Νόμος 265 ΦΕΚ Α΄36/17.2.1976
Περί της ευθύνης του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής, απεφασίσαμε

Άρθρον 1

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ευθύνεται διά πράξεις ή παραλείψεις αυτού μη σχετιζομένας πρός την άσκησιν των καθηκόντων του κατά τας διατάξεις του Ποινικού Κώδικος ή άλλων ειδικών ποινικών νόμων.

2. Η ποινική δίωξις επι των εν τη προηγουμένη παραγράφω περιπτώσεων αναστέλλεται υποχρεωτικώς μέχρι της καθ` οιονδήποτε τρόπον λήξεως της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Άρθρον 2

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ευθύνεται διά πράξεις αυτού σχετιζομένας πρός την άσκησιν των καθηκόντων του μόνον εφ` όσον αύται συνιστούν εσχάτην προδοσίαν ή εκ προθέσεως παραβίασιν του Συντάγματος.

2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαπράττει το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας οσάκις ούτος, χρησιμοποιών την ιδιότητα του ταύτην και τας εκ του Συντάγματος εμπεπιστευμένας αυτώ εξουσίας, κατέλυσεν ή μετέβαλεν ή αποπειράται να καταλύση ή μεταβάλη διά βίας το πολίτευμα της Χώρας.

3. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαπράττει το έγκλημα της εκ προθέσεως παραβιάσεως του Συντάγματος οσάκις υπό την ιδιότητα του ταύτην προβαίνη εκ προθέσεως εις έκδοσιν πράξεως ή εις άλλην ενέργειαν ή υποπίπτη εις παράλειψιν αντικειμένην εις επιτακτικήν διάταξιν του Συντάγματος, εκ των αναφερομένων εις τας υπό του Προέδρου της Δημοκρατίας ατομικώς και άνευ διακριτικής ευχερείας ασκουμένας αρμοδιότητας, συνεπεία της οποίας επήλθε σοβαρά διατάραξις της λειτουργίας του πολιτεύματος.

Άρθρον 3

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαπράττων το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας τιμωρείται δι` ισοβίου ή προσκαίρου καθείρξεως, εκπτώσεως εκ του αξιώματος του και ισοβίου ή προσκαίρου αποστερήσεως των πολιτικών του δικαιωμάτων.

2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαπράττων το έγκλημα της εκ προθέσεως παραβιάσεως του Συντάγματος τιμωρείται δι` εκπτώσεως εκ του αξιώματος του και αποστερήσεως των πολιτικών του δικαιωμάτων απο δύο μέχρι δέκα ετών.

Άρθρον 4

1. Η παραγραφή του εν άρθρω 2 παρ. 2 προβλεπομένου εγκλήματος ορίζεται διετής, η δε του εν άρθρω 2 παρ. 3 προβλεπομένου ενιαυσία.

2. Η προθεσμία της κατά την προηγουμένην παράγραφον παραγραφής αναστέλλεται εφ` όσον χρόνον διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι του αμετακλήτου της καταδικαστικής αποφάσεως, εν μεν τη περιπτώσει του άρθρου 2 παρ. 2 επί εν έτος, εν δε τη περιπτώσει του άρθρου 2 παρ. 3 επί έξ μήνας.

Άρθρον 5

1. Την ποινικήν δίωξιν κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας διά τα εν άρθρω 2 εγκλήματα ασκεί η Βουλή, δι` αποφάσεως της λαμβανομένης διά πλειοψηφίας των δύο τρίτων του συνόλου των μελών αυτής. Η δίωξις ενεργείται ενώπιον του κατά το άρθρον 86 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου.

2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον ποινική δίωξις ασκείται κατόπιν προτάσεως περί κατηγορίας και παραπομπής εις δίκην του Προέδρου της Δημοκρατίας.

3. Η πρότασις κατηγορίας είναι απαράδεκτος εάν δεν είναι υπογεγραμμένη υπό του ενός τρίτου τουλάχιστον του όλου αριθμού των μελών της Βουλής και εάν δεν ορίζη επακριβώς τας πράξεις ή παραλείψεις του Προέδρου της Δημοκρατίας επί των οποίων αύτη ερείδεται και δεν μνημονεύη την παραβιασθείσαν διάταξιν του Συντάγματος.

Άρθρον 6
Η κατά το προηγούμενον άρθρον πρότασις, άμα τη παραδόσει της εις τον Πρόεδρον της Βουλής ανακοινούται εις την Ολομέλειαν του Σώματος και γνωστοποιείται εις τον Πρόερον της Δημοκρατίας. Ακολούθως αύτη διανέμεται εις τους Βουλευτάς και εγγράφεται εντός δέκα πέντε ημερών από της εις τον Πρόεδρον της Βουλής παραδόσεώς της εις την Ημερησίαν Διάταξιν. Η πρότασις αύτη συζητείται κατά την σειράν εγγραφής της, εκτός εάν η βουλή κηρύξη ταύτην κατεπείγουσαν κατά το άρθρον 76 παρ. 1 του Κανονισμού της Βουλής και ορίση ετέραν ημέραν συζητήσεως.

Άρθρον 7

1. Η ενώπιον της Ολομέλειας της Βουλής συζήτησις περιορίζεται μόνον επί της λήψεως αποφάσεως περί διεξαγωγής ή μη προανακρίσεως. Κατά την συζήτησιν, δύναται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να παραστή και ακουσθή αυτοπροσώπως ή απαντήση εγγράφως επί της κατηγορίας, της απαντήσεως ταύτης αναγιγνωσκομένης πρός την Βουλήν υπό του Προέδρου ταύτης.

2. Η απόφασις λαμβάνεται διά μυστικής ψηφοφορίας και διά της πλειοψηφίας του άρθρου 67 του Συντάγματος.

Άρθρον 8

1. Εάν η Βουλή αποφασίση περί μη διεξαγωγής προανακρίσεως, η πρότασις κατηγορίας τίθεται εις το αρχείον, δεν δύναται δε να επαναληφθή.

2. Εάν η Βουλή αποφασίση περί διεξαγωγής προανακρίσεως, εκλέγει διά μυστικής ψηφοφορίας και άνευ συζητήσεως, εκ των μελών αυτής, δωδεκαμελή Ειδικήν Εξεταστικήν Επιτροπήν, προς διεξαγωγήν της προανακρίσεως. Διά της αποφάσεως της Βουλής ορίζεται συγχρόνως και η προθεσμία διεξαγωγής της προανακρίσεως, η οποία δεν δύναται να είναι μεγαλυτέρα των δύο μηνών, δυναμένη να παραταθή δι` αποφάσεως της Βουλής κατά ένα εισέτι μήνα.

3. Η επιτροπή συγκροτείται και λειτουργεί κατά τας διατάξεις του άρθρου 27 του Κανονισμού της Βουλής και εκλέγει εκ των μελών της εισηγητάς, έχει δε απάσας τας αρμοδιότητας του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών.

4. Η Επιτροπή προσκαλεί τον Πρόεδρον της Δημοκρατίας όπως εάν επιθυμή, απαντήση ή έκθεση τας απόψεις του εγγράφως επί οιουδήποτε στοιχείου της προτάσεως κατηγορίας.

5. Η Επιτροπή δύναται είτε ν` αναθέση εις εν ή πλείονα μέλη της είτε να παραγγείλη εις τον παρ` εφέταις ή πλημμελειοδίκαις εισαγγελέα την διενέργειαν ωρισμένων προανακριτικών πράξεων.

Άρθρον 9

1. Η κατά το προηγούμενον άρθρον Επιτροπή οφείλει να περατώση το προανακριτικόν αυτής έργον εντός της υπό της Βουλής ταχθείσης προθεσμίας και να υποβάλη εις αυτήν τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία, μετά ητιολογημένης εκθέσεως, περιεχούσης και πρότασιν επί της κατηγορίας. Υπό των διαφωνούντων μελών της Επιτροπής υποβάλλεται αυτοτελής έκθεσις.

2. Αι εκθέσεις της Επιτροπής, ως και τα συλλεγέντα αποδεικτικά στοιχεία και λοιπά εν γένει έγγραφα, κατατίθενται εις το Προεδρείον της Βουλής.

3. Αι εκθέσεις της Επιτροπής διανέμονται εις τους Βουλευτάς εντός δέκα ημερών από της καταθέσεώς των εις το Προεδρείον.

4. Οι Βουλευταί και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δύνανται να λάβουν γνώσιν των εις την αρμοδίαν Υπηρεσίαν της Βουλής κατατεθειμένων αποδεικτικών στοιχείων και λοιπών εν γένει εγγράφων.

5. Εάν η Επιτροπή δεν υποβάλη την έκθεσιν αυτής εντός της πρός τούτο ταχθείσης προθεσμίας, η Βουλή διορίζει άλλην Επιτροπήν ή προχωρεί άνευ εκθέσεως εις την συζήτησιν επί της προτάσεως της κατηγορίας.

6. Αι εργασίαι της Επιτροπής δέν αναστέλλονται λόγω λήξεως της συνόδου της Βουλής, παύουν δε λόγω λήξεως της περιόδου της διορισάσης αυτήν Βουλής.

Άρθρον 10

1. Η συζήτησις επί της προτάσεως της Επιτροπής διεξάγεται μετά πέντε τουλάχιστον ημέρας από της διανομής εις τους βουλευτάς της εκθέσεως αυτής, το βραδύτερον δε εντός είκοσιν ημερών από ταύτης.

2. Κατά την συζήτησιν δύναται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να παραστή και παράσχη διευκρινίσεις.

3. Η απόφασις της Ολομέλειας της Βουλής περί κατηγορίας και παραπομπής εις δίκην του Προέδρου της Δημοκρατίας λαμβάνεται διά της υπό της παρ. 2 του άρθρου 49 του Συντάγματος οριζομένης πλειοψηφίας. Η απόφασις περιλαμβάνει και την οριστικήν διατύπωσιν της κατηγορίας, κατά τους όρους του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας.

Άρθρον 11

1. Εάν η Βουλή διαλυθή προ της καταθέσεως της επί της προανακρίσεως εκθέσεως της Επιτροπής, η νέα Βουλή εκλέγει εντός δύο μηνών από της ενάρξεως της πρώτης συνόδου αυτής, νέαν Επιτροπήν, ορίζουσα συγχρόνως νέαν προθεσμίαν διεξαγωγής της προανακρίσεως, κατά το άρθρον 8 παρ. 2.

2. Εάν η Βουλή διαλυθή μετά την κατάθεσιν της Εκθέσεως της Επιτροπής, η συζήτησις επί της προτάσεως διεξάγεται επί τη βάσει της εκθέσεως της Επιτροπής, εντός είκοσιν ημερών απο της ενάρξεως της πρώτης συνόδου αυτής και μετά πέντε τουλάχιστον ημέρας απο της διανομής της εις τους Βουλευτάς.

Άρθρον 12

1. Εάν η Βουλή απορρίψη την περί κατηγορίας πρότασιν, ουδέποτε δύνανται να επαναληφθή αύτη.

2. Εάν η Βουλή δεχθή την περί κατηγορίας και παραπομπής του Προέδρου της Δημοκρατίας πρότασιν, εκλέγει διά μυστικής ψηφοφορίας μέχρι πέντε βουλευτάς, μετ` ισαρίθμων αναπληρωτών, πρός υποστήριξιν της κατηγορίας ενώπιον του κατά το άρθρον 86 του Συντάγματος δικαστηρίου. Οι αναπληρωταί καλούνται και εις προσωρινήν αναπλήρωσιν των οπωσδήποτε κωλυομένων τακτικών. Οι εκλεγέντες κατήγοροι ενεργούν εγκύρως κατά πλειοψηφίαν, έχουν δε τας κατά τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αρμοδιότητος του εισαγγελέως πλημμελειοδικών.

Άρθρον 13

1. Αποφασισθείσης υπό της Βουλής της εισαγωγικής εις δίκην του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο Πρόεδρος της Βουλής προβαίνει εις την κατά το άρθρον 86 του Συντάγματος και τας διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 103 του Κανονισμού της Βουλής, εφαρμοζομένων και εν προκειμένω, κλήρωσιν των μελών του Ειδικού Δικαστηρίου.

2. Μετά την γενομένην κλήρωσιν, ο Πρόεδρος της Βουλής αποστέλλει αμελλητί εις τον Πρόεδρον του Αρείου Πάγου την περί κατηγορίας και εισαγωγής εις δίκην του Προέδρου της Δημοκρατίας απόφασιν της Βουλής τα ονόματα των κληρωθέντων μελών του Ειδικού Δικαστηρίου και των εκλεγέντων κατηγόρων, ως και ολόκληρον την σχηματισθείσαν δικογραφίαν.

Άρθρον 14

1. Διά την ενώπιον του κατά το άρθρον 86 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου διαδικασίαν και την εκτέλεσιν των αποφάσεων αυτού, εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις περί του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και της ενώπιον αυτού διαδικασίας, ως και αι διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος νόμου περί ευθύνης Υπουργών.

2. Η λήξις της συνόδου ή της περιόδου της Βουλής δεν δύναται να αναστείλη την πρόοδον της δίκης.

3. Αι διατάξεις του άρθρου 104 του Κανονισμού της Βουλής εφαρμόζονται αναλόγως και επί της κατά τον παρόντα νόμον διαδικασίας.

Άρθρον 15
Απαιτήσεις αστικής φύσεως επί των περιπτώσεων των προβλεπομένων υπό του παρόντος ασκούνται μόνον ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.

Άρθρον 16
Κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου κρίνεται και η ευθύνη των υπό της παρούσης Βουλής εκλεγέντων Προέδρων της Δημοκρατίας.

Άρθρον 17
Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως

Ο παρών νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ΄ Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτω διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.

Εν Αθήναις τη 14 Φεβρουαρίου 1976

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ