.
Βάσις υπολογισμού χρηματικών παροχών.
Το άρθρον 37 του Α.Ν. 1846/1951 ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη υπό του άρθρου 13 του Ν. 4476/1965 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
1. Δια τον υπολογισμόν των πάσης φύσεως εις χρήμα παροχών του ΙΚΑ το ύψος των οποίων εξαρτάται εκ του υποκειμένου εις ασφαλιστικήνεισφοράν μισθού, οι ησφαλισμένοι κατατάσσονται εις τας κατωτέρω ασφαλιστικάς Κλάσεις:
Ημερ.μισθ. Ασφαλ. Τεκμαρ.ημερ. εκ δραχμ. Κλάσις εκ δραχμ. από μέχρι 0 84 Ι 80 85,05 105 ΙΙ 100 105,05 130 ΙΙΙ 125 130,05 160 ΙV 150 160,05 190 V 180 190,05 220 VI 210 220,05 250 VII 240 250,05 280 VIII 270 280,05 310 IX 300 310,05 340 X 330 340,05 380 XI 360 380,05 420 XII 400 420,05 460 XIII 440 460,05 500 XIV 480 500,05 και άνω XV 520
“2. Δια τον υπολογισμόν των συντάξεων λαμβάνεται ως βάσις εις πάσαν περίπτωσιν το εκάστοτε ισχύον: τεκμαρτόνημερομίσθιον της ασφαλιστικής κλάσεως, εις την κατατάσσεται ο ησφαλισμένος, βάσει του πηλίκου του προκύπτοντος εκ της διαιρέσεως του συνόλου των πραγματικών του αποδοχών, μετά των δώρων εορτών, των ληφθεισών κατά τα δύο ημερολογιακά έτη τα αμέσως προηγούμενα εκείνου καθ` ο υπεβλήθη η αίτησις περί συνταξιοδοτήσεως, δια του αριθμού τών ημερών εργασίας, διάςυπέχη εις την ασφάλισιν εντός της διετίας ταύτης. Αποδοχαί πέραν του τεκμαρτού ημερομισθίου της ανωτάτης ασφαλιστικής κλάσεως της ισχυούσης κατά την καταβολήν των εισφορών, εντός της ανωτέρω διετίας, δέν λαμβάνονται υπ` όψει. Εάν ο ησφαλισμένος δεν επραγματοποίησεν εντός των ανωτέρω δύο ημερολογιακών ετών τετρακοσίας τουλάχιστον ημέρας εργασίας, διά την εξεύρεσιν του τεκμαρτού ημερομισθίου της κλάσεως υπολογισμού, λαμβάνονται υπ` όψει και αι αποδοχαί ημερών εργασίας της αμέσως προγενεστέρας χρονικής περιόδου μέχρι συμπληρώσεως συνολικώς τετρακοσίων ημερών εργασίας. Αυξήσεις αποδοχών του ησφαλισμένου κατ` ανωτέρω διετίαν, ή κατά την διάρκειαν των ως άνω 400 ημερομισθίων, υπερβαίνουσα το κατά το αυτό χρονικόν διάστημα ποσοστόν αυξήσεως του κατωτάτου ημερομισθίου ανειδικεύτου εργάτου, προσηυξημένου κατά 6% δεν λαμβάνονται υπ` όψει διά τον, κατά τα ανωτέρω, υπολογισμόν των συντάξεων, εκτός εάν αι αποδοχαί αύται προβλέπονται υπό συλλογικών συμβάσεων εργασίας, κανονισμών ή διαιτητικών αποφάσεων ή καταβάλονται υπό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
Εάν εχώρησενανακαθορισμός των συντάξεων κατ`εφαρμογήν της παρ. 9 του άρθρου 29 του Α.Ν. 1846/1951, αποδοχαί, εμπίπτουσαι εις τον προ του ανακαθορισμούχρόνον λαμβάνονται υπ`όψειηυξημέναι κατά το ποσοστόν των ορίων των μισθών και τεκμαρτών ημερομισθίων.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  διά του άρθρου 3 του Ν. 825/1978 (Α` 189).
3. Δια τον υπολογισμόν του επιδόματος ασθενείας λαμβάνται υπ` οψιν το τεκμαρτόνημερομίσθιον της ασφαλιστικής κλάσεως της καθοριζομένης βάσει του μέσου όρου των κατά την προηγουμένηνπαράγραφον αποδοχών, των τριάκοντα τελευταίων ημερών εργασίας, εντός του αμέσως προηγουμένου της αναγγελίας της ανικανότητος ημερολογιακού έτους. Εάν η ανικανότης οφείλεται εις ατύχημα ή επαγγελματικήννόσον και δεν υπάρχουν ημερομίσθια κατά το περί ου ανωτέρω χρονικόν διάστημα, λαμβάνεται υπ` όψιν το τεκμαρτόνημερομίσθιον της ασφαλιστικής κλάσεως, εις ην κατατάσσεται ο ησφαλισμένος εν μεν της πρώτη περιπτώσει βάσει του ημερομισθίου της ημέρας του ατυχημάτος εν δε τη δευτέρα περιπτώσει, βάσει της τελευταίας ημέρας εργασίας.
4. Εντός εξαμήνου από της τελευταίας μετά την ισχύν της παρούσης αυξήσεως του κατωτάτου ημερομισθίου, άρρενος ανειδικεύτου εργάτου, εφ` άπαξ, ή σταδιακώς, κατά ποσοστόν 10% και άνω αθροιστικώς, δι` αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών εκδιδομένης μετά γνώμην του Δ.Σ. του ΙΚΑ και δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως αυξάνονται, από της εκδόσεώς της κατά ενιαίονποσοστόνκαθοριζομένον δια της αυτής αποφάσεως, τα όρια μισθών και τεκμαρτά ημερομίσθια των εν παραγράφω 1 ασφαλιστικών κλάσεων.
5. Δια τον καθορισμόν της βάσεως υπολογισμού των συντάξεων των απονομομένων κατά το χρονικόν διάστημα από της κατά την προηγουμένηνπαράγραφον αυξήσεως των ορίων των ασφαλιστικών κλάσεων και των τεκμαρτών ημερομισθίων, μέχρι και του κατά την παράγραφον 9 του άρθρου 29 ανακαθορισμού των συντάξεων, λαμβάνεται το τεκμαρτόνημερομίσθιον της οικείας ασφαλιστικής κλάσεως, ως τούτο ίσχυε προ της κατ` ανωτέρω αυξήσεως των ορίων των και των αντιστοιχούντων εις ταύτας τεκμαρτών ημερομισθίων.
6. Προς συμπλήρωσιν του εν παραγράφω 1 πίνακος τίθενται εν ισχύι αι κάτωθι ασφαλιστικαί κλάσεις: Ημερ. μισθός Ασφαλ. Τεκμ.ημερ. εκ δραχ. Κλάσις εκ δραχ. από μέχρι 540,05 580 XVI 560 580,05 620 XVII 600 620,05 660 XVIII 640 660,05 700 XIX 680 700,05 740 XX 720 740,05 780 XXI 760 780,05 και άνω ΧΧΙΙ 800 Αι κλάσεις XVI, XVII, XVIII, ισχύουν από της 1ης του μεθεπομένου μηνός της ενάρξεως ισχύος της παρούσης, αι δε κλάσεις ΧΙΧ, ΧΧ, ΧΧΙ και ΧΧΙΙ σταδιακώς εντός διετίας δι` αποφάσεως του Δ.Σ. το Ιδρύματος, εγκρινομένης παρά του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών και δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως. Εάν εν τω μεταξύ ηυξήθησαν κατ` εφαρμογήν των διατάξεων της παραγράφου 4, τα όρια και τα τεκμαρτά ημερομίσθια των εν παραγράφω 1 ασφαλιστικών κλάσεων, αι κατά τ` ανωτέρων προσιεθέμεναι κλάσεις τίθενται εν ισχύι αυξανομένων των ορίων των και των τεκμαρτών ημερομισθίων κατά το αυτό ποσοστόν. 7. Αι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 εφαρμόζονται αποκλειστικώς δια την χορήγησιν συντάξεως ή επιδόματος κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης μετά την έναρξιν ισχύος της παρούσης.
Άρθρον 2.
Ποσόν συντάξεων, προσαυξήσεις.
1. Οι πίνακες Α και Β της παραγράφου 1, του άρθρου 29 του Α.Ν. 1846/1951 ως αύτη αντικατεστάθη υπό της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 346/1974, τροποποιούνται και συμπληρούνται, ως ακολούθως:
ΠΙΝΑΞ Α`.
Ασφαλιστικαί Κλάσεις Ποσοστόν ΧΙΙ, ΧΙΙΙ, ΧΙV, XV και άνω 30%
ΠΙΝΑΞ Β`. Ασφαλ. Κλάσεις Ποσοστόν Δι` ημέρας εργασίας XII, XIII, XIV, 1% 3.300-7.799 XV και άνω 2,5% 7.800 και άνω Η ισχύς της παρούσης παραγράφου άρχεται από 1ης Ιανουαρίου 1976. 2. Εις το άρθρον 29 του Α.Ν. 1846/1951 προστίθεται παράγραφος 13, έχουσα ούτω: “13. Το κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου προκύπτοντελικόν ποσόν της απονεμητέας συντάξεως, στρογγυλεύεται εις ακεραίας δεκάδας, δραχμών των ποσών μέχρι μεν και πέντε δραχμών παραλειπομένων, των ανωτέρω και των πέντε λογιζομένων ως ακεραίας δεκάδας δραχμών”.
Άρθρον 3.
1. Το πρώτον εδάφιον της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του Α.Ν. 1846/1951, ως αντικατεστάθη υπό της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Ν.Δ. 4104/1960 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
“3. Το ποσόν της συντάξεως λόγω αναπηρίας ή γήρατος προσαυξάνεται δια την σύζυγον κατά δρχ. 450, εφ` όσον αύτη δεν ασκεί επάγγελμά τι ή δεν είναι συνταξιούχος ασφαλιστικού οργανισμού τη Ν.Π.Δ.Δ. ή του Δημοσίου”.
2. Αι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί των ήδη συνταξιοδοτουμένων, αφ` ου χρόνου θέλει ισχύσει ο ανακαθορισμός των συντάξεων, κατά τα εν άρθρω 7 οριζόμενα.
3. Από 1ης Ιανουαρίου 1976 ουδεμία μηνιαία σύνταξις μετά των προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών και απολύτου αναπηρίας καταβαλλομένη υπό του ΙΚΑ, δύναται να είναι μικροτέρα των δραχμών 2.500 δια τους συνταξιούχους λόγω γήρατος και αναπηρίας και των δραχμών 2.200 δια μέλη οικογενείας, επιφυλασσομένης πάντως και εν προκειμένω της εφαρμογής επί συντάξεων γήρατος και αναπηρίας των περί μειωμένων συντάξεων διατάξεων των παραγράφων 2, 5 και 14 του άρθρου 28 του Α.Ν. 1846/1951 ως αύται ετροποποιήθησανμεταγενεστέρως.
4. Από 1ης Ιανουαρίου 1976 το κατώτατονόριον των εν παραγράφω 7 του άρθρου 1 του Ν.Δ. 465/1970 δικαιούχων συντάξεως ή βοηθήματος ορίζεται εις δραχ. 2.000. 5. Η υπό του άρθρου 25 παράγραφος 1 του Α.Ν. 1846/1951 “περί κοινωνικών ασφαλίσεων” ως ετροποποιήθημεταγενεστέρως καθοριζομένη εις βάρος των ησφαλισμένων εισφορά δια τον κλάδον αναπηρίας, γήρατος, θανάτου, αυξάνεται κατά 0,50% οριζομένη εις 4,75% από της 1ης του μεθεπομένου μηνός της ισχύος της παρούσης. Η υπό του αυτού ως άνω άρθρου προβλεπομένη δια τον αυτόν κλάδον εισφοράς εις βάρος του εργοδότου αυξάνεται από της αυτής ημερομμηνίας κατά 1% οριζομένη εις 9,50%. Αναπροσαρμογή ποσού συντάξεων.
Άρθρον 4.
1. Η παράγραφος 9 του άρθρου 29 του Α.Ν. 1846/1951, ως αντικατεστάθη υπό της παραγράφου 1 του άρθρου 52 του Ν.δ. 2698/1953 αντικαθίσταται ως ακολούθως: “9. Από της 1ης του τετάρτου μηνός από της ενάρξεως ισχύος πάσης, κατά την παράγραφον 4 του άρθρου 37 του παρόντος, αυξήσεως των ορίων μισθών και τεκμαρτών ημερομισθίων των ασφαλιστικών κλάσεων, το ποσόν των συντάξεων των υπολογισθεισών βάσει των προ της αυξήσεως ισχυόντων τεκμαρτών ημερομισθίων ανακαθορίζεται, βάσει του διαμορφωθέντος νέου τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσεως εις την οποίαν ανήκει ο συνταξιούχος. Δύναται δι` αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετά γνώμην του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α., να ορίζηται η από καθοριζομένης ημερομηνίας έναρξις καταβολής της, εκ του ανακαθορισμού διαφοράς, εν όλω ή εν μέρει. Πάντως η καθοριζομένη ημερομηνία ενάρξεως καταβολής της εν λόγω διαφοράς, δεν δύναται να ορισθή πέραν της πρώτης του τρίτου από της εκδόσεως της αποφάσεως του μηνός”.
Άρθρον 5.
Συνταξιούχοι συγχωνευομένων Ταμείων.
1. Μετά πάσαν, εφεξής, αύξησιν των συντάξεων, δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 9 του άρθρου 29 του Α.Ν. 1846/1951, ως αύτη αντικαθίσταται υπό του άρθρου 4 της παρούσης, αι καταβαλλόμεναι συντάξεως εις συνταξιούχους συγχωνευθέντων εις το ΙΚΑ Ταμείων, ως προς τους οποίους του οικείου Ταμείου, χορηγηθεισών συντάξεων, αυξάνονται κατά ποσοστόν αυξήσεως των, κατά την παρ. 4 του άρθρου 37 Α.Ν. 1846/51, ως αντικαθίσταται δια του άρθρου 1 της παρούσης, ορίων των κλάσεων και των αντιστοιχούντων εις τούτας τεκμαρτών ημερομισθίων.
2. Αι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 56 του Α.Ν. 1846/51 εφαρμόζονται και επί των κατά την νομοθεσίαν του συγχωνευθέντος εις το ΙΚΑ Ταμείου Ασφαλίσεως Αρτεργατών, Μυλεργατών και Μακαρονοτεχνιτώνσυνταξιοδοτηθέντων, εφ` όσον πληρούν ούτοι κατά τον χρόνον ενάρξεως ισχύος της παρούσης τας υπό των διατάξεων τούτων οριζομένας προϋποθέσεις.
Η αναπροσαρμογή του ποσού της συντάξεώς των χωρεί συμφώνως προς τας διατάξεις της περί του ΙΚΑ νομοθεσίας, επί τεκμαρτού ημερομισθίου ασφαλιστικής κλάσεως καθορισθησομένης δι` αποφάσεως του Δ.Σ. του ΙΚΑ.
Άρθρον 6.
Παροχαί ασθενείας.
Το δεύτερον εδάφιον της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του Α.Ν. 1846/51, ως αντικατεστάθη υπό του άρθρου 3 του Ν.Δ. 346/1974, αντικαθίσταται ως ακολούθως: “Εν ουδεμία όμως περιπτώσει το ποσόν του ημερησίου επιδόματος μετά των προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών δύναται να είναι ανώτερον του εκάστοτε ισχύοντος τεκμαρτού ημερομισθίου της V ασφαλιστικής κλάσεως ουδέ του 70% του ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσεως βάσει της οποίας υπολογίζεται το επίδομα. Δια Προεδρικού Διατάγματος, εκδιδομένου τη προτάσει του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, κατά γνώμην του Δ.Σ. του ΙΚΑ, δύναται να ορίζεται ως ανώτατον ποσόν του ημερησίου επιδόματος μετά των προσαυξήσεων λόγω οικογενειακών βαρών τοιούτον τεκμαρτού ημερομισθίου ασφαλιστικής κλάσεως ανωτέρας της V τοιαύτης”.
Άρθρον 7.
Μεταβατικαί διατάξεις.
1. Εξαιρετικώς κατά την πρώτηνεφαρμογήν της παρούσης η κατά την παράγραφον 4 του άρθρου 37 του Α.Ν. 1846/1951 ως αντικαθίσταται δια του άρθρου 1 της παρούσης πράξεως αύξησις των ορίων μιθσών και των τεκμαρτών ημερομισθίων, των ασφαλιστικών κλάσεων, ενεργείται δι` αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, μετά γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΚΑ εκδιδομένης εντός τριμήνου από της δημοσιεύσεως της παρούσης. Δύναται δια της αυτής αποφάσεως να ορίζηται η έναρξις ισχύος του ανακαθορισμού των συντάξεων από χρόνου προγενεστέρου της εκδόσεώς της, πάντως ουχί προ της 1ης Ιανουαρίου 1976.
Άρθρον 8.
Από 1ης Ιανουαρίου 1965 τα υπό του άρθρου 5 του Ν. 4169/1961 “περί Γεωργικών Κοινωνικών Ασφαλίσεων” προβλεπόμενα ποσά μηνιαίων βασικών συντάξεων του ΟΓΑ, ως ταύτα διεμορφώθησαν δια του Ν.Δ/τος 219/1974 “περί αυξήσεως των μισθών των καταβαλλομένων υπό του Ο.Γ.Α. συντάξεων”, αυξάνονται ως ακολούθως:
α. Σύνταξις δραχμών 600 εις δραχμάς 800. β. Σύνταξις δραχμών 750 εις δραχμάς 1.000. γ. Σύνταξις δραχμών 900 εις δραχμάς 1.200.
Άρθρον 9.
Από 1ης Ιανουαρίου 1976 αι υπό του Ταμείου Ασφαλίσεως Επαγγελματικών και Βιοτεχνών της Ελλάδος καταβαλλόμεναι συντάξεις, ως αύται διεμορφώθησαν μετά την χορηγηθείσαναύξησιν δια του άρθρου 1 του υπ` αριθ. 424/1975 Ν.Δ/τος, ως και τα κατώτατα όρια αυτών, αυξάνονται κατά ποσοστόν δέκα επί τοις εκατόν (10%).
Άρθρον 10.
1. Από 1ης Ιανουαρίου 1976 αι υπό του Ταμείου Ασφαλίσεως Εμπόρων καταβαλλόμεναι συντάξεις, ως αύται ορίζονται υπό του άρθρου 5 του υπ` αριθ. 262/1975 Π.Δ/τος αυξάνονται κατά ποσοστόν δέκα επί τοις εκατόν (10%).
2. Από της αυτής ως ανω ημερομηνίας, ουδεμία μηνιαία σύνταξις, μετά της προσαυξήσεως λόγω απολύτου αναπηρίας καταβαλλομένη υπό του ΤΑΕ δύναται να είναι κατωτέρα των δραχμών δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) δια τους λόγω γήρατος και αναπηρίας και των δραχμών δύο χιλιάδων διακοσίων (2.200) δι` εκάστην συνταξιοδοτουμένην ομάδα μελών οικογενείας θανόντοςησφαλισμένου ή συνταξιούχου.
Άρθρον 11.
Η ισχύς της παρούσης ήτιςκυρωθήσεται νομοθετικώς κατά το άρθρον 44 παρ. 1 του Συντάγματος, άρχεται από της δημοσιεύσεώς της δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, πλην αν αλλως ορίζεται εν αυτή.

Άρθρον δεύτερον
Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεώς του δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

Ο παρών νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ΄ Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.

Εν Αθήναις τη 8 Μαΐου 1976

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ